Μετά δε την μάχην ταύτην οι Έλληνες κατέλαβαν το

Μεσοχώρι, μίαν ήμισυ ώραν μακράν της Μοθώνης, εις

περιορισμόν των εν αυτή. Την δε επαύριον ήλθεν εις το

στρατόπεδον ο περιφερόμενος εις τα περίχωρα της Μοθώνης

επίσκοπος της επαρχίας Γρηγόριος, στρατολογήσας καθ' οδόν

μίαν εκατοστύν χωρικών, και ανεδείχθη γενικός αρχηγός.

Μετά τινας ημέρας ήλθε να συναγωνισθή, έχων μίαν

εκατοστύν Μανιατών, και ο Κωνσταντίνος Πιεράκος

Μαυρομιχάλης.

Εν τοσούτω, οι εν τω Νεοκάστρω Τούρκοι δεν έπαυαν

εξερχόμενοι συνεχώς και πολεμούντες. Εξ αιτίας δε της

εγγιζούσης εορτής του πάσχα, οι επί της πολιορκίας

χωρικοί αφήσαντες τας θέσεις των διά νυκτός διεσπάρησαν

εις τα χωρία· εναπέμειναν δε οι αρχηγοί και ολίγοι άλλοι.

Τούτο μαθόντες οι Τούρκοι εξώρμησαν πανστρατιά την

δευτέραν της διακαινησίμου (11 απριλίου) επί τους ολίγους

τούτους, αλλά δεν τους έτρεψαν ενισχυθέντας μεγάλως παρά

της κατεχούσης το Μεσοχώρι φρουράς. Μετά δε τας τρεις

ημέρας της Λαμπράς επανήλθαν οι χωρικοί εις τας θέσεις

των, και εδυνάμωσε πάλιν στρατόπεδον. Αλλ', εν όσω η

θάλασσα ήτον ανοικτή και η διά θαλάσσης κοινωνία

Νεοκάστρου και Μοθώνης ελευθέρα, η επί της ξηράς δύναμις

των Ελλήνων εχρησίμευε μάλλον εις προφύλαξιν των χωρίων

από τινος εχθρικής επιδρομής ή εις βλάβην του εχθρού.

Συσταθέντος δε περί τα μέσα μαΐου θαλασσίου αποκλεισμού,

ήρχισαν αι οδύναι των Τούρκων, διότι την στέρησιν των

γλυκών νερών, κοπέντος του υδραγωγείου, και την χρήσιν

των γλυφών των εν τω φρουρίω πηγαδίων παρακολούθησε

σιτοδεία· έπαυσαν έκτοτε και αι επί της ξηράς έξοδοί των,

και αι προς τους εν Μοθώνη, όθεν άλλοτε ελάμβαναν τροφάς

διά θαλάσσης, σχέσεις των διεκόπησαν· επί δε του σφοδρού

καύσωνος του θέρους εστέρευσαν σχεδόν και τα πηγάδιά των·

κατήντησαν δε εις τοιαύτην σιτοδείαν μετ' ολίγον, ώστε

περί πολλού είχαν τας σάρκας και αυτών των ακαθάρτων

ζώων.

