Εάν ο ήρως του παρόντος διηγήματος ήτο αυτούσιος ο γράφων, τότε ο

επί κεφαλής τίτλος, θα είχε μάλλον τροπικήν και αλληγορικήν

σημασίαν. Διότι, ναι μεν, ευδοκία της θείας προνοίας, είνε αληθές

ότι και χάρις εις την φιλάδελφον προθυμίαν του χωρικού και

αρχοντικού φίλου μου κυρ Γιάννη Πεντελιώτου, αξιούμαι σχεδόν κατ'

έτος ανελλιπώς, κατά τας περιδόξους, ταύτας ημέρας να συμβάλλω

εναμίλλως μετ' αυτού, υποβαστάζοντος διά της χειρός τα γυαλιά του,

αγαπώντος το πολίτικον ύφος, παρατείνοντος επ' άπειρον τα μουσικά

κώλα και τας καταλήξεις του, εις τον μικρόν αγροτικόν ναΐσκον του

χωρίου Θ., όπου μυροβολεί ελισσόμενον εις κυανούς στεφάνους το

μοσχολίβανον, περιβάλλον ως διά φεύγοντος πλαισίου τους ακτινωτούς

στεφάνους και τας σεμνάς όψεις των αγίων, και όπου με τας κεντητάς

ποδιάς των και τα λευκά κολόβια αι νεαραί χωρικαί προσέρχονται

φέρουσαι αγκαλίδας ρόδων και ίων και θημονίας όλας δενδρολιβάνου,

καταφορτώνουσαι με λόφους ανθέων τον πενιχρόν επιτάφιον, μη έχοντα

ανάγκην άλλης πολυτελείας. Εκεί εισβάλλει ουλαμός όλος αυτοσχεδίων

ψαλτών, κρατούντων ανά έν φυλλάδιον του επιταφίου εις την χείρα,

οίτινες φιλοτιμούνται να ψάλλωσιν εν σπαρακτική παραφωνία τα

εγκώμια, καταστρέφοντες διά κωμικών σφαλμάτων και τας ολίγας

λέξεις, όσαι είνε ορθώς τυπωμέναι εις τα φυλλάδια εκείνα.

Χωρίς να είμαι κύριον μέρος του αυτοσχεδίου τούτου χορού, οφείλω

να ομολογήσω ότι, καίτοι προσπαθών να συμψάλλω υποφερτά κάπως με

τον αρχοντικόν και πρόθυμον φίλον μου, ουχ ήττον υστερώ αυτού κατά

πολλά, και διά τούτο επεκαλέσθην εν αρχή, ως επιείκειαν εκ μέρους

του αναγνώστου, την τροπικήν του τίτλου εκδοχήν, καθ' ον δηλ.

τρόπον εις όλους τους ναούς, παρουσιάζονται κατά τας ημέρας

ταύτας, πολλοί τέως άγνωστοι, μουσόληπτοι εκ του παραχρήμα,

λαμπριάτικοι ψάλται, ούτω και ο γράφων, ενώ καθ' όλον τον άλλον

χρόνον σιωπά, παρουσιάζεται, δις του έτους ούτος, τα Χριστούγεννα

και το Πάσχα, κατ' αποκοπήν διηγηματογράφος. Το πράγμα ήρχισε να

γίνεται κάπως φορτικόν, και πολλοί μεν εσκανδαλίσθησαν, τινές δε

και το απεδοκίμασαν. Αρκούσι τόσαι άλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί.

Ημείς δεν είμεθα Άγγλοι ούτε Αμερικάνοι. Μη μας σκοτίζης και συ.

Πόθεν έλαβες αφορμήν να υποθέσης ότι το κοινόν θέλγεται από τας

αναμνήσεις σου, ή συγκινείται από τα αισθήματά σου; Το έκαμες μίαν

φοράν ή δύο. Αρκεί. Παύσε πλέον. Δεν βλέπεις ότι το αιώνιον θέμα

σου εξηντλήθη, και ότι ευρίσκεσαι εις την ανάγκην να προσπαθής βία

να παρουσιάσης απλήν παραλλαγήν κατ' έτος;

Εν πρώτοις, καλόν θα ήτο να διακρίνωμεν ό,τι είνε πράγματι

ξενισμός από ό,τι δύναται να είνε, εκ της φύσεως των πραγμάτων,

κοινόν εις πάντα τα έθνη. Λόγου χάριν, το να εκδίδωνται τα

περιοδικά κατά Σάββατον ή Κυριακήν είνε ξενισμός; Το να

δημοσιεύουν αι πολιτικαί εφημερίδες φιλολογικωτέραν ύλην κατά

Κυριακήν, είνε ξενισμός; Ενί λόγω, το να σχολάζη τις κατά τας

εορτάς από της τύρβης του κόσμου, ως και από της αναγνώσεως άρθρων

πολιτικών, και να αισθάνεται την ανάγκην αβροτέρας, τερπνοτέρας,

αφοσιοτέρας αναγνώσεως είνε ξενισμός; Έστω, αλλά δύνασαι να

δημοσιεύης εν ημέραις εορτών διηγήματα ή περιγραφάς, χωρίς να

κάμνης ποσώς λόγον περί των Χριστουγέννων και του Πάσχα.

