Κατόπιν δε είπαμεν ότι έρχεται το ζήτημα της εκλογής αγορανόμων και

αστυνόμων. Καλόν δε θα ήτο να ακολουθούν τρεις αστυνόμοι τους

αγρονόμους, οι οποίοι είναι εξήντα μοιρασθέντες εις τρία τα δώδεκα

μέρη της πόλεως, και κατά μίμησιν εκείνων και διά τας οδούς

φροντίζοντες της πόλεως και των λεωφόρων, αι οποίαι από την χώραν

προχωρούν εις την πόλιν, και των οικοδομών, διά να γίνωνται όλαι

συμφώνως με τους νόμους, και μαλιστα και διά τα νερά, όσα

αποστέλλουν και παραδίδουν εις αυτούς οι φρουροί περιποιημένα, διά

να έρχωνται άφθονα και καθαρά εις τας βρύσεις και στολίζουν και

ωφελούν συγχρόνως την πόλιν. Πρέπει λοιπόν και αυτοί να έχουν

ικανότητα και καιρόν να φροντίζουν διά τα κοινά. Διά τούτο ας

προτείνη μεν πας άνθρωπος όποιον θέλει ως αστυνόμον από τα ανώτερα

τιμήματα, όταν δε χειροτονηθούν και γίνουν έξ οι συγκεντρώσαντες

περισσοτέρας ψήφους, ας εκλέξουν με κλήρον τους τρεις από αυτούς,

εκείνοι οι οποίοι έχουν αυτήν την φροντίδα. Αφού δε επικυρωθούν ας

αναλάβουν τα καθήκοντά των συμφώνως με τους τεθέντας δι' αυτούς

νόμους. Κατόπιν δε από αυτούς να εκλέξουν πέντε αγορανόμους από τα

δεύτερα και πρώτα τιμήματα, κατά τα άλλα δε η εκλογή αυτών να

γίνεται καθώς των αστυνόμων, δηλαδή να χειροτονηθούν από τα άλλα

τιμήματα δέκα και να εκλεχθούν οι πέντε διά κλήρου, και αυτοί, αφού

επικυρωθούν, να αναγορευθούν άρχοντες. Ας προτείνη δε διά ανυψώσεως

της χειρός πας πάντα. Όστις δε δεν θέλει, αφού καταγγελθή εις τους

άρχοντας, ας τιμωρηθή με πενήντα δραχμάς και εκτός τούτου ας

θεωρήται και κακός. Ας πηγαίνη δε εις την εκκλησίαν και την κοινήν

συνέλευσιν όποιος θέλει, να είναι όμως υποχρεωτικόν εις τους

ανήκοντας εις τα δεύτερα και πρώτα τιμήματα, με πρόστιμον δέκα

δραχμών, εάν αποδειχθή ότι δεν παρευρίσκεται εις τας συνελεύσεις.

Διά δε το τρίτον και τέταρτον τίμημα δεν είναι υποχρεωτικόν, αλλά

αφήνεται ατιμώρητος, εκτός εάν κάποτε παραγγείλουν οι άρχοντες εις

όλους να συνεδριάσουν διά κάποιαν ανάγκην. Οι αγορανόμοι λοιπόν

αυτοί πρέπει να διατηρούν την τάξιν εις την αγοράν συμφώνως με τους

νόμους και να φροντίζουν διά τους ναούς και τας βρύσεις της αγοράς,

διά να μη βλάπτη κανείς τίποτε, τον δε βλάπτοντα να τον τιμωρούν με

ξύλον μεν και δέσιμον, όταν είναι δούλος και ξένος, εάν δε είναι

εντόπιος όστις παρεκτρέπεται ως προς τα τοιαύτα, μέχρι μεν του

ποσού των εκατόν δραχμών να είναι οι ίδιοι πληρεξούσιοι να τον

δικάσουν, μέχρι δε του διπλασίου από αυτό μαζί με τους αστυνόμους

να επιβάλλουν πρόστιμον δικάζοντες τον βλάπτοντα. Αι ίδιαι δε

επιβολαί προστίμων και τιμωρίαι ας επιτρέπωνται και εις τους

αστυνόμους, όταν είναι εις την εξουσίαν, και μέχρι μεν μιας μνας οι

ίδιοι να τιμωρούν, διά δε το διπλάσιον μαζί με τους κληρονόμους.

