Basket, κάλαθος, -ου, ὁ.

Bath, λουτρών, -ῶνος, ὁ, or βαλανεῖον, τό.

Bed, κοίτη, ἡ, or κράβατος, ὁ.

Bed-clothes, στρώματα, τά.

Bedroom, κοιτών, -ῶνος, ὁ.

Bell, κώδων, -ωνος, ὁ.

Bellows, φῦσα, -ης, ἡ.

Book, βίβλος, -ου, ἡ.

Bottle, ἄσκος, ὁ.

Box, λάρναξ, -ᾰκος, ἡ.

Bread, loaf of, ἄρτος, ὁ.

Bread, roll of, ἀρτίδιον, τό.

Bust, προτομή, ἡ.

Cage, κλωβός, ὁ.

Candlestick, λυχνία, ἡ.

Carpet, τάπης, -ητος, ὁ.

Cellar, λάκκος, ὁ.

Chair, ἕδρα, ἡ.

Chest, κίστη, ἡ.

Chimney, καπνοδόκη, ἡ.

Cistern, δεξαμενή, ἡ.

Clock, ὡρολόγιον, τό.

Closet, δίαιτα, ἡ.

Cook, μάγειρος, ὁ.

Court-yard, αὐλή, ἡ.

Cover, or lid, ἐπίθημα, -ατος, τό.

Cradle, λίκνον, τό.

Cup, κύλιξ, -ικος, ἡ.

Curtain, παραπέτασμα, -ατος, τό.

Dining-room, δειπνητήριον, τό.

Door, θύρα, ἡ.

Ewer, πρόχοος, ἡ.

Fire, πῦρ, τό.

Flask, λήκυθος, ἡ.

Floor, δάπεδον, τό.

Foot-stool, ὑποπόδιον, τό.

Foundation, θεμέλιον, τό.

Garret, ὑπερῷον, τό.

Hearth, ἐσχάρα, ἡ.

Ink, μέλαν, -άνος, τό.

Inkstand, μελανοδοχεῖον, τό; καλαμάριον, τό.

Jar, πίθος, ὁ.

Kettle, λέβης, -ητος, ὁ.

Kitchen, μαγειρεῖον, τό.

Lamp, λαμπάς, -άδος, ἡ.

Lavatory, ἀποπατήριον, τό.

Library, βιβλιοθήκη, ἡ.

Lobby, πρόδομος, ὁ.

Lumber-room, γρυτοδόκη, ἡ.

Maid-servant, θεράπαινα, ἡ.

Master of the house, δεσπότης, -ου, ὁ.

Mirror, κάτοπτρον, τό.

Mistress, δέσποινα, ἡ.

Nurse, τροφός, ὁ, ἡ.

Pail, γαυλός, ὁ.

Pane, πλάξ, -ακός, ἡ.

Paper, χάρτης, -ου, ὁ.

Parlour, ἀσπαστικόν, τό.

Pen, κάλαμος, ὁ.

Pencil, γραφίς, -ίδος, ἡ.

Picture, πίναξ, -ακος, ὁ.

Pillow, ὑποκεφάλαιον, τό.

Poker, σκάλευθρον, τό.

Porch, στοά, -ᾶς, ἡ.

Portrait, εἰκών, -όνος, ἡ.

Pot, an earthen, χύτρα, ἡ.

Roof, ὀροφή, ἡ.

Room, οἴκημα, -ατος, τό.

Screen, σκέπη, ἡ.

Servant, οἰκέτης, -ου, ὁ.

Shake-down, στιβάς, -άδος, ἡ.

Shelf, θηκίον, τό.

Shovel, λίστρον, τό.

Sofa, κλίνη, ἡ.

Stairs, κλῖμαξ, -ακος, ἡ.

Statue, ἄγαλμα, -ατος, τό.

Storeroom, ταμιεῖον, τό.

Story, στέγη, ἡ.

Study, a, φροντιστήριον, τό.

Table, τράπεζα, ἡ.

Tongs, πυράγρα, ἡ.

Towel, χειρόμακτρον, τό.

Vessel, ἀγγεῖον, τό.

Wardrobe, ἱματιοφυλάκιον, τό.

Wash-hand basin, χέρνιβον, τό.

Window, θυρίς, -ίδος, ἡ.

III. THE TOWN AND ITS BELONGINGS

Abbey, κοινόβιον, τό.

Advocate, συνήγορος, ὁ.

Alderman, σύνεδρος, ὁ.

Alley, _see_ Lane.

Baker, ἀρτοποιός, ὁ.

Bank, τράπεζα, ἡ.

Barracks, στρατόπεδον, τό, or σκηνή, ἡ.

Bazaar, παντοπώλιον, τό.

Beadle, _see_ Verger.