Ιδού λοιπόν ποίον το αίτιον της δυσφορίας των — και πόσον αφελώς

το ομολογούσι.... το εξωτερικεύουσι. Να φιλοξενηθής ηγεμονικώς εις

τα μέγαρα μεγάλου άρχοντος, και να μην προπίης εις τιμήν του

οικοδεσπότου! Να απολαύσης (ξενίας δεσποτικής και αθανάτου

τραπέζης) και να μην αποδώσης ευχαριστίαν εις τον εστιάτορα! Αλλ'

εις τα διηγημάτια, όσα εδημοσίευσε κατά καιρούς ο υποφαινόμενος τα

Χριστούγεννα ή το Πάσχα, ενεπνεύσθην, αληθώς, από τας αναμνήσεις

μου και τα αισθηματά μου, τα οποία θέλγουσι και συγκινούσιν εμέ

αυτόν — ίσως και ολίγους εκλεκτούς αναγνώστας. Ότι δε τοιούτοι

υπάρχουσιν, αποδεικνύεται εκ τούτου, ότι δύο των εφημερίδων, αι

κορυφαίαι της πρωτευούσης ως και το μονάκριβον περιοδικόν,

δεξιούνται τα εορτάσιμα διηγημάτια των ημερών τούτων.

Έπειτα ουδαμού σχεδόν θα εύρητε ότι επεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ή

πλοκήν, όπως γαλβανίσω την περιέργειαν του αναγνώστου. Όπου

γίνεται λόγος περί ξενιτευμένων, οίτινες επιστρέφουσι μετά μακράν

απουσίαν ή στέλλουσι γράμματα μετά υλικής παρηγορίας εις τους

οικείους, ταύτα όλα βασίζονται επί της πραγματικότητος, καθόσον

όλοι οι ζήσαντες εις παραθαλασσίους και ναυτικούς τόπους της

Ελλάδος κάλλιστα γνωρίζουσιν ότι, κατά τας παραμονάς ιδίως των

εορτών, πολλοί ξενιτευμένοι, ενώ συνήθως φαίνονται σκληροί και

απεσκληρημένοι τον φλοιόν, αίφνης &ενθυμούνται& τους οικείους των,

ή και επιστρέφουσιν εις τας πατρίδας, ή αν αυτοί κωλύονται υπό

φιλοτιμίας να κατέλθωσιν ευπροσώπως, όχι σπανίως αποστέλλουσι

παραμυθίαν εις τας γηραιάς μητέρας και τας αδελφάς των. Εν άλλοις

λόγοις γίνεται λόγος περί των κοινωνικών και οικογενειακών εθίμων

των σχετιζομένων με τας εορτάς, και αλλαχού πάλιν η ασθενής πλοκή

στρέφεται περί νεωτεριστικόν τι φθοροποιόν έθιμον. Τι το απίθανον

εις όλα ταύτα;

Αλλά τα πλείστα των υπ' εμού γραφέντων εορτασίμων διηγημάτων

έχουσιν, ας μου επιτραπή ο λατινικός όρος, a priori την υπόθεσιν,

είνε δηλαδή μάλλον θρησκευτικά. Ποίαν χάριν, σας παρακαλώ, ποίαν

δύναμιν και πρωτοτυπίαν θα είχε το να λάβη τις τον κόπον να

περιγράψη λεπτομερώς πώς χωρικός ιερεύς απήλθε να λειτουργήση εις

εξωκκλήσιον, χάριν μικράς κοινότητος αγροίκων ή βοσκών, ποίοι και

πόσοι μετέσχον της πανηγύρεως και ποία τινα ήσαν τα ήθη των

πανηγυριστών; Τούτο θα ήτο όλως ευτελές κατά την γνώμην των

κριτικών. Το να γράψη τις, ότι γηραιός ανήρ εφόνευσε την συμβίαν

του, κατ' αυτήν την ημέραν των Χριστουγέννων — χωρίς μήτε ο

αναγνώστης μήτε ο συγγραφεύς να υποπτεύωσι καν διατί την εφόνευσεν

—, τούτο είνε υψηλόν και πολυτελές, κατά την εκτίμησιν μερικών.

Μετά τοιούτον έγκλημα κατ' αυτήν την αγίαν ημέραν, το θέμα

εξηντλήθη, και όλα τα Χριστουγεννιάτικα και τα πασχαλινά διηγήματα

δεν πρέπει πλέον να βλέπωσι το φως.

Μη &θρησκευτικά, προς θεού&. Το Ελληνικόν έθνος δεν είνε

Βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είνε κατ' ευθείαν

διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα επολιτίσθησαν, προώδευσαν και αυτοί.

Συμβαδίζουν με τάλλα έθνη. Ποίαν ποίησιν έχει το να γράψης ότι ο

Χριστός «δέχεται την λατρείαν του πτωχού λαού», και ότι πτωχός

ιερεύς «προσέφερε τω θεώ θυσίαν αινέσεως;» Και να περιγράφης το

εσωτερικόν του ναΐσκου, με τας νυσταλέας κανδήλας και τας αμαυράς

μορφάς των Αγίων ολόγυρα! Δεν τα εννοούμεν αυτά ημείς. Θέλομεν

διήγημα, το οποίον να είνε όλον ποίησις, όχι πεζή πραγματικότης.

