V. COURDAVEAUX. Caractères et Talents. Paris 1867.

— Ο Αμλέτος είναι αναγκασμένος να προβή με την μεγαλητέραν

περίσκεψιν· ο επιβάτης ήταν ισχυρός, και εάν ο Αμλέτος ήθελεν

εκτελέση αμέσως την εκδίκησιν, τούτο θα είχε κάκιστα αποτελέσματα

διά την ζωήν και διά την υπόληψιν του Αμλέτου. Κάνεις δεν

εγνώριζεν ό,τι του είχε ανακοινώση το Πνεύμα, εκτός του Ορατίου,

και μ' όλον ότι η αποκάλυψις του Πνεύματος ήταν δι' αυτόν ασφαλής

μαρτυρία και λόγος ικανός διά να μισήση τον Κλαύδιον, δεν αρκούσεν

όμως να δικαιολογήση εις τα όμματα του κοινού τον φόνον του

Βασιλέως του.

RISTON. Remarks. 1783.

— Το Πνεύμα του πατρός του ζητεί εκδίκησιν, αλλά δεν ορίζει τον

τρόπον. Ο Αμλέτος φυσικά εκλαμβάνει ότι πρόκειται περί

ανταποδόσεως «οφθαλμός αντί οφθαλμού και οδούς αντί οδόντος».

Τούτο θεωρούμενον από την ηθικήν θέσιν του Αμλέτου είναι άρα γε

ορθόν; Πρόκειται τίποτε ολιγώτερον παρά να φονεύση τον θείον του,

τον σύζυγον της μητρός του και τον βασιλέα του, όχι να τον κρίνη

και να τον θανατώση δικαστικώς αλλά να τον δολοφονήση. Πώς θα

δικαιολογήση την πράξιν του εις τον κόσμον; Αφού δεν δύναται να

φέρη την μαρτυρίαν του Πνεύματος, η απόδειξις εις την οποίαν αυτός

στηρίζεται διά να ενεργήση δεν αξίζει ειμή εις την περιοχήν της

συνειδήσεώς του. Η πράξις, διά να συντελέση εις το γενικόν καλόν,

πρέπει να εκτιμηθή από τους άλλους όπως την εκτιμά αυτός· άλλως ο

Αμλέτος θα δώση παράδειγμα φόνου όχι δικαιοσύνης· το έγκλημά του

θα αποδοθή εις την φιλαρχίαν του, και η εκπλήρωσις καθήκοντος θα

κριθή ως πρόφασις. Δύναται άνθρωπος «με τόσο πλάτος λογικού, 'πού

βλέπει κ' εμπρός του και κατόπι» να ενεργή κατ' αυτόν τον τρόπον;

Αληθώς ο νους του φαίνεται πεπεισμένος περί της ανάγκης να πατάξη

τον θείον του, αλλά υποπτεύομαι ότι αυτός αισθάνεται μίαν

θειοτέραν δύναμιν, «μίαν φωνούλα», η οποία τον σύρει αλλού.

Νομίζει ότι πρέπει να εκτελέση το έργον, αποφασίζει να το πράξη,

κατακρίνει τον εαυτόν του διότι δεν το πράττει, αλλά ένας νόμος

ανέκφραστος, βαθύτερος και δυνατώτερος παρά την πεποίθησιν τον

κρατεί. Αυτός αποδίδει την απραξίαν του εις άνανδρον δισταγμόν, ή

εις κάποιαν αγενή αδυναμίαν του, ακριβώς καθώς συμβαίνει εις τους

καλητέρους ανθρώπους να κατακρίνουν τον εαυτόν των ότι οδηγούνται

από φίλαυτον φόβον της τιμωρίας, ενώ ολόκληρος ο βίος των

αποδεικνύει ότι εμπνέονται από αισθήματα αγνά, και ότι θα

επροτιμούσαν να τιμωρηθούν διότι έπραξαν το καλόν, παρά να λάβουν

ανταμοιβήν διότι έπραξαν το κακόν.

HUDSON. Shakespeare, his life, Art and Characters.

Boston. 1872.

Σημ. Παρομοίαν εξήγησιν δίδει και ο KLEIN (Berliner Modenspiegel

1846), ο Κ. WERDER εις εκτεταμένην διατριβήν (Hamlet. Berlin.

1875), και εις το αυτό συμπέρασμα φθάνει και ο HERM. ULRICI

(Shakespeare's Dramatishe Kunst. 1868).

Αμλέτος · 第 7 / 7 题