να μην αφίνουν τα γίδια τους να 'μβαίνουν μέσα εις τα ξωκκλήσια
και τα γεμίζουν βιρβιλιαίς. . . . Να είνε προσεκτικώτεροι και να
έχουν περισσότερον σέβας . . . Να μην πατούν τα ξένα κτήματα με τα
κοπάδια τους και τρώγουν της εληαίς και τα θηλιάσματα των
Χριστιανών. Αυτά πρέπει να τάξη.
— Τάζω, είπεν ο Στάθης.
— Καλά, νάχης την ευχή . . . Τώρα, αν σε καλουμάρουν, έχε θάρρος.
— Η ευχή σ', παπά μ'.
Εφαίνετο αποφασισμένον ότι ο Στάθης θα κατεβιβάζετο διά σχοινίου
εις τον βράχον, διά να ζητήση τας δύο χαμένας αίγας του. Μόνον ο
Περηφανάκιας έλαβε πάλιν τον λόγον·
— Να σ' ορίσου, απ' λέει, ου λόους, παππά μ', να σ' πω, Στάθη μ',
αυτό, τι λογάτε, είνε, απούπε κ' η αϊωσύνη τ', απ' λέει κ' η θεια
τ' Αρετώ, μειγάλη απουκουτιά. Ένα πάτ'μα είνε κει-δαμέσα, έν'
απλόχερο χούμα κη δυο δάχτ'λα κουτρώνι, πού θα πατήσ', πως θα
πιάσ' τσ' γίδης, να τσ' δέσ', απ' λέει ου λόους, να σ' ορίσου,
παππά μ'.
— Εγώ δεν τον παρακινώ να καταβή, είπεν ο ιερεύς. Εις πράγματα
τόσον λεπτά, όπου αποβλέπουν την ζωήν και το συμφέρον του
ανθρώπου, κανείς δεν πρέπει ν' αναγκάζη τον άλλον. Ο ίδιος θα δώση
λόγον.
Κη λες, παππά μ', σαν πάθω τίποτα, θα πάω κολασμένος; ηρώτησεν ο
Στάθης.
— Αυτό ο Θεός το ξέρει, είπεν ο ιερεύς. Εσείς, οι πλειότεροι,
είσθε αλιβάνιστοι. Δεν ζυγώνετε 'ς εκκλησία!
— Κάθε κακό φεύγει, εψιθύρισεν αποφθεγματικώς ο μπάρμπ’-
Αναγνώστης ο Παρθένης, όστις είχε σηκωθή από την πεζούλαν και
ίστατο στηριζόμενος επί της βακτηρίας του, έξω της θύρας του
ναΐσκου.
— Κανείς σας, δεν ήρθε να ξομολογηθή αυταίς της ημέραις. Αχ! οι
γονείς σας δεν ήσαν τέτοιοι . . . Αχ! οι παληοί, οι παληοί!
— Οι παληοί, οι πρωτινοί, ήταν άνθρωποι, είπεν επιβεβαιωτικώς η
θεία τ' Αρετώ.
— Εγώ δεν είμαι και τόσο φευγάτος απ' τα θεία, παππά, είπε
παραπονετικώς ο Στάθης.
— Εσύ έχεις κάποια μικρή διαφορά, . . . Μα ακόμα, ακόμα . . .
— Έχουμε ταμμένα, μαζί με τον Κωνσταντή τον Άγγουρο, να
ξανακτίσουμε και την εκκλησίτσα τ' Άι-Παντελέημονα . . . Την είχεν
ονειρέψει του Κωνσταντή η γυναίκα.
— Άμποτε, ο Θεός να σας αξιώση, είπεν ο ιερεύς.
— Μακάρι, άξιος ο μισθός σας, είπε και η θειά τ' Αρετώ.
Ο Αγκούτσας δεν ήτο ιδιοκτήτης ποιμνίων, ούτε γεωργός, ούτε καν
βοσκός, ούτε οικίαν είχε, ούτε φαμιλιάν. Ήτο πλάνης, άστεγος. Πότε
εδούλευε με ημεροκάματον σιμά εις τους κολλήγους, τους
καλλιεργητάς, πότε έμβαινε παραγυιός εις τους βοσκούς, διά να
φυλάγη τας αίγας. Τον περισσότερον καιρόν εγύριζεν από μάνδραν εις
μάνδραν, από καλύβι εις καλύβι, από κατάμερον εις κατάμερον, χωρίς
εργασίαν, και του έδιδαν οι ποιμένες ξυνόγαλα κ' έτρωγε. Κάποτε
του έλεγαν·
— Δεν πας, καϋμένε, Αγκούτσα, να βγάλης τίποτε πεταλίδες κάτω στο
γιαλό, ή τίποτε καβουράκια στο ρέμμα μέσα;
Τούτο ήτο ασφαλές σημείον ότι τον έδιωχναν. Ο Αγκούτσας το
εκαταλάβαινε κ' έφευγε.
— Καλά που μου το θύμισες, έλεγε.
— Κ' ήτανε μεγάλο πράμμα, να το θυμηθής;
— Όχι· μα κάνει ζέστη· τόση ζέστη.