Συ δε πώς τολμάς να γράφης ομιλών περί Ιουλιανού του Παραβάτου,

καρφωμένου εις τον τοίχον από την λόγχην του αγίου Μερκουρίου,

τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνός, ο παράφρων τύραννος....»

Όταν συγγραφεύς άλλος, και άλλης περιωπής, δημοσιεύσας προ ετών

ιστορικοφανταστικόν δράμα, προέτασσε &χυδαία& αληθώς προλεγόμενα,

δι' ων ύβριζε βαναύσως την θρησκείαν των πατέρων του — τότε ουδείς

λόγος ήτο όπως σκανδαλισθή τις διότι το πράγμα ήτο της μόδας. Αλλά

συ, να τολμάς να εκφράζεσαι με τοιαύτην ασεβή γλώσσαν περί του

Ιουλιανού εκείνου, του παραβάτου ή αποστάτου καλουμένου — η

θρασύτης υπερβαίνει παν όριον. Και όμως ο σοφός επικριτής δεν

ενόησεν ότι η φράσις ήτο εξ αντικειμένου, όπως λέγουσιν αυτοί·

απέδιδε δηλ. διά λέξεων τα χρώματα του ζωγράφου· και ότι παν

ζήτημα περί των δοξασιών του γράφοντος (όστις εν τούτοις δεν

αρνείται ότι συμμερίζεται την γνώμην του Βυζαντινού τοιχογράφου)

παρέλκει όλως.

Διά να δώσωμεν πέρας εις το προοίμιον αυτό, θα είπωμεν με δύο

λέξεις ότι: Το σημερινόν έθνος δεν επήγε, δυστυχώς, τόσον εμπρός

όσον λέγουν αυτοί. Το έθνος το Ελληνικόν, το δούλον τουλάχιστον,

είνε ακόμη πολύ οπίσω, και το ελεύθερον δεν δύναται να τρέξη

αρκετά εμπρός, χωρίς το όλον να διασπαραχθή, ως διασπαράσσεται,

φευ! ήδη. Ο τρέχων πρέπει να περιμένη και τον επόμενον, εάν θέλη

ασφαλώς να τρέχη· ο ελεύθερος πρέπει να βοηθή τον δεσμώτην ή

πρέπει να τον ανακουφίζη. Όσον παρέρχεται ο χρόνος, τόσον το

ελεύθερον έθνος καθίσταται οίμοι! ανικανώτερον όπως δώση χείρα

βοηθείας εις το δούλον έθνος. Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται

να είνε κοσμοπολίτης ή αναρχικός, ή άθεος ή ό,τι δήποτε. Έκαμε το

πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είνε ελεύθερος

να επαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, την απιστίαν και την

απαισιοδοξίαν. Αλλά Γραικύλος της σήμερον όστις θέλει να κάμη

δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον

ανορθούμενον επ' άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις ύψος και

φανή και αυτός γίγας. Το ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ' ουδέν

ήττον και το ελεύθερον, έχει και θα έχη διά παντός ανάγκην της

θρησκείας του.

Το επ' εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω

πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας να υμνώ

μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν

και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη. &Εάν

επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η

γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν ου μη σου μνησθώ.

***

Αλλ' ο ήρως του παρόντος διηγήματος είνε ο κυρ Κωνσταντός

Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος του δήμου Λίτης, του χωρίου Αν......,

όστις υπεσχέθη, ως είχε πάντοτε συνήθειαν ευκόλως να υπόσχεται

(εις την αρετήν δε ταύτην ίσως ώφειλε και την επιτυχίαν του εις τα

πολιτικά· διότι ενώ ο α' και ο β' πάρεδρος εις πάσαν εκλογήν,

εμάχοντο πάντοτε περί της πρώτης τάξεως προς αλλήλους, αυτός,

μετριόφρων και χωρίς κεράσματα εξελέγετο ασφαλώς τρίτος εκάστοτε,

μη υπάρχοντος τετάρτου συναγωνιστού), υπεσχέθη, λέγω, να υπάγη να

συλλειτουργήση τον παπά Διανέλον τον Πρωτέκδικον, έξω, εις το

παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ο ναΐσκος ευρίσκετο

τρεις ώρας μακράν της πόλεως, και ο παπά Διανέλος ο Πρωτέκδικος

είχεν απέλθει εκεί από της πρωίας του μεγάλου Σαββάτου, αφού έλαβε

την υπόσχεσιν του κυρ Κωνσταντού ότι θα έφθανε προς το βράδυ διά

να ψάλη και συνεορτάσωσιν ομού την Ανάστασιν.