Ιούλιος Ένεκα τούτου ο γογγυσμός των πεινώντων και

διψώντων και ο κλαυθμός των γυναικών και παιδίων ηύξαναν

ημέρα τη ημέρα, και ηνάγκασαν τους αρχηγούς ν' ανοίξωσι

δις τον Ιούλιον την πύλην του φρουρίου, ίνα εξέλθωσι και

παραδοθώσιν εις τους εχθρούς οι θέλοντες ν' απαλλαγώσι

των δεινών της πολιορκίας· εξήλθαν 185, οι πλείστοι

γέροντες, γυναίκες και παιδία· και άλλοι μεν διεσπάρησαν

εις τα χωρία, άλλοι δε απεβιβάσθησαν εις Χελωνάκι,

ερημοννήσιον εντός του λιμένος, επί υποσχέσει καθημερινής

τροφοδοσίας μέχρι της παραδόσεως του φρουρίου·

μετεκομίσθησαν δε και 16 άνδρες εξ αυτών εν τω

παλαιοφρουρίω της Αρκαδίας, αλλ' ερρίφθησαν όλοι διά

νυκτός κατά γης άνωθεν και εσυντρίφθησαν. Μεταξύ δε των

εξελθόντων ήσαν και αι περί τον Μεχμέταγαν Καστρινόν και

τον μουλά - Χαλίλην, στενούς φίλους προ της επαναστάσεως

του επισκόπου Μοθώνης, οίτινες ηύραν παρ' αυτώ

φιλάνθρωπον υποδοχήν. Την δε 8 Ιουλίου κατεβίβασαν διά

νυκτός οι πολιορκούμενοι δύο των τολμηροτέρων όπισθεν του

φρουρίου και τους απέστειλαν διά θαλάσσης εις Μοθώνην

αιτούμενοι τροφάς και ειδήσεις περί του αναμενομένου

τουρκικού στόλου. Εγέμισαν τροφών οι Μοθωναίοι έν

μονοκάταρτον ευρισκόμενον εν τω λιμένι των, επεβίβασαν

150 οπλισμένους και το εξεκίνησαν την νύκτα της 22. Και

επιτηδειότητα ναυτικήν και ανδρίαν πολλήν έδειξαν οι εν

αυτώ, παραπλέοντες την ξηράν· αλλ' η επιτηδειότης και η

ανδρία των Ελλήνων ναυτών εμβάντων προς αντίκρουσιν είς

τινα αλιάδα και εις τας λέμβους, όχι πλειόνων των 80,

υπερίσχυσαν. Πολλήν βλάβην υπέφεραν οι Τούρκοι, και

έβλαψαν και αυτοί τους Έλληνας φονεύσαντες και

πληγώσαντες 15, αλλ' απεκρούσθησαν και επανέπλευσαν εις

Μοθώνην άπρακτοι. Πέντε πλοία εχθρικά απέπλευσαν εκ

Μοθώνης και την 31 συνοδεύοντα το αυτό μονοκάταρτον φέρον

τροφάς· αλλ' επιπλευσάντων των εν Χελωνακίω ελληνικών

πλοίων, επανέπλευσαν και αυτά εις Μοθώνην άπρακτα.

Αποτυχόντες οι Μοθωναίοι διά θαλάσσης, εξεστράτευσαν

πανστρατιά εις βοήθειαν των συναδέλφων των. Αντέστησαν οι

Έλληνες και τους απώθησαν· αλλ' έχασαν δύο μαχίμους

άνδρας λαμπρώς αθλήσαντας, τον Κωνσταντίνον Πιεράκον

Μαυρομιχάλην και τον Μήτρον Χαλαζονίτην (β)· κατεδίωξαν

δε τους εχθρούς μέχρι των πυλών της Μοθώνης και επάτησαν

καί τινας οικίας του προαστείου, όπου εφονεύθη είς εξ

αυτών τουφεκισθείς άνωθεν του φρουρίου. Μονογενής υιός εκ

του χωρίου των Μουριατάδων ήτον ο φονευθείς· ο δε

ογδοηκοντούτης πατήρ του, ελθών εις το στρατόπεδον και

παραμυθούμενος απεκρίθη· «ας 'πάγη το παιδί μου 'στήν

ευχή μου, δότε μου τ' άρματά του, θα πιάσω εγώ τον τόπον

του».

Εν τούτοις επηύξαναν τα κακά της πολιορκίας και βοήθεια

ούτ' εφαίνετο ούτ' ηκούετο. Διά τα αίτια ταύτα,

ηναγκάσθησαν οι εν τω φρουρίω να ζητήσωσι, κατά το

παράδειγμα των Μονεμβασίων, τινά των εν Τρικόρφοις

σημαντικών εις συμβιβασμόν. Είχαν ήδη καταβή επί τω σκοπώ

τούτω εκείθεν ο Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος ως αντιπρόσωπος

του Υψηλάντου, και ο Νικόλαος Πονηρόπουλος ως

αντιπρόσωπος της πελοποννησιακής γερουσίας· αλλ' η

διαπραγμάτευσις κατ' αρχάς δεν ευδοκίμησε και διά το

δυσσυμβίβαστον των όρων και διά τινα προϋπάρχουσαν

σύμβασιν μεταξύ των δια θαλάσσης και των διά ξηράς

πολιορκούντων, καθ' ην ώφειλε να γείνη η τουρκική

ιδιοκτησία επί της πτώσεως του φρουρίου τριμοιρία εις

ωφέλειαν των ναυτών, των στρατιωτών και του κοινού. Ένεκα

τούτου οι Έλληνες ητοιμάσθησαν εις έφοδον· αλλ' επί

τέλους έγεινε προφορικός συμβιβασμός, οι μεν

πολιορκούμενοι να παραδώσωσι το φρούριον και τα όπλα των,

οι δε πολιορκηταί να τους μετακομίσωσιν όλους σώους και

αναύλους μετά της περιουσίας των, τους μεν εις Αίγυπτον,

τους δε εις Τούνεζι τρέφοντές τους μέχρι της αποβάσεως·

μετέβη δε και ο Τυπάλδος εις Καλαμάταν προς ναύλωσιν δύο

επταννησίων πνίε??εκλοίω ελλιμενιζόντων· αλλ' εν τη

απουσία αυτού, δευτέρας συνδιαλέξεως γενομένης, υπεγράφη

την 7 αυγούστου συνθήκη επί των αυτών όρων (γ).

Υπογραφείσης δε της συνθήκης, εισέπλευσαν τα έξω του

λιμένος φυλάττοντα δύο υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία και το

Ζακύνθιον του Δενδρολιβάνου εις παραλαβήν των

παραδοθέντων, όλων ψυχών 734 (δ). Οι Τούρκοι ήνοιξαν την

προς την θάλασσαν πυλίδα, επεβίβασαν τα πράγματά των και

εξήλθαν του φρουρίου αναμένοντες τας λέμβους εις

επιβίβασιν.