Bell, κώδων, -ωνος, ὁ.

Bishop, ἐπίσκοπος, ὁ.

Bookseller, βιβλιοπώλης, -ου, ὁ.

Bookseller’s shop, βιβλιοπωλεῖον, τό.

Brick, πλινθίον, τό.

Bridge, γέφῡρα, ἡ.

Butcher, κρεουργός, ὁ.

Canal, ὀχετός, ὁ.

Carpenter, ξυλουργός, ὁ.

Castle, ἀκρόπολις, -εως, ἡ, or φρούριον, τό.

Cathedral, καθέδρα, ἡ.

Chapel, σηκός, ὁ.

Church, ἐκκλησία, ἡ.

Churchyard, πολυάνδριον, τό.

Clergyman, κληρικός, ὁ.

Concert, ξυναυλία, ἡ.

Confectioner, πλακουντοποιός, ὁ.

Council, βουλή, ἡ.

Councillor, βουλευτής, -οῦ, ὁ.

Court-house, δικαστήριον, τό.

Deacon, διάκονος, ὁ.

Dispensary, φαρμακεῖον, τό.

Draper, ὀθονιοπώλης, -ου, ὁ.

Elder, πρεσβύτερος, ὁ.

Grocer, ἀρωματοπώλης, -ου, ὁ.

Groom, ἱπποκόμος, ὁ.

Horse, ἵππος, ὁ.

Hotel, πανδοκεῖον, τό.

House, οἴκος, ὁ.

Infirmary, νοσοκομεῖον, τό.

Judge, κριτής, -οῦ, ὁ, or δικασπόλος, ὁ.

Lamp, λαμπάς, -άδος, ἡ.

Lane, or close, λαύρα, ἡ.

Laundry, πλυνός, ὁ.

Market-place, ἀγορά, ἡ.

Mason, λιθοδόμος, ὁ.

Mayor, πολιᾱνόμος, ὁ, or δήμαρχος, ὁ.

Monument, μνημεῖον, τό.

Night-watch, νυκτοφύλαξ, -ακος, ὁ.

Palace, ἀνάκτορον, τό.

Park, παράδεισος, ὁ.

Pastry-cook, πεμματουργός, ὁ.

Pillar, στῦλος, ὁ.

Policeman, περίπολος, ὁ, or τοξότης, -ου, ὁ.

Poor-house, πτωχοδοχεῖον, τό.

Post-office, ταχυδρομεῖον, τό.

Preacher, ἱεροκήρυξ, -υκος, ὁ.

Prison, δεσμωτήριον, τό.

Provost, πρύτανις, -εως, ὁ.

Railway, σιδηρόδρομος, ὁ.

Revenue, πρόσοδοι, αἱ.

Scavenger, κοπρολόγος, ὁ.

School, διδασκαλεῖον, τό.

Shoemaker, ὑποδηματοποιός, ὁ.

Shop, καπηλεῖον, τό.

Station, σταθμός, ὁ.

Statue, ἀνδριάς, -άντος, ὁ.

Steeple, κωδωνοστάσιον, τό.

Store, ἀποθήκη, ἡ.

Street, ὁδός, ἡ.

Suburbs, προαστεῖον, τό.

Tailor, ἱματιουργός, ὁ.

Taxes, τέλη, τά.

Town-clerk, γραμματεύς, -έως, ὁ.

Town-hall, ἀρχεῖον, τό, or πρυτανεῖον, τό.

University, πανεπιστήμιον, τό.

Verger, ῥαβδοῦχος, ὁ.

Waiter, ὑπηρέτης, -ου, ὁ.

IV. THE COUNTRY AND ITS BELONGINGS

Adder, ἔχιδνα, ἡ.

Apple, μῆλον, -ου, τό.

Ass, ὄνος, ὁ and ἡ.

Barn, σιτοβολών, -ῶνος, ὁ.

Bay, κόλπος, ὁ.

Bay tree, δάφνη, ἡ.

Bean, κύαμος, ὁ.

Beech, φηγός, ἡ.

Beetle, κάνθαρος, ὁ.

Berry, κόκκος, -ου, ὁ.

Birch, σημύδα, ἡ.

Bird, ὄρνις, -īθος, ὁ and ἡ.

Blossom, ἄνθη, -ης, ἡ.

Branch, κλάδος, ὁ.

Brier, ῥαχός, -οῦ, ἡ.

Brook, ῥύαξ, ᾱκος, ὁ.

Bull, ταῦρος, ὁ.

Cabbage, κράμβη, ἡ.

Calf, μόσχος, ὁ.

Clay, κέραμος, ὁ.

Clod, βῶλος, ἡ.

Clover, τρίφυλλον, τό.

