Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
& _ footnotes, παροράματα ·
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
Errors indicated in a Table of Errors have been corrected in the
text. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words
with bold characters are enclosed in &. Words in italics are enclosed
in _. Footnotes have been converted to endnotes. Pages 104, 105 and
109 are indicated within the text, so that one can understand the
references to them in the prologue. The length of the first lines of
pages 104 and 105 have been kept as in the text of the book, so that
their numbers are as in the prologue.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.
Το κείμενο έχει λάβει υπόψη τον πίνακα παροραμάτων. Κατά τα άλλα έχει
διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες
περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _.
Οι υποσημειώσεις σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Οι
σελίδες 104, 105 και 109 έχουν ένδειξη μέσα στο κείμενο, ώστε κανείς
να μπορεί να καταλάβει τις αναφορές του προλόγου. Το μήκος των πρώτων
στίχων των σελίδων 104 και 105 είναι το ίδιο με του βιβλίου, ώστε η
αρίθμηση των γραμμών να είναι ως και στον πρόλογο.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣIΣ
ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
Π Λ Α Τ Ω Ν Ο Σ
ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΦΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
1. Περιεχόμενον.
Ο Θεαίτητος ως προς το περιεχόμενον ηδύνατο κάλλιστα να ονομασθή
θεωρία της γνώσεως ή _περί γνώσεως_. Και όμως αντί της τόσον γνωστής
και κανονικής, και τότε καθώς και σήμερον, λέξεως _γνώσις_
απροσδόκητον, προβάλλει, εις τον Θεαίτητον ο πρωτοφανής όρος διά την
καθ' όλου Ελληνικήν γλώσσαν _επιστήμη_, και όχι μόνον διήκει εις
ολόκληρον τον προκείμενον διάλογον, αλλά και εις τον Σοφιστήν και τον
Πολιτικόν, οι οποίοι και αποτελούν συμπλήρωσιν του ιδίου θέματος. Το
παράδοξον τούτο φαινόμενον ευρίσκει την λύσιν του μόνον εις τον
Κρατύλον, ο οποίος, καθώς εθίξαμεν εκεί, αποτελεί την βάσιν της
σειράς αυτής των ανωτέρων φιλοσοφικών έργων του Πλάτωνος. Εάν
συγκρίνωμεν τα δύο χωρία του Κρατύλου, όπου γίνεται λόγος περί
επιστήμης (σελ. 58 και 104), εξάγομεν ότι η φθογγική ή μουσική
έκφρασις αυτής της λέξεως ήρεσε εξαιρετικώς εις τον Πλάτωνα, διά να
εκφράζη την τελείαν εκείνην ενέργειαν της ψυχής, η οποία επέρχεται
σαφώς εις την ωριμωτέραν ηλικίαν, και συνίσταται εις το να εξέρχεται
ως προβολεύς η ψυχική μας αντίληψις επάνω εις τα πράγματα, και να τα
περιλαμβάνει ρεαλιστικώς διά της διαισθητικής και τηλεπαθικής πλέον
και σχεδόν προφητικής δυνάμεώς της. (Ίδε και _συμφέρον_ Κρατ. σελ. 66
και _ευφροσύνη_ σελ. 71.
2. Άλλοι όροι επιστημονικοί.
Και δεν είναι μόνον η λέξις _επιστήμη_ η οποία ενισχύει την
γνησιότητα των ετυμολογιών του Κρατύλου. Πολύ περισσότερον ενισχύει
αυτήν η εν σελίδι 109 ετυμολογία του ομηρικού &κηρ& (καρδία) από το
&κηρός&, από την οποίαν δεν έχει καμμίαν παραδοξοτέραν ετυμολογίαν ο
Κρατύλος. Ώστε οι αθετούντες εκείνον ας προχωρήσουν και εις τον
Θεαίτητον. Και αυτή μεν η πλάνη δεν έχει ανάγκην περισσοτέρας
αναιρέσεως, αλλά ημείς ενταύθα τονίζομεν ότι, όστις εις εκάστην
σελίδα του Θεαιτήτου δεν αναγνωρίζει μίαν τελειοτέραν ανάπτυξιν των
θεωριών του Κρατύλου και ιδίως του τελευταίου μέρους, εκ του οποίου
και παραδείγματα αυτολεξεί θα εύρη, αυτός δεν ενόησε ούτε τον
Θεαίτητον ούτε την βαθμιαίαν εξέλιξιν των θεωριών του Πλάτωνος και
ιδίως της τελειοτέρας αυτών διατυπώσεως, ως θα ίδωμεν και εις τους
μετ' αυτόν διαλόγους. Εκ των άλλων όρων την _δόξαν_ μετεφράσαμεν ως
_κρίσιν_ όχι διότι ακριβώς ισοδυναμεί η κρίσις προς την _δόξαν_, αλλά
διότι εν μέρει πλησιάζει και τείνει να φθάση αυτήν. Η _δόξα_ δηλαδή
του Πλάτωνος δεν είναι άλλη από την συνήθως περιφρονουμένην (και
μάλιστα εμπαιζομένην εν Μενεξένω) κοινήν ή λαϊκήν γνώμην, ως πάντοτε
πλανωμένην. Οπωσδήποτε όμως αυτή η ιδία είναι ο υποτυπώδης τύπος της
κατόπιν ακραιφνούς και επιστημονικής Αριστοτελικής κρίσεως. Ο δε
&λόγος& είναι κυρίως η διά της γλώσσης διατύπωσις της κρίσεως και
αποτελεί επίσης αρχικόν και υποτυπώδη τύπον του ορισμού, όστις
τελειοποιείται και σαφηνίζεται εις τον Σοφιστήν και τον Πολιτικόν, οι
οποίοι υπό αυτήν την έποψιν αποτελούν το συμπλήρωμα του Θεαιτήτου.
3. Αι ειρωνείαι.
Άλλο φαινόμενον άξιον προσοχής εις ολόκληρον τον Θεαίτητον είναι αι
ειρωνείαι, όχι αι Σωκρατικαί και πικραί, αλλά αι πλατωνικώτεραι και
αγαθαί και καλλιτεχνικαί, αι οποίαι καθιστούν ολόκληρον τον διάλογον
τερπνόν, ως ένα χιουμοριστικώτατον σημερινόν ανάγνωσμα. Κατά δε την
συνήθειαν των νεωτέρων φιλολογιών μετεχειρίσθημεν εις τα κυριώτερα
μέρη αυτής το ειρωνικόν σημείον του εν παρενθέσει ερωτηματικού ή
θαυμαστικού σημείου. Αι πολυπληθέστεραι ειρωνείαι, ευρίσκονται εις
τον λόγον του Σωκράτους (σελ. 51 έ), όταν υπερασπίζεται δήθεν τον
Πρωταγόραν, ενώ κατ' ουσίαν τον προπηλακίζει και τον εξευτελίζει. Και
πρέπει αυτός ο λόγος ολόκληρος να αντιστραφή εις το αντίθετον, ως
φοβερόν μεν κατηγορητήριον της βλακώδους αντιφάσεως του Πρωταγόρου,
ως ύψιστον δε εγκώμιον της Πλατωνικής διανοίας.
Μία τοιαύτη ειρωνεία ωρισμένως η εξοχωτέρα λανθάνει εις το παρανοηθέν
και διαστραφέν χωρίον 190 α «ως γε μη ειδώς σοι αποφαίνομαι» τα
οποίον πρέπει να διορθωθή κάπως: «οίον έγωγε μη ειδώς τι σοι
αποφαίνομαι» και κυριολεκτικώς μεν σημαίνει (καθώς το μετεφράσαμεν
σελ. 109): «Καθώς εγώ, όταν δεν γνωρίζω τι να σου απαντήσω», κατ'
ουσίαν όμως κρύπτει την αληθινήν σημασίαν: Καθώς το παθαίνεις συ,
όταν συλλογίζεσαι και δεν γνωρίζεις τι να μου απαντήσης.
4. Πίναξ των συνδυασμών.
Και τόρα παραλείποντες μερικάς διορθώσεις του κειμένου και
συμπληρώσεις, αι οποίαι δεν έχουσι μεγάλην σημασίαν διά την
μετάφρασιν, ερχόμεθα εις την σελίδα 104 της οποίας τους 14
συνδυασμούς παρουσιάζομεν επί το μαθηματικώτερον εις τον εν τέλει του
προλόγου προσηρτημένον πίνακα ούτως ώστε και αυτοί ευκολώτατα να
εννοηθούν, αλλά προ πάντων να συντελέσουν εις την διασάφησιν των
δυσκολιών της σελίδος 105 (στίχ. 5—8) ιδία διά τους ειδικώς εις την
σπουδήν του Πλάτωνος ασχολουμένους.
Εκάστη περίπτωσις του πίνακος αναγινώσκεται, εάν θέσωμεν ως
υποκείμενον ό,τι είναι γραμμένον άνωθεν της στήλης του αριθμού 1 και
ως κατηγορούμενον ό,τι είναι άνωθεν του 2.
Αι περιπτώσεις αριθμούνται εις τον πίνακα με αύξοντα αραβικόν αριθμόν
και είναι 14. Αντιστοιχούν δε εις εκάστην περίοδον της σελίδος 104
και μόνον η περίπτωσις 5 έχει διά την μετάβασιν 2 περιόδους και η 9,
χάριν διασαφήσεως.
Εκ του πίνακος φαίνεται ότι του πρώτου συστήματος μόνον τέσσαρες
περιπτώσεις είναι δυναταί (1—4), ομοίως δε και του δευτέρου (4—8).
Εις το τρίτον όμως σύστημα πλην των περιπτώσεων 9, 10, 11,
επιτρέπονται και αι περιπτώσεις α, β, γ, δ, ομοίως δε εις το τέταρτον
σύστημα πλην των περιπτώσεων 12, 13, 14 επιτρέπονται και οι
συνδυασμοί Α, Β, Γ, Δ. Περιπλέον δε ήτο δυνατόν να σχηματισθούν και
ανάμικτοι συνδυασμοί εκ του τρίτου και τετάρτου συστήματος ομού.