Δισχίλιοι περίπου και διακόσιοι, εν οις και 180 Ζακύνθιοι

υπό τον Μερκάτην, ήσαν οι συνήθως πολιορκούντες τα

φρούρια του Νεοκάστρου και της Μοθώνης, αλλ' υπερηυξήθη ο

αριθμός των επ' ελπίδι λαφυραγωγίας εγγιζούσης της

παραδόσεως του Νεοκάστρου. Εν ώ δε ανέμεναν οι Τούρκοι

τας λέμβους εις επιβίβασιν, επεχείρησάν τινες των Ελλήνων

παρά τα συνομολογηθέντα να ψηλαφήσωσι δύο τρεις αυτών

φέροντας πολύτιμα είδη· τούτο ιδόντες οι πολλοί τους

εμιμήθησαν και τους υπερέβησαν· και πρώτον μεν εδόθησαν

εις την αρπαγήν ων έφεραν οι παραδοθέντες, μετ' ολίγον δε

και εις γενικήν σφαγήν αρρένων και θηλέων πάσης ηλικίας,

τους δε αποφυγόντας την ανηλεή μάχαιραν αφήρπασαν ως

λάφυρα, εκτός ολίγων, ους διέσωσε του θανάτου και της

δουλείας η φιλάνθρωπος παρέμβασίς τινων των σημαντικών

Ελλήνων. Η πείνα και η δίψα εξωλόθρευσαν και τους επί του

Χελωνακίου προ της παραδόσεως του φρουρίου αποβάντας

Τούρκους υπέρ τους εξήκοντα, απανθρώπως εγκαταλειφθέντας.

Μετά δε τας βδελυράς ταύτας και παρασπόνδους

αθεμιτουργίας συμπαρέλαβαν οι επί της πολιορκίας

πλοίαρχοι τον επίσκοπον Μοθώνης και τον πρωτοσύγγελον

Φραντσήν εις διανομήν των τουρκικών πραγμάτων και

απέπλευσαν εν βία φοβηθέντες μη προφθάση ο αναμενόμενος

εχθρικός στόλος και αποκλείση τα πλοία, εντός του

λιμένος.

Παραδοθέντος του Νεοκάστρου ελύθη και η πολιορκία της

Μοθώνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'.

&Τριπολιτσά και πολιορκία αυτής. — Μάχη Βασιλικών. —

Εμφανισμός τουρκικού στόλου κατά τα παράλια της

Πελοποννήσου — Λύσις της πολιορκίας Κορώνης. — Συμβάντα

εν Καλαμάτα και περί τας Πάτρας. — Καταστροφή

Γαλαξειδίου. — Ναυμαχία έμπροσθεν Ζακύνθου. Διαγωγή του

μεγάλου αρμοστού προς τους λαούς των Ιονίων νήσων. —

Άλωσις Τριπολιτσάς. — Δευτέρα εισβολή Τούρκων εις Σφακιά

και άφιξις εις Κρήτην του Μιχαήλ Αφεντούλη ως αρχηγού.&

ΠΡΟΣ το μέρος της εν τω κέντρω της Πελοποννήσου παλαιάς

Αρκαδίας το προς την Αργολίδα, το άλλοτε κατεχόμενον υπό

Τεγεατών και Μαντινίων, όπου συνήλθεν ένοπλος όλη σχεδόν

η Ελλάς καθ' όν καιρόν διεμάχοντο περί πρωτείων Βοιωτοί

και Σπαρτιάται, κείται σήμερον η Τριπολιτσά, η επί της

επαναστάσεως πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, προς την άκραν

