έγραφεν ότι είνε καλά, και ότι ολίγον ακόμα θ' αργήση να έλθη διά
να φέρη πολλές λίρες.
Παρήλθον χρόνοι. Ο Θανάσης έλειπεν ήδη εις την Αμερικήν, και θα
ήτο πλέον ή 35 ετών ήδη. Η αδελφή του είχεν υπερβή το εικοστόν.
Και τέλος δεν είχε μεγαλώσει πολύ, και η μήτηρ της έτρεφε
πεποίθησιν ότι δεν θα εβράδυνε πολύ η τύχη της κόρης να έλθη.
Μόνον αν συνέβαινε ποτέ να πειραχθή με καμμίαν συνομήλικα η
Αφέντρα, έμενεν η παλαιά ηχώ, ήτις κάμνει όλους και όλας να φέρουν
εις την όλην την ζωήν των εν παρεγκώμιον, εις τους μικρούς τόπους,
όπου ουδέν κρύπτεται ουδενός, και όπου η μετάβασις από της φιλίας
εις την έχθραν, είνε τόσον εύκολος και ταχεία.
Και τότε η παλαιά ηχώ, διά του στόματος της φίλης της χθες, της
εχθράς της σήμερον, επανέλεγε: «Παλαβή!.. σκασμένη!.. φριμμένη!
. . . που την πιάνει!. . . . » Και τούτο θα έφθανε και εις τα ώτα
παντός υποψηφίου μνηστήρος . . . Πλην, αν ήρχετο ο Θανάσης από την
Αμερικήν, κ' έφερνε τόσον χρυσίον, όσον ωνειροπόλει η μήτηρ, το
προηγούμενον εκείνο θα ήτο πολύ μικρόν εμπόδιον διά τους επιδόξους
γαμβρούς.
Τέλος, μίαν πρωίαν, ήλθε γράμμα, με μέγαν χρωματιστόν φάκελλον, με
πολλάς σφραγίδας και γραμματόσημα όχι ολίγα.
— Καλώς ταδέχτης, καλώς ταδέχτης, γειτόνισσα.
— Καλώς ταδέχτης, εξαδέλφη.
— Ευχαριστώ, καλό νάχετε.
Η Ασημήνα είχε μεγάλες χαρές, ομοίως και η Αφέντρα, η κόρη της. Το
γράμμα εκείνο εφάνη εις την νέαν ότι περιέκλειε πράγματι την τύχην
της, την οποίαν από τόσον χρόνον επερίμενε πότε να έλθη.
— Έλα να μας ξαναγλώσης το γράμμα, παππά!
Ο παππάς, ο γείτων, ανέβη στο σπίτι του μπάρμπα-Στεφανή, και
«ξανάγλωσε» το γράμμα.
Η επιστολή ήτον πράγματι από τον Θανάσην, κ' έγραφεν ότι μετά ένα
μήνα έρχεται. Είχε πάθει ολίγον την υγείαν, έγραφε, κ' έχει
πεποίθησιν ότι το αέρι της πατρίδος θα τον κάμη καλά. Θα έφερε
μαζί του και όλας τας μικράς οικονομίας του.
Δεν εκιτρίνισαν μόνες η λίρες τόσα χρόνια εις τα κλίματα της
Νοτίου Αμερικής, όπως έλεγεν άλλοτε ο μαστρο-Στεφανής· εκιτρίνισε
κι' ο ίδιος ο Θανάσης, ο υιός του. Κατά Μάρτιον μήνα έφθασεν ούτος
εις τον Πειραιά, ανέβη δε εις τας Αθήνας διά να τον ίδουν οι
ιατροί· και ούτοι τον εύρον φθισικόν. Είχε παρουσιασθή εις τους
ιατρούς με όλα τα δακτυλίδια του, της καδένες και της καρφίτσες
του. Του επήραν μερικάς λίρας, του έδωκαν πολλάς συνταγάς, διάφορα
φιαλίδια με χρωματιστά νερά, και κάτι σκόνες με οσμήν φαρμακείου,
και τον εσυμβούλευσαν να υπάγη εις την πατρίδα του. Κ' εκείνος δι'
εκεί επήγαινεν.
Άμα ηκούσθη εις το χωρίον, ότι έρχεται με το βαπόρι ο Θανάσης,
φέρων και λίρες μαζί του, πέντε προξενειές έστειλαν διά μιας εις
την μητέρα του διά την κόρην της την Αφέντραν. Περισσότεροι
ητοιμάζοντο να στείλουν προξενειάν διά τον Θανάσην τον ίδιον, πλην
είξευραν ότι ο νέος δεν θα ενυμφεύετο πριν εξασφαλίση την αδελφήν
του, και οι θέλοντες αυτόν διά γαμβρόν εφιλοτιμούντο να
προσφέρωσιν εκδουλεύσεις, μετερχόμενοι τον προξενητήν και την
παντρολόγισσαν, όλοι και όλαι συντελούντες εις την αποκατάστασιν
της κόρης το ταχύτερον. Άμα έφθασεν ο Θανάσης και τον είδαν και
ήταν ισχνός και κάτωχρος, ενόησαν πως δεν έμελλε να νυμφευθή εις
αυτόν τον κόσμον ο Θανάσης και παρητήθησαν.
