ευσταθείας των εκκλησιών, ευφορίας των καρπών της γης, κτλ.
όπισθεν του πρώτου πελωρίου κορμού της χιλιετούς δρυός, ον τρεις
άνδρες συνάπτοντες τας οργυιάς, μόλις ηδύναντο ν' αγκαλιάσωσιν,
ηκούετο βραχύς διάλογος, οίος ο εξής, μεταξύ τριών ή τεσσάρων
αιπόλων, ων ο πρώτος, Γιάννης ο Κούτρης, έλυεν απαντών τας απορίας
των άλλων.
— Ντουγρού, ντουγρού;
— Ταμάιμα.
— Μονοκοπανιά;
— Τα ίσα, ζέρ;
— Σ'μ Παναϊά τ' Ντομάν;
— Ντούρμα, παπάς έτσ' είπε.
— Του ρέμμα-ρέμμα;
— Δε-δε-πάμι;
— Δε πάμι, ζερ!
Αλλ' ο διάλογος ούτος διεκόπη υπό της φωνής του ιερέως, όστις εν
τω μεταξύ απεδύθη τα άμφια, κ' έκραξεν εις το ποίμνιόν του.
«Είστ' έτοιμοι; πάμε!» Δύο των αιπόλων έσπευσαν να φορτώσωσι τα
ιερά, ως και τα καλάθια των ποιμενίδων τα περικλείοντα εορτάσιμά
τινα εφόδια, εις πέντε ή έξ ονάρια, ο ιερεύς επέβη εις το έβδομον,
και οι άλλοι πεζοί, οι μεν κρατούντες τας λαμπάδας των αναμμένας,
με την αριστεράν, προσπαθούντες, με την δεξιάν, να σκεπάσωσι την
λαμπήν από της πνοής της απογείου αύρας, οι δε ανάψαντες μικρά
φαναράκια, χρήσιμα εις τους αιπόλους διά τους νυκτερινούς
επαυλισμούς και τους αμολγούς των αιγών των, εξεκίνησαν
κατερχόμενοι προς βορράν, είτα εστράφησαν ανατολικώτερον,
βαίνοντες διά κακοτοπιάς εφ' ης δεν θ' αντείχον άλλοι πόδες παρά
τους ιδικούς των, ελαφρά πατούντες με τα τσαρούχια τα περιβάλλοντα
τους ευκινήτους πόδας των, βιάζοντες τα γαϊδουράκια να τρέχωσι,
σύροντες μάλλον αυτά εις τον δρόμον, τοποθετούμενοι εξ αριστερών
ως έμψυχα δίκρανα, προς υποστήριξιν των φορτωμένων υποζυγίων εις
τα κρημνωδέστερα μέρη. Δύο ή τρεις αυτών, με τας κάπας των,
ήρχοντο τελευταίοι, μετά συριγμών και ακατανοήτων μονοσυλλάβων,
άγοντες τα αιπόλιά των, με τα μικρά ερίφια διά χαριεστάτων
σκιρτημάτων τρέχοντα παρά τας μητέρας των, βελάζοντα ερωτηματικώς,
εις α αι αίγες απήντων αορίστως, μη έχουσαι πώς να εξηγήσωσι την
ασυνήθη νυκτοπορίαν.
Η σελήνη είχεν ανατείλει προ του μεσονυκτίου, και ο δίσκος της
υπέρυθρος ολίγον, εφαίνετο όπισθεν των κορυφών υψηλών δένδρων,
πότε εκρύπτετο, κατά τους ελιγμούς της πορείας, όπισθεν του
βουνού. Και οι θάμνοι εσείοντο πανταχού όθεν διέβαινεν η πομπή,
και τα έντομα εξεγείροντο παράωρα εκ του ύπνου των, καί τινα
μυιγάρια εξορμώντα επέτων φαιδρώς περί τας ανημμένας λαμπάδας,
υποβοΐζοντα, καίοντα τας μικύλας πτέρυγάς των ή καταστρέφοντα μετά
τελευταίου βόμβου την εφήμερον ύπαρξίν των εις την πρόσψαυσιν της
φλογός.
Τα νυκτοπούλια έφευγον φοβισμένα από σχοίνον εις κόμμαρον, από
αιμασιάν εις δένδρον, προσθέτοντα τον ελαφρόν θρουν των πτερύγων
των εις το αβρόν εναρμόνιον φύσημα της αύρας της ορθρίας. Και η
αγραμπελιά η χιονανθής, η λευκάζουσα και μυροβολούσα εις τους
φράκτας, λευχείμων μυροφόρος εορτάζουσα την Ανάστασιν, και ο
κισσός και το αγιόκλημα, πλόκαμοι της Ανοίξεως εξαπλούσης την
μυροβόλον κόμην της ανά τους αγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν εν τη
νυκτί την ευωδίαν των εις τον αέρα. Και η αργυρά αμμόκονις των
άστρων ωλιγόστευεν επάνω, καθ' όσον υψούτο η σελήνη, και η αηδών
ηκούετο μινυρίζουσα βαθειά εις τον μυχόν του δάσους, και ο γκιώνης
μη δυνάμενος να διαγωνισθή προς την λιγυράν αδελφήν του, έπαυσε
προς καιρόν το θρηνώδες άσμα του.
