Τότε πρόσεξε μήπως φθάσωμεν εις το συμπέρασμα. Δηλαδή θέλει να είπη
ότι όλα αυτά, καθώς τα είπαμεν, κινούνται, υπάρχει όμως εις την
κίνησιν αυτών ταχύτης και βραδύτης. Επομένως το μέρος το οποίον είναι
βραδύ συγκρατεί την κίνησιν εις τον ίδιον χώρον ως προς τα ερχόμενα
πλησίον του και τα γονιμοποιεί, τα δε γεννώμενα κατ' αυτόν τον τρόπον
γίνονται βραδύτερα. Και αντιθέτως το ταχύτερον μέρος εξασκεί την
κίνησίν του και εις τα μακρινά και τα γονιμοποιεί, και το γεννώμενον
κατ' αυτόν τον τρόπον έχει περισσοτέραν ταχύτητα. Διότι μεταφέρεται
εις το διάστημα και η κίνησίς του συνίσταται εις αυτήν την μεταφοράν.
Όταν λοιπόν ο οφθαλμός και κανέν από τα ανάλογα προς αυτόν πλησιάση
και γεννήση την λευκότητα με την σύμφυτον προς αυτήν αίσθησιν, τα
οποία ήτο αδύνατον να γεννηθούν, εάν έκαστον από εκείνα τα δύο
εκινείτο προς άλλο πράγμα, τότε πλέον καθ' ην στιγμήν μετακινείται η
μεν όρασις προς τους οφθαλμούς, η δε λευκότης προς εκείνο το οποίον
γεννά από κοινού το χρώμα, ο μεν οφθαλμός βεβαίως παραγεμίζεται από
όρασιν και βλέπει, και τούτο δεν είναι όρασις, αλλά οφθαλμός ο οποίος
βλέπει. Και εκείνο το οποίον από κοινού εγέννησε το χρώμα
παραγεμίζεται από λευκότητα, και πάλιν τούτο δεν είναι λευκότης, αλλά
λευκόν. Αδιάφορον αν έτυχε να χρωματισθή με αυτό το χρώμα είτε ένα
ξύλον είτε ένας λίθος είτε οποιονδήποτε άλλο πράγμα. Και τα άλλα
βεβαίως κατά τον ίδιον τρόπον πρέπει να τα εννοήσωμεν, το σκληρόν και
το θερμόν και όλα τα όμοια, ότι δηλαδή μόνον του το καθ' έν δεν είναι
τίποτε, καθώς και τότε το ελέγαμεν, αλλά διά της συσχετίσεως μεταξύ
των γίνονται τα πάντα και παντοειδή ένεκα της κινήσεως. Άλλως τε,
λέγουν αυτοί, δεν είναι δυνατόν να εννοήσωμεν ακλονήτως ούτε το
ενεργητικόν από αυτά ούτε το παθητικόν μόνον του, διότι ούτε το
ενεργητικόν είναι τίποτε πριν συσχετισθή με το παθητικόν, ούτε το
παθητικόν πριν συσχετισθή με το ενεργητικόν. Εκτός τούτου εκείνο το
οποίον σχετιζόμενον με έν πράγμα είναι ενεργητικόν, όταν πλησιάση εις
άλλο, πιθανόν να φανή παθητικόν. Έπεται λοιπόν από όλα αυτά, καθώς
ελέγαμεν εις την αρχήν, ότι κανέν πράγμα δεν είναι έν λαμβανόμενον
καθ' εαυτό, αλλά γίνεται εν σχέσει προς άλλο τι. Την δε ύπαρξιν
πρέπει να την αφαιρέσωμεν από παντού, αφίνω ότι και ημείς οι ίδιοι
πολλάκις ηναγκάσθημεν προηγουμένως να την μεταχειρισθώμεν ένεκα της
συνηθείας και της ανεπιστημοσύνης μας. Αυτό όμως δεν πρέπει να
γίνεται, καθώς λέγει η γνώμη των σοφών, ούτε να επιτρέπωμεν εις
κανένα άλλον ούτε εις εμέ, είτε αυτήν την λέξιν είτε καμμίαν άλλην η
οποία εκφράζει στασιμότητα, αλλά να τα εκφράζωμεν κατά φύσιν ως
γινόμενα και κατασκευαζόμενα και καταστρεφόμενα και μεταβαλλόμενα.
Διότι, εάν κανείς παραστήση στάσιμον με τον λόγον του έν πράγμα,
είναι εύκολον να εξελεγχθή. Πρέπει δε να εκφραζώμεθα κατ' αυτόν τον
τρόπον και ως προς τα μέρη και ως προς το άθροισμα των πολλών μερών,
από εκείνα τα οποία λέγονται άνθρωπος και λίθος και έν άτομον ή είδος
ζώου. Αυτά λοιπόν, καλέ Θεαίτητε, άραγε σου αρέσουν και θέλεις να τα
δοκιμάσης, αν σου αρέσουν;
Θεαίτητος.