Αυτοί λοιπόν οι συνδυασμοί οι σημειούμενοι με γράμματα υπονοούντα,
εις το τέλος της σελίδος 104 ως υπολειπόμεναι περιπτώσεις, αι οποίοι
αναλύονται εις την σελίδα 105 στίχ. 4—8.
Ότι πρόκειται ενταύθα περί συνθέτων συνδυασμών και δυσκολωτέρων
φαίνεται από την κατόπιν απάντησιν του Θεαιτήτου, ο οποίος ομολογεί
ότι τόρα δεν εννοεί πλέον τίποτε.
Αλλά καθώς είναι το κείμενον εις το πρώτον ήμισυ αρμόζει τελείως η
συγχώνευσις των περιπτώσεων α και β. Ενώ όμως το δεύτερον ήμισυ
έπρεπε να αποδίδη τον συνδυασμόν γ και δ, παρέχει ατοπώτατα μίαν
βλακώδη επανάληψιν της περιπτώσεως 9 συντόμως διατυπουμένην. Ημείς μη
δυνάμενοι να φαντασθώμεν τοιούτον μνημονικόν λάθος εις βάρος του
Πλάτωνος συμπληρώνομεν το δεύτερον ήμισυ, επαναλαμβάνοντες το τέλος
του πρώτου και τροποποιούντες τα υπόλοιπα πολύ ελαφρά ως εξής:
129 d) Και ά μη οίδεν αισθάνεται δε, ών οίδεν αύ και αισθάνεται, ή ων
οίδεν αλλά μη αισθάνεται. = Και όσα δεν γνωρίζω αλλά βλέπω να τα
νομίσω ως άλλα από όσα γνωρίζω και βλέπω, ή γνωρίζω αλλά δεν βλέπω
(ούτω διορθωτέοι οι στίχοι 7—8 της σελίδος 105).
Κ. ΖΑΜΠΑΣ
ΟΔΗΓΙΑΙ ΠΡΟΣ ΑΝΑΛΥΣΙΝ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΟΣ
1. Ανάλυσις των περιπτώσεων του πίνακος 5—8.
5 = Ό,τι βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον βλέπω.
6 = Ό,τι βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον δεν βλέπω.
7 = Ό,τι δεν βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον δεν βλέπω.
8 = Ό,τι δεν βλέπω το νομίζω — ως άλλο το οποίον βλέπω.
2.Ανεύρεσις αυτών υπό πλήρη μορφήν εις την σελ. 104.
Περίπτωσις 5 = Σελίς 104 στίχ. 10 - 11
Περίπτωσις 6 = Σελίς 104 στίχ. 12
Περίπτωσις 7 = Σελίς 104 στίχ. 13
Περίπτωσις 8 = Σελίς 104 στίχ. 14 - 15
ΠΙΝΑΞ
Ό,τι γνωρίζω| Ό,τι δεν γνωρίζω
1 1 2|
2 1 | 2
3 2| 1 2
4 2| 1
Ό,τι βλέπω | Ό,τι δεν βλέπω
5 1 2 |
6 1 | 2
7 | 1 2
8 2 | 1
Ό,τι γνωρίζω| Ό,τι γνωρίζω |Ό,τι βλέπω
και βλέπω | (δεν βλέπω) |(δεν γνωρ.)
9 1 2 | |
10 1 | 2 |
11 1 | | 2
α 2 | 1 |
β | 1 | 2
γ 2 | | 1
δ | 2 | 1
Ό,τι δεν γν.
και δεν βλ. | Ό, τι δεν γν. | Ό,τι δεν βλ.
12 1 2 | |
13 1 | 2 |
14 1 | | 2
Α 2 | 1 |
Β | 1 | 2
Γ 2 | | 1
Δ 2 | 1
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ
(ή περί επιστήμης)
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ - ΤΕΡΨΙΩΝ - ΣΩΚΡΑΤΗΣ - ΘΕΟΔΩΡΟΣ -
ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ
Ευκλείδης.
Καλέ Τερψίων, τόρα γλήγορα ήλθες από τον αγρόν ή έχεις πολλήν ώραν;
Τερψίων.
Είναι αρκετή ώρα. Και ακριβώς εσένα εζητούσα στην αγορά και απορούσα,
διότι δεν κατώρθωσα να σε εύρω. (11)
Ευκλείδης.
Βέβαια, διότι δεν ήμην μέσα εις την πόλιν.
Τερψίων.
Πού ήσο λοιπόν;
Ευκλείδης.
Ενώ κατέβαινα εις τον λιμένα απήντησα τον Θεαίτητον, ο οποίος
μετεφέρετο από το στρατόπεδον της Κορίνθου εις τας Αθήνας.
Τερψίων.
Ζωντανός ή αποθαμένος;
Ευκλείδης.
Μόλις έζη ακόμη, διότι ευρίσκεται εις αθλίαν κατάστασιν και από
μερικάς πληγάς, περισσότερον όμως τον θερίζει η επιδημία η οποία
ενέσκηψε εις το στράτευμα.
Τερψίων.
Μήπως είναι η δυσεντερία;
Ευκλείδης.
Μάλιστα.
Τερψίων.
Κρίμα στον άνθρωπον, ο οποίος διατρέχει κίνδυνον καθώς λέγεις.
Ευκλείδης.
Είναι λαμπρός άνθρωπος, καλέ Τερψίων, αφού και αυτήν την φοράν ήκουσα
να τον εγκωμιάζουν μερικοί διά την μάχην.
Τερψίων.
Αυτό δεν είναι διόλου παράδοξον, αλλά θα ήτο πλέον παράδοξον, αν δεν
ήτο τοιούτος. Πώς όμως δεν κατέλυσε εδώ εις τα Μέγαρα;
Ευκλείδης.
Εβιάζετο διά την πατρίδα. Άλλως τε και εγώ πολύ τον παρεκάλεσα και
τον συνεβούλευσα, αλλά αυτός δεν ήθελε. Και λοιπόν, αφού τον
προέπεμψα και επέστρεψα, κατόπιν ενθυμήθην τον Σωκράτην και τον
εθαύμασα πόσον προφητικώς ωμίλησε μεταξύ άλλων και περί τούτου. Διότι
μου φαίνεται, ότι ολίγον πριν αποθάνη συνήντησεν αυτόν, ενώ ήτο ακόμη
παλικαράκι, και αφού τον εσχετίσθη και ωμίλησε μαζί του, εξετίμησε
μεγάλως τα φυσικά του προσόντα. Και όταν εγώ επήγα εις τας Αθήνας,
μου διηγήθη τους λόγους που συνεζήτησε με αυτόν, οι οποίοι ήσαν πολύ
αξιόλογοι, και μου είπε ότι χωρίς άλλο αυτός θα διακριθή όταν φθάση
εις ηλικίαν.
Τερψίων.
Καθώς φαίνεται, είπε την αλήθειαν. Όμως ποίοι ήσαν εκείνοι οι λόγοι;
Σου είναι εύκολον να τους διηγηθής;
Ευκλείδης.
Όχι μα τον Δία, τουλάχιστον όχι απ' έξω. Έγραψα όμως αναμνηστικά τότε
αμέσως μόλις επέστρεψα εις την πατρίδα, κατόπιν δε οσάκις μου εδίδετο
καιρός τους έγραφα, και οσάκις ηρχόμην εις τας Αθήνας, ερωτούσα εκ
νέου τον Σωκράτη δι' όσα δεν ενθυμούμην, και επιστρέφων εδώ τους
εδιόρθωνα. Ώστε σχεδόν ολόκληρον τον λόγον τον έχω γραμμένον.
Τερψίων.
Το γνωρίζω, διότι και άλλοτε μου το είπες. Και σε βεβαιώ ενώ πάντοτε
είχα σκοπόν να σε παρακαλέσω να μου τον παρουσίασης, το ανέβαλλες έως
τόρα. Τι μας εμποδίζει όμως τόρα να τον διέλθωμεν; Εγώ τουλάχιστον
έχω απόλυτον ανάγκην να αναπαυθώ, διότι έρχομαι από τον αγρόν.
Ευκλείδης.
Αλλά και εγώ προέπεμψα τον Θεαίτητον έως εις τον Ερινεόν και επομένως
έχω και εγώ ανάγκην αναπαύσεως. Λοιπόν ας υπάγωμεν, και ενώ θα
ξεκουραζώμεθα θα μας τον αναγινώσκη το παιδί.
Τερψίων.
Πολύ ορθά ομιλείς.
Ευκλείδης.
Και λοιπόν το βιβλίον, καλέ Τερψίων, είναι τούτο εδώ. Το έγραψα δε
κατ' αυτόν τον τρόπον, όχι δηλαδή να μου το διηγήται ο Σωκράτης,
καθώς μου το διηγείτο, αλλά να συνομιλή με τα πρόσωπα, με τα οποία
μου είπε ότι συνωμίλησε. Αυτοί δε είπε ότι είναι ο γεωμέτρης
Θεόδωρος και ο Θεαίτητος. Και λοιπόν ενώ τον έγραφα, διά να μη με
δυσκολεύουν αι παρεμβαλλόμεναι μεταξύ των διαφόρων λόγων διηγήσεις,
είτε οσάκις λέγει περί του εαυτού του ο Σωκράτης παραδείγματος χάριν
«και εγώ απήντησα» ή «και εγώ είπα», είτε περί του αποκρινομένου ότι
παρεδέχθη ή «δεν παρεδέχθη», δι' όλα αυτά, τον έγραψα ως να συνομιλή
ο ίδιος με αυτούς και αφήρεσα αυτάς τας παρεμβολάς.
Τερψίων.
Διόλου δεν έκαμες άσχημα, Ευκλείδη μου.