***
Είχαν κατέλθει ήδη πολύ βαθειά, κάτω εις το ρεύμα, και αντικρύ
των, έβλεπον μακράν το πέλαγος, κυανήν οθόνην, αμυδρώς
επαργυρουμένην από τας ακτίνας της σελήνης. Ηκούσθη δε μετ' ολίγον
βαθύς παφλασμός ως χειμάρρου καταφερομένου μετά δούπου από των
βράχων, κρότος συνεχής, ισχυρός, μονότονος. Ήτο το ρεύμα της
Παναγίας της Δομάν, από των υδάτων του οποίου είκοσι νερόμυλοι
υδρεύοντο το πάλαι και πολλαί εκατοντάδες στρέμματα κήπων με
κλιμακωτάς αιμασιάς επιαίνοντο από το δροσερόν νάμα του. Εκεί
αντικρύ, προέκυπτεν επ' άκρας της θαλάσσης το παλαιόν φρούριον, το
οποίον ήτό ποτε κατοικία ανθρώπων, πριν γείνη γλαυκών φωλεά και
λάρων ορμητήριον. Εις το ακένωτον ρεύμα της Παναγίας της Δομάν
ωφείλετο η ευδοκίμησις πάσης φυτείας και πάσης βλαστήσεως κατά
τους παλαιούς εκείνους χρόνους.
Ήτο ήδη ως δύο μετά τα μεσάνυκτα, όταν ο παπ' Αγγελής και οι
αιπόλοι του έφθασαν εις την Παναγίαν της Δομάν. Το μικρόν
εξωκκλήσιον ήτο κτισμένον υπό συστάδα πελωρίων δένδρων,
περίβαλλόμενον γραφικώς υπ' αυτών, σκεπαζόμενον φιλοστόργως από
τους κλώνους των. Ο ναΐσκος ήτο πενιχρός, αλλά διετηρείτο και ήτο
λειτουργήσιμος. Ήτο δε εν των ολίγων ναϊδίων όσα εσώζοντο όρθια
από της παλαιάς εποχής. Γείτονες αυτού, χαμηλότερα προς την
θάλασσαν, ήσαν το πάλαι, εντός της κοιλάδος της συνεχομένης μεταξύ
δύο ακτών, πάμπολλοι ναΐσκοι, έως τέσσαρες δωδεκάδες. Οι πλείστοι
ήσαν σήμερον ερείπια. Η Παναγία της Δομάν, απλή αναπαράστασις της
Ζωοδόχου Πηγής του Βυζαντίου και περιβαλλομένη ως με στέφανον από
τον αειθαλή κόσμον των πελωρίων δένδρων της, ίστατο ακόμη ορθή, κ'
εφαίνετο λέγουσα προς τους αδελφούς της, όσοι είχαν γονατίσει,
καταβληθέντες από τον κάματον της διά τόσων αιώνων πορείας·
«Παρηγορηθήτε, σας αντιπροσωπεύω εγώ!»
Η ευσεβής τάσις του λαού, ζητούντος, διά του πολλαπλασιασμού των
εξωκκλησίων ανά τα όρη και τας κοιλάδας, να παρηγορηθή διά την
στέρησιν των τόσων το πάλαι ιερών και βωμών του, λησμονούντος τους
παλαιούς θεούς του χάριν των νέων αγίων του, κατίσχυσε της
αυστηροτέρας και δογματικωτέρας θεωρίας, καθ' ην απηγορεύοντο εις
τους Χριστιανούς οι αγροτικοί ναοί. Ακριβέστεροι δέ τινες ερμηνείς
του γράμματος, ιερομόναχοι και ασκητικοί άνδρες, ηρνούντο και να
λειτουργούσιν εις εξωκκλήσια.
Αλλά το αίσθημα είνε ανώτερον της θεωρίας, και ο λαός, δουλεύων,
τυραννούμενος, πενόμενος, αγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατά κώμας
και χωρία, μη έχων πόρους να κτίση μεγάλας και λαμπράς εκκλησίας,
έκτιζε πολλάς και πενιχράς. Ο δε Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος των
επισήμων επί γης διερμηνευτών του, «μνημονεύων των επί γης
διατριβών», καθώς είπεν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενθυμούμενος
την πενιχράν προσφοράν της χήρας, εδέχετο και του πένητος λαού του
τον ευσεβή φόρον, καθώς εδέχθη εκείνης τα δύο λεπτά.