Άλλον βοηθόν ο Παπάς δεν είχεν^ ο νεώτερος υιός του, ετοιμαζόμενος

εφέτος δι' εξετάσεις εις το Διδασκαλείον, δεν ηδυνήθη να έλθη το

Πάσχα· ο άλλος έλειπε διαρκώς ναύτης με τα καράβια του. Θυγατέρας,

το άφθονον τούτο προϊόν του τόπου — και της ιερατικής εγγάμου

τάξεως μάλιστα — του είχεν αφήσει πλησμονήν η μακαρίτισσα η

πρεσβυτέρα, πέντε τον αριθμόν, ας είχαν ζωήν, οπού δεν έπαυαν

αεννάως να μεγαλώνουν, να μην αβασκαθούν· ήσαν τόσον γείτονες την

ηλικίαν, ώστε δεν επρόφθανε να μεγαλώση η μία, και η άλλη αμέσως

την έφθανε· όσον εμεγάλωναν τόσον εφαίνοντο, και μάλιστα αι

μεσαίαι τρεις, ίσαι περίπου εις τα χρόνια, ίσως και εις το

ανάστημα· και ο παπά Διανέλος, ακούσιος ιερομόναχος, δεν ήτο

ελεύθερος ούτε εις μοναστήριον να καταφύγη.

Τον τριών ωρών δρόμον από την πολίχνην εις το εξωκκλήσιον είχε

διανύσει το πρωί, απολείτουργα, ο παπά Διανέλος, ακολουθούμενος

από τας δύο νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα και δώδεκα

ετών, και από ομάδα επτά ή οκτώ γυναικών φιλεόρτων, προπορευομένου

του όνου του, φορτωμένου το δισσάκιον με τα &ιερά& του παπά. Ο

ήλιος ήτον ως δύο καλαμιαίς υψηλά, όταν εξήλθον εις του Γιατρού τ'

αμπέλι, είτα έφθασαν εις τα Βουρλίδια, είτα ανήλθον ασθμαίνοντες

εις του Ματαρώνα τον Πεύκον, όστις ίστατο τότε ακόμη εκεί και

ευηργέτει τους οδοιπόρους με την παρήγορον σκιάν του εις την

κορυφήν του υψώματος, πριν ασυνείδητος βάρβαρος, τη ανοχή ή τη

ενοχή εκείνων τους οποίους ο πλέον άτυχος των λαών του κόσμου, εκ

περιτροπής εκλέγει άρχοντας και προστάτας του, ρίψη ασπλάγχνως το

περικαλλές δένδρον και απογυμνώση το τοπίον του μοναδικού

στολισμού του.

Εκείθεν ανήλθον εις το Πετράλωνον και εις του Σταμέλου την

Βρυσούλαν, και ανέβησαν δι' ανωφερούς οδού εις του Κανάκη την

Βρύσιν, και διά της Κλινιάς κατήλθον εις του Χαιρημονά το ρέμμα,

και έφθασαν εις την βόρειον ακτήν της νήσου, εφ' ύψους της οποίας,

περίοπτος εκ του πελάγους, ακούων τους κτύπους του πλήττοντος τας

ακτάς κύματος, σιωπηλός και διηγούμενος πέντε αιώνων σπαρακτικήν

ιστορίαν μαρτυρίου και αίματος, εγείρεται πενιχρός αλλά σεμνός της

Αποτομής του τιμίου Προδρόμου ο ιερός ναΐσκος.

Εισήλθον εις τον περίβολον του ναού και εξεφόρτωσαν το ονάριον. Αι

γυναίκες ροδοκόκκινοι, εξαναμέναι εκ της οδοιπορίας, αεννάως

κελαδούσαι και καγχάζουσαι, ετίναξαν τα ουδόλως κορνιακτισμένα

κράσπεδά των, και εφόρεσαν επί του κοντού φουστανίου της

οδοιπορίας τας μακράς και πολυπτύχους εσθήτας. Ο παπάς έρριψε κάτω

την μίαν άκραν του στακτερού ζωστικού του κ' εφόρεσεν άνωθεν αυτού

το μαύρον ράσον του. Εισήλθον όλοι εις τον ναόν κ' επροσκύνησαν.

Εκ των γυναικών, αι μεν συνέλεξαν χαμόκλαδα και ήναψαν φωτιάν, διά

να ψήσωσι καφέν και προσφέρωσιν εις τον ιερέα, αι δε έδρεψαν εκ

των ευωδών θάμνων δέσμας σχοίνων και πριναρίων και φασκομηλεών,

και συνέδεσαν προχείρως διά κλωστής σκούπας, και ήρχισαν γοργά και

στρωτά να σκουπίζωσιν άλλαι το έδαφος του ναού, άλλαι το

προαύλιον· ο ιερεύς απετέλεσε σκούπαν εκ δάφνης και μύρτου και

δενδρολιβάνου, και εσάρωσε μόνος του το Θυσιαστήριον, και όλον το

ιερόν βήμα. Δεν έπαυε δε να γογγύζη και να διαμαρτύρηται εναντίον

της αβελτηρίας, ως έλεγε, των βοσκών και των αιπόλων, αυτών

εκείνων οίτινες τον είχον προσκαλέσει να τους κάμη Ανάστασιν εις

το Βουνόν, και εκ των οποίων κανείς δεν είχε φανή ακόμη. Αυτοί

προέβαινον ενίοτε μέχρι της βεβηλώσεως τού να εισάγωσιν, ίσως εν

καιρώ βροχής, τα θρέμματά των εντός των εξωκκλησίων, ως ηδύνατο να

πεισθή τις εκ της παρουσίας διαφόρων ιχνών της εισβολής, τα οποία

ουδ' είχον λάβη τον κόπον να εξαλείψωσιν. Ένδοθεν του ιερού

βήματος, ενώ έκυπτε διά να σκουπίση, ηκούετο από καιρού εις καιρόν

ψιθυρίζων μετά στεναγμού:

— Αχ! αλλοίμονο... «Ανθρώπους και κτήνη σώσεις, Κύριε!»