Ευκλείδης.
Εμπρός, παιδί, πάρε το βιβλίον στο χέρι και λέγε.
Σωκράτης.
Εάν ενδιεφερόμην περισσότερον δι' όσα συμβαίνουν εις την Κυρήνην,
καλέ Θεόδωρε, θα ερωτούσα διά τα εκεί και διά τους κατοίκους της, εάν
υπάρχουν εκεί μερικοί νέοι καταγινόμενοι εις την γεωμετρίαν ή εις την
άλλην φιλοσοφίαν. Τόρα όμως εγώ εκτιμώ ολιγώτερον εκείνους από τους
εδώ, και περισσότερον επιθυμώ να μάθω, ποίοι από τους νέους εις τον
τόπον μας δίδουν ελπίδας ότι θα αναδειχθούν. Αυτά λοιπόν και μόνος
μου τα εξετάζω όσον μου είναι δυνατόν, και τους άλλους ερωτώ, όσους
βλέπω ότι προτιμούν να τους σχετίζωνται οι νέοι. Εσέ δε ωρισμένως σε
σχετίζονται όχι ολίγοι και δικαίως. Διότι είσαι άξιος, όχι μόνον διά
τα άλλα, αλλά και διά την γεωμετρίαν. Εάν λοιπόν εσχετίσθης κανένα
που να αξίζη τον κόπον, πολύ θα με ευχαριστήσης να μου το ειπής.
Θεόδωρος.
Και πραγματικώς, Σωκράτη μου, αξίζει τον κόπον και εγώ να σου ειπώ
και συ να το ακούσης, τι παλικαράκι εγνώρισα μεταξύ των συμπολιτών
σας. Και αν ήτο πολύ ωραίος, θα εφοβούμην πολύ να κάμω λόγον, μήπως
με νομίση κανείς ότι του ρίχτηκα. Τόρα όμως — και σε παρακαλώ να με
συγχωρής — δεν είναι ωραίος, και σου ομοιάζει πολύ και ως προς την
σιμότητα της μύτης και ως προς την προεξοχήν των οφθαλμών. Αυτά όμως
τα έχει εις μικρότερον βαθμόν από σε. Επομένως ομιλώ χωρίς να
φοβούμαι. Αλλά σε βεβαιώ από όσους εσχετίσθην έως τόρα — και είναι
παρά πολλοί οι τοιούτοι — κανένα ακόμη δεν είδα να έχη τόσον πολλά
φυσικά χαρίσματα, όσον αυτός. Διότι το να είναι επιδεκτικός μαθήσεως,
όσον κανείς άλλος, και πάλιν γλυκύς καθ' υπερβολήν και χωριστά από
αυτά ανδρείος περισσότερον από κάθε άλλον, εγώ αυτό ούτε το
εφανταζόμην ότι είναι δυνατόν να γίνη, ούτε βλέπω να υπάρχουν πολλοί
τοιούτοι. Αλλά όσοι είναι καθώς αυτός ζωηροί και ευφυείς και με καλόν
μνημονικόν, συνήθως έχουν και εξάψεις ζωηράς, και σύρονται
απερισκέπτως καθώς τα ανερμάτιστα πλοία, και γίνονται περισσότερον
εξωφρενικοί παρά ανδρείοι. Όσοι δε πάλιν είναι εμβριθέστεροι, είναι
κάπως βραδυκίνητοι εις την μάθησιν και ολονέν λησμονούν. Αυτός όμως
τόσον κανονικά και απταίστως και αποτελεσματικώς παρακολουθεί τα
μαθήματα και τας συζητήσεις με πολλήν γλυκύτητα εις τους τρόπους,
ωσάν να χύνεται λάδι χωρίς κρότον, ώστε απορεί κανείς πώς αυτός,
τόσον νέος, τόσον καλά τα καταφέρνει.
Σωκράτης.
Καλά νέα μου φέρεις. Αλλά τίνος παιδί είναι αυτός;
Θεόδωρος.
Μου είπαν το όνομά του, αλλά το ελησμόνησα. Αλλ' ιδού από αυτούς που
μας πλησιάζουν είναι ο μεσαίος. Διότι προ ολίγου πήγαν έξω εις το
στάδιον να αλειφθούν έλαιον αυτός και μερικοί φίλοι του, που βλέπεις
μαζί του, και τόρα καθώς μου φαίνεται ηλείφθησαν και έρχονται εδώ.
Λοιπόν πρόσεξε μήπως τον γνωρίζεις.
Σωκράτης.
Τον γνωρίζω. Είναι ο υιός του Ευφρονίου από το Σούνιον. Και
πραγματικώς, φίλε μου, ο πατήρ του ήτο καθώς συ μου παρέστησες
τούτον, και κατά τα άλλα άνθρωπος καθώς πρέπει, και ο οποίος,
σημείωσε, άφησε πολύ μεγάλην περιουσίαν. Όμως το όνομα του νέου αυτού
δεν το γνωρίζω.
Θεόδωρος.
Το όνομά του, Σωκράτη μου, είναι Θεαίτητος. Αλλά την περιουσίαν
νομίζω ότι την κατέστρεψαν κάποιοι επίτροποι. Είναι όμως και εις την
ελευθεριότητα διά το χρήμα αξιοθαύμαστος.
Σωκράτης.
Μου παριστάνεις ευγενή αυτόν τον άνθρωπον, και σε παρακαλώ, ειπέ του
να έλθη να καθίση πλησίον μας.
Θεόδωρος.
Αυτό γίνεται. Θεαίτητε, έλα εδώ κοντά εις τον Σωκράτη.
Σωκράτης.
Ναι βέβαια, καλέ Θεαίτητε, διά να μελετήσω και εγώ πάλιν τον εαυτόν
μου, τι είδους πρόσωπον έχω. Διότι ο Θεόδωρος λέγει ότι έχω όμοιον με
το ιδικόν σου. Αλλ' αν οι δύο μας είχαμεν ο καθείς μίαν λύραν, και
μας έλεγε ότι είναι χορδισμέναι ομοίως, φρονείς ότι έπρεπε αμέσως να
τον πιστεύσωμεν, ή να εξετάσωμεν αν είναι μουσικός και τα λέγη αυτά;
Θεαίτητος.
Έπρεπε να εξετάσωμεν.
Σωκράτης.
Και λοιπόν δεν είναι αληθές, ότι, αν εβλέπαμεν ότι είναι μουσικός, θα
τον επιστεύαμεν, αν όμως δεν είναι μουσικός, δεν θα επιστεύαμεν;
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Τόρα όμως νομίζω, εάν ενδιαφερώμεθα οπωσδήποτε διά την ομοιότητα του
προσώπου μας, πρέπει να ερωτήσωμεν αν είναι ζωγραφικός και τα λέγει
αυτά, ή μήπως δεν είναι.
Θεαίτητος.
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Λοιπόν σε ερωτώ, είναι ζωγραφικός ο Θεόδωρος;
Θεαίτητος.
Όχι, εξ όσων εγώ τουλάχιστον γνωρίζω.
Σωκράτης.
Άραγε δεν είναι ούτε γεωμετρικός;
Θεαίτητος.
Αυτό μάλιστα, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης.
Άραγε και αστρονομικός και λογιστής και μουσικός και ό,τι άλλο
σχετίζεται με την μόρφωσιν;
Θεαίτητος.
Αυτή είναι η γνώμη μου.
Σωκράτης.
Και λοιπόν. Εάν μεν λέγη ότι είμεθα όμοιοι ως προς ένα ή άλλο μέλος
του σώματος και μας επαινή ή μας κατακρίνη κάπου, δεν αξίζει τον
κόπον να δώσωμεν προσοχήν εις τους λόγους του.
Θεαίτητος.
Ίσως όχι.
Σωκράτης.
Εάν όμως του ενός από τους δύο μας εγκωμιάζη την ψυχήν ως προς την
αρετήν και την σοφίαν, άραγε δεν είναι δίκαιον εκείνος μεν ο οποίος
θα ακούση αυτά να είναι πρόθυμος να εξετάση τον εγκωμιασθέντα, αυτός
δε πάλιν να παρουσιάση τον εαυτόν του με προθυμίαν;
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Είναι καιρός λοιπόν, φίλε μου Θεαίτητε, συ μεν να παρουσιασθής, εγώ
δε να σε εξετάσω. Διότι μάθε ότι ο Θεόδωρος έως τόρα και άλλους πάρα
πολλούς εγκωμίασε εμπρός μου και ξένους και συμπολίταις, κανένα όμως
δεν εγκωμίασε όσον εσέ.
Θεαίτητος.
Πολύ καλά, Σωκράτη μου. Πρόσεξε όμως μήπως τα έλεγε αστεϊζόμενος.
Σωκράτης.
Δεν είναι τοιούτος ο χαρακτήρ του Θεοδώρου. Λοιπόν μην αθετείς την
συμφωνίαν μας με την πρόφασιν ότι τα λέγει αστεϊζόμενος, διά να μην
αναγκασθή να το δηλώση. Ώστε με θάρρος μείνε πιστός εις την
συμφωνίαν.
Θεαίτητος.
Μάλιστα πρέπει να πράξω αυτό, αφού σου αρέσει.
Σωκράτης.
Λοιπόν λέγε μου, μήπως μανθάνεις από τον Θεόδωρον κανέν μέρος της
γεωμετρίας;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Και αστρονομίαν και αρμονίαν και λογιστικήν;
Θεαίτητος.
Προσπαθώ οπωσδήποτε.
Σωκράτης.
Και εγώ, παιδί μου, προσπαθώ να μάθω και από τούτον και από άλλους,
οποιοιδήποτε μου φανούν ότι έχουν κάποιαν ειδικότητα εις αυτά. Και ως
προς τα άλλα μεν πηγαίνω αρκετά καλά εις αυτά, έχω όμως μίαν μικράν
απορίαν, την οποίαν πρέπει να εξετάσω μαζί με σε και με τους
παρευρισκομένους. Λοιπόν λέγε μου σε παρακαλώ, άραγε μάθησις δεν
είναι το να γίνη κανείς σοφώτερος εις ό,τι μανθάνει;
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Με σοφίαν δε, νομίζω, είναι σοφοί οι σοφοί.