Μεταξύ των γαμβρών, όσοι επαρουσιάσθησαν, προεκρίθη είς νέος έχων
μικρόν εμπορικόν. Εκαλείτο κοινώς ο Γρηγόρης της Μονεβασώς. Ούτος
εσκέφθη ότι τα χρήματα, τα οποία έφερεν εκ της Αμερικής ο φθισικός
νέος, θα ήσαν καλά διά ν' αυξήση το εμπόριόν του, διά να πληρώση
τα χρέη του και ανοίξη περισσοτέρας πιστώσεις. Αι εξαδέλφαι της
Ασημήνας, πάλιν, εσκέφθησαν ότι καλόν θα ήτο να συγγενεύσωσι, με
την εμπορικήν τάξιν, ήτις εξήσκει επιρροήν εις το χωρίον κ'
εξευγένιζε διά των χρημάτων, πλάττουσα δημάρχους, συμβούλους κλπ.
Τέλος εταίριασαν και συνήφθη ο αρραβών.
Ο μεγάλος υιός του Στεφανή, ο Στάθης, έλαβε το τσέκι, το οποίον
έφερεν εξ Αμερικής ο αδελφός του, απήλθεν εις Βώλον και το
εξηργύρωσεν. Ήτο περίπου διά πεντακοσίας αγγλικάς λίρας.
Επιστρέψας εκ Βώλου έφερε περί τας 18 ή 19 χιλιάδας χαρτίνας
δραχμάς. Τόση ήτον η περιουσία του Θανάση.
Τον φθισικόν νέον τον επήγαν, μετά το Πάσχα, εις το μονύδριον του
Αγίου Χαραλάμπους, μίαν τερπνήν εξοχήν. Ο νέος γαμβρός, όστις ήτο
πολιτισμένος, απήτησε να βγάλη η αρραβωνιαστική του τα εγχώρια
φορέματα και να φορέση ευρωπαϊκά.
Η Αφέντρα, ήθελε κι' αυτή να ενδυθή ξενικά, όσω μάλλον ό,τι
εσώζετο ακόμη εκ της νυμφικής στολής της μακαρίτιδος Ελένης, με
της οποίας το κυριώτερον μέρος είχον ενδύσει την νεκράν, δεν ήθελε
να το φορέση, ένεκα προλήψεων. Η άλλη, η ύπανδρος αδελφή, η
Μαργαρώ, αποτόμως όπως έγεινεν ο γάμος της, είχε κάμει πρόχειρα
νυμφικά φορέματα, επειδή ούτε η Ελένη θα της παρεχώρει τα ιδικά
της στολίδια, διά να στεφανωθή μ' αυτά, ούτε η Μαργαρώ θα τα
εδέχετο. Τα ενδύματα της Ελένης, όσα ευρίσκοντο ακόμη εντός του
κιβωτίου, αρχαιοπρεπέστερα, ήσαν εν μέρει αυτά τα νυμφικά φορέματα
της μητρός των, ολίγον τροποποιημένα διά τας απαιτήσεις της
εποχής. Η Αφέντρα ήτο πολύ νεωτέρα, της είχεν έλθει η τύχη της από
την Αμέρικα και ήθελε να συμβαδίση με την εποχήν.
Ο Θανάσης, ο φθισικός νέος, όστις ήτον πλήρης ελπίδων και θάρρους
ότι θ' ανέκτα την υγείαν του, τώρα που ήλθεν εις την πατρίδα,
είχεν ειπεί εις την μητέρα του μετά τους αρραβώνας της αδελφής·
— Να γείνω κ' εγώ καλά μητέρα, και να γείνη ο γάμος.
— Έννοια σου, παιδί μου· θα γένης καλά, πρώτα ο Θεός· σα δε γένης
καλά πρώτα, πού κάνουμε ημείς γάμο . . . Και τώρα που θ' αρχίσουνε
να μας έρχουνται η νυφάδες, να μας στέλνουν προξενειαίς, για σ'
εσένα, Θανασάκη μου! Μου είπαν, πέντ' έξη πεθεράδες είν' έτοιμες,
για να μου στείλουν προξενιά, ακούς; . . Τρελλαθήκανε,
ζουρλαθήκανε, τ' ακούς; . . . Χαρά 'ς εμένα! . . . Ποια κι' άλλη
θάχη την τύχη μου; Και τάζουν . . . . και τι δεν τάζουν! . . . Μα
έννοια σου, ημείς θα διαλέξουμε και θα πάρουμε, Θανασάκη . . .
Έτσι κ' έτσι δε μας γελούν εμάς . . . Κουράγιο . . . κάμε, να
γένης καλά, παιδάκι μου!
Η προθεσμία δεν ήρεσεν εις τον Γρηγόρην, τον υιόν της Μονεβασώς,
ούτε ίσως εις αυτήν την Αφέντραν. Κατά συγκυρίαν δε, εκείνας τας
ημέρας, αρρώστησε και αυτή η μητέρα του γαμβρού, η γραία Μονεβασώ.