Δεν ξεύρω τι να σου ειπώ, Σωκράτη μου, διότι ακόμη και διά σε δεν
ημπορώ να εννοήσω τι συμβαίνει· άραγε τα παραδέχεσαι και τα λέγεις, ή
θέλεις να δοκιμάσης εμέ.
Σωκράτης.
Ελησμόνησες, φίλε μου, ότι εγώ μεν ούτε γνωρίζω ούτε αναγνωρίζω
τίποτε από αυτά ως ιδικόν μου γέννημα, αλλά είμαι στείρος εις τοιαύτα
πράγματα. Προσπαθώ όμως να ξεγεννήσω σε και δι' αυτό σου λέγω
διαβάσματα και σου δίδω να δοκιμάσης μέρη καθενός από τους σοφούς,
έως ότου να φέρω εις φως την ιδικήν σου γνώμην. Όταν δε έβγη αυτή,
τότε πλέον εγώ θα εξετάσω αν είναι κούφη ή γόνιμος. Ώστε με θάρρος
και με καρτερίαν απάντησε καλώς και ανδρείως, ποία είνε η γνώμη σου
εις όσα σε ερωτώ.
Θεαίτητος.
Ερώτα λοιπόν.
Σωκράτης.
Λέγε λοιπόν πάλιν, αν παραδέχεσαι το ότι δεν υπάρχει κανέν πράγμα,
αλλά γίνεται πάντοτε και το αγαθόν και το καλόν και όλα όσα ελέγαμεν
προ ολίγου.
Θεαίτητος.
Πραγματικώς, όταν σε ακούω να ομιλής κατ' αυτόν τον τρόπον μου
φαίνεται ότι είνε παρά πολύ ορθά και πρέπει να φρονούμεν καθώς είπες.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν ας μη παραλείψωμεν εκείνο το οποίον υπολείπεται ακόμη από
αυτό. Και υπολείπεται να ομιλήσωμεν περί ονείρων και ασθενειών και
μεταξύ άλλων περί μανίας, και περί όσων λέγονται παρακρούσεις και
οφθαλμαπάται ή άλλαι παραισθήσεις. Διότι γνωρίζεις ότι εις όλα αυτά
ομολογουμένως φαίνεται ότι ελέγχεται ως ψευδής ο λόγος τον οποίον
ελέγαμεν προ ολίγου, ότι δηλαδή ασφαλέστατα, όταν ευρισκώμεθα εις
αυτά τα κακά, έχομεν ψευδείς αισθήσεις, και πολύ απέχει από να είναι
αληθινά όσα φαίνονται εις έκαστον, αλλά όλως το αντίθετον, τίποτε δεν
είναι αληθινόν από όσα φαίνονται.
Θεαίτητος.
Πολύ καλά ομιλείς, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης.
Λοιπόν τι έχει πλέον, παιδί μου, να μου απαντήση εκείνος ο οποίος
θεωρεί ως επιστήμην την αίσθησιν, και νομίζει ότι, καθώς φαίνονται τα
πράγματα εις έκαστον, τοιαύτα είναι δι' εκείνον εις τον οποίον
φαίνονται;
Θεαίτητος.
Εγώ, καλέ Σωκράτη, φοβούμαι να ειπώ πάλιν ότι δεν ηξεύρω τι να ειπώ,
διότι το είπα και προ ολίγου και συ με εμάλωσες. Διότι πραγματικώς
δεν ημπορώ να διαμφισβητήσω ότι οι μανιακοί και οι ονειρευόμενοι δεν
έχουν ψευδή γνώμην, αφού άλλοι μεν από αυτούς νομίζουν ότι είναι
θεοί, άλλοι δε ότι είναι πτερωτοί και βλέπουν εις τον ύπνον των ότι
πετούν.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν συλλογίζεσαι ουδέ την άλλην σκεπτικότητά των ως προς
αυτά, και μάλιστα ως προς το όνειρον με την πραγματικότητα;
Θεαίτητος.
Ποία είναι αυτή;
Σωκράτης.
Αυτό το οποίον νομίζω ότι ήκουσες πολλάκις αυτούς να το ερωτούν,
δηλαδή και ποίαν τάχα απόδειξιν έχομεν να παρουσιάσωμεν, όταν θελήση
κανείς να μας ερωτήση, μήπως αυτήν την στιγμήν κοιμώμεθα και όλαι μας
αι σκέψεις είναι όνειρα, ή είμεθα έξυπνοι και ομιλούμεν μεταξύ μας
αληθινά.
Θεαίτητος.
Και πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, είναι ακατανόητον με ποίαν απόδειξιν
θα ημπορέσωμεν να το αποδείξωμεν, διότι όλα ανταποκρίνονται και εις
τας δύο περιπτώσεις ως να αντιστρέφουν. Διότι και αυτά τα οποία
λέγομεν τόρα, δεν είναι διόλου δύσκολον να ιδούμεν ότι τα λέγομεν και
εις τον ύπνον μας. Και πάλιν, όταν εις το όνειρον βλέπομεν ότι
διηγούμεθα, είναι πολύ δυσδιάκριτος η ομοιότης τούτων με εκείνα.