***
Εν ριπή οφθαλμού εφωταγωγήθη το παρεκκλήσιον, και αι ποιμενίδες
ήναψαν πάμπολλα κηρία εις τα δύο μανουάλια, και ανάψασαι πυρ εις
το υπήνεμον έξω της θύρας στήσασαι μεγάλην χύτραν, παρεσκεύαζον
την σούπαν. Δύο εξ αυτών νεόνυμφοι εφόρεσαν τα κόκκινα φουστάνια
των, και τα βαβουκλιά των με τα κεντητά προμάνικα και τα
τ'λουπάνιά των τα λευκά. Και ο ιερεύς, λαβών καιρόν, εφόρεσεν όλην
την ιερατικήν του στολήν, και ο υιός του, ο συλλειτουργός έψαλλε
τον κανόνα.
Ο Γιάννης ο Κούτρης, πραγματοποιήσας το όνειρόν του, του να
παρίσταται εις την εκκλησίαν ως επίτροπος, επεστάτει εις το άναμμα
και σβύσιμον των κηρίων, πατών αυτά, ενίοτε με το τσαρούχι του,
μιμούμενος τον εξάδελφόν του τον Γιάννην τον Λαδίκαν, και όστις
ίστατο δεξιόθεν εις τον χορόν ως προεστώς με τόσην σοβαρότητα,
ώστε βλέπων τις αυτόν θα τον ενόμιζε ψάλτην, εξ ιδιοτροπίας
σιωπώντα. Την στιγμήν δ' εκείνην εισελθούσα εις τον ναΐσκον η
δωδεκαέτις κόρη του, το Κουμπώ, ισταμένη τέως έξω παρά τον
παραστάτην, επιστατούσα εις το κάγχασμα της χύτρας, του λέγει εις
το ους.
— Αφέντ', έρχουντη κόσμους.
— Ποιοι και ποιοι; είπεν εξαφνισθείς ο Κούτρης.
— Έρχοντη ο Δημητράκης τσ' Κότσηνας, μαζύ με τη γυναίκα τ'
Απ'μηνιώ, και ο Γιάννης τσ' Κ'σττάλους κι' ο μπάρμπα-Γιώργης...
— Ποιος μπάρμπα-Γιώργης;
— Ο Γιώργης τ' Παναϊώτ'.
Ως κεραυνός έπεσε το όνομα τούτο εις την ακοήν του Γιάννη του
Κούτρη.
— Ο Γιώργης τ' Παναϊώτ'! επανέλαβε μηχανικώς, κ' εξηκολούθησεν,
ερωτών την θυγατέρα του, ως εάν είξευρεν αύτη.
— Τι δεν κάμανε Ανάστασ' στουν Άι-Χαράλαμπον;
Διότι ηπόρει πώς εξέπεσε προς τα εδώ, ο Γιώργης τ' Παναϊώτ'. Αυτός
έκαμνεν αυτοδικαίως τον προεστόν εις τον Άγιον Χαράλαμπον, τι να
συνέβη τάχα, και διατί δεν επήγεν εις τον ναόν του Αγίου; Μήπως
του αφήρεσαν το προεστ'λίκι απ' εκεί;
Αυτός, ο Γιάννης ο Κούτρης, διατί ίσα-ίσα έβαλε τα δυνατά του,
αποφασίσας να κάμη εφέτος χωριστήν Ανάστασιν με τους γείτονάς του,
εις το κατάμερον το ιδικόν του; Διά ν' απαλλαχθή από το φορτικόν
θέαμα του δευτέρου εξαδέλφου του, του Γιάννη Λαδίκα, εις τον Άι-
Γιώργη της Χ'στοδουλίτσας, ή αυτού του Γιώργη τ' Παναγιώτ', εις
τον Άι-Χαράλαμπον, οίτινες έκαμαν και οι δύο τον προεστόν και τον
επίτροπον, εκάτερος εις το κατάμερόν του, ανάπτοντες και σβύνοντες
τα κηρία, ψιθυρίζοντες επιδεικτικώς εις το ους του ιερέως παρά την
βορείαν θύραν του ιερού βήματος, περιφέροντες ελευθέρως δίσκον, με
την επωδόν «Το λάδι της εκκλησίας, χριστιανοί!» και κάμνοντες
«κ'μάντο, 'σε ούλα τα πάντα», εντός κ' εκτός του ναού. Και τώρα,
αφού κατώρθωσε να ψαλή η Ανάστασις εις την Αγία Αναστασία, εις το
ύπαιθρον, αφού απέσπασε τόσους βοσκούς από τα κατάμερα τα άλλα,
αφού τους εκουβάλησε μεσάνυχτα, από την Αγία Αναστασία εις την