Κατά τινα στιγμήν, εις το τέλος μιας επισκέψεως του μνηστήρος, ενώ
ούτος εξήρχετο της οικίας, μεταξύ της πόρτας και της σκάλας, η
Αφέντρα σιγά-σιγά εψιθύρισεν εις τον αρραβωνιαστικόν της·
— Ειπέ της μάννας σου, είνε φόβος μην πεθάνη ο Θανάσης, κ' ύστερα
το πένθος θα μας κάνη ν' αναβάλλουμε τα στέφανα. . . . Κ' εγώ θα
πω του Θανάση, πως είνε φόβος μην πεθάνη η μητέρα σου, κι' από τη
λύπη μας θ' αναγκαστούμε ν' αναβάλλουμε το γάμο για του χρόνου.
— Έννοια σου! . . . είπε μετ' αληθούς θαυμασμού ο γαμβρός.
Ο Θανάσης ενέδωκεν εις το επιχείρημα της αδελφής του.
Αλλά της Μονεβασώς δεν το εχώρει ο νους της, να γείνη ο γάμος του
υιού της και να μην παρευρεθή διά να δώση την ευχή της.
Ευτυχώς αύτη ήτον καλλίτερα κ' εσηκώθη εις ολίγας ημέρας. Αλλ' ενώ
εγίνοντο αι ετοιμασίαι του γάμου και είχον κατεβάσει τον άρρωστον
από την εξοχήν του Αγίου Χαραλάμπους, εις την πολίχνην, ο γαμβρός
και ο Στάθης διεφώνησαν ως προς το ποσόν της μετρητής προικός.
Ο γαμβρός ισχυρίζετο ότι πέντε χιλιάδας είχον συμφωνήσει, και
χωριστά το σπίτι, το αμπέλι, τον μικρόν ελαιώνα και τα ρούχα. Ο
Στάθης διετείνετο ότι τεσσαρεσήμυσι χιλιάδες το όλον, μαζί με τα
ρούχα, τα έπιπλα, τα σκεύη και τα λοιπά. Και οι δύο έλεγον την
αλήθειαν, επειδή εκάτερος είχεν είπει άλλον αριθμόν, όταν έδωκαν
τας χείρας . . . Επειδή δε τώρα ο γαμβρός ηθέλησεν ευρωπαϊκά
φορέματα διά την νύμφην, όλη η συσκευή θα εκόστιζε περίπου χιλίας
δραχμάς, και άλλας τέσσαρας χιλιάδας με τρόπον συμβιβαστικόν και
χωρίς ξεσυνέρια ήθελε να μετρήση διά την αδελφήν του.
Εις τα παράπονα της Αφέντρας και της μητρός, ο Θανασάκης επένευσε,
και είπε να δώση ακόμη χιλίας δραχμάς του γαμβρού. Αλλ' ο Στάθης
είχε το λύειν και το δεσμείν, και δεν επείθετο να τας δώση.
Ο Στάθης και ο γαμβρός ήλλαξαν δριμείας φράσεις·
— Σε ξένο βιο κάνεις κουμάντο εσύ; . . . Άλλος τα καζάντισε αυτά
τα γρόσια . . .
— Και συ με τ' αδερφού μου τα γρόσια, που έχασε την υγειά του για
να τ' αποχτήση, θέλεις ν' ανοίξης μεγάλο μαγαζί: . . . Πού είνε τα
καζάντια σου, εσένα;
Ο γέρο Στεφανής, όστις εισήλθε την στιγμήν εκείνην, επιστρέφων εκ
της αγοράς, όπου είχε περάσει από το καπηλείον του Γιάννη του
Βλάχου, ενθυμήθη την παροιμίαν·
— Ε! τώρα, δεν ησυχάζετε και σεις; . . . Μοιάζετε με τους δύο . . .
που μάλλωναν σε ξένο αχ . . .
Ο γέρο-Στεφανής δεν ετελείωσε την φράσιν. Η Αφέντρα είχε στραφή
προς τον πατέρα της, κ' επειδή εγνώριζε τας παροιμίας του, του
ένευσε φέρουσα ζωηρώς τον δάκτυλον εις τα χείλη. Εφοβείτο μη
προσβληθή ο μνηστήρ της.
Ο Στάθης όμως είξευρε, φαίνεται, τον άνθρωπόν του, και ήτο βέβαιος
περί της ανοχής και της πραότητος του γαμβρού. Τω όντι ούτος είχε
λάβει την προτεραίαν ήδη τας τέσσαρας χιλιάδας, καίτοι επέμενε να
λάβη άλλας χιλίας, και είχε διαθέσει μέγα μέρος του ποσού εκείνου
εις εξόφλησιν εμπορικών υποχρεώσεων.
Ο ασθενής Θανάσης, τον οποίον είχον φέρει οπίσω εις την πόλιν, δεν
κατώκησε πλέον εις την πατρώαν οικίαν, την οποίαν είχον γράψει ως
προίκα εις το συμβόλαιον, κ' εν αυτή θα εγίνοντο αι εορταί και τα
δείπνα του γάμου. Προς ανατολάς ταύτης ήτο μικρά πλατεία, και
πέραν της πλατείας ήσαν άλλαι οικίαι. Μεταξύ τούτων, ενοικίασαν
τον οικίσκον πτωχής γυναικός, διά να κατοικήση ο άρρωστος, είτα
και οι γονείς του.