Σωκράτης.
Βλέπεις λοιπόν ότι το να εναντιώνεται κανείς δεν είναι δύσκολον, αφού
φιλονεικείται ακόμη αν υπάρχει διαφορά μεταξύ πραγματικότητος και
ονείρου, αφού μάλιστα είναι ίσος ο χρόνος του ύπνου και της
εγρηγόρσεως και η ψυχή μας συγκρούεται προς τον εαυτόν της κατά τα
δύο αυτά χρονικά διαστήματα, και επιμένει ότι χωρίς άλλο η γνώμη
εκείνης της στιγμής είναι αληθινή. Επομένως όσον χρόνον λέγομεν ότι
είναι αληθινά αυτά εδώ, άλλον τόσον λέγομεν ότι είναι αληθινά εκείνα.
Και με την ιδίαν επιμονήν διισχυριζόμεθα και το έν και το άλλο.
Θεαίτητος.
Καμμία αμφιβολία δεν υπάρχει περί τούτου.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν το ίδιον δεν ισχύει και διά τας ασθενείας και τας μανίας
με μόνην την διαφοράν του χρόνου, ο οποίος εις αυτάς δεν μοιράζεται
εξ ίσου;
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; Άραγε από το ποσόν του χρόνου θα κριθή η αλήθεια;
Θεαίτητος.
Αυτό βέβαια θα ήτο διά πολλούς λόγους γελοίον.
Σωκράτης.
Τότε έχεις συ να αποδείξης με κανένα άλλον τρόπον, ποία από αυτάς τας
γνώμας είναι αληθινή;
Θεαίτητος.
Όχι, νομίζω.
Σωκράτης.
Άκουσε λοιπόν από εμέ, τι λέγουν δι' αυτά αυτοί οι οποίοι λέγουν ότι,
όσα φαίνονται είναι αληθή και εις όποιον φαίνονται. Και νομίζω ότι
ερωτούν ως εξής: Καλέ Θεαίτητε, εκείνο το οποίον είναι όλως διόλου
διάφορον πράγμα, μήπως έχει καμμίαν δύναμιν κοινήν κάπως με το άλλο;
Αλλά μη νομίσης ότι αυτό το οποίον ερωτώμεν είναι εν μέρει μεν το
ίδιον, εν μέρει δε διάφορον, αλλά ότι είναι εντελώς διάφορον.
Θεαίτητος.
Τότε λοιπόν είναι αδύνατον να έχη κάτι τι κοινόν ή ως προς την
δύναμιν ή ως προς άλλην ιδιότητα, όταν είναι εντελώς άλλο πράγμα.
Σωκράτης.
Αλλά τότε δεν έπεται κατ' ανάγκην, ότι πρέπει να παραδεχθώμεν ότι το
τοιούτον είναι και ανόμοιον;
Θεαίτητος.
Αυτή είναι η γνώμη μου.
Σωκράτης.
Επομένως, όταν συμβή κανέν πράγμα να γίνεται όμοιον ή ανόμοιον προς
άλλο είτε και προς τον εαυτόν του, εφ' όσον μεν γίνεται όμοιον δεν θα
το χαρακτηρίσωμεν ως το ίδιον, εφ' όσον δε γίνεται ανόμοιον ως
διάφορον;
Θεαίτητος.
Είναι ανάγκη.
Σωκράτης.
Αλλά προηγουμένως δεν ελέγαμεν ότι πολλά και άπειρα είναι τα
ενεργητικά και πάλιν πολλά και άπειρα επίσης τα παθητικά;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και ακόμη ότι, όταν έν πράγμα αναμιγνύεται με άλλο και κατόπιν πάλιν
με άλλο, δεν θα γεννήση τα ίδια αλλά διάφορα;
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Δεν λέγομεν λοιπόν και δι' εμέ και δι' εσέ και διά τα άλλα πράγματα
ομοίως, ότι παραδείγματος χάριν ο Σωκράτης υγιαίνει και πάλιν ο
Σωκράτης ασθενεί; λοιπόν τι φρονείς, το δεύτερον είναι όμοιον με το
πρώτον;
Θεαίτητος.
Άραγε εννοείς τον ασθενή Σωκράτη να τον συγκρίνωμεν με τον υγιή,
δηλαδή ολόκληρον το δεύτερον να το συγκρίνωμεν προς ολόκληρον το
πρώτον;
Σωκράτης.
Καλά με επρόλαβες, αυτό ακριβώς εννοώ.
Θεαίτητος.
Τότε βεβαίως είναι ανόμοιον.
Σωκράτης.
Επομένως δεν είναι και άλλο πράγμα, αφού είναι ανόμοιον;
Θεαίτητος.
Είναι κατ' ανάγκην.
Σωκράτης.
Και ότι κοιμάται και ότι κάμνει όλα όσα είπαμεν, θα το παραδεχθής και
αυτό;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Δεν είναι αληθές, ότι έκαστον από όσα εκ φύσεως είναι ενεργητικά
αλλέως θα με μεταχειρισθούν όταν συναντήσουν εμέ τον Σωκράτη υγιή,
και αλλέως όταν με συναντήσουν ασθενή;
Θεαίτητος.