— Δεν τσάκισε κανείς το ποδαράκι του! έκραξεν απαντώσα έξωθεν εις

τον στεναγμόν του ιερέως η θειά Σειραϊνώ, η αληθής σημαιοφόρος των

εξοχικών λειτουργιών και των πανηγυριών.

— «Ανθρώπους και κτήνη!» εψιθύρισε πάλιν ο ιερεύς.

Είχε παρέλθει ήδη η μεσημβρία, και ο ιερεύς μετά του μικρού

ποιμνίου εκάθησαν να γευματίσωσιν υπό την ιεράν ελαίαν, εν τω

περιβόλω του ναΐσκου, εγγύς του παμπαλαίου εκείνου λιθοκτίστου

κιβουρίου, το οποίον κατ' άλλους ήτο στέρνα ύδατος και κατ' άλλους

κοιμητήριον ή οστεοθήκη. Η θειά το Μαθηνώ, γηραιά ευλαβής κατά

τους μεν, ψευτομετάνισσα κατά τους δε, ενάρετος γυνή, αποβλέπουσα

προς το κτίριον τούτο μετά στεναγμού είπεν:

— Ημείς τρώμε, κορίτσια· να έχουν τάχα κ' οι φτωχοί, να φάνε!

— Τρών' οι πεθαμένοι, θειά Μαθηνώ, είπε το Αγλαώ, η δωδεκαέτις

παιδίσκη του ιερέως.

— Οι πεθαμμένοι τρώνε κόλλυβα, εγώ το ξέρω, προσέθηκε το

Καλλιοπώ, η δωδεκαέτις μικρά αδελφή της· και γι' αυτό, ημείς στο

σπίτι όσα κόλλυβα μας φέρουνε, όλα τα μοιράζουμε ςτους φτωχούς και

στα παιδιά τα γειτονόπουλα, για να έχη η μάννα μας, η φτωχή, να

φάη ςτον άλλον κόσμο...

— Σιωπή, Καλλιοπώ! είπεν ο ιερεύς, θέλων να κρύψη την συγκίνησίν

του.

Προ δώδεκα και πλέον ετών ο παπά Διανέλος είχε φίλον τινά

ελληνοδιδάσκαλον, χρηστόν άνδρα, αλλ' όστις είχεν αδυναμίαν εις τα

ελληνικά ονόματα. Είχε γείνη σύντεκνος του ιερέως, και βαπτίσας

τας δύο τελευταίας κόρας του είχε δώσει αυταίς αρχαιοπρεπή

ονόματα, τα οποία όμως, επειδή ευρέθησαν επί ουδετέρου εδάφους,

εξουδετερώθησαν, ως εικός, και αυτά.

— Τι! έχει δίκηο το κορίτσι, παπά· ανέκραξεν η θειά το Μαθηνώ,

ήτις ενθυμήθη τότε τα «πεθαμμένα της», τέσσαρα παιδιά και τον

άνδρα της, οπού είχε θάψει, μείνασα με δύο θυγατέρας υπάνδρους,

τας οποίας είχε στήριγμα ακόμη εις τον κόσμο· έχει δίκηο το

κορίτσι. Ο παπά Θεόφιλος, ο μακαρίτης ηγούμενος της Μεγαλόχαρης

της Ευαγγελίστρας, το ίδιο μας έλεγε, για έναν που τον είχαν όλοι

για πεθαμμένον, που η γυναίκα του τού έκαμε τα τρίμερα και τα

νιάμερα, και ο Άγγελος Κυρίου έπαιρνε το πιάτο με τα κόλλυβα,

καθώς ήταν σταυρωμένο με της σταφίδες και με τα ρόιδα και το

επήγαινε εις τον πλακωμένον κ' έτρωγε, δεν ξέρω πόσαις μέραις, κι'

ανάσαινε από μια τρύπα της γης, θαρρώ, ως που ο άνθρωπος δεν

απέθανε, κ' εσήκωσε το μάγγανο, και τον ξελευθέρωσεν, δεν είνε

αλήθεια αυτό παπά;

— Αλήθεια είνε, βλοημένη, απήντησεν ο παπάς· αλλά τώρα είνε...

για όσους θέλουν να τα πιστεύσουν.

— Κι' όσοι δεν τα πιστεύουν;

— Θα πάνε στην Κόλασι, το ξέρω εγώ, είπε το Καλλιοπώ

— Μα σαν είν' αλήθεια, παπά, γιατί ο Άγγελος Κυρίου δεν σήκωνε

μια και καλή το μάγγανο να ξελευθερώση τον άνθρωπο; είπεν η

Αννούδα, μία των γυναικών.