Ο φθισικός, και αν δεν ηδύνατο να σηκωθή διά να παρευρεθή εις τον
γάμον, θα έβλεπε διά του παραθύρου τον μέγαν χορόν, όστις θα
εχορεύετο επί της πλατείας, εις το ύπαιθρον, μετά το γαμήλιον
γεύμα. Ήτον ήδη περί τας αρχάς του θέρους. Ο νεαρός γαμβρός ηγάπα,
φαίνεται, την επίδειξιν, και ήθελε να καλέση πλείστους και δικούς
και ξένους εις τους γάμους του.
Εν τοσούτω η απαίτησις των χιλίων δραχμών δεν είχε διευθετηθή. Ο
Θανάσης είπε να δώση ο Στάθης τας χιλίας δραχμάς εκ των χρημάτων
όσα είχεν εις τας χείρας του, ως έχων την διαχείρισιν των εξόδων.
Ο Στάθης εμόρφασεν, έγρυξε, και είπε: «Καλά!» Αλλά δεν έδωκε τα
χρήματα.
Την άλλην ημέραν, ήτις ήτον η παραμονή του γάμου, ο γαμβρός
υπέμνησε και πάλιν την απαίτησιν. Τότε ο Στάθης είπεν ότι δεν έχει
πλέον χρήματα, επειδή όσα είχεν εις χείρας επήγαν όλα για έξοδα,
και ας δώση τα χρήματα ο Θανάσης, αν θέλη.
Αυτά είπεν εις τον γαμβρόν. Εις δε τον Θανάσην είπεν·
— Αυτά να του τα δώσουμε για πανωπροίκι, να στεφανωθή, κ' ύστερα,
τι λες κ' εσύ;
— Ναι, είπεν ο Θανάσης, όστις επείθετο ευκόλως εις ό,τι του
έλεγον όλοι και μάλιστα ο Στάθης.
— Βέβαια, επέφερεν ο Στάθης, με αυτόν τον τρόπον, θ' αποδείξη κι'
αυτός πως μας εμπιστεύεται, όπως τον εμπιστευτήκαμε κ' εμείς.
Άμα εξήλθεν ο πρωτότοκος αδελφός, εισήλθεν η Αφέντρα. Αύτη
επλησίασεν εις την κλίνην του Θανάση, και ήρχισε να τον θωπεύη και
να του γλυκομιλή.
— Να, τώρα που λες, Θανασάκη μου, επειδή πάτησε ποδάρι αυτή η
γρηά, η πεθερά μου, που φοβάται μην πεθάνη, κ' ήθελε να γένη ο
γάμος τώρα . . . Εγώ είπα να γένης πρώτα καλά εσύ, κ' ύστερα να
μας βάλουν στέφανα . . . Μόλις σηκώθηκε στα πόδια της, και
βιάζεται να δώση την ευκή της, φοβάται μην ξανακυλίση . . .
Ως τόσο, είσαι και συ, καλλίτερα, Θανάση, δεν είσαι;
— Σαν καλλίτερα είμαι, είπεν ο Θανάσης, όστις ευκόλως επείθετο
ότι είνε καλλίτερα, άμα του το έλεγέ τις· ησθάνετο δ' ενίοτε και
ψευδοβελτιώσεις της νόσου.
— Μακάρ' ο θεός να δώση να είσαι καλά. Θα σηκωθής, Θανασάκη μου;
θα κάμης κουράγιο νάρθης στο γάμο, να με καμαρώσης, που θα φορώ
στεφάνι;
— Να ιδώ . . . σαν μπορέσω . . . Όπως μου πη ο γιατρός.
— Αν δεν έλθης, δεν βάζουν στέφανα, είπεν η Αφέντρα. Εσύ είσαι
δεύτερος πατέρας για μας, θα σου φιλήσωμε το χέρι κ' εγώ κι' ο
Γρηγόρης . . . ως τόσο, δε δίνεις μόνος σου κειναδά τα λεπτά; . . . .
χίλιες δραχμές του έχουνε τάξει ακόμα . . . Δεν τα δίνεις με
το χεράκι σου; αποκάτ' απ' το προσκέφαλό σου τάχεις;
Και λέγουσα έρριπτε βλέμματα πλήρη απληστίας υπό το προσκέφαλον,
ως να ήθελε να ίδη μέσω του λινομετάξου περιβλήματος, και κάτωθεν
του πατημένου μαλλίνου όγκου, τι εκρύπτετο υποκάτω. Έκαμε δε
κίνημα ως διά να χώση την χείρα της κάτωθεν του προσκεφαλαίου.
Ο Θανάσης είχε τω όντι υπό το προσκέφαλόν του το μέγιστον μέρος
των χαρτίνων νομισμάτων, τα οποία είχε φέρει ο Στάθης εκ Βώλου —
περί τας ένδεκα χιλιάδας δραχμών.
— Δεν τα δίνεις, επανέλαβεν η κόρη, για να μην εύρη καμμιά
πρόφασι ο γαμβρός; Τώρα πλεια, Θανασάκη, δεν είμαστε για ν'
απομείνουμε . . . Τι θα πη ο κόσμος; Αν μου κάμη τίποτε, Θεός να
φυλάη, και πη πως δε στεφανώνεται! . . . Κάλλιο έχω να . . .