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Μήπως όμως αυτό το πράγμα διαφέρει διόλου από την επιστήμην;
Θεαίτητος.
Ποίον;
Σωκράτης.
Η σοφία. Ή μήπως εις ό,τι είναι επιστήμονες δεν είναι εις τα ίδια
συγχρόνως και σοφοί;
Θεαίτητος.
Τι άλλο;
Σωκράτης.
Επομένως είναι το ίδιον πράγμα η επιστήμη και η σοφία;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Ακριβώς λοιπόν αυτή είναι η απορία μου, και αυτό δεν ημπορώ να
χωνεύσω εις τον νουν μου καλά, τι είναι άραγε η επιστήμη. Λοιπόν
μήπως είναι δυνατόν να το ειπή κανείς από ημάς; Τι λέγετε; Ποίος θα
το ειπή πρώτος; Και όποιος σφάλη και σφάλη επανειλημμένως, θα τον
ονομάσωμεν όνον, καθώς λέγουν τα παιδιά όταν παίζουν σφαίρας. Όποιος
δε περάση τους άλλους χωρίς λάθος, θα γίνη βασιλεύς εις ημάς και θα
διατάξη να του αποκριθούμεν ό,τι ζητήση. Διατί σιωπάτε; Μήπως, καλέ
Θεόδωρε, από την λογομανίαν μου γίνομαι αγενής, επειδή έχω ζήλον να
σας παρακινήσω να συζητήτε και να γίνετε μεταξύ σας φίλοι και να
ομιλήσθε;
Θεόδωρος.
Διόλου μάλιστα, Σωκράτη μου, δεν είναι αγένεια αυτό, αλλ' όμως
παρακίνησε κανένα από τους νέους να σου απαντήση. Διότι εγώ μεν είμαι
ασυνήθιστος εις αυτήν την διαλεκτικήν, και εξ άλλου δεν το επιτρέπει
η ηλικία μου να συνηθίσω, ενώ εις τούτους είναι και πρέπον και είναι
δυνατόν να προοδεύσουν πολύ. Διότι πραγματικώς η νεότης εις όλα
προοδεύει, ώστε καθώς ήρχισες, μην αφίνης τον Θεαίτητον, άλλα ερώτα
αυτόν.
Σωκράτης.
Ακούεις λοιπόν, καλέ Θεαίτητε, τι λέγει ο Θεόδωρος; εις τον οποίον,
νομίζω, ούτε συ θα θελήσης να μην υπακούσης, ούτε είναι ορθόν, συ
νεώτερος να μην υπακούης εις άνδρα σοφόν εις τοιαύτα ζητήματα, ο
οποίος σε διατάσσει. Ώστε ειπέ καλά και ευγενώς, τι νομίζεις ότι
είναι η επιστήμη;
Θεαίτητος.
Βεβαίως, Σωκράτη μου, αφού συ το απαιτείς είναι ανάγκη να γίνη. Διότι
είμαι βέβαιος ότι και αν κάμω κανέν λάθος θα μου το διορθώσετε.
Σωκράτης.
Βεβαιότατα, αν είμεθα εις θέσιν.
Θεαίτητος.
Λοιπόν εγώ νομίζω, ότι και όσα μανθάνει κανείς από τον Θεόδωρον είναι
επιστήμαι, δηλαδή η γεωμετρία και αυτά τα οποία είπες συ προ ολίγου,
και πάλιν η υποδηματοποιία και αι τέχναι των άλλων εργατών, και όλαι
ομού και εκάστη χωριστά, δεν είναι άλλο τίποτε παρά επιστήμη.
Σωκράτης.
Με ευγένειαν, φίλε μου, και με φιλοδωρίαν αν και σου εζητήσαμεν έν,
συ μας έδωκες πολλά, και αντί ενός απλού πράγματος συ μας έδωκες
ποικιλίαν.
Θεαίτητος.
Πώς; Τι εννοείς με τούτο, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης.
Ίσως δεν είναι τίποτε. Όμως θα σου ειπώ τι εννοώ. Όταν λέγης
υποδηματοποιίαν, μήπως εννοείς άλλο τίποτε παρά επιστήμην της
κατασκευής υποδημάτων;
Θεαίτητος.
Τίποτε άλλο.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; όταν λέγης ξυλουργικήν, μήπως εννοείς άλλο τίποτε παρά
την επιστήμην κατασκευής ξυλίνων επίπλων!
Θεαίτητος.
Ούτε τότε.
Σωκράτης.
Λοιπόν και εις τα δύο αυτά άραγε δεν ορίζεις το πράγμα μόνον, του
οποίου είναι επιστήμη κάθε μία;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Αλλά, καλέ Θεαίτητε, η ερώτησις δεν ήτο αυτή, δηλαδή τι παράγει η
επιστήμη; ουδέ πόσαι είναι αι επιστήμαι, διότι δεν ερωτήσαμεν με
σκοπόν να τας μετρήσωμεν, αλλά απλώς ηθελήσαμεν να μάθωμεν τι πράγμα
είναι η ιδία η επιστήμη. Ή μήπως δεν εκφράζομαι καλώς;
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά μάλιστα.
Σωκράτης.
Λοιπόν λάβε υπ' όψιν σου και το εξής· Εάν κανείς μας ερωτήση διά
κανέν από τα μηδαμινά και πρόχειρα πράγματα, παραδείγματος χάριν διά
την λάσπην, τι πράγμα είναι, και ημείς του απαντήσωμεν, ότι είναι η
λάσπη των αγγειοπλαστών, η λάσπη των κοροπλαστών και η λάσπη των
πλινθοποιών, δεν θα φανώμεν γελοίοι;
Θεαίτητος.
Ίσως.
Σωκράτης.
Πρώτον βεβαίως, διότι νομίζομεν, ότι μας ενόησεν αυτός ο οποίος
ερώτησε από την απάντησίν μας, όταν του είπαμεν η λάσπη, και
επροσθέσαμεν είτε η λάσπη των κοροπλαστών είτε η λάσπη άλλων
οποιωνδήποτε εργατών. Ή μήπως φρονείς ότι εννοεί ο άλλος ένα όνομα,
όταν δεν γνωρίζη την σημασίαν του;
Θεαίτητος.
Διόλου μάλιστα.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν εννοεί ούτε την επιστήμην των υποδημάτων, όστις δεν
γνωρίζει τι είναι επιστήμη.
Θεαίτητος.
Όχι βέβαια.
Σωκράτης.
Επομένως δεν εννοεί την υποδηματοποιίαν ούτε καμμίαν άλλην τέχνην,
όστις δεν γνωρίζει τι είναι επιστήμη.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Επομένως είναι γελοία η απάντησις από εκείνον όστις ερωτήθη τι είναι
επιστήμη, εάν απαντήση ένα όνομα μιας τέχνης, διότι απαντά τι παράγει
η επιστήμη, ενώ δεν το ερωτήσαμεν αυτό.
Θεαίτητος.
Φαίνεται.
Σωκράτης.
Και έπειτα βεβαίως ήτο δυνατόν να απαντήση με το τίποτε και συντόμως,
και όμως εκείνος διέτρεξε ένα απέραντον δρόμον. Παραδείγματος χάριν
ακόμη και εις την ερώτησιν της λάσπης ήτο δυνατόν να δώση μίαν
πρόχειρον και απλήν απάντησιν, ότι το χώμα όταν αναμιχθη με το νερόν
γίνεται λάσπη, και να αφήση κατά μέρος τι είδους λάσπη.
Θεαίτητος.
Πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, τόρα, καθώς το είπες, φαίνεται
ευκολώτερον. Μου φαίνεται όμως ότι ερωτάς πράγμα, το οποίον και μόνοι
μας ημείς το εσκέφθημεν προ ολίγου συνομιλούντες, εγώ και ο
συνονόματός σου Σωκράτης απ' εδώ.
Σωκράτης.
Τι πράγμα, καλέ Θεαίτητε;
Θεαίτητος.
Ο Θεόδωρος απ' εδώ μας εσχεδίασε γεωμετρικά σχήματα διά τας ρίζας των
αριθμών καθώς την ρίζαν του αριθμού 3 και την ρίζαν του 5, και
απεδείκνυε ότι δεν είναι σύμμετροι με την ρίζαν του 1. Και επροχώρησε
κατ' αυτόν τον τρόπον εις την ρίζαν εκάστου αριθμού έως εις τον 17.
Εις αυτήν όμως κάπως εσταμάτησε. Τότε λοιπόν ημείς εσκέφθημεν ότι
πρέπει, αφού αι ρίζαι εφαίνοντο άπειροι κατά τον αριθμόν, να
δοκιμάσωμεν να τας συμπεριλάβωμεν εις έν όνομα, με το οποίον να
ονομάζωμεν όλας αυτάς τας δυνάμεις.
Σωκράτης.
Αι λοιπόν ευρήκατε κανέν όνομα;
Θεαίτητος.
Νομίζω ότι ευρήκαμεν. Πρόσεξε όμως και συ.
Σωκράτης.
Λέγε.
Θεαίτητος.
Διαιρέσαμεν εις δύο πάντα αριθμόν και όστις μεν είναι δυνατόν να δώση
ίσα επί ίσα τον παρωμοιάσαμεν κατά τα σχήμα προς τετράγωνον και τον
ωνομάσαμεν τετράγωνον και ισόπλευρον.
Σωκράτης.
Πολύ καλά εκάματε.
Θεαίτητος.