— Γιατί ο σκοπός δεν ήτον να δειχθή η παντοδυναμία του θεού, οπού

είνε αποδειγμένη δι' απείρων θαυμάτων, απήντησεν ο ιερεύς· αλλά να

φανερωθή μόνον η δύναμις των μνημοσύνων και των διά τους νεκρούς

προσφορών, και ότι τίποτε το οποίον (προσφέρει) θυσιάζει ο

άνθρωπος εις τον Θεόν, τίποτε το οποίον δίδει εις τους πτωχούς,

καμμία καλή πράξις, καμμία αρετή, καμμία υπομονή, κανέν μαρτύριον,

κανέν δάκρυ, τίποτε δεν χάνεται. Όλα σπείρονται εις γην αγαθήν, ως

ο κόκκος του σίτου, είπεν ο Κύριος, όπου αν πέση εις την γην και

αποθάνη (και τοιαύτα είνε τα κόλλυβα, τοιούτοι και οι νεκροί),

πολύν καρπόν φέρει. «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει

θεριούσι». Κείνοι που σπείρουν με δάκρυα, με χαράν και αγαλλίασιν

θα θερίσουν.

— Το λέγει αυτό το Εύαγγέλιον;

— Το λέγει το Ψαλτήρι, αλλά το ίδιο είνε, γιατί και το Ψαλτήρι

είνε λόγος Θεού, και εμπνευσμένον από το Πνεύμα το Άγιον. Και όταν

θάπτομεν νεκρόν εν Χριστώ ευσεβώς δύσαντα, είνε ως να σπειρωμένα

εις την γην κόκκων σίτου... και ο Κύριος θα τον αναστήσει εν τη

εσχάτη ημέρα, καθώς ο ίδιος ευδόκησε να μας το υποσχεθή.

«Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται... καγώ αναστήσω αυτόν εν

τη εσχάτη ημέρα».

— Αμήν! είπεν η θειά το Μαθηνώ, και τα δάκρυά της, επί τη μνήμη

του ανδρός και των τεσσάρων παιδιών, ταχέως εξητμίσθησαν ως

σταγόνες όμβρου μετά θερινόν υετόν, εντός της κοίτης πάλαι

ξηρανθέντος χειμάρρου.

***

Το δειλινόν εφάνησαν μακρόθεν να κατεβαίνωσι την ράχιν ερχόμεναι

αι καλυβιώτισσαι γυναίκες, αι ποιμενίδες και βοσκίδες των

αγροτικών συνοικιών. Ήλθαν φέρουσαι πελωρίους κοφίνους, γεμάτους

άνθη, λαμπάδας, κηρία και αγγεία με έλαιον, και πρόσφορα και

μικράς φιαλίδας με &νάμα&, ή οδηγούσαι ονάρια με τα σάγματα

επεστρωμένα διά κιλιμιών και χραμίων, φορτωμένα τορβάδες και

δισσάκια με φλάσκας οίνου, με τυρία νωπά, ή ζεματισμένα και

κόκκινα αυγά. Κατόπιν εφάνησαν σφυρίζοντες αλλοκότως δύο ή τρεις

βοσκοί με τας αγέλας των, τας οποίας ωδήγησαν παρά τον απότομον

κρημνόν προς την θάλασσαν. Οι τράγοι επήδων από βράχου εις βράχον,

από όχθον εις όχθον, από κοίλωμα εις κοίλωμα, ενώ τα ερίφια

χαριέντως σκιρτώντα έτρεχον κατόπιν των αιγών βελάζοντα,

αγαλλόμενα προς την νέαν δι' αυτά απόλαυσιν του αγνώστου τούτου

πράγματος, της ζωής, εκθέτοντα εις τον ήλιον τα στακτερά ή στικτά,

και λευκά και μαύρα τριχώματά των, ενώ οι βοσκοί, υψηλοί,

ρωμαλέοι, τραχείς, φριξότριχες, ηλιοκαείς την όψιν, έτρεχον εμπρός

και οπίσω με τας μακράς, ίσας με το ανάστημά των, καμπύλας την

λαβήν ράβδους των, σοβούντες μετά πολυήχου συριγμού την δυσάγωγον

και σκιρτικήν αγέλην.

Τελευταίοι έφθασαν οι ποιμένες άνευ των αμνάδων των, τας οποίας

είχον αφήσει οπίσω εις τας μάνδρας, κομίσαντες μόνον δυο αρνία

σφαγμένα. Έφθασαν σιγυρισμένοι, αλλαγμένοι, στολισμένοι όλοι των,

με καθαρούς χιτώνας, κοντά βρακία και υψηλαίς βλαχόκαλτσαις, με

πλατέα ζωνάρια κίτρινα, ξυραφισμένοι και με τους λινόχρους ή

καστανούς μύστακας αγκιστροειδείς.