Κατόπιν δε θα είναι πρέπον να διορίσουν άρχοντας της μουσικής και

της γυμναστικής, διπλούς δι' εκάστην, εκείνους μεν διά την

διδασκαλίαν αυτών, αυτούς δε διά τον ανταγωνισμόν. Και ως προς μεν

την διδασκαλίαν εννοεί ο νόμος τους επιμελητάς των γυμναστηρίων και

των σχολείων και ως προς την τάξιν και ως προς την μόρφωσιν και ως

προς την φροντίδα της φοιτήσεως εις αυτά και της ασκήσεως των

αρρένων τέκνων και των θηλέων, ως προς δε τον ανταγωνισμόν εννοεί

και διά τους γυμνικούς αγώνας και διά την μουσικήν τους αθλοθέτας

των αθλητών, οι οποίοι είναι επίσης διπλοί, άλλοι διά την μουσικήν

και άλλοι διά την γυμναστικήν. Και διά μεν την γυμναστικήν των

ανθρώπων και των ίππων να είναι οι ίδιοι, διά δε την μουσικήν,

άλλοι μεν να είναι διά την μονωδίαν και την μιμητικήν, καθώς θα ήτο

πρέπον να γίνωνται αθλοθέται και διά τους ραψωδούς και κιθαρωδούς

και αυλητάς και όλους τους τοιούτους, άλλοι δε διά την χορωδίαν.

Πρώτον λοιπόν ως προς την διασκέδασιν εις τον χορόν των παίδων και

των ανδρών και των κορών με χοροπηδήματα και όλον τον ρυθμόν, ο

οποίος συνοδεύεται με μουσικήν, πρέπει βεβαίως να εκλέξουν τους

άρχοντας. Είναι δε αρκετός είς άρχων εις αυτούς, όχι κατωτέρας

ηλικίας των σαράντα ετών, επίσης δε και εις την μονωδίαν είναι

αρκετός είς, όχι κατωτέρας ηλικίας των τριάντα ετών, διά να εγκρίνη

ποίοι θα εισάγωνται και διά να αποδίδη την υπεροχήν μεταξύ των

συναγωνιζομένων. Ο χορός δε τόρα πρέπει να εκλέγη άρχοντα και

δοκιμαστήν με τον εξής τρόπον. Όσοι μεν έχουν κλίσιν εις τα τοιαύτα

ας συναντηθούν εις την συνέλευσιν, εάν δε δεν υπάγουν, ας

τιμωρηθούν. Αυτό δε θα το κρίνουν οι νομοφύλακες. Οι άλλοι όμως,

εάν δεν θέλουν, δεν είναι υποχρεωμένοι. Και την πρότασιν περί

εκλογής λοιπόν πρέπει ο εκλογεύς να την κάμνη μεταξύ των εμπείρων,

και εις την επικύρωσιν ας επικρατή η εξής μόνον επιδοκιμασία και

αποδοκιμασία, ή ότι είναι άπειρος ο εκλεχθείς ή ότι είναι έμπειρος.

Ο είς δε όστις θα επιτύχη διά κλήρου εκ των δέκα χειροτονηθέντων,

αφού επικυρωθή, ας προΐσταται καθ' όλον το έτος εις τους χορούς

συμφώνως με τον νόμον.

Ομοίως δε με αυτά και κατά τον ίδιον τρόπον όστις κληρωθή εκείνο το

έτος από τους ελθόντας εις έγκρισιν ας προΐσταται εις τας μονωδίας

και τας συναυλίας, την δε επικύρωσιν την αναθέτει ο κληρωθείς εις

τους κριτάς. Κατόπιν δε πρέπει να εκλέξουν αθλοθέτας των

αγωνισμάτων διά την γύμνασιν των ίππων και των ανθρώπων από τα

τρίτα και από αυτά ακόμη τα τέταρτα τιμήματα. Εις δε την εκλογήν ας

είναι υποχρεωτικόν να συνέρχωνται τα τρία τιμήματα, το δε κατώτερον

ας μείνη ατιμώρητον. Ας είναι δε τρεις οι κληρούμενοι, και είκοσι

μεν ας προχειροτονηθούν, αλλά ας κληρωθούν από τους είκοσι οι

τρεις, όποιους εγκρίνει η ψήφος των επικυρωτών. Εάν δε κανείς

αποδοκιμασθή εις οποιανδήποτε κλήρωσιν και επικύρωσιν αρχής, να

εκλέγουν άλλους εις την θέσιν των κατά τον ίδιον τρόπον και η

επικύρωσις αυτών να γίνεται ομοίως.