πλατείας και γυμνής πεδιάδος, 2152 πόδας υπεράνω της

θαλάσσης και περικλειομένης υπό των κορυφών του Μαινάλου,

του Παρθενίου και του Αρτεμισίου. Η πόλις αύτη είναι όλη

νέα· εκλήθη δε Τρίπολις, και κοινότερον Τριπολιτσά, ως

διαδεχθείσα τας τρεις πόλεις· της Τεγέας, της Μαντινείας

και των Αμυκλών (Μουχλιού) ή του Παλλαντίου· ήτο δε προ

της επαναστάσεως όλη περιτετειχισμένη και επτάπυλος. Το

τείχος της είχε δεκατεσσάρων ποδών ύψος, πάχος δε έξ προς

τα κάτω και τριών προς τα άνω, περιφέρειαν δε δύο μιλίων·

προς δε την δυτικήν άκραν επί θέσεως υψηλοτέρας έσωθεν

του τείχους έκειτο η μεγάλη λεγομένη Τάπια, φαινομένη ως

ακρόπολις. Πυργωτόν ήτο γύρωθεν το τείχος, είχε διπλάς

πολεμίστρας επιτηδείας εις τουφεκοπόλεμον και 30 κανόνια

εξ ών ολίγα εύχρηστα. Η πόλις, μετά την επί της αρχής της

επαναστάσεως εις αυτήν καταφυγήν των κατοικούντων διάφορα

μέρη της Πελοποννήσου Τούρκων και την είσοδον των υπό τον

κεχαγιάμπεην ελθόντων, περιείχε ψυχάς 30,000 συν 30

αριθμουμένων και ολίγων Χριστιανών, και ολιγωτέρων

Εβραίων. Δεκακισχίλιοι ήσαν οι εν αυτή οπλοφόροι,

Αλβανοί, Ασιανοί και Πελοποννήσιοι. Εξ αιτίας δε της εις

γενικήν συνέλευσιν συγκαλέσεως κατά τον μάρτιον των

προκρίτων Χριστιανών και Τούρκων ευρίσκοντο εν τη πόλει

οι σημαντικώτεροι όλης της Πελοποννήσου Τούρκοι, εν οις

διέπρεπαν ο Μουσταφάμπεης κάτοικος των Πατρών ο και

Αναπλιώτης, ως έχων πατρίδα το Ναύπλιον, ο Δεφτερδάρης, ο

Κορίνθιος Κιαμίλμπεης και ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης. Η

πόλις, αρξαμένου του αγώνος, ετέλει υπό τας αμέσους

διαταγάς του καϊμακάμη και του κεχαγιάμπεη και υπό την

επιρροήν της γυναικός του Χουρσήδη, ης η ατυχία δεν

εταπείνωσε το φρόνημα· είχε δε ολίγας τροφάς εξ αιτίας

της ώρας του έτους και της απροσδοκήτου συρροής τόσου

πλήθους· αν δε και πολλά εψιθυρίζοντο περί της

μελετωμένης αποστασίας, ουδεμία εγένετο φροντίς εν καιρώ

περί σιταγωγίας. Οι Έλληνες έκοψαν τα υδραγωγεία, αλλ' η

πόλις είχε πηγαδήσια νερά και άφθονα και πόσιμα. Τοιαύτη

ήτον η κατάστασις της Τριπολιτσάς.

Μέγα θάρρος έλαβαν οι λαοί της Πελοποννήσου αφ' ού

κατήσχυναν τους εχθρούς των εν ταις μάχαις του Βαλτετσίου

και των Δολιανών, και ελθόντες εγγύτερον της Τριπολιτσάς

κατέλαβαν ορεινάς θέσεις.

Μάιος Οι Τούρκοι έβοσκαν συνήθως τους ίππους των έξωθεν

της Τριπολιτσάς. Τινές των Ελλήνων υπό τον Καλλιακούδαν

τον εξ Αλωνισταίνης ενεδρεύσαντες την 24 μαΐου συνέλαβάν

τινας αυτών. Οι Τούρκοι εξήλθαν εις καταδίωξίν των και

επλήγωσαν τον Καλλιακούδαν κατέβησαν τότε πολλοί Έλληνες

και ήρχισε κατά τον άγιον Βλάσην, ημιώριον μακράν της

πόλεως, γενικός τουφεκισμός, ον έπαυσεν η εσπέρα. Οι

Έλληνες ευδοκίμησαν εν τη μάχη ταύτη πολεμήσαντες εκτός

των προμαχώνων. Την δε 26 εξεστράτευσαν οι Τούρκοι

πανστρατιά επ' ελπίδι, ότι μόνη η παρουσία τόσων ενόπλων

εφίππων και πεζών θα έτρεπεν ως άλλοτε τους Έλληνας εις

φυγήν· αλλ' η ελπίς των εματαιώθη και επανήλθαν μη

συγκρουσθέντες. Εξεστράτευσαν και την 5 Ιουνίου, καθ' ην

εφονεύθησάν τινές εκατέρωθεν, εν οις και ο Κώστας

Μπούρας. Έκτοτε συνεστρατοπέδευσαν οι εν τοις περιχώροις

της Τριπολιτσάς Έλληνες επί της κατωφέρειας των Τρικόρφων

(α).

Πολλά και υπό πολλούς αρχηγούς ήσαν τα συνελθόντα

στρατεύματα, αλλ' όλα συνήρτων τέσσαρα μεγάλα σώματα

σχηματίζοντα ημικύκλιον. Κατείχαν δε το μεν αριστερόν

κέρας 2500 υπό τον Κολοκοτρώνην, το δε δεξιόν 1500 υπό

τον Γιατράκον, το δε κέντρον 1000 υπό τον Αναγνωσταράν,

τα δε όπισθεν του κέντρου και του δεξιού κέρατος 1500 υπό

τον Πετρόμπεην. Ο δε Υψηλάντης είχε την σκηνήν του άνωθεν

των υπό τον Αναγνωσταράν. Εφυλάττοντο δε και αι εις Άργος

και Λεοντάρι άγουσαι οδοί, αύτη μεν υπό 150, εκείνη δε

υπό 300.