Ταχέως έκλινεν η ημέρα, και ο ήλιος έδυσεν εις μίαν ράχιν του

Πηλίου, αντικρύ, αφού επί πέντε λεπτά της ώρας είχε μείνει

στεφανωμένος με κυάνεα και περιπόρφυρα χρυσαυγή νέφη αντιλαμβάνων

ο ίδιος όσην απέδιδε δόξαν και λάμψιν και επί δέκα λεπτά ακόμη,

αφού εβασίλευσεν, αι ακτίνες της στέψεώς του έμειναν χρυσοφαείς,

πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι βάπτουσαι το βουνόν με ιώδες χρώμα.

Είτα κατήλθεν η νυξ, ηρέμα επί των πλευρών του όρους, σπείρουσα

παντού το βαθύ και άρρητον μυστήριόν της, και οι έμψυχοι κρότοι

και ψίθυροι της φύσεως, εξηγέρθησαν εις τας ράχεις, εις τους

λόγγους, εις τας φάραγγας, και η οφρύς του βουνού ητμίσθη και

συνεστάλη υγρά και το βλέφαρον του λόφου κατήλθε, και εκλείσθη εις

έν βουνόν ρεμματιά και κάμπος. Και ο μπάρμπα-Κωνσταντός ο

Ζ'μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος του χωρίου, του δήμου Λίτης, δεν

εφάνη ουδαμόθεν να έρχεται.

Ήτο δε ανήσυχος ο ιερεύς, και φόβος ήτο να μείνωσι χωρίς Ανάστασιν

και λειτουργίαν. Διότι ευλόγως δεν ηδύνατο άνευ βοηθού να

ιεροπρακτήση. Λειτουργία χωρίς ένα τουλάχιστον ψάλτην ή αναγνώστην

δεν γίνεται, οι ποιμένες και οι βοσκοί ήσαν όλοι, ως εικός, ου

μόνον αγράμματοι, αλλά και αλιβάνιστοι οι κακόμοιροι πολλοί

τούτων.

— Τώρα, τι να κάμουμε; — Ορίστε σου υπόσχονται σίγουρα μία

δουλειά, κ' ύστερα σ' αφήνουν μέσ τη μέση! &Ανθρώπους και κτήνη

σώσεις Κύριε!&

Ήλπιζεν εν τούτοις ακόμη ότι ο μπάρμπα-Κωνσταντός θα ήρχετο.

Αργοστόλιστος ήτο πάντοτε, τον ήξευρεν. Αλλά τώρα ήτο σκοτεινή

ακόμη νυξ και μόνον τα άστρα έλαμπαν άνω, ολίγω ύστερον ανέτελλεν

η σελήνη, και τότε ελπίς ήτο να έλθη.

Παρήλθον δύο ώραι και η σελήνη ανέτειλε κολωβή από το σκοτεινόν

βουνόν άνω, ανερχομένη βραδέως εις το στερέωμα, και αι τάξεις των

άστρων ηραιώθησαν επ' άπειρον και όλα σχεδόν ημαυρώθησαν εις την

διάβασίν της. Παρήλθεν ακόμη μία ώρα. Ο μπάρμπα-Κωνσταντός δεν

εφάνη.

Ο ιερεύς ήρχισε ν' αγανακτή.

— Ο ασυνείδητος! ο μωρός!.... Ήμαρτον κύριε! «Ανθρώπους και

κτήνη».

Ήθελε να στείλη ένα των ποιμένων εις την πολίχνην, όπως ζητήση και

εύρη ένα συλλειτουργόν να του φέρη. Αλλ' οι ποιμένες και οι βοσκοί

όλοι έρεγχον εξηπλωμένοι μεταξύ των σχοίνων και των κομαρεών,

τυλιγμένοι εις τας κάπας των, ευχαριστημένοι ότι επανήλθεν η

άνοιξις και εύρισκαν ολιγώτερον παγεράν της γης την υγρασίαν. Και

αι γυναίκες των πλαγιασμένοι και αυταί, ύπνωττον ολιγώτερον

ακουστώς όπισθεν του ιερού βήματος, τυλιγμέναι με τα χιράμια και

τα κιλίμια, τα οποία είχον φέρει επεστρωμένα επί των σαγμάτων των

όνων. Και αι εκ της πολίχνης ελθούσαι γυναίκες, κύπτουσαι επί των

καλαθίων των, έξω της θύρας του ναού, υπό τον εστεγασμένον πρόναον

και εντός της ξύλινης κιγκλίδος, ελαγοκοιμώντο και αυταί. Μόνον ο

ιερεύς ανησύχει και ήτο άγρυπνος.

— Τα ξέρω εγώ απ' όξου τα πλειότερα τα γράμματα, παπά, του έλεγεν

η θειά το Μαθηνώ, διά να του δώση θάρρος· τα κανοναρχώ κειδά στ'

αυτί του γέρο-Φιλιππή, κι' ο γέρο-Φιλιππής, οπούν θεοφοβούμενος

άνθρωπος, θα τα λέη κειδά όπως-όπως...

— Να δα η ώρα να σε κάμουμε και ψάλτη, Μαθηνώ! απήντησε γελάσας ο

ιερεύς.

— Ψάλτης δε θα γίνω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θάμαστε...