Πώς είναι δυνατόν να γίνη διαφορετικά;
Σωκράτης.
Επομένως δεν θα γεννήσωμεν διάφορα πράγματα εγώ ο οποίος πάσχω και
εκείνο το οποίον ενεργεί;
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Παραδείγματος χάριν, όταν πίνω οίνον, δεν μου φαίνεται νόστιμος και
γλυκύς;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Διότι βεβαίως, συμφώνως προς όσα παρεδέχθημεν, το ενεργητικόν και το
παθητικόν εγέννησαν μαζί γλυκύτητα και αίσθησιν, τα οποία και τα δύο
κινούνται μαζί, και η μεν αίσθησις προερχομένη από το παθητικόν μέρος
έκαμε την γλώσσαν να αισθάνεται, η δε γλυκύτης μεταβαίνουσα από τον
οίνον προς αυτόν, κατέστησε τον οίνον γλυκύν διά την υγιή γλώσσαν,
όχι μόνον να φαίνεται, αλλά και να είναι.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά, έτσι εμείναμεν σύμφωνοι εις αυτά προηγουμένως.
Σωκράτης.
Όταν όμως με συναντήση ασθενή, δεν είναι αληθές πρώτον μεν ότι δεν με
εύρε τον ίδιον, διότι με συνήντησε ανόμοιον;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και τόρα πάλιν αρνείσαι, ότι εγέννησαν άλλα πράγματα ο ασθενής αυτός
Σωκράτης και η γεύσις του οίνου, δηλαδή εις την γλώσσαν μίαν αίσθησιν
της πικρότητος και εις τον οίνον μίαν γεννηθείσαν και κινουμένην
πικρότητα, ο οίνος όμως δεν είναι πλέον πικρότης αλλά πικρός, καθώς
και εγώ δεν είμαι πλέον αίσθησις αλλά αισθανόμενος;
Θεαίτητος.
Το παραδέχομαι καθ' ολοκληρίαν.
Σωκράτης.
Λοιπόν είναι αδύνατον και εις εμέ να γίνω άλλο τίποτε από το να έχω
αυτήν την αίσθησιν, διότι το άλλο έχει άλλην αίσθησιν και κάμνει
διαφορετικόν και άλλον τον αισθανόμενον. Αλλά και εκείνο το οποίον
ενεργεί επάνω μου δεν είναι δυνατόν, αν συναντήση άλλο πράγμα, να
γεννήση το ίδιον και να γίνη το ίδιον, διότι από άλλο πράγμα θα
γεννήση άλλο και θα γίνη διαφορετικόν.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Και πάλιν εγώ δεν θα γίνω τοιούτος διά τον εαυτόν μου, ούτε εκείνο θα
γίνη τοιούτον διά τον εαυτόν του.
Θεαίτητος.
Όχι βεβαίως.
Σωκράτης.
Αλλά κατ' ανάγκην και εγώ, όταν αισθάνωμαι, θα αισθάνωμαι κάτι τι,
διότι είναι αδύνατον να αισθάνωμαι απλώς χωρίς κάτι τι. Και εκείνο
πάλιν γίνεται διά κάποιον, όταν γίνεται γλυκύ ή πικρόν ή κάτι τι
παρόμοιον, διότι το να γίνη γλυκύ, όχι όμως γλυκύ διά κάποιον, είναι
αδύνατον πράγμα.
Θεαίτητος.
Είμαι συμφωνότατος.
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν, καθώς φρονώ, μεταξύ εμού και αυτού του πράγματος μένει
να προστεθή το είναι, εάν είμεθα, ή το γίνεται, εάν γινώμεθα, αφού η
ανάγκη συνδέει την ύπαρξίν μας μόνον μεταξύ μας χωρίς να την συνδέη
με κανέν από τα άλλα, ούτε και με τον ίδιον τον εαυτόν μας. Μένει
δηλαδή μόνον μεταξύ των να συνδεθούν, ώστε, είτε το ονομάσωμεν αυτό
είναι, είτε το ονομάσωμεν γίνεται, πρέπει να λέγωμεν ότι είναι ή
γίνεται διά κάτι τι, ή κάτι τι, ή ως προς κάτι τι. Το ίδιον όμως ότι
είναι ή ότι γίνεται μόνον του, ούτε ημείς πρέπει να το ειπούμεν ούτε,
αν το ειπή άλλος, να το δεχθώμεν, συμφώνως βέβαια με όσα είπαμεν έως
τόρα.
Θεαίτητος.