Υπολείπεται ως άρχων σύμφωνος με όσα είπαμεν ο επιμελητής της

εκπαιδεύσεως όλης των θηλέων και των αρρένων. Λοιπόν ας είναι είς

και όστις μέλλει να προΐσταται αυτών κατά τους νόμους, ηλικίας μεν

όχι κατωτέρας των πενήντα ετών, πατήρ δε γνησίων τέκνων, και κυρίως

μεν και υιών και θυγατέρων, ειδεμή του ενός από τα δύο. Ας φρονή δε

και ο ίδιος ο εκλεχθείς και όστις τον εκλέγει ότι αυτή η αρχή είναι

από όλας τας ανωτάτας αρχάς της πόλεως πολύ σπουδαιοτέρα. Διότι

βεβαίως παντός φυτού η πρώτη βλάστησις, εάν προτραπή καλώς εις την

πρόοδον της φύσεώς του, είναι η κυριωτέρα αιτία, διά να προστεθή

τέλος κατάλληλον, και εις τα άλλα φυτά και εις τα ζώα και τα ήμερα

και τα άγρια και τους ανθρώπους. Ο δε άνθρωπος, καθώς νομίζομεν,

είναι ήμερος, και όμως, εάν μεν λάβη ορθήν εκπαίδευσιν και φυσικά

επιτυχημένην, γίνεται συνήθως θειότατον και ημερώτατον από όλα τα

ζώα, εάν όμως δεν ανατραφή αρκετά ή καλά, τότε γίνεται το

αγριώτερον από όσα τρέφει η γη.

Δι' αυτό δεν πρέπει ο νομοθέτης να αφήση να γίνη ως δεύτερον ή

πάρεργον η ανατροφή των παίδων. Πρώτον δε πρέπει να αρχίση καλώς

εις την πόλιν η εκλογή αυτού, ο οποίος θα επιμεληθή αυτούς τους

νέους, όστις δε είναι ο καλλίτερος εις όλα όσον το δυνατόν, αυτόν

πρέπει να διορίσουν προϊστάμενον εις αυτούς και επιμελητήν. Όλαι

λοιπόν αι αρχαί εκτός της βουλής και των πρυτάνεων, ας συνέλθουν

εις τον ναόν του Απόλλωνος και ας δώσουν μυστικήν ψήφον εις εκείνον

εκ των νομοφυλάκων, διά τον οποίον έκαστος νομίζει ότι θα

ευδοκιμήση ως προϊστάμενος εις την εκπαίδευσιν. Όστις δε

συγκεντρώση τας περισσοτέρους ψήφους, ας επικυρωθή από τους άλλους

εκλέκτορας άρχοντας εκτός των νομοφυλάκων, και ας προΐσταται επί

πέντε έτη, το δε έκτον κατά τον ίδιον τρόπον ας εκλέγουν άλλον εις

αυτήν την αρχήν. Εάν δε αποθάνη κανείς κατέχων δημοσίαν αρχήν, ενώ

χρειάζεται περισσοτέρας των τριάντα ημερών, διά να τελειώση η

διορία του, κατά τον ίδιον τρόπον να διορίζουν άλλον εις την θέσιν,

όσοι είχαν την φροντίδα αυτήν ορθώς. Και εάν αποθάνη κανείς

επίτροπος ορφανών, οι παρόντες συγγενείς του πατρός και της μητρός

μέχρι των τέκνων των εξαδέλφων ας διορίσουν άλλον εντός δέκα

ημερών, άλλως ας τιμωρήται έκαστος με μίαν δραχμήν την ημέραν, έως

ότου να διορίσουν τον επίτροπον.