Παναγίαν Δομάν, με τας γυναίκας των, με τα παιδιά των, με τα
κοπάδια των, με τα κατσικάκια βελάζοντα σπαρακτικώς περί τας
αίγας, έμμελλε πάλιν να καταδικασθή να υποστή την πρωτοκαθεδρίαν
αυτού του Γιώργη τ' Παναγιώτ', ως γεροντοτέρου, ως έχοντος τάχα
δικαιώματα. Ποία δικαιώματα;
Ας έβγαζε ταις μπολλέτταις του να ταις διαβάσουν! Κ' οι δύο, τάχα,
ας πούμε, γράμματα δεν ήξευραν, αλλ' ήτον ο παπ' Αγγελής εκεί, ν'
άχουμε την ευχή του, πού θα ταις εδιάβαζε... Η δουλειά του ήτον να
διαβάζη — Αλλ' όχι! δεν παρεχώρει τα πρωτεία. Θα έκαμνε πως δεν
τον είδε, και θα εκύταζε, &ντου-γρού, προς το άγιον βήμα, χωρίς να
στραφή επί στιγμήν προς δυσμάς, ωσάν θεοφοβούμενος πού ήτον, ν'
ακούση μετά προσοχής την λειτουργίαν του. Ήτο εν τω δικαίω του,
ευρίσκετο εις το κατάμερόν του... Αλλ' ενταύθα ο Γιάννης ο Κούτρης
επάγωσεν, ο παλμός εσταμάτησε προς στιγμήν. Δεν ευρίσκετο εις το
κατάμερόν του! Τουναντίον, είχε πατήσει τα σύνορα, είχε μεταβή εις
ξένον κατάμερον... Α! κι' αυτός ο παπ' Αγγελής, που επέμενε μη
θέλων να λειτουργήση εις την Αγ. Αναστασά... Εκεί,
αδιαφιλονεικήτως, ο Κούτρης θα ήτο εις το κατάμερόν του. Αλλ' εδώ
εις την Παναγίαν την Δομάν ευρίσκετο ακριβώς εις το κατάμερον του
Αγίου Χαραλάμπους, εις την δικαιοδοσίαν τ' Γιώργη τ' Παναγιώτ'!
Τι να κάμη; Και αυτός «ο Γιώργης τ' Παναϊώτ'», κατάλαβες, δεν ήτον
κανείς τυχαίος, εξήσκει ισχύν και γοητείαν επί το πλήθος των
αιγοβοσκών και των ποιμένων. Και ιδού, εισήλθεν ήδη εις το
παρεκκλήσιον. Ήτο υψηλός, εύσωμος, ωραίος ανήρ, με εύγραμμον το
πρόσωπον και με κανονικούς χαρακτήρας. Ήτο ως εξήντα ετών, αλλά
μόλις ήρχιζαν, εις την πλουσίαν μέλαιναν κόμην του, τρίχες τινές
να λευκάζωσιν εδώ κ' εκεί. Είχε φθάσει την πρώτην εν αρχή του
αιώνος εξέγερσιν, την του 1808. Είχεν ομιλήσει με τον Σταθάν, είχε
προσφέρει με τας ιδίας του χείρας κοκορέτσι εις τον Βλαχάβαν, είχε
στρατευθή υπό τον Νικοτσάραν. Και όλον το ήθος του, η όψις του οι
τρόποι του, αι κινήσεις του, και τώρα ακόμη μετά σαράντα έτη, καθ'
ην στιγμήν εισήρχετο εις τον ναΐσκον, εφαίνετο ότι ήτο εις νεύματα
και χειρονομίας μετάφρασις ή μιμική παράστασις του παλαιού
διστίχου:
Στο Σκιάθο και στο Σκόπελο ποτέ κατής δεν κρένει,
γιατί ην, λιμέρι του Σταθά, βίγλα του Νικοτσάρα.
Ο Κούτρης, αισθανθείς αυτόν ότι εισήρχετο, διιδών τον &διακαμόν&
του εισερχόμενον εις τον ναΐσκον, με όλην του την απόφασιν ην είχε
να μη στραφή να τον ίδη, έστρεψεν ακουσίως την κεφαλήν, και τα
βλέμματά των συνηντήθησαν. Ο Γιώργης τ' Παναγιώτ', αφού ησπάσθη
τας εικόνας, ήλθε κ' εστάθη όπισθεν του Κούτρη, όστις δεν ηδύνατο
πλέον να προσποιηθή ότι δεν τον είδεν. Άλλως ο Γιώργης τ'
Παναγιώτ' δεν του έδωσε καιρόν να σκεφθή, διότι κύψας εις το ους
του ήρχισε με πονηρόν μειδίαμα να του λέγη.