Κανένας γραμματισμένος δεν είνε για να μας γελάση.... Η αγιωσύνη

σ' βρίσκεις τον ήχο του μπάρμπα Φιλιππή, κ' εγώ του λέω τα λόγια

όσα θυμούμαι. Νάξερα από μέσα απ' το χαρτί να διαβάσω, θαρρώ πώς

δε θα ήτον αμαρτία να ψάλω και μοναχή μου.

Ως τόσον επλησίαζε μεσονύκτιον, και δεν ήτον ελπίς να έλθη πλέον ο

μπάρμπα-Κωνσταντός, ο τρίτος πάρεδρος. Ο ιερεύς δεν απεφάσισε να

εξυπνήση κανένα εκ των βοσκών και τον στείλη εις την πόλιν, ως

εσκέφθη κατ' αρχάς, διότι ελογάριαζεν ότι τόσαι ολίγαι ώραι έμενον

έως να ξημερώση, ώστε μέχρι ου υπάγη ο αποσταλησόμενος εις την

πόλιν, ζητήση και κατορθώση να εύρη ψάλτην, εωσότου πείση και φέρη

αυτόν και φθάσωσιν ομού εις τον Άγιον Ιωάννην θα ήτο ακριβώς δύο

ώραις ημέρα.... και η Ανάστασις επρόκειτο να γίνη τα μεσάνυκτα ή

και βραδύτερον τι.

Ο παπά Διανέλος εσηκώθη στενάζων, εισήλθεν εις τον ναόν, και

προσεκύνησεν εις τας βαθμίδας του ιερού βήματος. Ευθύς κατόπιν

έτρεξεν η γρηά Μαθηνώ και η θειά το Σειραϊνώ, η σημαιοφόρος των

πανηγύρεων. Αι δύο γυναίκες ήρχισαν να αναζωπυρώσι τα φυτύλια, να

ρίπτωσιν έλαιον εις τας κανδήλας και να κάμνουσιν εγκαρδίους

σταυρούς. Ησθάνοντο ανέκφραστον χαράν και γλύκαν εις τα σωθικά

των. Ήτο ανάστασις, Ανάστασις! Το πρόσωπον του Δεσπότου Χριστού

έλαμπε με άγιον φως, δεξιά της ιεράς πύλης. Η μορφή της Δεσποίνης

Θεοτόκου ήστραπτεν εξ αφάτου χαράς αριστερόθεν, κρατούσης το θείον

βρέφος της. Η όψις του τιμίου Προδρόμου, με ένα βόστρυχον της

κόμης φρίττοντα προς τα άνω, ως να έμεινεν ανωρθωμένος από την

πρόσψαυσιν του θηριώδους δημίου του αποκόψαντος την σεβάσμιον

κάραν του μείζονος εξ όσων εγέννησαν κατά φύσιν αι γυναίκες

ανδρών, εσελαγίζετο εκ μυστικής ευφροσύνης παραπλεύρως εκείνου ου

την φρικτήν κορυφήν ηξιώθη να χειροθετήση. Και ο αγαπημένος

μαθητής ήτο ακόμη εκεί, και συνέχαιρεν επί τη Αναστάσει, αν και

πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε το υψηλόν μέτωπόν του, προβλέποντος

ότι θρασύς ιερόσυλος έμελλε μετ' ου πολύ να τον αρπάση εκ της

κόγχης του διά να τον μεταφέρη εις Αθήνας και τον καθιδρύση όχι

εις ναόν και ολοκαύτωμα και θυσιαστήριον, όχι εις τόπον του

καρπώσαι, αλλ' εις Μουσείον, Ύψιστε Θεέ! εις Μουσείον, ως να είχε

παύση ν' ασκήται εις τον τόπον αυτόν η χριστιανική λατρεία, και τα

σκεύη αυτής ν' ανήκον εις θαμμένον παρελθόν, και να ήσαν

αντικείμενον περιεργείας!.... Ίλεως γενού αυτοίς, Κύριε!

***

Τέλος δεν ήτο ελπίς να έλθη ο κυρ Κωνσταντός και ώφειλον εκ των

ενόντων να ψάλωσι την ακολουθίαν. Αι εκ της πόλεως γυναίκες, η μία

μετά την άλλην, αποτινάξασαι την υπνώδη νάρκην, εισήλθον εις τον

ναΐσκον. Αι εκ των αγρών ποιμενίδες δεν ήργησαν να εξυπνήσωσιν, ο

δε παπά Διανέλος εξήλθε προς στιγμήν, και λαβών τεμάχιον παλαιάς

σανίδος και σφυροειδές ξύλον, κατεσκεύασεν αυτοσχέδιον σήμαντρον,

διότι φευ! δεν υπήρχε προ πολλού κώδων όστις να εξυμνή τους προ

αιώνων κοιμηθέντας και να συγκινή την κόνιν των από γενεών

κοιμηθέντων κατοίκων της πάλαι ποτέ υπαρξάσης πόλεως. Διά του

σημάντρου τούτου ήρχισε να κρούη ο ιερεύς εις τροχαίους πρώτον

(τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ,) είτα εις ιάμβους (το τάλαντον, το

τάλαντον), και να εξυπνή τας μεσονυκτίους ηχούς.

Πασχαλινές ιστορίες · 第 3 / 5 段