Και θα ήτο μόνον Μάρτιος· πλην ο Αγκούτσας δεν ημπορούσε να
υποφέρη την ζέστην. Έλεγεν ότι, του κάκου, αδύνατον ήτο να κάμη
τις δουλειά το καλοκαίρι. Και όλος ο καιρός, εκτός ολίγων
εβδομάδων, μοιρασμένων σποραδικώς εις τρεις ή τεσσάρας μήνας, ήτον
καλοκαίρι.
Έφευγε λοιπόν από κάθε στάνην, οπόθεν τον έστελλαν να βγάλη
πεταλίδες. Και δεν επήγαινε μεν να βγάλη πεταλίδες, αλλ' επήγαινεν
εις άλλην στάνην, εις άλλο κατάμερον.
Την ημέραν εκείνην συνέβη ο Αγκούτσας να ενθυμηθή τον Στάθην τον
Μπόζαν. Και αφού τον ενθυμήθη, ήλθε να τον επισκεφθή.
Εύρε δε την ομάδα των επτά ή οκτώ ανθρώπων, έξω της θύρας του
ναΐσκου της Παναγίας, ακριβώς καθ' ην στιγμήν η θειά τ' Αρετώ
ηύχετο εις τον Στάθην να είνε άξιος ο μισθός του.
— Τι τρέχει; ηρώτησεν ο Αγκούτσας.
Ο Περηφανάκιας, του οποίου η γλώσσα ήτο καταληπτή εις τον
Αγκούτσαν, του διηγήθη εν ολίγοις τα τρέχοντα.
Ο Αγκούτσας, με το ηλιοκαές και ρικνόν πρόσωπον, με τα πυκνά
αχτένιστα μαλλιά, έμεινε σύνοφρυς επ' ολίγα δευτερόλεπτα και
έπειτα είπε·
— Τι μ' δίνεις, Στάθη, να κατηβώ εγώ, να σ' τσ' ανεβάσω;
— Θα κατεβώ εγώ, απήντησεν ο Στάθης.
— Τουλόου σ', Στάθη, έχεις γ'ναίκα και πηδιά . . . Άφσε να κατηβώ
ηγώ, απ' δεν έχου στουν ήλιο μοίρα.
— Ο Στάθης εσιώπα.
— Να μ' δώσης εμένα τη μια γίδα, την Ψαρή, κη να μει καλ'μάρετε
κάτ', να κατηβώ, να τσ' ανεβάσω.
— Την Ψαρή, εγώ την έταξα στην Παναγία, απήντησεν ο Στάθης.
— Ο Αγκούτσας έδειξεν ότι δεν ενόει.
— Την έταξα ασημένια, προσέθηκεν ο Στάθης. Η Ψαρή εμένα μ'
χρειάζεται.
Ό Αγκούτσας έμεινεν επ' ολίγας στιγμάς σύννους.
— Ας είνε, μ' δίνεις, τη Στέρφα . . . Καλή είνε και ή Στέρφα. Α
δε βρω να την πουλήσω να κάμω χαρτσ'λήκι, την ξεφαντώνουμε κανένα
μεσ'μέρι με την παρέα, εδώ.
— Θα κατεβώ εγώ, απήντησεν ισχυρογνώμων ο Στάθης. . . . Ελάτε,
παιδιά, να μη χασομερούμε.
Έφεραν μακρόν σχοινίον δέκα οργυιών. Έδεσαν την μίαν άκρην εις
μέγαν κορμόν πελωρίου σχοίνου, βάλλοντος δίπλα εις το
παρεκκλήσιον. Ο Στάθης έλαβε την άλλην άκρην, έκαμε θηλειάν, κ'
εδέθη μοναχός του από τας μασχάλας.
Τρεις άνδρες, ο Περηφανάκιας, ο άλλος βοσκός, όστις ήτο ο Ντάνας,
ο συμπέθερος της θειά-Αρετώς, και ο Αγκούτσας, όστις δεν
εμνησικάκει διά την απόρριψιν της προσφοράς του, κρατούντες
σφιγκτά το σχοινίον, εκαλουμάρισαν σιγά-σιγά τον Στάθην εις το
ιλιγγιώδες κενόν, εις τον τρομακτικόν κρημνόν, εις την αιώραν της
αβύσσου.
Ό Στάθης είχεν ωχριάσει κατ' αρχάς. Έκαμε τρεις σταυρούς, και
ήλθεν εις την όψιν του. Κατέβαινε κάτω, ταλαντευόμενος, προσπαθών
να ψαύη με τας χείρας και με τους πόδας τον βράχον.
Μίαν φοράν εκτύπησε το δεξιόν πλευρόν όχι πολύ σφοδρώς, κατά του
βράχου.
— Αγάλια-αγάλια! μαλακά, παιδιά· εκέλευεν ο Αγκούτσας. Λάσκα,
λάσκα· καλούμα!
— Πού έμαθες πώς μιλούν οι καραβάδες, διαόλ' Αγκούτσα; είπεν ο
Περηφανάκιας.
— Σιώπα, μη βλαστημάς· λάσκα, λάσκα.
Ο Στάθης κατέβαινεν εις το κενόν, σφίγγων τους οδόντας,
ανοιγοκλείων τα όμματα, κρατούμενος σφιγκτά από το σχοινίον. Δεν
εφαίνετο να εδειλίασε.
— Κύτταξέ τονε, πώς κατεβαίνει, είπεν ο Ντάνας· σα νύφη
καμαρωμένη.
Τέλος ο Στάθης επάτησεν επί της εσοχής του βράχου.