Και λοιπόν τους διαμέσους αριθμούς καθώς είναι το 3 και το 5 και κάθε
αριθμός, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να δώση ίσα επί ίσα, αλλά δίδει ή
περισσότερα επί ολιγώτερα ή ολιγώτερα επί περισσότερα και τον
περιλαμβάνει μία πλευρά μεγαλητέρα και μία μικροτέρα, αυτόν πάλιν τον
παρωμοιάσαμεν κατά το σχήμα με προμήκη και τον ωνομάσαμεν προμήκη
αριθμόν.
Σωκράτης.
Πολύ καλά. Αλλά κατόπιν τι εκάματε;
Θεαίτητος.
Όσαι μεν γραμμαί τετραγωνίζουν τον ισόπλευρον και ισόπεδον αριθμόν
τας ωνομάσαμεν μήκος, όσαι δε τετραγωνίζουν τον προμήκη αριθμόν, τας
ωνομάσαμεν ρίζας, επειδή κατά το μήκος δεν είναι σύμμετροι με εκείνας
τας γραμμάς, αλλά μόνον με τα εμβαδά, τα οποία σχηματίζουν. Το ίδιον
εκάμαμεν και διά τα στερεά.
Σωκράτης.
Πολύ περίφημα εκάματε, παιδιά μου. Ώστε μου φαίνεται ότι ο Θεόδωρος
δεν θα ενοχοποιηθή ως ψευδομάρτυς.
Θεαίτητος.
Και όμως, καλέ Σωκράτη, εις αυτό το οποίον ερωτάς περί της επιστήμης
δεν θα ημπορέσω να απαντήσω καθώς απήντησα περί μήκους και περί
ρίζης. Μολονότι μου φαίνεται ότι ζητείς ένα παρόμοιον πράγμα. Ώστε
τόρα πάλιν αποδεικνύεται ψεύτης ο Θεόδωρος.
Σωκράτης.
Και πώς; εάν σε επαινούσε διά την ταχύτητά σου και έλεγε, ότι δεν
είδε έως τόρα άλλον τόσον ταχύν μεταξύ των νέων, έπειτα όμως συ έτυχε
να νικηθής εις τον δρόμον από ένα ακμαίον και τάχιστον, νομίζεις ότι
ολιγώτερον είναι αληθείς οι έπαινοι τούτου;
Θεαίτητος.
Όχι.
Σωκράτης.
Μήπως όμως νομίζεις ότι είναι μικρόν πράγμα να εύρης τι είναι
επιστήμη, καθώς προ ολίγου ελέγαμεν, και όχι έν από τα υψηλότερα;
Θεαίτητος.
Μα τον Δία εγώ τουλάχιστον το νομίζω έν από τα υψηλότερα.
Σωκράτης.
Λοιπόν μην αποθαρρύνεσαι και πίστευε ότι λέγεις κάτι τι σπουδαίον,
προσπάθησε όμως με κάθε τρόπον να μας ειπής και περί των άλλων και
περί της επιστήμης, τι πράγμα είναι.
Θεαίτητος.
Όσον διά προθυμίαν, καλέ Σωκράτη, δεν θα μείνω οπίσω.
Σωκράτης.
Εμπρός λοιπόν. Και σε βεβαιώ καλά είχες αρχίσει προ ολίγου. Δοκίμασε
να μιμηθής την απάντησιν, την οποίαν έδωκες περί ριζών, καθώς αυτάς
ενώ είναι πολλαί τας περιέλαβες ως μίαν κατηγορίαν, ομοίως προσπάθησε
να χαρακτηρίσης με μίαν λέξιν τας πολλάς επιστήμας.
Θεαίτητος.
Σε βεβαιώ, Σωκράτη μου, πολλάκις εδοκίμασα να το εξετάσω αυτό, οσάκις
ήκουα να διαδίδουν τας ερωτήσεις, τας οποίας συνηθίζεις συ να
προβάλλης. Αλλά ούτε μόνος μου ημπορώ να πείσω τον εαυτόν μου, ότι
ευρήκα ικανοποιητικήν απάντησιν, ούτε ήκουσα κανένα άλλον να ομιλή
καθώς προτρέπεις συ. Και μολαταύτα όμως δεν θα αποφύγω να προσπαθήσω,
Σωκράτης.
Βέβαια, καλέ Θεαίτητε, διότι συ δεν είσαι κούφος, αλλά κάτι θα
γεννήση το μυαλό σου.
Θεαίτητος.
Δεν ηξεύρω τι να ειπώ, Σωκράτη μου. Σου λέγω όμως αυτό, το οποίον
συμβαίνει.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν, κακομοίρη μου, δεν έμαθες ότι εγώ είμαι υιός μαίας πολύ
ικανής και σοβαράς, δηλαδή της Φαιναρέτης;
Θεαίτητος.
Αυτό μάλιστα το ήκουσα.
Σωκράτης.
Άραγε και ότι εξασκώ το ίδιον επάγγελμα με εκείνην, το ήκουσες και
αυτό;
Θεαίτητος.
Διόλου δεν το ήκουσα.
Σωκράτης.
Αι λοιπόν γνώριζέ το από εμέ. Αλλά μην τύχη και με καταδώσης εις
άλλους. Διότι εγώ, καλέ φίλε, το έχω μυστικά αυτό το επάγγελμα. Αυτοί
δε επειδή δεν το γνωρίζουν δεν διαδίδουν περί εμού αυτήν την είδησιν,
αλλά λέγουν ότι είμαι πολύ ακατανόητος και κάμνω τους ανθρώπους να
απορούν. Αί το ήκουσες και αυτό;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Θέλεις να σου ειπώ ποία είναι η αιτία;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Λοιπόν σκέψου όλην την υπόθεσιν μιας μαίας, και τότε ευκολώτερον θα
εννοήσης τι θέλω να ειπώ. Θα γνωρίζεις δηλαδή ότι καμμία από αυτάς
δεν ξεγεννά άλλας ενόσω η ιδία εγκυμονεί και γεννά, αλλά αφού πλέον
δεν έχει ικανότητα να γεννήση.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Σωκράτης.
Αιτία δε τούτου λέγουν ότι είναι η Άρτεμις, η οποία ενώ δεν γίνεται
λεχόνα έλαβε υπό την προστασίαν της τας λεχόνας. Και λοιπόν εις μεν
τας στείρας δεν επέτρεψε να εξασκούν την μαιευτικήν, διότι η
ανθρωπίνη φύσις δεν έχει την δύναμιν να εξασκή την τέχνην εκείνων, τα
οποία δεν εδοκίμασε. Και μόνον εις τας μη γεννώσας ένεκα της
περασμένης ηλικίας επέβαλε το επάγγελμα τούτο διά να τας τιμήση ένεκα
της ομοιότητος προς αυτήν.
Θεαίτητος.
Βεβαίως.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν δεν σου φαίνεται ότι και τούτο είναι επόμενον και μάλιστα
λογικόν, ότι δηλαδή όσαι κυοφορούν και όσαι δεν κυοφορούν ευκολώτερον
γνωρίζονται από τας μαίας παρά από τας άλλας;
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Εκτός τούτου αι μαίαι δίδουν κάτι μικρά ιατρικά και κάμνουν και
μερικά διαβάσματα, ώστε κατορθόνουν να προκαλέσουν τους πόνους και να
τους καταστήσουν μαλακωτέρους αν θέλουν, και να γεννήσουν όσαι έχουν
δυστοκίαν, και αν κριθή αναγκαίον να εκτρώσουν το έμβρυον, κάμνουν
την έκτρωσιν.
Θεαίτητος.
Αυτά είναι γνωστά.
Σωκράτης.
Αλλ' όμως άραγε έμαθες και το εξής περί αυτών· ότι και προξενήτριαι
είναι πολύ επιτήδειαι, διότι είναι εμπειρόταται εις το να διακρίνουν
ποία πρέπει να συζήση με τον δείνα άνδρα διά να αποκτήση όσον είναι
δυνατόν καλλίτερα παιδιά;
Θεαίτητος.
Αυτό δεν το γνωρίζω τόσον καλά.
Σωκράτης.
Και όμως μάθε ότι περισσότερον δι' αυτό υπερηφανεύονται παρά διά την
ομφαλοτομίαν. Κάμε δε την εξής σκέψιν. Νομίζεις ότι είναι η ιδία
τέχνη ή διαφορετική, το να τρυγήσωμεν τους καρπούς από την γην και
πάλιν το να γνωρίζωμεν εις ποίον χώμα πρέπει να φυτεύσωμεν το δείνα
φυτόν και τον δείνα σπόρον;
Θεαίτητος.
Όχι, αλλά η ιδία τέχνη είναι.
Σωκράτης.
Ως προς την γυναίκα όμως, φίλε μου, άλλη μεν νομίζεις ότι είναι η
τέχνη αυτής της διαγνώσεως και άλλη του τρύγου.
Θεαίτητος.
Δεν φαίνεται να είναι άλλη.
Σωκράτης.
Βέβαια όχι. Αλλά επειδή απέτυχε πολλάκις η ένωσις ενός ανδρός με μίαν
γυναίκα, εις το οποίον αποδίδεται το όνομα της μαστροπείας,
αποφεύγουν αι μαίαι την προξενείαν, διότι είναι σεμναί και φοβούνται
μήπως εξ αιτίας αυτής αποκτήσουν εκείνην την δυσφημίαν. Αλλέως όμως
μόνον αι αληθιναί μαίαι είναι επόμενον και να προξενεύουν ορθώς.
Θεαίτητος.
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Λοιπόν το μεν έργον των μαιών αυτά τα κατορθώματα έχει, είναι όμως
κατώτερον από το ιδικόν μου. Διότι εις τας γυναίκας, δεν προστίθεται
και η δυσκολία, άλλοτε μεν να γεννούν φανταστικά και άλλοτε αληθινά,
και τούτο να μη είναι εύκολον να το διακρίνη κανείς. Διότι, αν
επροστίθετο και τούτο, τότε το ανώτερον και το καλλίτερον έργον διά
τας μαίας θα ήτο να κρίνουν ποίον είναι αληθινόν και ποίον δεν είναι.