Συνεχείς συγκρούσεις συνέβαιναν προκαλούμεναι κυρίως εκ

των επανειλημμένων εκδρομών των πολιορκουμένων κατά των

πολιορκούντων, και εντεύθεν προήρχοντο φόνοι. Οι Έλληνες,

οσάκις ήρχετο κατ' αυτών το πεζικόν των εχθρών,

κατέβαιναν θαρραλέως και επολέμουν πολλάκις απερικάλυπτοι

επί της πεδιάδος· οσάκις δε ήρχετο το ιππικόν, απεχώρουν

προς τας ρίζας των βουνών και ησφαλίζοντο όπισθεν των

πετρών από της ορμής των ιππέων μη δυναμένων ν' αναβώσι

τας πετρώδεις θέσεις· τοιουτοτρόπως έβλαπταν μάλλον ή

εβλάπτοντο·

Αύγουστος η δε τελευταία εκδρομή των πολιορκουμένων

συνέβη τον Αύγουστον, και είναι αξιοδιήγητος διά τα

περιστατικά και αποτελέσματά της.

Διεδόθη φωνή κατ' εκείνας τας ημέρας, ότι ο εν Τριπολιτσά

Κιαμήλμπεης, εμελέτα να μεταβή εις Κόρινθον προς

ενίσχυσιν της κινδυνευούσης εκείνης φρουράς. Ο άγρυπνος

και επιδέξιος Κολοκοτρώνης διέταξε και ήνοιξαν τάφρον

κατά τον Μύτικαν μίαν ώραν μακράν της Τριπολιτσάς προς

ενέδραν. Η διαδοθείσα φωνή εψεύσθη, αλλ' η τάφρος

εχρησίμευσε, και ιδού πώς. Την 10 Αυγούστου εξήλθαν

υπερτετρακισχίλιοι πεζοί και ιππείς Τούρκοι, διεσπάρησαν

εις τα πέριξ χωρία επί καρπολογία, και συναντήσαντες εν

τω χωρίω του Λουκά τους περί τον Νταγρέν, τους

διεσκόρπισαν φονεύσαντές τινας αυτών· ολίγον δ' έλλειψε

να συλλάβωσι και τον αρχηγόν έν τινι σπηλαίω μετά

τεσσάρων κλεισθέντα και διά της επικουρίας άλλων άλλοθεν

ελθόντων Ελλήνων λυτρωθέντα. Επί δε τη εις Τριπολιτσάν

επιστροφή των οι πλείστοι, συνοδεύοντες μέγα πλήθος σώων

τροχοφόρων, επλησίασαν την τάφρον, εκλαβόντες αυτήν όχι

ως εις πολεμικήν χρήσιν προπαρασκευασθείσαν, αλλ' ως

όριον ιδιωτικού τινος χωραφίου. Φθάσαντες δε ανύποπτοι

προς το χείλος ετουφεκίσθησαν αίφνης υπό των εν αυτή

αφανώς παραφυλαττόντων Ελλήνων, και πολλοί εχάθησαν ως

απρόσεκτοι και απροφύλαχτοι, οι δε λοιποί διεσώθησαν, οι

μεν πεζοί διαβάντες διά του πλησίον της ρίζης του βουνού

ασκάπτου μέρους, οι δε ιππείς υπερπηδόντες την τάφρον μη

ικανώς πλατείαν· όλα δε τα κομίζοντα τας τόσον αναγκαίας

ταις ημέραις εκείναις εις χρήσιν των πεινώντων Τούρκων

τροφάς ζώα έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Το κατ' εκείνην

την ημέραν συμβάν έφερεν εις απόγνωσιν τους

πολιορκουμένους διά την αφαίρεσιν των τροφών και εθάρρυνε

τους Έλληνας να στήσωσι τους συνήθεις προμαχώνας 900

οργυιάς από της πολιορκουμένης πόλεως.

Εξ αρχής της πολιορκίας είχαν οι πολιορκηταί τινα

κανόνια, αλλά μετά την παράδοσιν της Μονεμβασίας

μετέφεραν εκείθεν και τρείς βομβοβόλους, ηγνόουν όμως την

χρήσιν αυτών. Περιεφέρετο εν τω στρατοπέδω Ιταλός τις,

Τάσης, τερατολόγος μάλλον ή αρχιπυροβολιστής ως

επηγγέλλετο· ούτος ανεδέχθη την χρήσιν αυτών, και τας

έστησε προς τους πρόποδας του βουνού 700 οργυιάς από της

πόλεως. Παρασκευασθείσης μιας αυτών, συνήχθη επί των

πλησίον υψωμάτων μέγα πλήθος πολιορκητών χάριν του

νεοφανούς θεάματος· αλλ' η βομβοβόλος, αντί να ενεργήση

τα προσδοκώμενα τεράστια, έσπασε καταισχύνασα τον

αρχιπυροβολιστήν.