Εκάθησε καλώς, συνεμαζεύθη, με τα δύο σκέλη περιβάδην, επί της
Ψαρής, ήτις εβέλασεν άμα τον είδεν. Έλυσε την θηλειάν από τας
μασχάλας του, έδεσε καλά την Ψαρήν περί το στέρνον, και υπό τους
προσθίους πόδας.
Έκαμε σημείον, και οι τρεις άνδρες άνωθεν του βράχου ήρχισαν ν'
ανασύρωσι σιγά-σιγά την Ψαρήν.
Μετά δέκα λεπτά της ώρας κατήλθε πάλιν κενόν το σχοινίον.
Ο Στάθης έδεσε την Στέρφαν, και οι τρεις άνδρες ανέσυραν την
Στέρφαν.
Η Στέρφα τότε μόνον εδοκίμασε να εκβάλη βελασμόν, όταν ήρχισε να
ταλαντεύηται εις το κενόν με το σχοινίον.
Ο Στάθης έμεινε μοναχός του επί δέκα λεπτά της ώρας, χωρίς την
Ψαρήν, και χωρίς την Στέρφαν.
Κατά τα δέκα ταύτα λεπτά υπέφερε φοβερώς. Ο ίλιγγος ήρχισε να τον
καταλαμβάνη. Έκλειε τα όμματα διά να μη ζαλίζεται. Έσφιγγε τα
δόντια. Έλεγε το &Πάτερ ημών&, το &Θεοτόκε Παρθένε&, και δύο ακόμη
προσευχάς, όσας είξευρεν.
Ο άνεμος, ο σφοδρός άνεμος του μεγάλου κενού και του πελάγους,
εφύσα μετά βοής εις τα ώτα του. Ανέπνεε δυνατά, ήσθμαινε και η
καρδία του έπαλλεν, έπαλλε σφοδρώς.
Τέλος, εφάνη το σχοινίον.
Ο Στάθης το έδραξε πεταχτά, εδέθη σπασμωδικώς, εσφίχθη. Εξέχασε να
σείση το σχοινίον, διά να δώση σημείον εις τους άνδρας. Πλην
εκείνοι ησθάνθησαν το βάρος και ήρχισαν να τραβούν.
Ο Στάθης ανέπεμψεν ένθερμον, εσχάτην προσευχήν αγωνίας, εκρατήθη
με τρεμούσας χείρας από το σχοινίον, και αφέθη εις το κενόν.
Εταλαντεύετο σφοδρώς. Ο άνεμος είχε δυναμώσει. Εκτύπησε δύο ή
τρεις φοράς την κεφαλήν, τους ώμους και τους πόδας εις τον βράχον.
Όταν έφθασεν εις το ύψος του βράχου, είχε ξεπιάσει ήδη τας χείρας
από το σχοινίον. Ήτο λιπόθυμος, αδρανές σώμα, ωχρός και μόλις
αναπνέων.
Οι άνδρες τον έλυσαν, τον επλάγιασαν υπό τον σχοίνον, του έδωκαν
να πίη ρούμι, τον έβρεξαν με νερό.
Ευτυχώς δεν εβράδυνε να συνέλθη.
Η Ψαρή ήτο εκεί, και τον εζέσταινε με την πνοήν της.
Η Στέρφα ίστατο ολίγον παραπέρα, και εκύτταζεν ηλιθίως.
Η θειά-Αρετώ εθαύμαζε, και έλεγεν ακόμη·
— Τι αποκοτιά! τι αποκοτιά!
Ο ιερεύς, βοηθούμενος από τον μπάρμπ’-Αναγνώστην τον Παρθένην,
είχε ψάλει την μικράν παράκλησιν εμπρός εις την εικόνα της
Παναγίας της Γλυκοφιλούσης.
Ο Περηφανάκιας έλεγε·
— Να σας ορίσου, βρε πηδιά, πουτέ μ' δεν είδια τέτοιου πράμμα,
απ' λέει ου λόους. Κακή δ'λειά, να σας πω, βρε πηδιά!
Ο Αγκούτσας εκύτταζε μετά πόθου την Στέρφαν.
— Άξιζεν, άξιζεν, είπε μέσα του· θα τ'νε ξεφαντώναμε μια χαρά!
Ο Ντάνας είπε·
— Κ' είδατε πως κατέβαινε, σαν καμαρωμένη νύφη. Κη τώρα ζαλίστηκε
το πηδί· δεν πειράζει, περαστικά νάνε.
Όταν συνήλθεν ο Στάθης, έκαμε τον σταυρόν του, εστράφη προς τους
άνδρας, και είπε·
— Τώρα, την Ψαρή την έταξα ασημένια στην Παναγία, και θα την
δώσω. Μα, ως τόσο, ένα κατσικάκι, που μου βρίσκεται ακόμη απ' τα
πρώτα γεννητούρια, αξίζετε, θα σας το θυσιάσω. Ελάτε, παιδιά, πάμε
στο μαντρί, να σας φιλέψω.