Ή μήπως δεν το παραδέχεσαι;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Εις την ιδικήν μου όμως μαιευτικήν, όλα μεν τα άλλα υπάρχουν καθώς
και εις εκείνας, η διαφορά όμως είναι ότι ξεγεννώ άνδρας και όχι
γυναίκας και ότι επιβλέπω να γεννήσουν αι ψυχαί των και όχι τα σώματά
των. Είναι δε πολύ σπουδαίον τούτο εις την τέχνην μας, δηλαδή η
ικανότης εις το να εξακριβώσωμεν διά παντός μέσου, άραγε φάντασμα και
ψευδές γεννά ο νους του νέου ή πραγματικόν και αληθές. Άλλως και εγώ
έχω το ίδιον με τας μαίας, ότι δηλαδή είμαι άγονος, και αυτό το
οποίον πολλοί με ωνείδισαν έως τόρα, ότι δηλαδή τους μεν άλλους
ερωτώ, ο ίδιος όμως δεν δίδω καμμίαν απάντησιν, διότι δεν έχω να δώσω
σοφήν απάντησιν, και τούτο ακόμη είναι αληθές. Αιτία δε αυτού του
πράγματος είναι η εξής. Ο θεός μου επέβαλε μόνον να ξεγεννώ, όχι όμως
και να γεννώ. Δι' αυτό λοιπόν ο ίδιος μεν δεν είμαι πολύ σοφός, ουδέ
έχω να αναφέρω καμμίαν ανακάλυψιν, η οποία να είναι έργον της ιδικής
μου ψυχής. Όσοι όμως με σχετίζονται εις την αρχήν φαίνονται αμαθείς,
μερικοί μάλιστα φαίνονται πολύ αμαθείς, όλοι όμως, όσον προχωρεί η
σχέσις μας και αν τους επιτρέψη ο θεός, προοδεύουν εις θαυμάσιον
βαθμόν καθώς κρίνουν και οι ίδιοι και ο άλλος κόσμος. Αν και είναι
ολοφάνερον ότι από εμέ ποτέ δεν εδιδάχθησαν τίποτε, αλλά οι ίδιοι από
τον εαυτόν των ανεκάλυψαν και συγκρατούν πολλάς και καλάς ιδέας. Όσον
όμως διά το ξεγέννημα πρωτουργός είναι ο θεός και εγώ. Τούτο
αποδεικνύεται από το εξής. Πολλοί έως τόρα δεν το εγνώριζαν τούτο και
απέδιδαν εις τον εαυτόν των την αιτίαν της προόδου των, δι' αυτό με
επεριφρόνησαν εμέ, ή εξ ιδίων, ή αφού κατεπείσθησαν από άλλους, και
με εχωρίσθησαν, πολύ πριν έλθη η κατάλληλος στιγμή, και τότε πλέον
όλα τα άλλα πνευματικά των προϊόντα έγιναν εξαμβλώματα ένεκα των
κακών των σχέσεων, και όσα είχα ξεγεννήσει εγώ τα ανέθρεψαν κακώς και
κατεστράφησαν, εις το τέλος δε απεδείχθησαν αμαθείς και εις τον
εαυτόν των και εις τους άλλους. Είς από αυτούς είναι και ο Αριστείδης
Λυσιμάχου και πολλοί άλλοι. Από τούτους όμως, όταν έλθουν πάλιν εις
εμέ και με παρακαλούν να γίνουν και αυτοί συνομιληταί μου
μεταχειριζόμενοι υπερβολικήν επιμονήν, μερικούς μεν με εμποδίζει το
δαιμόνιόν μου να τους σχετίζωμαι, μερικούς όμως μου το επιτρέπει και
τότε πάλιν αυτοί κάμνουν προόδους. Και λοιπόν όσοι με σχετίζονται
παθαίνουν και το εξής, καθώς αι γεννώσαι γυναίκες. Δηλαδή έχουν
πόνους και στενοχωρίας ημέραν και νύκτα πολύ περισσότερον από
εκείνας. Αυτούς όμως τους πόνους γνωρίζει να τους καταπαύη η ιδική
μου τέχνη. Και όσον μεν δι' αυτούς, αυτό κάμνω. Ενίοτε όμως, φίλε
Θεαίτητε, όσοι μου φανούν ότι δεν έχουν τίποτε να γεννήσουν, αφού
αντιληφθώ ότι δεν έχουν διόλου την ανάγκην μου, εγώ πολύ προθύμως
τους συνιστώ εις άλλους και, δόξα τω θεώ, αρκετά καλά μαντεύω ποίους
πρέπει να σχετισθούν διά να ωφεληθούν. Από αυτούς πάρα πολλούς
συνέστησα εις τον Πρόδικον, και αρκετούς εις άλλους σοφούς και
θαυμασίους ανθρώπους. Αυτά λοιπόν, καλέ μου φίλε, τα εμάκρυνα ολίγον,
διότι σε υποπτεύομαι καθώς και μόνος σου φρονείς, ότι έχεις πόνους
και θα γεννήσης κάτι τι. Λοιπόν εμπιστεύσου εις εμέ ως υιόν της μαίας
και έμπειρον της μαιευτικής, και προσπάθησε όσον σου είναι δυνατόν να
απαντήσης εις όσα θα σ' ερωτήσω. Και αν εγώ, εννοείται, παρατηρών όσα
λέγεις, εύρω κανέν ότι είναι φάντασμα και όχι αληθινόν, και επομένως
το αποσπάσω και το αφήσω κατά μέρος, μη μου αγριεύεις καθώς κάμνουν
διά τα παιδιά των αι πρωτότοκοι γυναίκες. Διότι έως τόρα, λαμπρέ μου
άνθρωπε, μου έδειξαν τοιαύτας διαθέσεις, ώστε, σε βεβαιώ, ήσαν
έτοιμοι να με δαγκάσουν, καθ' ην στιγμήν αποσπώ από την ψυχήν των
καμμίαν φλυαρίαν, και νομίζουν ότι αυτό εγώ δεν το κάμνω διά το καλόν
των. Διότι είναι πολύ μακράν διά να εννοήσουν ότι κανείς θεός δεν
θέλει το κακόν των ανθρώπων, και ούτε και εγώ κάμνω με κακήν πρόθεσιν
κανέν από αυτά, αλλά διότι δεν μου είναι συγχωρημένον να επιτρέψω να
υπάρχη το ψεύδος και να εξαφανίσω την αλήθειαν, ώστε προσπάθησε πάλιν
από την αρχήν, καλέ Θεαίτητε, να ειπής τι είναι επιστήμη. Και ποτέ να
μην ειπής ότι δεν είσαι ικανός. Διότι, εάν θέλη ο θεός και αν συ
δείξης ανδρισμόν, θα φανής ικανός.
Θεαίτητος.
Και βέβαια, Σωκράτη μου, αφού συ τόσον πολύ με προτρέπεις, είναι
εντροπή μου να μη προσπαθήσω με κάθε τρόπον να ειπώ ό,τι μου είναι
δυνατόν. Λοιπόν μου φαίνεται ότι, όστις γνωρίζει επιστημονικώς κάτι
τι, αισθάνεται αυτό το οποίον γνωρίζει, και καθώς τουλάχιστον μου
φαίνεται αυτήν την στιγμήν, η επιστήμη δεν είναι τίποτε άλλο παρά
αίσθησις.
Σωκράτης.
Πολύ καλά και με γενναιότητα το είπες, παιδί μου. Και βέβαια έτσι
πρέπει να εκφράζης την γνώμην σου. Τόρα όμως ας το εξετάσωμεν αυτό οι
δύο μαζί, άραγε είναι γόνιμον ή ανύπαρκτον. Λέγεις ότι η αίσθησις
είναι επιστήμη;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Πραγματικώς αυτός ο ορισμός της επιστήμης, τον οποίον είπες, σχεδόν
δεν είναι περιφρονητέος, αλλά είναι ο ίδιος με εκείνον τον οποίον
έλεγε ο Πρωταγόρας. Διότι αυτός λέγει ότι ο πήχυς που μετρά όλα τα
πράγματα είναι ο άνθρωπος, διά να ευρίσκη ότι τα υπάρχοντα υπάρχουν,
και τα μη υπάρχοντα δεν υπάρχουν. Μήπως το ανέγνωσες αυτό πουθενά;
Θεαίτητος.
Το ανέγνωσα μάλιστα πολλές φορές.
Σωκράτης.
Άραγε λοιπόν δεν εννοεί επάνω κάτω ότι, όπως φαίνεται εις εμέ το κάθε
πράγμα, τοιούτον είναι δι' εμέ, και όπως εις εσέ τοιούτον διά σε
πάλιν, είσαι δε άνθρωπος και συ καθώς και εγώ;
Θεαίτητος.
Μάλιστα αυτό φαίνεται ότι εννοεί.
Σωκράτης.
Και είναι βεβαίως ορθόν να δεχθώμεν ότι, αφού είναι σοφός αυτός ο
άνθρωπος, δεν λέγει φλυαρίας. Και λοιπόν ας τον παρακολουθήσωμεν.
Άραγε ενίοτε, όταν φυσά άνεμος, δεν συμβαίνει την ιδίαν στιγμήν άλλος
μεν να κρυόνη, άλλος όμως να μη κρυόνη; και πάλιν άλλος μεν να κρυόνη
ολίγον, άλλος δε πάρα πολύ;
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Τι φρονείς λοιπόν, τον άνεμον εκείνον καθ' εαυτόν πρέπει να τον
ονομάσωμεν ψυχρόν, ή όχι ψυχρόν; ή θα δεχθώμεν την γνώμην του
Πρωταγόρα, ότι δι' εκείνον μεν ο οποίος κρυόνει είναι ψυχρός, δι'
εκείνον όμως ο οποίος δεν κρυόνει δεν είναι ψυχρός;
Θεαίτητος.