Cock, or hen, ἀλεκτρυών, -όνος, ὁ or ἡ.

Colt, πῶλος, ὁ.

Cottage, καλύβη, -ης, ἡ.

Cow, βοῦς, βοός, ἡ.

Cow-house, βούσταθμον, τό.

Dike, χῶμα, -ατος, τό.

Ditch, τάφρος, ἡ.

Dog, κύων, -νός, ὁ and ἡ.

Dove-cot, περιστερεών, -ῶνος, ὁ.

Drain, ὀχετός, ὁ.

Duck, νῆττα, -ης, ἡ.

Dung, κόπρος, -ου, ἡ.

Dunghill, κοπρών, -ῶνος, ὁ.

Farmer, γεωργός, ὁ.

Fence, φραγμός, ὁ.

Fern, πτερίς, -ίδος, ἡ, or πολυπόδιον, τό.

Ferry, πορθμεῖον, τό.

Field, ἀγρός, ὁ.

Fir, πίτυς, -υος, ἡ.

Flower, ἄνθος, -εος, τό.

Foam, ἀφρός, ὁ.

Fountain, πηγή, ἡ.

Fox, ἀλώπηξ, -εκος, ἡ.

Frog, βάτραχος, ὁ.

Furrow, ὄγμος, ὁ.

Garden, κῆπος, ὁ.

Goat, τράγος, ὁ.

Goose, χήν, -ός, ὁ.

Gooseberry, ἀγριοσταφύλη, ἡ.

Grape, βότρυς, -υος, ὁ.

dried, σταφίς, -ίδος, ἡ.

Grass, πόα, ἡ.

Grove, ἄλσος, -εος, τό.

Harvest, θερισμός, ὁ.

Hawk, ἱέραξ, -ᾱκος, ὁ.

Heath, ἐρείκη, ἡ.

Hedgehog, ἐχῖνος, ὁ.

Hill, λόφος, ὁ.

Horse, ἵππος, ὁ.

Hunter, κυνηγός, ὁ.

Ivy, κισσός, ὁ.

Lake, λίμνη, ἡ.

Lamb, ἀμνός, ὁ.

Lane, λαύρα, ἡ.

Laurel, δάφνη, ἡ.

Leaf, φύλλον, τό.

Lily, κρῖνον, τό.

white, λείριον, τό.

Marsh, τέναγος, τό.

Meadow, λειμών, -ῶνος, ὁ.

Mine, μέταλλον, τό.

Mole, σπάλαξ, -ακος, ἡ.

Mountain, ὄρος, τό.

Mud, πῆλος, ὁ.

Mule, ἡμίονος, ἡ.

Nursery, φυτώριον, τό.

Oak, δρῦς, δρυός, ἡ.

Ox, βοῦς, βοός, ὁ, ἡ.

Pea, πίσος, ὁ.

Peacock, ταών, -ῶνος, ὁ, or ταῶς, ταῶ.

Pear, ὄγχνη, ἡ.

Pen, or fold, σηκός, ὁ.

Pig, ὗς, ὑός, ὁ and ἡ.

Pigeon, περιστερά, ἡ.

Pig-sty, συφεός, ὁ.

Plough, ἄροτρον, τό.

Potato, γηώμηλον, τό.

Precipice, κρημνός, ὁ.

Rabbit, κύνικλος, ὁ.

Rake, ἄμη, ἡ.

Ravine, φάραγξ, -γος, ἡ.

River, ποταμός, ὁ.

Rock, πέτρα, ἡ.

Root, ῥίζα, ἡ.

Rose, ῥόδον, τό.

Rush, σχοῖνος, ὁ.

Sand, ψάμμος, ἡ.

Settler, κληροῦχος, ὁ.

Sheep, πρόβατον, τό.

Shrub, θάμνος, ὁ.

Slope, κλῖμα, -ατος, τό.

Spade, σκαπάνη, ἡ.

Stable, ἱππών, -ῶνος, ὁ.

Straw, κάλαμος, ὁ.

Strawberry, χαμοκέρασον, τό.

Thicket, δενδρών, -ῶνος, ὁ.

Thorn, ἄκανθα, ἡ.

Toad, φρύνη, ἡ.

Torrent, χειμάρρους, ὁ, or χαράδρα, ἡ.

Tree, δένδρον, τό.

Trout, χριστόψαρον, τό.

Valley, ἄγκος, -εος, τό.

Village, κώμη, -ης, ἡ.

Wag-tail, τροχίλος, ὁ.

Well, φρέαρ, -ᾱτος, τό.

Worm, σκώληξ, -ηκος, ὁ.

THE END

_Printed by_ R. & R. CLARK, _Edinburgh_

Greek primer, colloquial and constructive · 第 5 / 5 段