Και δάκρυα έπνιξαν την φωνήν της. Την ιδίαν στιγμήν εισήλθεν ο
Στάθης, όστις φαίνεται ότι ήτον απ' έξω, και ίσως είχε τείνει το
ους ή τυχαίως ήκουσεν.
Ο Στάθης ήρχισεν άλλην ομιλίαν, ωμίλει διά τα καθέκαστα του γάμου,
διά τους καλεσμένους, οι οποίοι ήσαν τόσον πολλοί, ώστε δεν θα
τους εχώρει το σπίτι . . . Είνε τω όντι φαντασμένος αυτός ο
γαμβρός.
— Μην το λες, και κακιών' η αδερφή μας, είπε μειδιών ο Θανάσης.
— Εμένα μ' έχεις αδερφό, είπεν ο Στάθης· τον Γρηγόρη δεν τον
έχεις ακόμα τίποτε.
Η Αφέντρα είχε χαμηλωμένα τα όμματα κ' εσιώπα. Εισήλθε και η
Ασημήνα, ήτις ίστατο προ μικρού εις τον προθάλαμον και είχεν
ακούσει τον Στάθην.
— Τώρα πλεια έχουμε χαρές . . . Θα κάμωμε γάμο, που θα δώση νάμι
. . . Δημάρχους, λιμενάρχους, ντελεγραφιστάδες, νεροδίκη, τελώνη,
αστρονόμο, όλους τους εκάλεσεν ο γαμβρός μας . . . Θα στήσουνε
αύριο ένα χορό, που θα δώση κρότο, τι λες καλέ! . . . Θα κάμη
χαρά, λέει, που να βαστάξη τρεις βδομάδες. Παράγγειλε στον μπάρμπα
μας, τον Κοψιδάκη, να του σφάξη τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο
κατσίκια, θυσία . . . Και χωριστά ο κουμπάρος, που θα σφάξη δύο
τραγιά, και θα κουβαλήση πήττες και μπακλαβάδες. Και βιολιά, και
λαούτα, ακούς, και λογιών-τω-λογιών τα λαλούμενα, τακούς, κι' όλ'
οι βιολιτζήδες οι ντόπιοι, τρεις ξένοι, οι τουρκόγυφτοι με τα
κλαρινέτα, ακούς . . . Και θα χορέψουν όλοι, που να πηδήσουν
μεσούρανα, τακούς . . . Και πού είσ' ακόμα, ν' αρχίσουν να μας
έρχωνται η νυφάδες για το Θανάση, κ' η πεθεράδες, που θα μας
κουβαλούν ζαχαρομαχαλιά και κουραμπιέδες, και λογιών-τω-λογιών
καλούδια . . . Ως το χειμώνα, φέτος, άλλο γάμο θάχουμε . . . Και
ποια μάννα είνε σαν εμένα; . . . Πώς έχω τον νου μου, δεν λέτε; . . .
Την στιγμήν εκείνην επήλθε παροξυσμός βηχός μετά διαταραχής του
στομάχου εις τον φθισικόν. Εν τη παραζάλη και τω θορύβω, κ' ενώ αι
δύο γυναίκες προσεπάθουν ν' ανακουφίσουν τον πάσχοντα, ο Στάθης
έβαλε την χείρα υπό το προσκέφαλον, ήρπασε το χρηματοφυλάκιον,
χωρίς κανείς να τον παρατηρήση, και το έθεσεν ηρέμα εις τον κόλπον
του.
Είτα ο Θανάσης ησύχασεν. Η μήτηρ έκλεισε καλώς την θύραν του
θαλάμου, και είπεν εις όλους, καθώς είχον εξέλθει εις τον
προθάλαμον·
— Αφήστε τον να κοιμηθή . . . Είνε κρίμα απ' το Θεό . . . Της
χίλιαις δραχμαίς θα της δώση αύριο . . . Ας είνε καλά, το παιδάκι
μου . . . Μακάρι να είχατε να λαβαίνετε . . Έχασε τα νειάτα του
. . . αρρώστησε το παιδί μου . . . Τόσα χρόνια ήτανε βαθειά στη γης,
εκεί που βγάζουν τ' ασήμι, ακούς! βαθειά κάτω σαν τυφλοπόντικας να
σκάφτη, μέσ' τα λαγούμια, τ' ακούς!.. Αφήστε το, ν' ανασάνη, να
πάρη αέρα, που έλυωσε στον απάνω κόσμο, κι' ανάλυσε, σαν το κερί
το παιδάκι μου! . . . Ας ησυχάση καλά τη νύχτα.
Την επαύριον, όλ' αι ετοιμασίαι διά τον γάμον ήσαν συμπληρωμένοι
. . . Την νύκτα η Αφέντρα, καθ' ην στιγμήν ο μνηστήρ τους
εκαληνύκτιζεν, είχε ψιθυρίσει προς αυτόν κατ' ιδίαν·
— Θα μου της δώση αύριο της χίλιαις δραχμαίς. Υποσχέθηκε κ' η
μητέρα.