Το έργον του αμαθούς Τάση, όστις φοβηθείς έγεινεν

άφαντος, ανέλαβεν ο γνώσεις περί τα τοιαύτα έχων Γάλλος

Ρεϋβώς. 200 οργυιάς μακράν της πόλεως προς το μέρος της

μεγάλης Τάπιας κείνται παραρριζώματά τινα των βουνών. Ο

Ρεϋβώς έστησεν επί του κέντρου αυτών τας δύο βομβοβόλους,

αλλ' ανωφελώς και αυτός, αν και τας ανέδειξε διά της

επιτηδειότητός του ευχρήστους. Δεξιόθεν δε και

αριστερόθεν αυτών κατεσκευάσθησαν δύο κανονοστάσια,

εύχρηστα μεν και αυτά, αλλ' επίσης ανωφελή· όπισθεν δε

των παραρριζωμάτων ετοποθετήθησαν 800 οπλοφόροι υπό τον

Γιατράκον, τουφεκίζοντες επιδεξίως διά των κανονοπών και

ενοχλούντες τους εχθρούς. Έστησαν οι Έλληνες και άλλο

κανονοστάσιον προς την πύλην του Άργους μικράς και αυτό

ωφελείας. Οι δε Τούρκοι έπεσαν εις πολλήν αδράνειαν, και

την 24 πεντακόσιοι Έλληνες τόσον επλησίασαν προς το μέρος

της μεγάλης Τάπιας, ώστε κατέλαβάν τινας κεκαυμένας

οικίας έμπροσθεν μιας των πυλών της Τριπολιτσάς και

διετήρησαν αυτάς ευτυχώς δύο ώρας πολεμούμενοι έσωθεν·

αλλ' απόσπασμα ιππικού εξήλθε της πόλεως άλλοθεν, έπεσεν

όπισθεν, τους εκακοποίησε, και τους ανάγκασε ν'

απομακρυνθώσιν.

Μετ' ολίγας δε ημέρας ήλθεν εις Τρίκορφα ο Σκώτος, Θωμάς

Γόρδων, μεταβιβάσας επί του πλοίου του εκ Μασσαλίας

Έλληνας και φιλέλληνας, και φέρων επ' ωφελεία της

Ελλάδος, υπέρ ης και αυτός και οι συν αυτώ ήλθαν ν'

αγωνισθώσι, τρεις βομβοβόλους και εξακόσια τουφέκια. Οι

Έλληνες εδέχθησαν φιλοφρόνως και ευγνωμόνως τον γενναίον

τούτον φιλέλληνα, αναδεχθέντα προθύμως να οργανίση εξ

ιδίων σώμα τακτικών εξ Ελλήνων και φιλελλήνων.

Εν τοσούτω η κατάστασις των Τούρκων εχειροτέρευεν ημέρα

τη ημέρα όχι μόνον διά σπάνιν τροφών, αλλά και δι'

έλλειψιν ιπποβοσκής, διότι, μη τολμώντες να βοσκήσωσιν ως

άλλοτε εκτός της πόλεως τους ίππους, δεν εδύναντο να τους

μεταχειρισθώσιν ως και πρότερον, εξασθενήσαντας εκ της

ατροφίας.

Αι μακροχρόνιοι πολιορκίαι διά την εξ ανάγκης ακαθαρσίαν

των πολιορκουμένων, διά την κακήν ποιότητα των τροφίμων,

διά την κακουχίαν και συσσώρευσιν πολλών ανθρώπων και

ζώων εντός στενής περιφερείας φέρουν συνήθως επιδημίας.

Το κακόν τούτο δεν εβράδυνε να προστεθή, εις τα άλλα κακά

των πολιορκουμένων· αυτά δε τα θύματα της επιδημίας

έτρεφαν την επιδημίαν. Ούτως εχόντων των πραγμάτων,

αρμοδίαν εθεώρησεν ο Υψηλάντης την περίστασιν να προβάλη

τοις πολιορκουμένοις συμβιβασμόν εις παράδοσιν της πόλεως

υπ' ωφελίμους όρους· αλλ' απερρίφθη υπεροπτικώς η

πρότασίς του.

Φοβούμενοι δε οι Έλληνες μη φέρη η αναβολή επιβοήθειαν

προς τους πολιορκουμένους, ηθέλησαν να επιχειρήσωσιν

έφοδον, και διετάχθη ο αρχιπυροβολιστής να διαρρήξη το

τείχος· αλλ' όλοι του οι αγώνες απέβησαν μάταιοι διά την

μηδαμινότητα του πυροβολικού. Εν ώ δε ανεμένετο ημέρα τη

ημέρα η πτώσις της πόλεως, ήλθεν είδησις ότι ο οθωμανικός

στόλος εφάνη έξωθεν των μεσημβρινών παραλίων της

Πελοποννήσου την 26.

Είδαμεν, ότι οι στόλοι διεχωρίσθησαν μετά τα κατά την

Σάμον συμβάντα, και ότι ο μεν ελληνικός κατέπλευσεν εις

τα ίδια, ο δε τουρκοαιγύπτιος εισέπλευσε τον Ελλήσποντον.

Ο στόλος ούτος ανέπλευσε μετά τινας ημέρας κατά της

Ελλάδος.

Πρό τινων δε ημερών είχε συναχθή τουρκικόν στράτευμα εν

τη επαρχία του Ζητουνίου, σκοπεύον να εισχωρήση εις την

Ανατολικήν Ελλάδα, να ενωθή μετά των ενδιατριβόντων

τουρκικών στρατευμάτων και να εισβάλη εις Πελοπόννησον

προς λύτρωσιν της Τριπολιτσάς βοηθούμενον και παρά του

στόλου, μελετώντος, αφ' ού επεσίτιζε τα μεσσηνιακά

φρούρια, να εισπλεύση τον κορινθιακόν κόλπον.