— Μ' πήρες απ' του κατάμερου του Γιώργη του Τρυουλόου, μ' πήρες
κη τσ' Μιχουγιανναίοι, πατέρα κη γυιό, μ' πήρες κη τσ' τέσσιρις
Μαυρουδ'μαίοι, κι' απουμείναμι λιουστοί στουν άι-Χαράλαμπου. Υ
παπάς ο άιχαραλαμπίτ'ς λείπ', ξέρ'ς, είνε στουν Κουτκιά μέσα, στα
χουριά. Υ παπάς απ' μ Παναϊά, κάτου στη χώρα, δε θέλησε ναρθή,
γιατ' είμαστε λίοι, κη δε μαζουνώμαστε πουλλοί, για να βγάλη τουν
κόπου τ', ας πούμε. Υ παπάς απ' τουν Άι-Γιάννη τσ' Τρεις Ιεράρχοι,
ο άλλους είνε φημέριους, γιατί τουν παπ' Αγγελή, πούταν απ' όξου,
μας τούνε 'πήρις. Κουντέψαμι ν' απουμείνουμι αλειτρούητοι, τέτοια
μέρα, γιατί δε ξέραμι 'σαί ποιά εκκλησιά θελά-πάτι ν' αναστήσητε.
Τότις κ' εγώ είπα, ας σ'κουθώ να πάου πίσου, ζ' Κιχριά, μπέλες κη
τσ' βρω π'θηνά, ση κανένα ξουκκλήσ', κη πηρνώντας απ' ν Δουμάν, σα
ξαγναντήσου του Κάστρου, θα καταλάβου, μαθέ, σα διώ π'θηνά φέξου,
ανισώς κ' είνε 'σεί κανένα ρημουκκλήσ' τ' Καστριού κι'
ανασταίνουνε. Μα δεν ώλπιζα, αλήθεια, πως θελά-ρθήτε τ' Δουμάν,
μες το κατάμερό μ'!
Εκ της εξηγήσεως ταύτης ενόησεν, ολίγον αργά, ο Γιάννης ο Κούτρης,
ότι με όλα τα σχέδιά του και τας ενεργείας του, όσον μακρύτερα
έφευγε τον Γιώργη τ' Παναγιώτ' και την προεστωσύνην του, τόσον
σιμότερα επήγαινε και εις αυτόν και εις το κατάμερόν του. Διότι
δεν αρκεί να φεύγη τις, πρέπει και να μη καταδιώκεται, ή
τουλάχιστον να ηξεύρη προς ποίον μέρος να κατευθυνθή.
Δεν είχεν ή να του παραχωρήση τα πρωτεία, κ' εκείνος άλλως του τα
επήρε, πριν ούτος του τα παραχωρήση.
***
Περί το λυκαυγές, έληξεν η λειτουργία, και ο ουρανός πορφυρίζων
εκεί προς ανατολάς έσμιγε με την θάλασσαν κυανήν απλουμένην κάτω,
η δε σελήνη ωχρίασε και τα ολίγα άστρα ανά έν έσβυναν τρέμοντα εις
τον αιθέρα. Και η Ηώς ανέτειλε με όλην την πορφυράν αίγλην
καλλωπίζουσα με γλυκύ ερύθημα βουνά, κοιλάδας και δάση. Εφάνη δε
τότε, αποβαλούσα την μυστηριώδη της νυκτός περιβολήν, εν όλη τη
καλλονή της, η μαγευτική θέσις της Παναγίας Δομάν. Δεξιά το
υψηλόν, βραχώδες και τεμνόμενον από ευθαλείς χαράδρας βουνόν το
απολήγον εις την κρημνώδη ακτήν του Κουρούα. Αριστερά λόφοι
κοιλάδες, και δάση γραφικώς εναλλάσσονται εις το βλέμμα. Αντικρύ ο
γυμνός και άγριον μεγαλείον αποπνέων βράχος του Κάστρου, με τα δύο
προ αυτού πετρώδη νησίδια, και πέραν πέλαγος αχανές, φωσφορίζον
εις τας πρώτας ακτίνας του υποφώσκοντος ηλίου.
Εις το βάθος δε του ορίζοντος, προς βορράν η Χαλκιδική με τους
τρεις λαγμούς της, υπέρ ους εξέχει ως βαθμίς κεραυνωθείσης
τιτανείου κλίμακος προς ανάβασιν εις τον ουρανόν, ο λευκόφαιος
κώνος του Άθω με την κορυφήν εις τα σύννεφα, προς δυσμάς το Πήλιον
με τας αναριθμήτους κοιλάδας του και με τη θεσπεσίαν του βλάστην,
και πέραν αυτού η κορυφή του Κισσάβου, ως κεφαλή εμπηγμένη επί
κορμού ξένου. Και το ρεύμα της Παναγίας Δομάν δεν κατεφέρετο πλέον
ως πριν μετά βαθέος παφλασμού εις την βραχώδη κοιλάδα, αλλ' άμα τη
ανατολή της ημέρας το νερόν έρρεε μορμυρίζον μαλακώς κυλιόμενον
επάνω εις τα βρύα και εις τα αγριοσέλινα, διότι εξύπνησαν της
ημέρας οι πολλοί και προσφιλείς κρότοι.