Η ΤΥΧΗ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ
Την πτωχήν την Ασημήναν, σύζυγον του βαρελά του χωρίου, όλαι αι
συγγενείς της την ελυπούντο και την εκαίοντο, πώς θα κατώρθωνε ν'
αποκαταστήση και να υπανδρεύση τας τέσσαρας κόρας, τας οποίας της
έδωκεν ο Θεός, ύστερον από δύο υιούς, τους οποίους της είχε
χαρίσει, και αφού τα έξ αυτά τέκνα με κόπον και με πολύν καϋμόν τα
είχε αναθρέψει. Το επάγγελμα του συζύγου της είχε, κυρίως ειπείν,
μόνον δύο μήνας γονίμους δι' όλου του έτους, όλον δεν τον άλλον
καιρόν ήτον απραξία με ολίγαις κουτσοδουλειαίς και «μερεμέτια».
Και πάλιν οι δύο εκείνοι μήνες έφερον περισσότερα παράπονα και
δυσαρεσκείας, παρά κέρδη και εισπράξεις.
Καθ' όλον τον Αύγουστον και τον Σεπτέμβριον, εις την εποχήν του
τρύγου, των πρωίμων και των οψίμων, μοσχάτων και μαύρων, έτρεχαν
όλοι και όλαι μαζί, οι αμπελοκτήμονες εις του μαστρο-Στεφανή
φέροντες κυλιστά από το σπίτι της κάδες και τα βυτία των και τα
βαρέλια των διά να τους τα διορθώση. Ο μαστρο-Στεφανής, αγαπών τα
αστεία, συνήθιζε να λέγη :
— Μα όλοι μαζί, Χριστιανοί μου; . . . Τα ίδια που παθαίνει ο
παππα-Μακάριος, ο πνεμματικός, της παραμονές των Χριστουγέννων και
την Μεγάλη Βδομάδα . . . Ολονών τα κρίμματα προφταίνει ένας
παππάς, όσον κι' αν πιάν' η ευκή του, να τα σχωρέση μονοκοπανιά; .
. . Τι να κάμη κ' εκείνος, το λοιπόν; . . . «Βαφτίζω και μυρώνω . . . »
Τω όντι, πώς θα ηδύνατο ποτέ ο μαστρο-Στεφανής να τους ευχαριστήση
τους πάντας; σχεδόν κανένα δεν ηυχαρίστει. Κ' εκείνοι των οποίων
τα αγγεία πρώτα επεσκεύαζε, κ' εκείνοι έφευγον δυσηρεστημένοι
ισχυριζόμενοι ότι «απ' τη βία του δεν τους έκαμε παστρική
δουλειά». Κ' εκείνοι όσων τα βαρέλια τελευταία έμενον, ακόμη
πικρότερον εγόγγυζον, επειδή έμενε πίσω η δουλειά τους. Έκαστος
είχε το παράπονόν του. Αι χήραι γερόντισσαι έλεγον·
— Α! γιατί ημείς είμαστε γυναίκες έρημες, και δεν έχουμε κανένα
να μας βοηθήση, μας παραβλέπουνε. Ημείς δεν έχουμε ψυχή; . . .
Και μερικοί άνδρες έλεγον·
— Α! να είνε καμμιά ώμορφη, να γυαλίζη, έχει χατήρι . . . Το ξέρω
κ' εγώ.
Οι γείτονες έλεγον·
— Ημάς που έχουμε όλον τον χρόνο το μπελά σου, και το φοβερό
σαμαντά σου, μας αφίνεις τα βαρέλια άφτιαστα. Ημείς δεν έχουμε
στον ήλιο μοίρα . . . Σ' άλλους κάνεις τα χατήρια.
Και οι μακρόθεν ερχόμενοι έλεγον·
— Ημάς που είμαστε απ' τον άλλο μαχαλά, που κάνουμε τόσον κόπον
να σου κουβαλούμε τα βαρέλια απ' την άλλην άκρη, μας αφίνεις στα
κρύα . . . Ημάς η δεκάρες μας δεν έχουν νούμερο
Τέλος των πλείστων τα αγγεία επεσκευάζοντο, ολίγοι τινές
ανυπόμονοι τ' απέσυρον προ της ώρας, αδιόρθωτα, και μερικοί
επολεμούσαν μόνοι τους να τα διορθώσουν.
Κ' ενώ είς μόνον βαρελάς εβασίλευεν εις την πολίχνην, εκ πολλών
χρόνων, κανείς δεν απεφάσιζε να μάθη την τέχνην. Μόνον είς,
γηραιός άνθρωπος, εξηντάρης, ο μπάρμπα-Δημητρός ο Τσουμπός,
παρουσιάσθη ζητών να την μάθη. Αλλ' ήτο τόσον οκνός και τόσον
κοιμισμένος, απ' τα νειάτα του ακόμη, ώστε, και αν κατώρθωνε να
μάθη τι, θα το ελησμόνει πριν το μάθη, όπως έλεγεν ο αρχαίος
κωμικός.
Ήτο δε τόσον πολυάσχολος κατά τους δύο μήνας του φθινοπώρου ο
μάστρο-Στεφανής, ώστε από βαθείας πρωίας μέχρι νυκτός δεν ηυκαίρει
να λείψη ουδέ στιγμήν από το εργαστήρι του, και από το «τσαρδί
του», το εκ ξύλων και κλάδων παράπηγμα, το οποίον είχε
κατασκευάσει ιδιοχείρως κατέμπροσθεν της θύρας του εργαστηρίου.