Μαθόντες οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος τα περί της

νέας ταύτης εκστρατείας υπό τέσσαρας πασάδας, τον

Μπεϋράμπασαν, τον και αρχιστράτηγον, τον Χατσή -

Μπεκήρπασαν, τον Μεμήσπασαν, και τον Σιαχή - Αλήπασαν,

συνήλθαν εις Εργίνι, χωρίον της Βοδωνίτσης, όπου

ενέκριναν την θέσιν της Φοντάνας ως την καταλληλοτέραν

προς αντίκρουσιν του εχθρού. Μόνος ο Δυοβουνιώτης

αντέτεινε και επρόβαλε να καταλάβωσιν άνευ αναβολής τα

επί της προς την Λεβαδείαν λεωφόρου Βασιλικά, ορθώς

συλλογισθείς, ότι τόσοι πασάδες δεν θα κατεδέχοντο ν'

αφήσωσι την πλατυτέραν θέσιν των Βασιλικών και να

διέλθωσι την στενοτέραν της Φοντάνας. Η γνώμη του

Δυοβουνιώτου απολαμβάνοντος υπόληψιν εμπειροπολέμου

ανδρός υπερίσχυσε, και μετέβησαν οι Έλληνες εις Βασιλικά·

και ο μεν Παπά - Ανδρέας Κοκοβιστιανός μετά 300

ετοποθετήθη αφανής εντός του παρά τη εισόδω της κοιλάδος

πυκνού δάσους· ο δε Αντώνης Κοντοσόπουλος και ο Κωσταντής

Καλύβας μετά 600 κατέλαβαν τα ενδότερα της κοιλάδος· ο δε

Δυοβουνιώτης, ο υιός του, ο Νάκος Πανουργιάς και ο

Γκούρας μετά 1100 τα προ της εξόδου της κοιλάδος.

Την 24 οι πασάδες, εκτός του Χατσή - Μπεκήρη αποθανόντος

αίφνης εν Ζητουνίω, ήλθαν μετά επτακισχιλίων ιππέων και

πεζών εις Πλατανιάν, όπου και διενυκτέρευσαν· την δε

επαύριον έστειλαν δισχιλίους ιππείς εις σκόπευσιν,

οίτινες επροχώρησαν όπου εφύλατταν ο Κοντοσόπουλος και ο

Καλύβας. Αντέστησαν ούτοι κατ' αρχάς μόνοι και διετήρησαν

την θέσιν των έως ού ήλθαν και οι κατά την έξοδον της

κοιλάδος εις επικουρίαν των, και τότε απώθησαν όλοι ομού

τους εχθρούς φονεύσαντες και πληγώσαντες 50 και

ζωγρήσαντες 15 ίππους. Την δε επιούσαν, ό εστι την 26,

αφήσας ο Μπεϋράμπασας φρουράν εν Πλατανιά εις φύλαξιν των

αποσκευών, εκίνησε πανστρατιά, και προχωρήσας εις την

πεδιάδα παρά την είσοδον του στενού διέταξε ν' αναγνώσωσι

την συνήθη προπόλεμον ευχήν και να κανονοβολήσωσι και

τουφεκίσωσι. Τούτου γενομένου, ώρμησεν ο στρατός αλαλάζων

επί τους περί τον Κοντοσόπουλον και Καλύβαν· έτρεξαν εις

βοήθειαν αυτών οι Δυοβουνιώται, ο Πανουργιάς και ο

Γκούρας, κατέφθασε και ο Μπούσγος μετά 300, και εξήφθη

διακαής μάχη. Επειδή η θέσις ήτο στενή, δασώδης και

απόκρημνος, ούτε ο μέγας αριθμός των πεζών, ούτε το πολύ

ιππικόν των εχθρών εχρησίμευε· ώστε μη δυνάμενοι ν'