Τέλος εφάνη του ηλίου η πρώτη ακτίς, και ανέθορεν από της θαλάσσης
μία πυρίνη παμφαής γραμμή του πανεκλάμπρου φωστήρος. Και την ιδίαν
στιγμήν ηκούσθη πρώτη μεγάλη κ' επιβλητική φωνή, ο κλαγγασμός του
αετού, χαιρετίσαντος την ανατολήν του ηλίου επάνω εις το βουνόν,
από της αφθάστου και απατήτου επί των απορρώγων βράχων καλιάς του.
Και δευτέρα χαιρετιστήριος φωνή ηκούσθη ο κακκαβισμός του ιέρακος,
ο κρωγμός του ιέρακος επάνω εις το βουνόν, εις μίαν υψηλήν
χαράδραν του ιλιγγιώδους βουνού του Κουρούπη, εκεί επάνω. Και
τρίτη φωνή κλιμακηδόν εχαιρέτισε το παμφαές άστρον της ημέρας, ο
τιτυβισμός της πέρδικος και της τριγόνος εις το μεσοϋψές της
κοιλάδος.
Και τελευταία αμέσως εχαιρέτισε διά του μινυρισμού της την
ανατολήν του ηλίου η γλυκεία χελιδών, η επανευρούσα κ' εφέτος την
φωλεάν της άθικτον εις τα ιερά σκηνώματα, εις τον οίκον του
Κυρίου, ως και εις τα καλύβια των χωρικών, και εις τας οικίας των
αγαθών ανδρών της πόλεως. Και ακροτελεύτιοι δειλοί μινυρισμοί
ηκούσθησαν των μικρών στρουθίων επί των θάμνων, ων το έν μόλις
υποψελλίζον, ίστατο αποφασιστικώς προσκολλημένον με τους λεπτούς
πόδας του επί του κλαδίου, ενώ το άλλο, ψάλλον προς αυτό τον έρωτά
του, επέτα ολόγυρά του, ίστατο προς στιγμήν επί του κλαδίου, ώρμα
προς αυτό, το εφίλει, το παρεκάλει, κελαδούν, εκλιπαρούν και πάλιν
κελαδούν.
Τότε και τα κατσικάκια, αισθανθέντα το θάλπος της ημέρας, ήρχισαν
τα σκιρτήματά των, ευφραινόμενα εις την επαφήν του χόρτου,
προσπαίζοντα περί τας μητέρας των, υποβάλλοντα το μικκύλον ρύγχος
εις τον μαστόν — και δεν ήξευρον, ότι η λεπίς του σφαγέως έστιλβε
και αυτή προς τον ανατέλλοντα ήλιον.
***
Εκεί, υπό τα υψηλά δένδρα των οποίων οι κλώνοι με βόμβυκας και με
θυσσάνους τριχοειδών φύλλων κοσμούμενοι, εσείοντο υπό της πρωινής
αύρας, άνω του ρεύματος, του κυλίοντος μετά ψιθύρου το διαυγές
νάμα του κάτω εις την κοιλάδα, εκάθησαν ηδονικώς όλοι οι βοσκοί με
τας ποιμενίδας και τας βοσκοπούλας των, στρώσαντες αφθόνους
πτέρεις και παχείας φυλλάδας, και ήρχισαν να διαμελίζωσι τα
ευωδιάζοντα επί της σούβλας αρνία και τα ερίφια.
Έφαγον και ηυφράνθησαν όλοι και αφού ο παπ' Αγγελής ευλόγησεν, ως
έδει, την φλάσκαν, την μετεβίβασε, μεγάλην, υπόχλωρον ακόμη, δι'
ερυθράς δερματίνης λωρίδος κρατουμένην, κλώζουσαν και φυσώσαν
ακαταλήπτους ήχους ένδοθεν, εις χείρας του εκ δεξιών του καθημένου
προεστώτος της ομάδος, του Γεώργη τ' Παναγιώτ', όστις εγερθείς,
προσηγόρευσε διά μακρών την ομήγυριν.
— Κ'στός ανέστ'· βρε παιδιά! Αληθ'νός ου Κύριους! Ζη κη
βασιλεύει! — Γεια μας! καλή γεια! διάφουρου! καλή καρδιά! καλή
γερουσύνη, όλοι μας! Χρόνους πολλούς! Κη τ' χρόν' νάμαστε καλά.
Καλή χρονιά σας! Πολλά τα έτ'! Παπά μ'! να χαίρηση το πετραχήλι
σ'!
Είτα, στραφείς προς τον Κούτρην.
— Γιάννη, πάντα καλώς να σας βρίσκου!
Ίσως η φράσις αύτη ήτο υπαινιγμός προς τα προηγούμενα συμβάντα.
Αλλ' ο Κούτρης απήντησε μεθ' ετοιμότητος.
— Κη πάντα καλώς ναρχήση, μπάρμπα-Γιώργη!