Είμαι συμφωνότατος, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Λοιπόν, αφού αυτό το οποίον ενεργεί εις εμέ, υπάρχει εις εμέ και όχι
εις κανένα άλλον, δεν θα δεχθώμεν ότι εγώ πάλιν αισθάνομαι αυτό και
όχι άλλος;
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Επομένως πολύ ωραία το είπες, ότι η επιστήμη δεν είναι άλλο τίποτε
παρά η αίσθησις, και κατ' αυτόν τον τρόπον όλαι αι γνώμαι
ταυτίζονται, διότι κατά τον Όμηρον και τον Ηράκλειτον και ολόκληρον
αυτήν την φυλήν όλα κινούνται ως ρεύματα, κατά δε τον Πρωταγόραν τον
σοφώτατον ο άνθρωπος είναι ο πήχυς ο οποίος μετρά όλα τα πράγματα,
κατά δε τον Θεαίτητον, συμφώνως με αυτά που είπαμεν, η αίσθησις είναι
επιστήμη. Δεν είναι έτσι, καλέ Θεαίτητε; Δέχεσαι ότι τούτο είναι ένα
είδος νεογέννητον ιδικόν σου παιδί, και ιδικόν μου ξεγέννημα; Ή πώς
αλλέως;
Θεαίτητος.
Κατ' ανάγκην είναι, Σωκράτη μου, καθώς το λέγεις.
Σωκράτης.
Αυτό λοιπόν, καθώς φαίνεται, με πολλήν κόπον τέλος πάντων το
εγεννήσαμεν, οτιδήποτε και αν είναι. Τόρα όμως μετά τον τοκετόν
πρέπει να πανηγυρίσωμεν τα αμφιδρόμιά του (3) και να κάμωμεν κυκλικόν
τρέξιμον με τον λόγον ωσάν αληθινό παιδί, και να προσέξωμεν μήπως δεν
αξίζει τον κόπον να το αναθρέψωμεν, αλλά είναι κούφον και ανύπαρκτον.
Άραγε μήπως συ εννοείς με κάθε τρόπον να αναθρέψης το ιδικόν σου
γέννημα και όχι να το πετάξης, ή θα δεχθής να βλέπης να το
εξελέγχωμεν και δεν θα θυμώσης πολύ, ωσάν πρωτότοκος γυνή, εάν σου το
πάρη κανείς;
Θεόδωρος.
Θα το δεχθή ο Θεαίτητος, καλέ Σωκράτη, διότι δεν είναι διόλου
δύστροπος. Αλλά δι' όνομα θεού ειπέ μου, μήπως πάλιν δεν είναι αυτά
ορθά.
Σωκράτης.
Χωρίς να σε κολακεύω, καλέ Θεόδωρε, συ είσαι λογόφιλος και λαμπρός,
διότι με νομίζεις ότι είμαι κανένα σακκί γεμάτο λόγους, και ημπορώ να
βγάλω και να ειπώ τόρα πάλιν ότι δεν είναι ορθά αυτά. Και δεν
αντελήφθης τι συμβαίνει, ότι δηλαδή κανείς από τους λόγους δεν
βγαίνει από μέσα μου, αλλά πάντοτε από εκείνον ο οποίος συζητεί μαζί
μου, εγώ όμως τίποτε περισσότερον δεν γνωρίζω, παρά μόνον να συλλάβω
λόγον από άλλον σοφόν και να τον παραδεχθώ γνωρίζω αρκετά καλά. Και
τόρα λοιπόν τούτο θα προσπαθήσω να κάμω από αυτόν εδώ, και όχι να το
ειπώ ο ίδιος.
Θεόδωρος.
Συ τα λέγεις πολύ καλά, Σωκράτη μου, και κάμε όπως θέλεις.
Σωκράτης.
Άραγε, φίλε μου Θεόδωρε, γνωρίζεις τι πράγμα θαυμάζω εις τον φίλον
σου Πρωταγόραν;
Θεόδωρος.
Τι πράγμα;
Σωκράτης.