Αυτό φρονώ.
Σωκράτης.
Δεν θα δεχθώμεν ακόμη ότι και φαίνεται κατ' αυτόν τον τρόπον εις
έκαστον από αυτούς τους δύο;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Αυτό δε το φαίνεται δεν σημαίνει ότι τον αισθάνεται;
Θεαίτητος.
Βεβαίως αυτό σημαίνει.
Σωκράτης.
Η φαινομενικότης λοιπόν και η αίσθησις είναι το ίδιον πράγμα και ως
προς τα θερμά και ως προς όλα τα παρόμοια. Διότι, όπως τα αισθάνεται
έκαστος, τοιαύτα είναι σχεδόν αυτά εις έκαστον.
Θεαίτητος.
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Η αίσθησις λοιπόν αναφέρεται πάντοτε εις το υπάρχον και δεν είναι
ψευδής.
Θεαίτητος.
Φαίνεται.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν μα τας Χάριτας θα ήτο σχεδόν πάνσοφος ο Πρωταγόρας και
εις ημάς μεν τον κοινόν λαόν είπε αυτό αινιγματωδώς, εις τους μαθητάς
του όμως έλεγε υπό εχεμύθειαν την αλήθειαν.
Θεαίτητος.
Πώς το εννοείς αυτό, καλέ Σωκράτη;
Σωκράτης.
Εγώ θα σου δώσω μίαν εξήγησιν, η οποία είναι σπουδαία. Ότι δηλαδή
κανέν πράγμα δεν είναι έν και το αυτό, και ούτε είναι δυνατόν να
δώσης ορθόν όνομα εις οποιονδήποτε πράγμα, αλλά αν μεν το ονομάσης
μέγα, θα φανή συγχρόνως και μικρόν, και αν πάλιν το ονομάσης βαρύ, θα
φανή και ελαφρόν, και όλα εν γένει ομοίως, διότι κανέν πράγμα δεν
είναι έν, ούτε έχει μίαν ωρισμένην, ή άλλην οποιανδήποτε ποιότητα.
Αλλά από την μεταφοράν και την κίνησιν και την ανάμιξιν του ενός προς
το άλλο γίνονται όλα, όσα λέγομεν ότι δήθεν υπάρχουν. Και όμως δεν τα
ονομάζομεν ορθώς, διότι κανέν δεν υπάρχει ποτέ, αλλά πάντοτε γίνεται.
Και ως προς τούτο όλοι οι σοφοί κατά σειράν εκτός του Παρμενίδου
συμφωνούν, καθώς είναι ο Πρωταγόρας και ο Ηράκλειτος και ο Εμπεδοκλής
και από τους ποιητάς οι κορυφαίοι των δύο ειδών της ποιήσεως, ήτοι ο
Επίχαρμος από το μέρος της κωμωδίας και ο Όμηρος από το μέρος της
τραγωδίας, ο οποίος είπε:
&Ο Ωκεανός εγέννησε θεούς και η γραία Τηθύς.&
Και τα πάντα εθεώρησε ως γεννηθέντα από την ροήν και κίνησιν. Ή
νομίζεις ότι δεν είναι αυτό;
Θεαίτητος.
Αυτό νομίζω.
Σωκράτης.
Ποίος λοιπόν ημπορεί να εναντιωθή εις τόσον μέγα στρατόπεδον με
αρχιστράτηγον τον Όμηρον χωρίς να γίνη γελοίος;
Θεαίτητος.
Δεν είναι εύκολον αυτό, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Βέβαια δεν είναι, καλέ Θεαίτητε. Άλλως τε και τα εξής αποτελούν
ισχυρούς λόγους, ότι δηλαδή εκείνο το οποίον είναι και γίνεται το
δίδει η κίνησις, εκείνο δε το οποίον δεν είναι και χάνεται το δίδει η
ηρεμία. Διότι και αυτό το ίδιον το θερμόν και το πυρ, το οποίον
μάλιστα γεννά και επιτηρεί και τα άλλα, γεννάται από την κίνησιν και
την τριβήν, αυτά δε τα δύο είναι κινήσεις. Ή μήπως από αυτά δεν
παράγεται το πυρ;
Θεαίτητος.
Βεβαίως από αυτά.
Σωκράτης.
Αλλά και το γένος των ζώων από αυτά τα ίδια παράγεται.
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Σωκράτης.
Και πάλιν τι φρονείς; η υγεία των σωμάτων δεν φθείρεται από την
ακινησίαν και αργίαν, ενώ από την γυμναστικήν και την κίνησιν ως επί
το πλείστον διατηρείται;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Αλλά τόρα άραγε η υγιής κατάστασις της ψυχής δεν είναι αληθές ότι από
την μάθησιν και την σπουδήν, αι οποίαι είναι κινήσεις, λαμβάνει
μαθήματα και διατηρείται και γίνεται καλλιτέρα, ενώ από την ησυχίαν,
οποία είναι η έλλειψις σπουδής και αμάθεια, δεν μανθάνει τίποτε και
περιπλέον λησμονεί όσα έμαθε;
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Η κίνησις λοιπόν δεν είναι το ωφέλιμον και ως προς την ψυχήν και ως
προς το σώμα, το δε άλλο όλως το αντίθετον;
Θεαίτητος.
Έτσι φαίνεται.
Σωκράτης.
Θέλεις να σου αναφέρω ακόμη και την νηνεμίαν και την γαλήνην, διά να
ιδής ότι αι μεν ακινησίαι φέρουν σήψιν και καταστροφήν, ενώ τα
αντίθετα είναι σωτήρια; Και τόρα θέτω την κορωνίδα εις τας αποδείξεις
μου ότι ο Όμηρος (2), όταν λέγη χρυσήν σειράν, δεν εννοεί άλλο παρά
τον ήλιον, και εξηγεί ότι, εφ' όσον υπάρχει αυτή η περιφορά του
ηλίου, όλα τα πράγματα υπάρχουν και διατηρούνται μεταξύ των θεών και
των ανθρώπων, εάν όμως αυτός σταματήση, ως να είναι δεμένος, όλα τα
πράγματα θα καταστραφούν και θα γίνουν όλα, καθώς λέγομεν συνήθως,
άνω κάτω.
Θεαίτητος.
Το κατ' εμέ, καλέ Σωκράτη, νομίζω ότι αυτό εννοούν αυτά τα οποία
λέγει.
Σωκράτης.
Λοιπόν, καλέ μου φίλε, δέξου το εξής. Πρώτον ως προς τους οφθαλμούς,
ότι αυτό το οποίον ονομάζεις χρώμα λευκόν δεν είναι κανέν πράγμα το
οποίον υφίσταται έξω από τους οφθαλμούς σου, ούτε μέσα εις αυτούς,
ούτε πρέπει να προσδιορίσης δι' αυτό ιδιαίτερον τόπον, διότι τότε
πλέον θα είχε ωρισμένην θέσιν και θα έμενε σταθερόν, και δεν θα
ευρίσκετο εις τον δρόμον της γεννήσεως.
Θεαίτητος.
Πώς όμως;
Σωκράτης.
Ας ακολουθήσωμεν την προηγουμένην αρχήν παραδεχόμενοι ότι δεν υπάρχει
κανέν πράγμα μόνον του ως έν. Και τότε θα εννοήσωμεν ότι το μαύρον
και το λευκόν και οποιονδήποτε άλλο χρώμα εσχηματίσθη από την
προσβολήν των οφθαλμών εις την σχετικήν κίνησιν, και επομένως παν
ό,τι ονομάζομεν ιδιαίτερον χρώμα δεν είναι ούτε αυτό το οποίον
προσβάλλει, ούτε αυτό το οποίον προσβάλλεται, αλλά κάτι τι εις το
μέσον και ιδιαίτερον δι' ένα έκαστον από ημάς. Ή μήπως συ θα
διισχυρισθής ότι όπως φαίνεται εις σε έκαστον χρώμα, το ίδιον
φαίνεται και εις τον σκύλλον και εις οποιονδήποτε άλλο ζώον;
Θεαίτητος.
Όχι, μα τον Δία.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; άραγε εις άλλον άνθρωπον φαίνεται έν οποιονδήποτε πράγμα
όμοιον όπως εις σε; Επιμένεις πολύ εις αυτό; ή παραδέχεσαι μάλλον ότι
ουδέ εις τον ίδιον εαυτόν σου δεν φαίνεται όμοιον, διότι ποτέ δεν
είσαι όμοιος με τον εαυτόν σου;
Θεαίτητος.
Μάλλον παραδέχομαι το δεύτερον παρά το πρώτον.
Σωκράτης.
Διότι, εάν εκείνο το οποίον μετρούμεν, ή το οποίον απτόμεθα, ήτο
μέγα, ή λευκόν, ή θερμόν, δεν ήτο δυνατόν να γίνη διαφορετικόν όταν
συμπέση με άλλο, αφού αυτό το ίδιον δεν μεταβάλλεται. Εάν δε πάλιν το
μετρούμενον αυτό ή το εφαπτόμενον είχε μίαν από αυτάς τας ιδιότητας,
δεν ήτο δυνατόν να μεταβληθή αυτό το ίδιον, όταν το πλησιάση κανέν
άλλο, ή πάθη τίποτε αυτό το οποίον το πλησιάζει, χωρίς να πάθη αυτό
το ίδιον. Αλλέως, φίλε μου, είμεθα αναγκασμένοι να υποχωρούμεν
ευκόλως και να παραδεχώμεθα παράδοξα και γελοία πράγματα, καθώς θα
έλεγε ο Πρωταγόρας και πας όστις προσπαθεί να ειπή τα ίδια με
εκείνον.
Θεαίτητος.
Πώς δηλαδή και ποία είναι αυτά;
Σωκράτης.