Εις την εκκλησίαν επήγαινε την Κυριακήν πρωί, και μόνον προ της
θύρας του μικρού καφενείου του Γιάννη του Βλάχου, βιαστικά
επερνούσε, ιστάμενος δε τότε επί στιγμήν, εφώναζε τον Αντώνην, τον
υιόν του καφετζή·
— Πάτερ Αβραάμ! . . . πέμψον Λάζαρον! . . .
Το «πέμψον Λάζαρον» εσήμαινε να τον δροσίση μ' ένα ποτηράκι ρακί
το θέρος, ή ρώμι τον χειμώνα, το οποίον είχε κανονισμένον. Έν και
μόνον την ημέραν έπινεν.
Όταν έγεινε δώδεκα χρόνων ο Στάθης, ο πρωτότοκος, ο πατήρ του τον
απέσυρεν από το σχολείον, διά να μάθη την πατρώαν τέχνην. Πλην
μόλις έμαθε κάτι τι ο Στάθης, και του ήλθεν έρως να γείνη
ναυτικός. Τρία έτη ύστερον, όταν έφθασεν εις την αυτήν ως ανωτέρω
ηλικίαν ο Θανασάκης, ο δεύτερος υιός, τότε τον εσχόλασε και αυτόν
από τα γράμματα, και τον «έστρωσε» στην τέχνην. Αλλ' ούτος δεν
είχεν υπομονήν ούτε τα στοιχεία της τέχνης να μάθη. Όταν έγεινε
δεκατριών ετών, επήγαινε καθημερινώς με της βάρκες, εις τους
ναύλους και το οψάρευμα, και όταν έγεινε δεκατεσσάρων ετών,
εμβαρκάρισε με μίαν σκούναν κ' έφυγεν.
Οι νησιώται μας δεν επέδιδον εις άλλο επάγγελμα παρά το ναυτικόν.
Ουδείς εξ αυτών έγεινε ποτέ έμπορος της ξηράς ή βιομήχανος ή
χειρώναξ. Και τέχνην αν είχον διδαχθή, την εγκατέλειπον χάριν της
αστάτου ερωμένης, της θαλάσσης.
Εν τοσούτω ο πρώτος υιός του μαστρο-Στεφανή δεν έπαυσε ποτέ να
είνε και ολίγον βαρελάς αν και τον περισσότερον καιρόν εταξείδευε
με τα καράβια. Κατά Ιούλιον ή Αύγουστον ήρχετο πάντοτε, κ' έμενεν
επ' ολίγους μήνας βοηθών τον πατέρα του. Εμεγάλωσεν, ενυμφεύθη, κ'
έγεινε καλός και φρόνιμος άνθρωπος.
Ο δεύτερος υιός, αφού έκαμε πολλά ταξείδια, και αφού επανήλθε δις
ή τρις μετά μακράς απουσίας, όταν έγεινε δεκαοκτώ ετών,
εμβαρκαρίσθη με βαπόρια, κ' επήγεν εις την Αμερικήν. Εκείθεν
έγραψε δύο ή τρεις επιστολάς κατά μακρά διαλείμματα, υποσχόμενος
ταχέως ότι έμελλε να στείλη και χρήματα· αλλά δεν έστειλεν. Είτα
έπαυσε να γράφη και δεν ηκούετο πλέον.
Παρήλθον δέκα έτη και δεν έδωκε σημεία υπάρξεως. Μόνον δύο φοράς ο
μάστρο-Στεφανής έμαθεν εμμέσως εκ τρίτων λεγόντων ότι ήκουσαν
άλλους οίτινες τον είχαν ανταμώσει, ότι ευρίσκετο εις μίαν των
δημοκρατιών της νοτίου Αμερικής, όπου φαίνεται ότι υπήρχε χρυσίον
πολύ, αλλά και κακαί νόσοι πλειότεραι και διαφθορά και κακουργία
μεγίστη.
Κατά τους πρώτους χρόνους της αποδημίας του νέου, οι γείτονες και
οι φίλοι επείραζον ενίοτε τον πατέρα του·
— Τώρα θα έχη βγάλη μουστάκια ο Θανάσης, μάστρο-Στεφανή . . .
— Τι ηθέλατε να βγάλη . . . σπανάκια; . . .
Άλλοι πάλιν έλεγον
— Πώς δεν έστειλε τίποτε λίρες ακόμη ο Θανάσης;
— Μα ας κιτρινίσουν πρώτα η λύρες . . . ακόμη δεν ωρίμασαν.
Σημειωτέον ότι «λύρες» εκαλούντο εις τον τόπον και τα όψιμα
κολοκύνθια, τα λαμβάνοντα τεραστίαν ανάπτυξιν.
Εν τοσούτω, ας είχε μέσα του καϋμόν ο μάστρο-Στεφανής διά τον
ξενιτευμόν του υιού εκείνου, αυτός μόνος το είξευρεν. Εις τους
τελευταίους χρόνους, καθ' όσον εγήραζεν, είχεν αρχίσει να
υπερβαίνη τον κανονισμόν, και δις ή τρις της ημέρας ίστατο έξω της
θύρας του καπηλειού του Γιάννη Βλάχου, κ' εφώναζε την φράσιν την
συνθηματικήν
— Ελέησόν με . . . και πέμψον Λάζαρον!
Εν τω μεταξύ, αι τέσσαρες θυγατέρες εκείναι, διά την τύχην των
οποίων ανησύχουν αι εξαδέλφαι της Ασημήνας, έλαβον διαφόρους
τύχας.