Την ώραν που επήγαν τα βιολιά κ' έφεραν τον κουμπάρον έμπροσθεν
της πατρικής οικίας του γαμβρού, ο Γρηγόρης, μη έχων τίνα άλλον να
ερωτήση, ηρώτησε κρύφα τον Στάθην, όστις στολισμένος συνώδευε με
πολλούς εκ των καλεσμένων τον κουμπάρον, ελθόντα να παραλάβη τον
γαμβρόν·
— Η χίλιες δραχμές, τι γίνονται;
— Θαρρώ πως της έδωκεν ο Θανάσης της Αφέντρας, απήντησε βιαστικά
ο Στάθης.
Η πομπή των καλεσμένων, μετά βιολίων και λαγούτων, άγουσα τον
κουμπάρον και τον γαμβρόν, κατήλθε μέχρι της οικίας της νύμφης.
Ανέβησαν εις την οικίαν ο γαμβρός, ο σύντεκνος, και οι οικείοι· οι
πλείστοι επερίμεναν εις τα πρόθυρα της οικίας. Μετ' ολίγα λεπτά
κατήλθον όλοι, άγοντες και την νύμφην, στολισμένην με φορέματα της
προτελευταίας μόδας, και με καπέλλον μετά τεχνητών ανθέων
πορτοκαλλέας, συνοδευομένην από την μητέρα της την Ασημήναν, ήτις
έφερε το σαλομέταξο φουστάνι της, και γουνάκι και κουζούκαν εκ
βελούδου, αμαυρού χρώματος, και από τας θείας της όλας, αναλόγως
στολισμένας. Ο γερο-Στεφανής εφόρει πανωβράκι τσόχινον, το οποίον
είχεν από τριακονταετίας, και δεν το είχε φορέσει περισσότερον από
πέντε φοράς εις όλην την ζωήν του. Έφερε φέσι κατακόκκινον, με
φούνταν κυανήν, το οποίον του είχε φέρει από το Τούνεζι κατά την
εποχήν των Κριμαϊκών ο κουμπάρος, όστις τον είχε στεφανώσει,
εμποροπλοίαρχος, προ χρόνων αποθαμμένος τώρα, είχε δε κρεμασμένον
από την τσέπην της τζάκας του την εσωτερικήν, κατερχόμενον έως το
γόνα του, μακρότατον μεταξωτόν μανδήλιον, κόκκινον, διανθές.
Πριν καταβώσιν από την οικίαν, ο γαμβρός, καθώς είχε πλησιάσει την
νύμφην, την ηρώτησε με πολύ χαμηλήν φωνήν, διά να μην ακούσουν ο
σύντεκνος και οι άλλοι οικείοι, ιστάμενοι πλησίον·
— Σου της έδωκε ο Θανάσης;
Η Αφέντρα, μη τολμώσα ν' αρθρώση φωνήν, καθώς ένευε την κεφαλήν
κάτω, κατένευσεν ακόμη χαμηλότερα, ερυθριώσα·
— Της έχεις; ηρώτησε πάλιν ο Γρηγόρης.
Δεύτερον νεύμα, έτι ασθενέστερον έκαμεν η νέα.
Ήτον Κυριακή πρωί, ώρα δεκάτη, απολείτουργα. Η πομπή διηυθύνθη εις
τον ναόν, όπου ετελέσθη ο γάμος.
Ο γάμος έγεινεν επίσημος. Μετά το γεύμα όλοι οι καλεσμένοι, ο
δήμαρχος, ο λιμενάρχης, ο ειρηνοδίκης, ο υποτελώνης και οι λοιποί,
όσους είχε καταριθμήσει η Ασημήνα, όλοι μετά των συζύγων των
έλαβον μέρος εις τον χορόν — τινές ως απλοί θεαταί — όστις είχε
στηθή εις την πλατείαν, εκείθεν της οικίας.
Πολλοί εχόρευσαν, όλοι σχεδόν ηυφράνθησαν, και κανείς δεν
εμελαγχόλησεν. Ο δυστυχής ο φθισικός, όστις είχε σηκωθή μετά βίας
από την κλίνην, και τον είχον καθίσει επί καναπέ, πλησίον του
παραθύρου, εθεώρει τον χορόν, και ησθάνετο ηθικήν ευχαρίστησιν.
— Αν δεν ηρχόμην εγώ απ' την Αμέρικα, έλεγε μέσα του, και δεν
έφερνα αυτούς τους παράδες, όλ' αυτά θα έλειπαν . . . Γάμος
μπορούσε να γείνη, αλλά θα ήτο πολύ πτωχικώτερος . . . και τέτοιος
χορός δεν θα εγίνετο.
Κ' εκείνην την στιγμήν ησθάνθη την ανάγκην να θωπεύση με τας
χείρας του το χρηματοφυλάκιον, το οποίον είχεν υπό το προσκέφαλόν
του. Από τριών ή τεσσάρων ημερών δεν είχε σηκώσει το προσκέφαλόν
να το ίδη.
Ήτον εις τον τελευταίον βαθμόν της νόσου, και μόλις ηδύνατο να
ίσταται εις τους πόδας του. Ανεσηκώθη κ' έκαμε τρία βήματα διά να
πλησιάση εις την κλίνην.