Λάβε ένα μικρόν παράδειγμα και αμέσως θα τα εννοήσης όλα. Έχομεν καθ'
υπόθεσιν έξ αστραγάλους. Εάν θέσης απέναντι των τέσσαρας, λέγομεν ότι
εκείνοι είναι περισσότεροι από τούτους τους τέσσαρας και μάλιστα
μιάμιση φοράν, εάν όμως θέσης απέναντι των δώδεκα, λέγομεν ότι είναι
ολιγώτεροι και μάλιστα οι μισοί. Και δεν δεχόμεθα εις αυτό καμμίαν
αντίρρησιν. Ή μήπως συ δέχεσαι;
Θεαίτητος.
Δεν δέχομαι.
Σωκράτης.
Και λοιπόν; Αν σε ερωτήση ο Πρωταγόρας ή άλλος κανείς, καλέ Θεαίτητε,
είναι δυνατόν ένα πράγμα με άλλον τρόπον να γίνη μεγαλείτερον ή
περισσότερον παρά διά της αυξήσεως; Τι θα απαντήσης;
Θεαίτητος.
Σωκράτη μου, εάν μεν απαντήσω συμφώνως προς την τελευταίαν αυτήν
ερώτησιν, θα ειπώ ότι δεν είναι δυνατόν. Εάν όμως απαντήσω συμφώνως
προς την προηγουμένην, θα ειπώ ότι είναι δυνατόν, διότι θα προσέχω
μήπως περιέλθω εις αντίφασιν.
Σωκράτης.
Μα την Ήραν πολύ καλά θα απαντήσης και σαν θεός. Με την διαφοράν,
καθώς φαίνεται, ότι αν απαντήσης ότι είναι δυνατόν, θα συμβή εκείνο
το οποίον λέγει ο Ευριπίδης. Δηλαδή η μεν γλώσσα μας δεν θα αποδειχθή
ψευδής, θα αποδειχθή όμως ψευδής ο νους μας.
Θεαίτητος.
Αυτό είναι αληθές.
Σωκράτης.
Και λοιπόν, αν εγώ και συ ήμεθα δεινοί και σοφοί, από εκείνους οι
οποίοι εξήτασαν όλα τα βάθη της σκέψεως, θα είχαμεν καιρόν τόρα πλέον
να δοκιμάζωμεν ο είς τον άλλον, συναντώμενοι ως σοφισταί εις μίαν
τοιαύτην μάχην, καθ' ην να προσβάλλωμεν ο είς τους λόγους του άλλου.
Τόρα όμως, επειδή είμεθα αμαθείς, πρέπει βεβαίως πρώτον να τα
εξετάσωμεν μόνα των αυτά τα οποία έχομεν εις τον νουν μας, αν είναι
σύμφωνα μεταξύ των, ή μήπως δεν είναι διόλου σύμφωνα.
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα αυτό επιθυμώ και εγώ.
Σωκράτης.
Και εγώ βεβαίως. Τότε λοιπόν, αφού είναι έτσι, δεν είναι καλόν με την
ησυχίαν μας, αφού έχομεν πολύν καιρόν εις την διάθεσίν μας, να τα
εξετάσωμεν και πάλιν από την αρχήν, χωρίς να θυμόνωμεν, αλλά
πραγματικώς ερευνώντες τον εαυτόν μας, δηλαδή τι είναι άραγε αυτά τα
φαντάσματα που έχομεν εις την ψυχήν μας; Και πρώτον, καθώς νομίζω θα
δεχθώμεν, όταν τα εξετάζωμεν, ότι ποτέ κανέν πράγμα δεν γίνεται
μεγαλείτερον ούτε μικρότερον ούτε κατά τον όγκον ούτε κατά τον
αριθμόν, εν όσω μένει ίσον προς τον ίδιον εαυτόν του. Δεν είναι έτσι;
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Δεύτερον θα δεχθώμεν βεβαίως, ότι εκείνο εις το οποίον δεν
προστίθεται και δεν αφαιρείται τίποτε, ούτε αυξάνει ποτέ ούτε
ελαττόνεται, αλλά είναι πάντοτε ίσον.
Θεαίτητος.
Είμαι εντελώς σύμφωνος.
Σωκράτης.
Άραγε δεν θα δεχθώμεν και τρίτον ότι εκείνο το οποίον δεν ήτο
προηγουμένως, αλλά έγινε κατόπιν, είναι αδύνατον να υπάρξη χωρίς να
γίνεται διαρκώς;
Θεαίτητος.
Αυτό φρονώ.
Σωκράτης.
Αί λοιπόν αυταί αι τρεις γνώμαι, καθώς νομίζω, συγκρούονται μεταξύ
των εντός της ψυχής μας, όταν λέγωμεν εκείνα τα οποία είπαμεν διά
τους αστραγάλους, ή όταν ειπούμεν ότι εγώ εις την ηλικίαν που
ευρίσκομαι, χωρίς να μεγαλώσω ούτε να πάθω το αντίθετον εντός ενός
έτους, τόρα μεν είμαι μεγαλείτερος από σε τον νέον, αργότερα όμως
μικρότερος, ενώ εγώ δεν έχασα διόλου από τον όγκον μου, αλλά μόνον συ
εμεγάλωσες. Διότι την δευτέραν φοράν είμαι ό,τι δεν ήμην εις την
αρχήν, χωρίς να γίνω τοιούτος. Διότι χωρίς να μεταβληθώ δεν είναι
δυνατόν να γίνω τίποτε, και χωρίς να χάσω τίποτε από τον όγκον μου
δεν είναι δυνατόν να γίνω μικρότερος. Και άλλα βέβαια άπειρα
συμβαίνουν κατ' αυτόν τον τρόπον, εάν παραδεχθώμεν αυτά. Με
παρακολουθείς βέβαια, καλέ Θεαίτητε, τουλάχιστον δεν μου φαίνεσαι
ασυνήθιστος εις τας τοιαύτας συζητήσεις.
Θεαίτητος.
Μάλιστα, και σε βεβαιώ, Σωκράτη μου, ότι απορώ καθ' υπερβολήν πώς
συμβαίνουν αυτά τα πράγματα και κάποτε τα συλλογίζομαι και ζαλίζομαι.
Σωκράτης.
Και βέβαια, φίλε μου, ο Θεόδωρος φαίνεται ότι πολύ ορθά μαντεύει περί
της φύσεως σου, διότι αυτό το πάθος του θαυμασμού είναι ασφαλές
σημείον φιλοσοφικής διανοίας. Πραγματικώς δεν υπάρχει άλλη αρχή της
φιλοσοφίας από αυτήν. Και φαίνεται ότι δεν κάμνει λανθασμένην
γενεαλογίαν εκείνος, ο οποίος είπε ότι η Ίρις κατάγεται από τον
Θαύμαν. Ειπέ μου όμως, εννοείς τόρα διατί τα πράγματα είναι καθώς τα
είπαμεν συμφώνως με την αρχήν του Πρωταγόρα, ή όχι ακόμη;
Θεαίτητος.
Όχι ακόμη, νομίζω.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν θα μου χρεωστής χάριν, εάν ερευνήσω μαζί σου ενός ανδρός
ή μάλλον πολλών διασήμων ανδρών την αληθινήν γνώμην, την οποίαν
απέκρυψαν.
Θεαίτητος.
Πώς δεν θα σου χρεωστώ χάριν, και πολλήν μάλιστα;
Σωκράτης.
Άκουε λοιπόν και πρόσεχε ολόγυρα μήπως μας ακούση κανείς από τους
αμυήτους. Αυτοί δε είναι όσοι νομίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο
παρά μόνον ό,τι είναι δυνατόν να συλλάβουν χειροπιαστά, τας πράξεις
όμως και τας γενέσεις και παν ό,τι είναι αόρατον δεν παραδέχονται ότι
έχουν ύπαρξιν.
Θεαίτητος.
Πραγματικώς, καλέ Σωκράτη, αυτοί οι άνθρωποι είναι σκληροί και
ανοικονόμητοι.
Σωκράτης.
Ναι, παιδί μου, είναι παρά πολύ αμαθείς. Άλλοι όμως, των οποίων θα
σου ειπώ τόρα τα μυστήρια, είναι νοστιμώτεροι. Η δε αρχή των, από την
οποίαν εξαρτώνται και αυτά τα οποία ελέγαμεν προ ολίγου, είναι η
εξής. Ότι το παν είναι κίνησις και τίποτε άλλο, της δε κινήσεως
υπάρχουν δύο είδη και είναι ως προς το ποσόν έκαστον εκ των δύο
άπειρον, δύναμιν δε έχει το μεν έν ενεργητικήν, το δε άλλο παθητικήν,
Και από την συσχέτισιν και την τριβήν των δύο τούτων μεταξύ των
παράγονται προϊόντα άπειρα κατά τον αριθμόν και δίδυμα, το έν
αισθητόν και το άλλο αίσθησις, η οποία πάντοτε εξέρχεται και γεννάται
μαζί με το αισθητόν. Και αι μεν αισθήσεις είναι όσαι έλαβαν από ημάς
τα εξής ονόματα, οράσεις, ακοαί, οσφρήσεις, ψύξεις και καύσεις,
έπειτα ηδοναί και λύπαι και επιθυμίαι και φόβοι, και άλλαι, χωρίς
τέλος μεν, όσαι δεν έλαβαν όνομα, πολυπληθείς όμως και όσαι έλαβαν.
Και πάλιν το είδος των αισθητών γεννάται μαζί με εκάστην από αυτάς,
καθώς με τας όψεις τας ποικιλωτάτας γεννώνται χρώματα ποικιλώτατα, με
τας ακοάς δε επίσης φωναί, και με τας άλλας αισθήσεις γεννώνται τα
άλλα αισθητά. Λοιπόν τι σχέσιν έχει αυτός ο μύθος με τα προηγούμενα,
Θεαίτητε; άραγε το ενόησες;
Θεαίτητος.
Όχι τόσον καλά, Σωκράτη μου.