Ο πάπ' Αγγελής δεν ηδυνήθη να μη γελάση, και οι άλλοι τον
εμιμήθησαν. Ο Γιώργης τ' Παναγιώτ' μετεβίβασε την φλάσκαν εις τον
αντικρύ του καθήμενον, τον Κούτρην, και ούτος έπιε χαιρετίσας διά
βραχέων. Μετά την τρίτην δε περίοδον της φλάσκας, ουδεμίαν πλέον
ησθάνετο αντιπάθειαν προς τον Γεώργην, αλλ' ηδελφώθησαν όλοι των.
Και ο Γιώργης τ' Παναγιώτ' εις ον αι πολεμικαί αναμνήσεις
επανήρχοντο εναργέστεραι μετά το γεύμα, ήρχισε να διηγήται εις την
ομήγυριν τον ηρωικόν θάνατον του Νικοτσάρα.
«Τρία καράβια ήτανε, στα νερά της Κασσάνδρας με τα φουσσάτα του
Νικοτσάρα και του Σταθά. Του Σταθά το καράβι ήτον ολόμαυρο,
μαύραις η πάνταις, μαύρα τα ξάρτια, μαύρα τα πανιά· το είχε
τάξιμο, να μην τ' ασπρίση, πριν εμβή νικητής μέσα στη Σαλονίκη.
Όλη μέρα ήταν μπονάτσα καραντί, τα τρία καράβια δεν μπορούσαν ούτε
μπρος να παν, ούτε πίσου να γυρίσουν για ν' αράξουνε. Η αρμάδα η
τουρκική ηύρε το ρέμμα της θάλασσας, και το ρέμμα-ρέμμα, δω τους
είχε, κει τους είχε, τους έφτασε απ' το πλάι.
«Ως τόσο οι καπεταναίοι οι δυο τους αντρειώθησαν. Ήταν παλλικάρια,
που δεν πιστεύω να εστάθησαν άλλοι, τους εγνώρισα εγώ πολύ καλά. Ο
καπετάν Σταθάς μου εχάρισε ένα μαμί κεχριμπαρένιο να φουμάρω το
τσιμπ'κάκι μου, για να τον θυμώμαι καμμιά φορά· κι' ο καπετάν
Νικοτσάρας, μια φορά που του έδωκα κοκορέτσι, με τα ίδια μου τα
χέρια φτιασμένο, του άρεσε τόσο, που πολλούς μήνες ύστερα όπου μ'
εύρισκε, μώλεγε: «Τι έχουμε ωρέ Γιώργη, δεν έχεις τίποτε
κοκορέτσι;» «Όρεξι νάχης, καπετάνε μου, τώλεγα εγώ· θέλεις να σου
φτιάσω;» Και τρεις φοραίς εθυσίασα τρία πρόβατα, μόνο και μόνο για
να του φτιάσω κοκορέτσι. Ύστερα, σαν εβγήκανε να πάνε κατά την
Κασσάνδρα, οι άλλοι σύντροφοί τους, γιατί ήτανε πολλά καράβια, μ'
εφτά καπεταναίους πολεμάρχους, έλειπαν, είχαν μιλημένα να παν
ύστερα να τους βρούνε. Και την ημέρα που τους έφτασε η αρμάδα με
το τούρκικο τ' ασκέρι ήταν μοναχοί ο Νικοτσάρας κι' ο Σταθάς.
Σαν τους έρριξαν οι τούρκοι τρεις κανονιαίς, άναψε το τουφέκι, κι'
άρχισε το τόπη να σαλεύη, το καράβι του Νικοτσάρα επιάστηκε με την
τούρκικη φεργάδα ξάρτια με ξάρτια, σαν δυο κακαίς γειτόνισσαις που
μαλώνουν, και πιάνονται μαλλιά με μαλλιά: Μα ο Νικοτσάρας με τον
μπαλτά του έσπασε τους γάντζους κ' έκοψε τα μπαστούνια του
Τούρκου, κ' εγλύτωσε το καράβι του απ' τα δόντια του θεριού. Μα
την τελευταία στιγμή, εκεί που νικούσαν οι δικοί μας, και το
μπουλούκι το ρωμαίικο εφώναξε βρίζοντας την πίστι των Τούρκων, ένα
βόλι του ήρθε του Νικοτσάρα, κ' εχώθηκε στην κοιλιά του, και τον
ελάβωσε βαθειά. Μα το παλλικάρι το καλό, είνε παλλικάρι και στο
θάνατό του. «Μ' έφαγαν τα σκυλιά», είπε μια, και σφίγγοντας τα
δόντια, βαστώντας με το χέρι τα σωθικά του, που εχυνόντανε απ' την
κοιλιά, βαστώντας με τα δόντια την ψυχή του, που του έφευγε απ' το
στόμα, επρόφτασε κ' είπε· «Συντρόφια! πιάστε με και καθίστε με
απάνω εκεί στα σκοινιά, κι' ακουμπήστέ με απάνω στο κατάρτι....
για να μην το καταλάβουν τα σκυλιά πως με σκότωσαν και πάρουν
θάρρος.... για να μην το μάθουν κ' οι δικοί μας και δειλιάσουνε».