Εσήκωσε το προσκέφαλόν και βλέπει ότι η θέσις ήτο κενή. Το
πορτοφόλιον έλειπεν.
Ανεσήκωσε την προσκεφαλάδαν ή μαξιλάραν, την υποκάτωθεν. Έψαξε τα
σινδόνια. Τίποτε. Το χρηματοφυλάκιον είχε γείνει άφαντον.
Κρύος ιδρώς τον περιέχυσε, και βηξ αγωνίας τον έπνιξε.
— Μάννα μου! μάννα!
Η μικρά Ανθούσα, πτωχή κορασίς, συγγενής της οικογενείας, την
οποίαν είχαν προσλάβει εκείνας τας ημέρας διά να υπηρετή τον
ασθενή, ίστατο εις την θύραν του οικίσκου, κ' εκύτταζεν εν
εκστάσει τον μέγαν χορόν, όστις ήτον ως τεράστιος ορμαθός
ανθρώπων, πολύχρωμος και αεικίνητος. Μ' όλον τον θόρυβον όστις
ήρχετο έξωθεν, ήκουσε την κραυγήν και τον βήχα του Θανάση, κ'
έτρεξεν επάνω.
— Τι έχεις, Θανάση;
— Αθουσώ! . . . Αθουσώ! . . . τρέξε γρήγορα, φώναξε τη μάννα μου!
. . .
— Είνε πιασμένη στο χορό!
— Να ξεπιαστή . . . και να τρέξη . . . Μετ' ολίγον ήλθε τω όντι η
Ασημήνα.
— Ω! καλά έκαμε τ' Αθουσώ, κ' ήρθε, και μ' έκαμε να ξεπιαστώ απ'
το χορό. Μπαΐλντισα, παιδάκι μου! Με της νειες αυτουνού του
καιρού, με δημαρχίνες, νεροδίκηνες, λιμενάρχηνες, ντεληγραφιστίνες,
ξέρω εγώ να χορεύω; . . . Όχι άλλο! . . . Ας είνε στερεωμένα,
καλορρίζικα, παιδάκι μου . . . Τι μ' εφώναξες, Αθούσα; Με θέλεις
τίποτα, Θανάση;
— Μάννα, ποιος μου πήρε το πορτοφόλι μου;
— Ποιο; τι είπες;
— Το πορτοφόλι, που είχα τους παράδες μέσα . . .
— Ε;
— Λείπει . . . Μου το κλέψανε, μάννα . . .
— Τι λες, παιδί μου;
Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη η φωνή του Στάθη καλούντος έξωθεν της
θύρας·
— Μάννα! . . . μάννα! . . .
— Ποιος φωνάζει; Εσύ είσαι, Στάθη;
Και η Ασημήνα προέκυψεν εις το παράθυρον.
— Πες του Θανάση, εγώ τώχω το πορτοφόλι, και να ησυχάση.
Και αφού είπε τούτο, ο Στάθης απεμακρύνθη.
Ο Θανάσης εν μέρει μόνον κατεπραΰνθη.
— Γιατί δεν ήρθε μέσα;
— Έχει δουλειές, παιδί μου . . . Αυτός έχει όλη τη φροντίδα του
χορού, των παιγνιδιών και τα κεράσματα . . . 'Πηρετεί όλους τους
καλεσμένους . . .
Ακολούθως η μητέρα κατήλθεν εις την πλατείαν, και διελθούσα
πλησίον του Στάθη, του έρριψε βλέμμα ερωτηματικόν.
— Σύρε να πης του Θανάση, είπεν ούτος, ο Στάθης, πες, τώχει το
πορτοφόλι, και θα του το δώση, πες . . . Το πήρα, γιατί φοβήθηκα
μην τ' αρπάξ' η θυγατέρα σου, την ώραν που τον έπιασεν ο βήχας . . .
κι' αυτή πολεμούσε να τόνε καταφέρη για να της δώση της χίλιες
δραχμές, τα παραπανισμένα που μας γύρευε ο γαμβρός. Τώρα πλεια η
πόρτα έκλεισε . . . Πανωπροίκια δεν έχει.
Όλην την ημέραν, και μέχρι βαθείας νυκτός, διήρκεσεν η ευθυμία,
και ο χορός διακοπτόμενος επανελαμβάνετο πάλιν. Είτα οι
καλεσμένοι, ολίγοι-ολίγοι, εσκορπίσθησαν. Τελευταίοι έμειναν ο
κουμπάρος και οι στενώτεροι οικείοι, με τα βιολιά και τα λαγούτα.
Πέραν του μεσονυκτίου, έφαγαν νέον δείπνον. Τα γλυκοχαράμματα,
αφού έφεραν γύρον με τα βιολιά, ο κουμπάρος και οι οικείοι,
εγύρισαν οπίσω υπό την οικίαν και έμελψαν τα πιστρόφια.
Όλην την εσπέραν και μέχρι βαθείας νυκτός, και την πρωίαν της
επιούσης ακόμη, ο Στάθης δεν ανήλθεν εις την μικράν οικίαν, όπου
ευρίσκετο ο ασθενής αδελφός του. Ούτος, ενώ την νύκτα της
παραμονής του γάμου είχε κοιμηθή καλά κ' επί πολλάς ώρας, κατόπιν
του παροξυσμού όστις του είχεν επέλθει την ημέραν, κ' εφαίνετο
ησυχώτερος, την νύκτα την μετά τον γάμον, και κατόπιν της
ανακαλύψεως της απουσίας του χρηματοφυλακίου, την διήλθεν άυπνος
και με φοβεράς εκρήξεις βηχός.