απωθήσωσι τους Έλληνας, αν και τόσον πολλοί, και ανοίξωσι

την δίοδον, έστρεψαν τα νώτα. Τότε εξώρμησαν οι

υποδενδριάζοντες περί τον Παπά - Ανδρέαν και κατέλαβαν

την είσοδον, ώστε ο εχθρός εκτυπάτο έμπροσθεν και

όπισθεν. Όλοι οι οπλαρχηγοί Έλληνες διέπρεψαν την ημέραν

εκείνην, ο δε Παπά - Ανδρέας κατεδίωξε τους εχθρούς έως

ού εβασίλευσεν ο ήλιος. Εκτός των πληγωθέντων, ων

άγνωστος ο αριθμός, υπερχίλιοι εχθροί έπεσαν, και μεταξύ

αυτών και ο Μεμήσπασας φονευθείς, ως ελέγετο, αυτοχειρί

υπό του Γκούρα, εζωγρήθησαν δε και 100· εκ δε των Ελλήνων

εσκοτώθησαν 10 και επληγώθησαν 30, εν οις και ο

Κοντοσόπουλος. Πάμπολλα και πλουσιώτατα ήσαν τα εις

χείρας των Ελλήνων πεσόντα λάφυρα, εν οις και 800 ίπποι,

2 κανόνια και 18 σημαίαι. Μετά την μάχην οι μεν εχθροί

συνηνώθησαν πάλιν εις Πλατανιάν, ενδιενυκτέρευσαν, και

την επιούσαν επανέκαμψαν εις Ζητούνι τόσον έμφοβοι, ώστε

έκοψαν επί της φυγής την γέφυραν του Σπερχειού. Οι δε

Έλληνες εκίνησαν κατ' αυτών την επαύριον, αλλά δεν τους

επρόφθασαν και εστρατοπέδευσαν εν Δαμάστα. Εις τόσην δε

αταξίαν έπεσαν οι εχθροί φεύγοντες, ώστε οι

λαφυραγωγούντες Έλληνες εύρισκαν και τας ακολούθους

ημέρας της μάχης περιπλανωμένους ανθρώπους και ζώα.

Τοιουτοτρόπως εματαιώθη η κατά της Πελοποννήσου αύτη

εκστρατεία.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Μοθώνην,

έπλευσε προς την Κορώνην.

Η Κορώνη επολιορκείτο διά ξηράς αφ' ότου οι διαχυθέντες

εις Καλαμάταν Μανιάται διεσπάρησαν εκείθεν εις διάφορα

μέρη της Πελοποννήσου· μετέβη και ο Αντώνης Μαυρομιχάλης

μετά τινων εξ αυτών εις την επαρχίαν της Κορώνης ως

αρχηγός της πολιορκίας· μετέβη κατόπιν αυτού και ο

αδελφός του Γιάννης ο και Κατσής· συνηνώθησαν και οι

εντόπιοι και άλλοι γείτονές των υπό τους αδελφούς

Καραπαύλους και τον Γεώργην Δαρειώτην, και κατέλαβαν όλοι

ομού την 25 μαρτίου τα Βουνάρια, θέσιν μίαν ώραν

απέχουσαν του φρουρίου, και ηκροβολίσθησαν αυθημερόν κατά

το Χαρακοπιόν μετά των επεξελθόντων Τούρκων. Μετά δε τον

ακροβολισμόν ήλθαν οι Έλληνες πλησιέστερον του φρουρίου·

και πρώτον μεν κατέλαβαν τα χωρία, Άγιον Δημήτριον και

Τσεφέρογλι· έπειτα δε έπεσαν και εις αυτήν την πόλιν της

Κορώνης· ενδιαμείναντες δε δέκα ημέρας ανεχώρησαν την

μεγάλην παρασκευήν εις τα ίδια χάριν των εορτών, αλλ'

επανήλθαν την δευτέραν της διακαινησίμου και κατέλαβαν

την θέσιν Μακρύν Άμμον, όπου εζώγρησαν δι' ενέδρας 10

Τούρκους και τους εφόνευσαν εισήλθαν δε και δευτέραν

φοράν εις την πόλιν και την διετήρουν, ακροβολιζόμενοι

συχνάκις μετά των εν τη ακροπόλει· αλλά φανέντος του

στόλου έφυγαν, ελύθη η πολιορκία, και οι Τούρκοι έκαυσαν

την πόλιν ίνα μη επανελθόντες οι Έλληνες την καταλάβωσιν·

εθρασύνθησαν δε τόσον ιδόντες τον στόλον, ώστε

απεκεφάλισαν τον επίσκοπον Κορώνης Γρηγόριον, και εκ των

προκρίτων τον Κωσταντήν Λαχανάν και τον Γεώργην

Τσαπόπουλον, ους κατοικούντας την πόλιν είχαν μεταφέρει

επί της πρώτης εισβολής των Ελλήνων εις την ακρόπολιν·

έρριψαν δε έξω των τειχών τα πτώματά των.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Κορώνην,

έπλευσε την αυτήν ημέραν εις Καλαμάταν. Φόβος μέγας

κατέλαβε τους εκεί, και υπό το κράτος του φόβου οι επί

της κυριεύσεως της Καλαμάτας παραδοθέντες Τούρκοι ως

εκατόν, στελλόμενοι δήθεν χάριν ασφαλείας εις Μάνην,

εμιαιφονήθησαν καθ' οδόν επί προφάσει μη λάβωσιν όπλα επί

της αφίξεως των συναδέλφων των.

Πρό τινων ημερών ωργανίζετο εκεί τακτικόν σώμα συστηθέν

κατά πρώτον εν Βερβένοις, υπό την προστασίαν του

Υψηλάντου δι' ων έφερεν από Τεργέστης οπλισμών και δι' ων

εχορήγησεν ολίγων χρημάτων· το πλείστον δε μέρος του

τακτικού τούτου συνίστατο εκ προσφύγων Κυδωνιέων,

εγυμνάζετο παρά του Γουβερνάτου Ιταλού, είχεν

αξιωματικούς Έλληνας και φιλέλληνας και διετέλει υπό τον

Βαλέστον διορισθέντα παρά του Υψηλάντου συνταγματάρχην.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β · 第 4 / 26 段