Η δευτερότοκος αυτών είχεν εύρει την τύχην της προ της πρωτοτόκου,
όταν ήτο μόνον επταέτις, και πριν απέλθη εις την Αμερικήν ο
αδελφός της. Μίαν εσπέραν, όταν κατόπιν ραγδαίας συνεχούς βροχής
είχον γεμίσει τα πηγάδια, οι λάκκοι, και τα κοιλώματα, η μικρά
Ροδαυγή (ούτω την είχαν βαπτίσει), ευρισκομένη εις την αυλήν
μεγάλης γειτονικής οικίας, είχε κύψει εις το χείλος βαθέος φρέατος
διά να «καραβίση» έν πτερόν όρνιθος, θέλουσα να μιμηθή τ' αγόρια,
τα οποία έβλεπε καθημερινώς να καραβίζουν εις το γειτονικόν
ποτάμιον, το σχηματιζόμενον εις το κοίλον κέντρον της πολίχνης
κατόπιν των υετών. Η παιδίσκη έκυψεν ολίγον τι βαθύτερα,
εγλύστρησε, κ' έπεσε κατά κεφαλής, μέσα εις το νερόν.
Η κραυγή της επνίγη, άνθρωπος δεν έτυχε πλησίον εκεί να την ίδη.
Μάτην εδοκίμασε να πιαστή από το φρακτόν στόμιον του πηγαδιού.
Ετάραξεν, έπλευσεν, εσπαρτάρισεν. Μετ' ολίγα λεπτά την ανέσυραν
νεκράν.
Δευτέρα εύρε την τύχην της η πρωτότοκος, η Ελένη, και συγχρόνως μ'
αυτήν η τριτότοκος η Μαργαρώ. Εύρον αι δύο μίαν τύχην, αλλά
διφορουμένην και κάπως παράδοξον. Η Ελένη είχεν αρραβωνισθή τον
Παναγήν τον Μικούτσικον, λεπτουργόν το επάγγελμα, τον οποίον τη
είχον εκλέξει αι εξαδέλφαι της μητρός της, ως καλόν νέον και
προκομμένον. Αλλ' όταν, κατά το έθος του τόπου ετελέσθησαν τα
μβασίδια, και εισήχθη διά πρώτην φοράν ο γαμβρός εις το σπίτι, ο
νέος είδε την αρραβωνιαστικήν την οποίαν του είχον προορίσει, είδε
και την μικροτέραν αδελφήν της, την Μαργαρώ. Η καλύπτρα, φευ! προ
πολλού είχε καταργηθή εις τα ήθη μας.
Ο Παναγής δεν ηθέλησε την Λείαν, την Ελενιώ, αλλ' ηθέλησε την
Ραχήλ, την Μαργαρώ. Την άλλην ημέραν δεν εδίστασε να εκδηλώση την
προτίμησίν του, προς την πενθεράν του, την ιδίαν. «Ή μου δίνετε
την Μαργαρώ, είπεν, ή σας στέλνω τα σημάδια πίσω».
Να πετάξη ο καμβρός «τα σημάδια», δηλ. τους αρραβώνας! κακόν και
ψυχρόν το πράγμα. Τι να κάμη η πτωχή Ασημήνα, τι να κάμη κι' ο
μάστρο-Στεφανής, ο σύζυγός της. Μετά πολλούς δισταγμούς και
διαβούλια, αλλά και έριδας μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου, αφού η
Ασημήνα ήκουσε τας γνώμας και των εξαδέλφων της, ηναγκάσθησαν να
υποκύψουν.
Η Μαργαρώ ως ήκουσεν ότι ο γαμβρός την προτιμά, δεν ώκνησε να είπη
ότι και αυτή τον θέλει. Ήτον, είνε αληθές, ανθηροτέρα και
χαριεστέρα της αδελφής της, και ήτο μόλις δεκαοκταέτις. Η Λενιώ, η
ατυχής παραγκωνισθείσα, το επήρε κατάκαρδα. Εφαίνετο ολίγον
ασχημούτσικη, και ήτον χλωμή και κακοπλασμένη εξ αρχής. Είτε
έπασχεν αρχήθεν, είτε όχι, το βέβαιον είνε ότι απέθανε φθισική,
ολίγον χρόνον ύστερον, μετά δύο μήνας από τον γάμον της Μαργαρώς!
Ιδού πώς αθρόως και χονδρικώς, ούτως ειπείν, διεσκεδάζετο η
φιλόστοργος ανησυχία των εξαδελφάδων της Ασημήνας.
Έμεινε τώρα, μία κόρη, η Αφέντρα, η τελευταία. Η μήτηρ της την
είχε πλέον «χαδούλα και χαδιάρα», και αι εξαδέλφαι της μητρός της
δεν ανησύχουν πολύ δι' αυτήν. Η Ασημήνα έτρεφε μητρικήν
φιλοδοξίαν, την οποίαν ηρέσκετο να σχετίζη με τον καϋμόν της διά
την αποδημίαν του υιού, κ' έβλεπε ξυπνητά τα όνειρα εν σχέσει προς
την μέλλουσαν λαμπράν και ένδοξον εκ της Αμερικής επάνοδον
εκείνου.
— Της Αφέντρας μου, η τύχη, έλεγε, θάρθη απ' την Αμέρικα.