Την ώραν του μεταμεσονυκτίου δείπνου, ενώ ο κουμπάρος μετά των
στενωτέρων εκ των καλεσμένων ηυφραίνοντο, ο γαμβρός ενθυμήθη να
ερωτήση την νεόνυμφον·
— Πού της έχεις της χίλιες; Απάνω σου; Η Αφέντρα έκαμε αδιόρατον
νεύμα.
— Και δεν μου λες, είπεν ο Γρηγόρης, γιατί δε σου έβαλε η μάννα
σου την κολλαΐνα με της λίρες, που μούλεγες πως έλεγε να σου βάλη;
— Πού να της βρούμε της λίρες, είπε τότε η Αφέντρα, λυθείσης της
γλώσσης της — επειδή η μοδίστρα της είχεν ειπεί, ότι η νύφες που
φορούν ευρωπαΐκά δεν είνε ανάγκη να σιωπούν, ούτε να καμαρώνουν,
καθώς εσυνήθιζαν η πρωτινές, που φορούσαν καβούκες κεντητές και
χρυσοΰφαντα ποδογύρια — και μαλιστα ωμοίαζαν πολύ με αχελώνες,
καθώς έλεγεν η μοδίστρα.
— Πού να της βρούμε της λίρες· ο Στάθης μόνο συχνάτσες έφερε απ'
το Βώλο . . . Κ' έπειτα, η κολλαΐνα, που έλεγεν η μητέρα, θα
ταίριαζεν αν φορούσα νυφιάτικα ντόπια . . . Μ' αυτά που φόρεσα
τώρα, δεν πάει . . .
Την πρωίαν, καθώς ο Στάθης επέστρεψεν εις το σπίτι του, και όλοι
οι καλεσμένοι επήγαν τέλος να κοιμηθούν, ο γέρων πατήρ ελθών,
εφώναξε τον Στάθην, και του είπε·
— Σύρε να ιδής τον αδερφό σου . . . σε θέλει.
Ο Στάθης ήτον πλαγιασμένος, επήρε έναν ύπνον, και αργοπόρησε.
Μετ' ολίγον η Ασημήνα, έτρεξε κ' εφώναξε την νύμφην της·
— Γερακίνα, πού είν' ο Στάθης; Μην κοιμάται; . . . Δεν είνε καλά
ο Θανάσης· πες του να φθάση γλήγορα!
Ολίγω ύστερον, ήλθεν η Μαργαρώ, η άλλη ύπανδρος αδελφή.
— Στάθη! τρέξε γλήγορα! . . . πεθαίνει ο Θανάσης! . . .
Ο Στάθης είχε σηκωθή, κ' ενίπτετο, κ' εκτενίζετο, κι' αργοπορούσε
. . .
Ευθύς κατόπιν, έφθασε μία θεία.
— Στάθη! έλα γλήγορα! . . . σε γυρεύει ο Θανάσης! . . . την ψυχή
στα δόντια! . . .
Τελευταίος, και πάλιν ήλθεν ο γέρο-Στεφανής.
— Τρέξε γλήγορα! . . . τον αδελφό σου τον μεταλαβαίνουνε.
Τέλος εξεκίνησεν ο Στάθης. Συνήντησε τον ιερέα, ασκεπή, με το
Άγιον Ποτήριον, κατερχόμενον από τον οικίσκον του ασθενούς.
Ο Στάθης έβγαλε το καπέλλο του, επροσκύνησε βαθέως και τέλος
ανήλθεν εις την μικράν οικίαν.
Ο Θανάσης ήτον εις τας λοισθίας στιγμάς.
Ο Στάθης επλησίασεν εκθύμως, του έδωσε το πορτοφόλι εις τας
χείρας. Εκείνος το έλαβε κ' εμειδίασε.
— Σχώρεσέ με, αδελφέ μου, για καλό τώκαμα, να μη σε γδύσουν . . .
Σου χρειάζουνται τα λεπτά για να κυτταχθής, να γένης καλά . . . να
ζήσης ακόμα, πολύ, πολύ! . . .
Ο φθισικός είπεν «ευχαριστώ», έσφιξε το πορτοφόλι εις την παλάμην
του, κ' εξέπνευσε.
Μόλις απέδωκε την τελευταίαν πνοήν ο Θανάσης, και ο Στάθης ανέλαβε
πάλιν το πορτοφόλι, και το έβαλεν εις τον κόλπον του.
Η Ασημήνα έρρηξε μίαν κραυγήν, είτα μετά την συστολήν του νεκρού
απηγόρευσε τα μοιρολόγια. Είχαν χαράν εις την φαμελιάν της, και το
σπίτι της νεονύμφου ήτον εκατόν βήματα παρέκει αντικρύ εκεί. Δεν
ήρμοζε ν' αμαυρωθή με θρήνους η πρώτη ημέρα του γάμου της θυγατρός
της.