Πάσα δε πόλις βεβαίως θα ήτο κάθε άλλο παρά πόλις, εάν δεν υπάρχουν

εις αυτήν δικαστήρια καθώς πρέπει. Εάν δε πάλιν είναι σιωπηλός ο

δικαστής και δεν λέγη περισσότερα από τους αντιδίκους εις τας

ανακρίσεις του, καθώς συμβαίνει εις τας διαιτησίας, δεν είναι

δυνατόν να είναι ικανός εις την κρίσιν του δικαίου. Διά τούτο ούτε

αν είναι πολλοί είναι εύκολον να δικάζουν, ούτε ολίγοι και κακοί.

Πρέπει δε πάντοτε το φιλονικούμενον να καταστή σαφές και εις τα δύο

μέρη, ο δε καιρός και η αργοπορία και η συχνή ανάκρισις είναι

συντελεστικά εις την διαφώτισιν της φιλονικίας. Διά τούτο οι

εγκαλούμενοι μεταξύ των πρέπει πρώτον να πηγαίνουν εις τους

γείτονας και τους φίλους και τους γνωρίζοντας όσον τα δυνατόν

καλλίτερον τας φιλονικουμένας πράξεις. Εάν δε πλέον από αυτούς λάβη

κανείς αρκετήν γνώμην, ας υπάγη εις άλλο δικαστήριον. Το δε τρίτον

δικαστήριον, εάν τα δύο προηγούμενα δεν ημπορέσουν να τον

συμβιβάσουν, ας θέση τέλος εις την δίκην. Κατά τινα δε τρόπον επί

των δικαστηρίων αι εγκαταστάσεις είναι εκλογαί αρχόντων. Διότι πας

άρχων κατ' ανάγκην είναι και δικαστής μερικών, ο δε δικαστής, αν

και δεν είναι άρχων, γίνεται όμως άρχων και μάλιστα όχι τόσον

μηδαμινός την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν εξακολουθεί να δικάζη

την δίκην. Παραδεχόμενοι δε και τους δικαστάς ως άρχοντας ας

ειπούμεν ποίοι είναι κατάλληλοι και ποίων υποθέσεων δικασταί και

πόσοι εις εκάστην. Και λοιπόν σπουδαιότερον δικαστήριον ας είναι

εκείνο το οποίον θα διορίσουν μόνοι των μεταξύ των οι αντίδικοι,

εκλέγοντες μερικούς από κοινού. Τα δε άλλα δικαστήρια ας είναι δυο,

το έν μεν όταν ο ιδιώτης τον ιδιώτην κατηγορή ότι τον αδικεί, θέλη

δε να αποφασισθή η υπόθεσις με την δίκην, το δε άλλο όταν νομίση

κανείς ότι το δημόσιον αδικείται από κανένα πολίτην και θέλη να

υπερασπισθή το κοινόν συμφέρον.