Όλα τα άλλα όσα λέγει πολύ μου αρέσουν, ότι δηλαδή εκείνο το οποίον
φαίνεται εις έκαστον αυτό είναι και πραγματικόν. Απορώ όμως διά την
αρχήν του λόγου διότι δεν είπε εις την αρχήν της «Αληθείας» του ότι
όλων των πραγμάτων ο πήχυς είναι ο χοίρος, ή ο πίθηκος, ή κανέν άλλο
χειρότερον ακόμη από όλα όσα έχουν αίσθησιν, διά να κάμη την αρχήν
του λόγου του μεγαλοπρεπή και περιφρονητικήν προς ημάς και να
επιδεικνύη ότι ημείς μεν τον θαυμάζομεν διά την σοφίαν του ωσάν θεόν,
αυτός όμως, ως φαίνεται, δεν ήτο ως προς την φρόνησιν καλλίτερος ουδέ
από ένα μικρόν βάτραχον, και όχι πλέον από κανένα άλλον άνθρωπον. Ή
πώς θέλεις να φρονούμεν, καλέ Θεόδωρε; Διότι, εάν πραγματικώς
πρόκειται να είναι δι' έκαστον αληθής πάσα γνώμη την οποίαν
σχηματίζει με τας αισθήσεις του, και όχι να κρίνη ο είς καλλίτερον το
πάθημα του άλλου, ούτε να έχη περισσότερον κύρος εις το να κρίνη ο
είς την γνώμην του άλλου, αν είναι ορθή η ψευδής, αλλά, καθώς
επαναλάβαμεν πολλάκις, μόνος του ο καθείς θα έχη την ατομικήν του
γνώμην, όλαι όμως αυταί αι γνώμαι θα είναι ορθαί και αληθιναί, τότε
λοιπόν, καλέ μου φίλε, διά ποίον λόγον τάχα ο μεν Πρωταγόρας είναι
σοφός, ώστε να κρίνεται άξιος να διδάσκη και άλλους με μεγάλους
μισθούς, ημείς δε αμαθέστεροι και πρέπει να λαμβάνωμεν μαθήματα από
εκείνον, αφού ο καθείς είναι ο ίδιος ο πήχυς της ιδικής του σοφίας;
Πώς να μη υποθέσωμεν ότι τα λέγει αυτά ο Πρωταγόρας, διά να μας
εμπαίζη; Αφίνω πλέον κατά μέρος το άτομόν μου και την ιδικήν μου
τέχνην την μαιευτικήν, πόσον αποδεικνύεται γελοία, καθώς νομίζω, και
όλη η ασχολία εις την συζήτησιν. Διότι το να εξετάζη και να εξελέγχη
ο είς του άλλου την γνώμην και την φαντασίαν, αφού είναι ορθή η γνώμη
του καθενός, δεν είναι άραγε μεγάλη και ελεεινή φλυαρία, εάν είναι
αληθινή η «Αλήθεια» του Πρωταγόρου, και αν δεν αστειεύθη, όταν
ωμίλησε από τα άδυτα του βιβλίου αυτού;
Θεόδωρος.
Καλέ Σωκράτη, είναι ιδικός μας φίλος και αυτός καθώς το είπες και προ
ολίγου. Δι' αυτό λοιπόν δεν ήθελα να εξελεγχθή ο Πρωταγόρας με την
ιδικήν μου ομολογίαν, αλλά πάλιν ούτε και εις εσέ δεν θέλω να
εναντιωθώ παρά την γνώμην μου. Ώστε πάρε πάλιν τον Θεαίτητον. Είμαι
βέβαιος ότι και προ ολίγου πολύ αρμονικά εφαίνετο ότι δέχεται την
γνώμην σου.
Σωκράτης.
Άραγε, καλέ Θεόδωρε, και όταν υπάγης εις την Λακεδαίμονα και
επισκεφθής τας παλαίστρας, θα έχης την αξίωσιν να βλέπης άλλους
γυμνούς, μερικούς με ελεεινά σώματα, και συ δεν θα ξεγυμνωθής διά να
δείξης το σώμα σου;
Θεόδωρος.
Διατί όχι, εάν επρόκειτο να μου το επιτρέψουν και να πεισθούν εις
τους λόγους μου; Ακριβώς καθώς τόρα νομίζω ότι θα σας πείσω, εμέ μεν
να με αφήσετε θεατήν και να μη με σύρετε εις το γυμναστήριον, αφού
πλέον είμαι χονδροκόκκαλος, και να παλαίβετε μόνον με αυτόν που είναι
νεώτερος και ευκαμπτότερος.
Σωκράτης.
Εάν αυτό, αγαπητέ μου Θεόδωρε, είναι αρεστόν εις εσέ, τότε και εις
εμέ δεν είναι μισητόν, διά να το ειπούμεν ωσάν παροιμίαν. Ώστε πάλιν
πρέπει να αποταθώ εις τον σοφόν Θεαίτητον. Λοιπόν λέγε μου, καλέ
Θεαίτητε, πρώτον μεν εις όσα προ ολίγου είπαμεν, δεν απορείς και συ
πώς τόσον έξαφνα αναδεικνύεσαι όχι κατώτερος εις την σοφίαν από
οποιονδήποτε άνθρωπον ή θεόν ακόμη; Ή μήπως νομίζεις ότι ο πήχυς του
Πρωταγόρου ολιγώτερον εφαρμόζεται εις τους θεούς παρά εις τους
ανθρώπους;
Θεαίτητος.
Μα τον Δία δεν το νομίζω αυτό, και ακριβώς πολύ απορώ, καθώς είπες,
όταν με ερώτησες. Διότι την ώραν που εξετάζαμεν πώς εννοούν, ότι
εκείνο το οποίον νομίζει έκαστος αυτό είναι και αληθινόν δι' αυτόν
που το νομίζει, τότε μου εφαίνετο ότι ελέγετο πολύ ορθά. Τόρα όμως
αμέσως μετεβλήθη εις το αντίθετον.
Σωκράτης.