Και η κόρη εμεγάλωνε με την ιδέαν ταύτην. Αλλ' εν τω μεταξύ η τύχη
της εκινδύνευσε να έλθη από πολύ απωτέρω, δηλαδή από τας ιδίας
περίπου σφαίρας, οπόθεν είχεν έλθει της ατυχούς Ελένης η τύχη και
της μικράς Ροδαυγής.
Μία εξαδέλφη του μάστρο-Στεφανή είχε συνδεθή διά του γάμου της με
μεγαλείτερον σόι. Εκαλείτο κοινώς η Επαρχίνα. Ήτο συνταξιούχος
χήρα διοικητικού υπαλλήλου προ χρόνων αποθανόντος. Είχε ζήσει εις
άλλας πόλεις της Ελλάδος και είχεν αποκτήσει ξενιζούσας έξεις και
κλίσεις. Μία των ιδιοτροπιών της, ήτις εφάνη αλλόκοτος εις το
χωρίον, υπήρξε το να παραγγείλη να της κατασκευάσουν εντός του
περιβόλου του κοινού κοιμητηρίου τον τάφον της κτιστόν, και να
επιγράψουν επί πλακός το όνομά της· «Ενθάδε κείται η αείμνηστος
χήρα του αοιδίμου Επάρχου Σ. Χ.» πριν αύτη αποθάνη ακόμη.
Τούτο το είχον κάμει και άλλοι τινές προ αυτής. Έν μάλιστα
γεροντικόν ανδρόγυνον, είχε κτίσει διδύμους τάφους, ανοικτούς,
χάσκοντας, με τας επιγραφάς των ονομάτων των ζώντων ακόμη. Και το
ανδρόγυνον είχε φθάσει εις βαθύ γήρας, 87 ετών ο σύζυγος, 84 η
συμβία, και οι τάφοι έχασκον προκλητικώς προς τους επισκέπτας, και
το ανδρόγυνον δεν απέθνησκε. Τινές μάλιστα είπον ότι επίτηδες
είχον κτίσει οι δύο σύζυγοι τους τάφους εκείνους τους ανοικτούς,
διά να ξεγελάσουν τον θάνατον και διά να εξορκίσουν τον Χάρον . . .
Τούτους είχε μιμηθή και η χήρα Π. Χ. Καθώς ήτον ο τάφος,
νεόκτιστος, ασβεστωμένος, και με υγράν ακόμη κονίαν, μίαν εσπέραν
θερινήν, η συνταξιούχος γερόντισσα, συνοδευομένη από την μικράν
Αφέντραν, δευτέραν ανεψιάν της, δωδεκαετή τότε παιδίσκην, προς ην
εφαίνετο να τρέφη στοργήν τινα, ενώ επέστρεφον από την άμπελον,
ολίγον μετά την δύσιν του ηλίου, με τα καλαθάκια των υπό τους
αγκώνας κρεμάμενα, διήλθαν έξωθι του νεκροταφείου. Εισήλθον εις
τον περίβολον διά να ίδη η χήρα τον τάφον, και δείξη τούτον, ως
αξιοπερίεργόν τι, εις την μικράν Ανεψιάν της.
— Να, Αφέντρα μου, κύτταξε πού θα με βάλουν!
Η κόρη εκύτταξε με άκακον περιέργειαν και αφοβίαν.
— Τι ώμορφο ταφάκι, που θάχης, θεια, είπε· μικρούτσικο . . .
— Μου πήραν μέτρο, είπεν η γραία, μα δεν ξέρω, αν θα μούρχεται
ίσα-ίσα. Ήθελα να καταβώ μια κάτω, να ξαπλωθώ, για να δοκιμάσω . . .
πρέπει να τεντωθώ καλά . . .
Η παιδίσκη ακουσίως εγέλασε.
— Πού σ' αφίνει, θειά, είπεν, η καμπουρίτσα που έχεις, για τα
ξαπλωθής, να δοκιμάσης; . . .
Η γραία εμόρφασε.
— Μπα! είπε, δεν έχω καμπούρα, πού την ηύρα την καμπούρα; . . .
Κ' έφερε την χείρα οπίσω εις την ράχιν της.
— Σαν πεθάνουμε, εξηκολούθησε να λέγη στρυφνώς πως και μετά
πικρίας . . . τότε η καμπούρα φεύγει από πάνω μας, τότε όλα τα
κορμιά ισάζουν . . . Κι' όλοι μας γινόμαστε ίσιοι, ίσιοι και
όμοιοι, ίσωμα, σαν αυτόν τον κάμπο που θα πλαγιάσουμε όλοι μας,
σαν αυτό το χώμα που θα μας σκεπάση.
Αίφνης της γραίας της ήλθε μία ιδέα.
— Θέλεις, Αφέντρα μου, να μβης εδώ μέσα να ξαπλωθής ώμορφα-
ώμορφα, να καμαρώνης, για να ιδώ πώς θα φαίνωμαι όταν με βάλουν
μέσα . . . ίσα κοντεύουμε να είμαστε στο μπόι; γιατί εσύ ψηλώνεις
γλήγορα . . . Να τεντωθής, ολίγο συ, να ξεδιπλωθώ λίγο εγώ, ίσα θα
είμαστε, πάνω-κάτω.