Καθώς τους είπε, το κάμανε, και τον ακούμπησαν μισαποθαμένον στο
κατάρτι.... κ' οι Τούρκοι βλέποντας απ' αντίκρυ, ετρόμαζαν κ'
ελέγανε. «Τσάρας ρεΐζ! Τσάρας ρεΐζ!» Ο καπετάνιος ο Τσάρας! ο
καπετάνιος ο Τσάρας! Κ' οι δικοί μας, απ' τ' άλλα τα καράβια, δεν
το πήραν μυρουδιά κ' εστάθησαν ανδρειωμένοι, κ' έδιωξαν την
τούρκικη αρμάδα. Κι' όταν η αρμάδα έγεινε άφαντη, τότε το έμαθαν,
κ' εγύρισαν πίσου στο νησί μας, για να θάψουν το Νικοτσάρα, που
πέθανε κρατώντας με τα χέρια τ' άντερά του για να μη χυθούν, με τα
δόντια την ψυχή του διά να μη φύγη. Κ' ήρθαν και τον έθαψαν, κάτου
στο Λεχούνι, κοντά στην άμμο, στο γιαλό, και τότες του βγάλανε και
τραγούδι.
...Κ' εκείνος που φοβέριζε και όλοι τον ετρέμαν,
επήγαν και τον θάψανε στου Λεχουνιού το ρέμμα.
Τοιαύτα τινά, αλλά με πολλάς τροπάς φωνηέντων και συγκοπάς
συλλαβών διηγήθη, ως είχεν εξ ακοής, ο μπάρμπα-Γεώργης τ'
Παναγιώτ' και μετά βαθέως στεναγμού κατέστρεψε τον λόγον. Και οι
αιπόλοι τον ήκουον μετά θαυμασμού, και ο παπ' Αγγελής, ακούων μετά
συντόνου προσοχής, ησθάνθη δάκρυ υγραίνον την παρειάν του.
***
Αλλ' ο Γιάννης ο Κούτρης, ως διά να παρηγορήση τον μπάρμπα-
Γεώργην, καθ' ου δεν εμνησικάκει πλέον, διότι του επήρε τα
πρωτεία, ηγέρθη και λύσας το ονάριον του, το οποίον έβοσκεν ησύχως
εις το λιβάδιον, ήρχισε να κάμνη κάτι παιγνίδια ιδικά του.
Συγχρόνως δε ο υιός του ο Θοδωρής, δεκαπεντούτης, ως διά να
συνοδεύση με μουσικήν τους αγώνας του πατρός του, έλαβε το
σουραύλι του, και ήρχισε να συρίζη απλούν και μονότονον ήχον.
Εν τω μεταξύ ο Γιάννης ο Κούτρης είχεν αναβή επί του όνου υποβαλών
σάγισμα αντί σέλλας και βαίνων αργά, δήθεν μετά σοβαρότητος,
επέβαλλεν εις το ζώον να κάμνη κάτι βηματισμούς, κατά μίμησιν και
παρωδίαν των πολεμικών ίππων. Και ο Γιάννης ο Κούτρης πότε ίστατο
γονατιστός επί του σαγίσματος, πότε υπτιάζετο επί της ράχεως του
ζώου, πότε εκρατείτο εκ της χαίτης με τον ένα πόδα επάνω, με τον
άλλον κάτω εις την γην, πότε εχάνετο υπό την κοιλίαν του ζώου,
πότε έπιπτε από κεφαλής μέχρι γονάτων μεταξύ των τεσσάρων ποδών
του όνου, κ' ενώ έλεγες ότι τώρα έπεσε, και ότι ο όνος θα τον
πατήση, αίφνης, εν ριπή οφθαλμού ευρίσκετο πάλιν επί της ράχεως
του ζώου. Τοιούτους τινάς μιμικούς αγώνας ήξευρε να εκτελή ο
Γιάννης ο Κούτρης. Τίποτε περισσότερον δεν εχρειάζετο διά να
καγχάζη επί πολλήν ώραν εν ευθυμία η ομήγυρις όλη.
***
Τέλος ο Γιάννης ο Κούτρης αφήκε τον όνον του ήσυχον, και ο
μπάρμπα-Γεώργης τ' Παναγιώτ' ως διά να ευχαριστήση τον μιμικόν,
εξέφερε προς αυτόν ιδίως αποτεινόμενος, προς επισφράγισιν του
συμποσίου, την τελευταίαν της ημέρας πρόποσίν του, ήτις ήχησεν
υπόκωφος, ως να εξήλθεν από τον πάτον της φλάσκας, πλέον να κλώζη
και να φυσά.
— Κη τ' χρον' με του καλό να σας βρω!
Ο Γιάννης ο Κούτρης απήντησε.
— Καλώς ναρθής, μπάρμπα-Γιώργη μ'!
Δ’
ΛΑΜΠΡΙΑΤΙΚΟΣ ΨΑΛΤΗΣ