Αυτό συμβαίνει, διότι είσαι νέος, καλό παιδί, και διά τούτο ακούεις
προθύμως τας διαλέξεις και πείθεσαι. Λοιπόν εις αυτά θα απαντήση ο
Πρωταγόρας ή άλλος κανείς εις την θέσιν του: Φιλόμουσοι κύριοι,
παίδες και γέροντες, σεις, ενώ συνεδριάζετε και συζητείτε,
παρουσιάζετε εις το μέσον τους θεούς, τους οποίους εγώ τους επέταξα
έξω και από το να συζητώμεν και από το να γράφωμεν περί αυτών, αν
υπάρχουν ή δεν υπάρχουν. Και λέγετε πράγματα τα οποία μόνον ο λαός θα
τα παρεδέχετο, αν τα ήκουε, ότι δηλαδή είναι τρομερόν πράγμα αν δεν
θα είναι ανώτερος κατά την σοφίαν πας άνθρωπος από οποιονδήποτε
κτήνος. Και δεν παρουσιάζετε καμμίαν απόδειξιν πειθαναγκαστικήν, αλλά
μεταχειρίζεσθε την πιθανότητα. Και όμως, αν ο Θεόδωρος ή άλλος κανείς
από τους γεωμέτρας μετεχειρίζετο αυτήν την πιθανότητα εις την
γεωμετρίαν, δεν θα άξιζε να τον ακούη κανείς. Σκεφθήτε λοιπόν αν συ
και ο Θεόδωρος θα δεχθήτε να ομιλούμεν περί αυτών των πραγμάτων με
πιθανότητας και εικασίας.
Θεαίτητος.
Βεβαίως, καλέ Σωκράτη, και συ και ημείς θα ελέγαμεν ότι αυτό δεν
είναι ορθόν.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν, καθώς φαίνεται, κατ' άλλον τρόπον,
συμφώνως προς όσα λέγεις συ και ο Θεόδωρος.
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα κατ' άλλον τρόπον.
Σωκράτης.
Λοιπόν ας εξετάσωμεν ως εξής: αν πραγματικώς είναι το ίδιον πράγμα η
αίσθησις και η επιστήμη, ή είναι διαφορετικόν. Διότι εις αυτό
καταλήγει όλη η συζήτησίς μας, και προς χάριν αυτού ανεστατώσαμεν όλα
αυτά τα πολλά και τα παράξενα. Είσαι σύμφωνος;
Θεαίτητος.
Συμφωνότατος.
Σωκράτης.
Ε λοιπόν θα παραδεχθώμεν ότι όσα πράγματα αισθανόμεθα με την όρασιν
και με την ακοήν, όλα αυτά συγχρόνως και τα γνωρίζομεν; Παραδείγματος
χάριν, πριν να μάθωμεν την γλώσσαν των βαρβάρων, θα λέγωμεν ότι δεν
τους ακούομεν όταν ομιλούν, ή ότι και τους ακούομεν και τους
εννοούμεν; Επίσης και διά τα γράμματα, όταν δεν τα γνωρίζωμεν και τα
βλέπωμεν τι θα ειπούμεν, ότι δεν τα βλέπομεν ή θα επιμένωμεν να
λέγωμεν ότι τα γνωρίζομεν, αφού τα βλέπομεν;
Θεαίτητος.
Καλέ Σωκράτη, τόσον μέρος μόνον θα ειπούμεν ότι γνωρίζομεν από αυτά,
όσον βλέπομεν και ακούομεν. Δηλαδή από τα γράμματα μεν θα ειπούμεν
ότι βλέπομεν και γνωρίζομεν το σχήμα και το χρώμα, από δε την γλώσσαν
ότι ακούομεν και γνωρίζομεν μόνον τον υψίφωνον και βαρύφωνον
τονισμόν. Όσα όμως εξηγούν οι γραμματοδιδάσκαλοι διά τα γράμματα και
οι διερμηνείς διά την γλώσσαν, αυτά ούτε τα αισθανόμεθα με την όρασιν
ή με την ακοήν, αλλ' ούτε και τα γνωρίζομεν.
Σωκράτης.
Περίφημα τα λέγεις, καλέ Θεαίτητε, και δεν αρμόζει να εναντιωθώ εις
αυτούς τους λόγους σου, διά να μεγαλώνης. Κύτταζε όμως ότι μας
πλησιάζει και κάτι άλλο και σκέψου πώς θα το αποδιώξωμεν.
Θεαίτητος.
Ποίον δηλαδή;
Σωκράτης.
Το εξής: εάν μας ερωτήση κανείς άραγε είναι δυνατόν, όταν κανείς γίνη
επιστήμων εις ένα πράγμα, εφ' όσον ακόμη το διατηρεί εις την μνήμην
του, ακριβώς τότε που το ενθυμείται να μη το γνωρίζη επισταμένως αυτό
το οποίον ενθυμείται. Και μου φαίνεται ότι είπα πολυλογίας, ενώ ήθελα
να ερωτήσω, αν, όταν μάθη κανείς έν πράγμα και το ενθυμήται, δεν το
γνωρίζει.
Θεαίτητος.
Πώς γίνεται αυτό, καλέ Σωκράτη; Αυτό θα ήτο βεβαίως τερατώδες.
Σωκράτης.