Η παιδίσκη μειδιώσα, άκακα, άφοβα, άφησε το καλαθάκι της και
κατέβη εις τον κοινόν λάκκον. Εκάθησε κάτω περιμαζεύουσα τα
κράσπεδα του φορέματός της, είτα εξηπλώθη, εσταύρωσε τα χεράκια
της, έκλεισε τα ματάκια της, και εκαμάρωνεν ώμορφα-ώμορφα, καθώς
έλεγεν η γραία θεία της.
— Φτάνει τώρα, έκραξεν η χήρα του Επάρχου· σήκω απάνω μη μας
ιδούν, και λένε, τι πάθανε αυταίς; . . . Τι ώμορφα που κάνεις την
πεθαμμένη! . . . Ανέβα γλήγορα, και πάμε.
Η Αφέντρα την ιδίαν εσπέραν διηγήθη το πράγμα εις δύο συνομήλικας
φίλας της. Τούτων η μία, μεγαλειτέρα κατά δύο έτη από την
Αφέντραν, έβαλε φωνήν τρόμου, και κατεφόβισε την κορασίδα.
— Πω! πω! έκαμες την πεθαμμένη! και το λες κι' όλα;
— Γιατί;
— Οι βρυκολάκοι θα σε κυνηγούν! . . . και θα γυρεύουν να σε
πάρουν μαζί τους . . .
Τότε η Αφέντρα ετρόμαξε. Την νύκτα επλάγιασε με πονοκέφαλον. Της
ήλθε πυρετός. Έβλεπεν όλην την νύκτα νεκρούς και τάφους και
βρυκόλακας εις τον τεταραγμένον ύπνον της. Η ιδία η θεία της τής
εφαίνετο ότι είχεν αποθάνει, ότι εβρυκολάκιασε και ζητούσε να της
πίη το αίμα. Εξύπνησε παγωμένη, και την κατέλαβε κάτι σπασμώδες
και νευροπαθές.
Είχε πάρε «φρίξιν», καθώς έλεγεν η μητέρα της. Την εσπέραν
προσεκλήθη είς ιερεύς, και ήρχισε να της διαβάζη άνωθεν της
κεφαλής της τα Τετραβάγγελα. Η χήρα η Επαρχίνα κατεθλίβη κ'
επροσπάθει με κάθε τρόπον να εγκαρδιώση την νέαν, και να
παρηγορήση την μητέρα, η οποία όμως έκαμνε μορφασμούς δυσμενείας
προς την ανδρεξαδέλφην της.
— Είδες την Επαρχίνα! έλεγε κατ' ιδίαν η Ασημήνα η πτωχή. Να μου
τρελλάνη το κορίτσι, μιαν ώραν μιαν ωρίτσα! Τ' ήθελε να την πάη
στα Μνημούρια, θα πω τι ήθελε; Και την έβαλε, λέει, να πέση μέσ'
τον τάφο που έχει κτίσει, για να δοκιμάση το μπόι της! . . .
Κορίτσι απάρθενο, αγουρίδα, άκακο, μούστο πράμμα! Και να ξαπλωθή
στον λάκκο μέσα, ακούς! Για να σκιάξη, μαθές, τους πεθαμμένους;
. . . Για να την αφήση ο χάρος, γρηά, κακόγρηα, κακομαγειρεμμένη, να
μην την πάρη, και σωθούν η αμαρτίες της! . . . Και την έσπρωξε
μέσα στο λάκκο, τ' ακούς!. . . . Κ' έκανε την πεθαμμένη, τ' ακούς!
. . . Ποιος ξέρει αν δεν της έρριξε και χώματα απάνω της; . . .
κι' αν δεν την εκακομελέτησε, τάχα; Και τώρα που ήλθε, άτυχα, του
κοριτσιού μου . . . Και πώς να τώχω, ένα παλαβό, ένα σκιασμένο,
ένα φριμμένο, Θε μου! . . . Κορίτσι μυριάκριβο, που ήταν σαν το
κρύο νερό . . . Που μου το γύρευαν οι γαμβροί από τώρα . . . Κ'
εγώ έλεγα, η καϋμένη, νάρθη ο Θανάσης απ' την Αμέρικα, να μου φέρη
πολλές-πολλές λίρες, να το παντρέψω, να το νοικοκυρέψω, να
ευφρανθώ, να χαρώ! . . . Και τώρα η Επαρχίνα μου το βόλεψε καλά!
. . . Απ' το Θεό ας τωύρη!
Αφού ο ιερεύς επέρανεν αναγινώσκων όλα τα Τετραβάγγελα, υπεράνω
της κορυφής της, η Αφέντρα έδειξε σημεία βελτιώσεως. Μετά τρεις
εβδομάδας αι πένθιμοι εικόνες εξηλείφοντο μικρόν κατά μικρόν από
τον νουν της. Η μητέρα επροσπάθει να την κάμη να φαιδρυνθή.
— Δεν έχεις τίποτε, Αφέντρα μου· τώρα είσαι καλά . . . Και πού
νάρθη, από την Αμέρικα ο Θανάσης μας! . . . να σου φέρη όλα τα
καλούδια . . . και θα φέρη λίρες, λίρες με την ουρά . . . να σε
στολίσω, να σε κάμω νύφη . . . Εκατό λίρες θα βάλω κολλαΐνα 'πάνω
στα στήθεια σου, στο γάμο, που θα φορής το στεφάνι . . . να
καμαρώνης, να σε ζηλεύουν όλοι!