Μήπως λοιπόν εγώ φλυαρώ; Πρόσεξε δε: άραγε δεν παραδέχεσαι ότι η
όρασις και η ακοή είναι αισθήσεις;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Λοιπόν όστις είδε κάτι τι, δεν έγινε επιστήμων αυτού, συμφώνως προς
όσα είπαμεν προ ολίγου;
Θεαίτητος.
Βεβαίως.
Σωκράτης.
Αλλά πώς; Δεν παραδέχεσαι αυτό το οποίον λέγομεν μνήμην;
Θεαίτητος.
Το παραδέχομαι.
Σωκράτης.
Πώς την εννοείς; ως μνήμην ενός πράγματος ή όχι;
Θεαίτητος.
Ως μνήμην ενός πράγματος βεβαίως.
Σωκράτης.
Αυτά τα πράγματα δεν είναι επάνω κάτω όσα έμαθε κανείς και ησθάνθη;
Θεαίτητος.
Τι άλλο βεβαίως;
Σωκράτης.
Δηλαδή ό,τι είδε κανείς, το ενθυμείται κάποτε;
Θεαίτητος.
Το ενθυμείται.
Σωκράτης.
Άραγε και όταν ακόμη κλείση τους Οφθαλμούς του, ή μήπως το λησμονεί
τότε;
Θεαίτητος.
Θα ήτο παράλογον, καλέ Σωκράτη, να το ειπή κανείς αυτό.
Σωκράτης.
Και όμως είναι ανάγκη να το ειπούμεν, αν πρόκειται να διασώσωμεν τον
προηγούμενον λόγον, άλλως τον εχάσαμεν.
Θεαίτητος.
Και εγώ το υποπτεύομαι αυτό, μα τον Δία, αλλά δεν το εννοώ τελείως,
ειπέ λοιπόν πώς.
Σωκράτης.
Ιδού πώς: Είπαμεν βεβαίως ότι όστις βλέπει έγινε επιστήμων εκείνου
του πράγματος το οποίον βλέπει. Διότι η όρασις και η αίσθησις και η
επιστήμη παρεδέχθημεν ότι είναι το ίδιον.
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Αλλά όστις βλέπει και έγινε επιστήμων αυτού του πράγματος το οποίον
έβλεπε, εάν τόρα κλείση τους οφθαλμούς του, το ενθυμείται και όμως
δεν το βλέπει. Το παραδέχεσαι;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Αλλά δεν το βλέπει σημαίνει δεν το γνωρίζει, αφού το βλέπει θα
ειπή το γνωρίζει.
Θεαίτητος.
Έχεις δίκαιον.
Σωκράτης.
Επομένως εκείνο εις το οποίον έγινε κανείς επιστήμων, ενώ ακόμη το
ενθυμείται πρέπει να μην το γνωρίζη, επειδή δεν το βλέπει, αλλά τούτο
εάν εγίνετο είπαμεν ότι θα ήτο τερατώδες.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Επομένως φαίνεται ότι φθάνομεν εις το άτοπον, εάν παραδεχθώμεν ότι η
επιστήμη και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα.
Θεαίτητος.
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Επομένως πρέπει να δεχθώμεν ότι άλλο είναι το έν και άλλο το άλλο.
Θεαίτητος.
Σχεδόν.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει να ερευνήσωμεν από την αρχήν τι
είναι επιστήμη. Και όμως, καλέ Θεαίτητε, τι κάμνομεν;
Θεαίτητος.
Ως προς τι;
Σωκράτης.
Μου φαίνεται ότι ωσάν πετεινοί αναξιοπρεπείς πριν να νικήσωμεν,
απεμακρύνθημεν από την συζήτησιν, διά να τραγωδήσωμεν.
Θεαίτητος.
Πώς δηλαδή;
Σωκράτης.
Μου φαίνεται ότι κατά την εριστικήν μέθοδον εμείναμεν σύμφωνοι εις
λέξεις και αφού με αυτάς ενικήσαμεν, μένομεν ευχαριστημένοι. Και ενώ
ημείς δεν καυχώμεθα ως εριστικοί αλλά ως φιλόσοφοι, χωρίς να το
εννοήσωμεν κάμνομεν τα ίδια με εκείνους τους ακατονοήτους ανθρώπους.
Θεαίτητος.
Ακόμη δεν εννοώ αυτό το οποίον λέγεις.
Σωκράτης.
Εγώ όμως θα προσπαθήσω να σου αναπτύξω τι εννοώ. Ερωτήσαμεν δηλαδή,
αν, όστις μάθη και ενθυμείται έν πράγμα, το γνωρίζει ή όχι, και αφού
είπαμεν ότι όστις είδε κάτι τι και έκλεισε τους οφθαλμούς του, το
ενθυμείται και όμως δεν το βλέπει, με αυτό απεδείξαμεν ότι δεν το
γνωρίζει και συγχρόνως το ενθυμείται. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Και
κατ' αυτόν τον τρόπον πήγε χαμένος ο λόγος του Πρωταγόρου και ο
ιδικός σου ότι η επιστήμη και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα.
Θεαίτητος.
Έτσι φαίνεται.