Ας ειπούμεν δε ποίου είδους και ποίοι είναι οι κριταί. Λοιπόν ας

παραδεχθώμεν πρώτον ως κοινόν δικαστήριον δι' όλους τους

εικαζομένους μεταξύ των εις τρίτην δίκην τα εξής. Όλαι αι αρχαί και

αι διαρκούσαι έν έτος και αι διαρκούσαι πλειότερα, εάν πρόκειται να

αρχίση νέον έτος κατόπιν από τας θερινάς τροπάς του ερχομένου

μηνός, την προηγουμένην ημέραν από αυτήν πρέπει όλοι οι άρχοντες να

συνέλθουν εις ένα ναόν και, αφού ορκισθούν εις τον θεόν, να κάμουν

ως είδος απαρχής διά πάσαν εξουσίαν ένα δικαστήν, οστισδήποτε εις

όλην του την διαχείρισιν εφάνη ότι είναι άριστος και φαίνεται ότι

θα δικάζη κάλλιστα και ευσεβέστατα τας δίκας των συμπολιτών του το

ερχόμενον έτος. Αφού δε εκλεχθούν αυτοί, να γίνη η επικύρωσις

εμπρός εις τους ιδίους εκλέκτορας, εάν δε αποδοκιμασθή κανείς, να

εκλέξουν άλλον εις την θέσιν του κατά τον ίδιον τρόπον, οι δε

εγκριθέντες να δικάζουν τους κατηγορηθέντας εις τα άλλα δικαστήρια,

την δε ψήφον των να την δίδουν φανερά. Να είναι δε ακροαταί και

θεαταί τούτων των δικών υποχρεωτικώς οι βουλευταί, και οι άλλοι

άρχοντες οι εκλέξαντες αυτούς, από δε τους άλλους όστις θέλει. Εάν

δε κανείς κατηγορή κανένα ότι εδίκασε αδίκως την δίκην, ας

παρουσιασθή να τον καταγγείλη εις τους νομοφύλακας. Όστις δε

καταδικασθή εις τοιαύτην δίκην ας υποχρεωθή να πληρώση το ήμισυ της

βλάβης εις τον παθόντα, εάν δε φανή ότι είναι άξιος μεγαλιτέρας

τιμωρίας, να ορίσουν οι κρίναντες την δίκην, τι πρέπει να πάθη

περιπλέον ή να πληρώση αυτός εις το κοινόν και εις τον δικάσαντα

την δίκην. Περί δε των δημοσίων εγκλημάτων είναι ανάγκη πρώτον να

λάβη μέρος εις την κρίσιν ο λαός. Διότι όλοι αδικούνται, όταν

κανείς αδική την πόλιν, και δικαίως οργίζονται, όταν δεν λαμβάνουν

μέρος εις τοιαύτας κρίσεις. Αλλά πρέπει και η αρχή και το τέλος της

τοιαύτης δίκης να αποδίδεται εις τον δήμον, η δε εξέλεγξις εις

τρεις από τας μεγίστας αρχάς, εις όποιας συμφωνήσουν και ο

εγκαλούμενος και ο εγκαλών. Εάν δε δεν συμφωνήσουν εις τούτο, η

βουλή να επικρίνη την εκλογήν εκάστου. Πρέπει δε βεβαίως να

λαμβάνουν μέρος και εις τας ιδιωτικάς δίκας όλοι εφ' όσον είναι

δυνατόν. Διότι όστις δεν μετέχει του δικαιώματος του να δικάζη,

νομίζει ότι όλως διόλου δεν ανήκει εις την πόλιν. Δι' αυτό λοιπόν

πρέπει να γίνωνται και κατά φυλάς δικαστήρια και με κλήρον

εκλεγόμενοι δικασταί να δικάζουν αμέσως χωρίς να δεκασθούν με

παρακλήσεις, το δε τέλος όλων αυτών να το δικάζη εκείνο το

δικαστήριον, το οποίον φρονούμεν ότι όσον είναι δυνατόν εις την

ανθρωπίνην φύσιν κατηρτίσθη όσον το δυνατόν αδέκαστον διά τους μη

δυναμένους να τελειώσουν τας δίκας των ούτε εμπρός εις τους

γείτονας ούτε εις τα κατά φυλάς δικαστήρια.

Τόρα λοιπόν, επειδή δεν είναι εύκολον να ομιλήσωμεν αλανθάστως διά

τα δικαστήρια, τα οποία δεν τα θεωρούμεν ούτε ως αρχάς ούτε ως μη

αρχάς, η συζήτησίς μας περί αυτών ως γενικός τύπος και περιεκτικός

άλλα μεν τα είπε, άλλα δε σχεδόν τα παραλείπει. Διότι εις το τέλος

της νομοθεσίας ημπορεί να γίνη πολύ ορθότερον η ακριβής θέσις και

διαίρεσις των περί δικών νόμων. Εις αυτάς λοιπόν ας ειπούμεν να

περιμένουν προς το τέλος, αι δε εγκαταστάσεις των άλλων αρχών

σχεδόν έλαβαν την περισσοτέραν νομοθεσίαν. Το όλον όμως και η

ακρίβεια εις έν και εις όλα τα ζητήματα της πόλεως και την

πολιτικήν διοίκησιν δεν είναι δυνατόν να γίνη σαφές, πριν η έρευνα

από την αρχήν να λάβη και τα δεύτερα και τα μεσαία μέρη της και να

προχωρήση προς το τέλος. Τόρα λοιπόν προς το παρόν μέχρι της

εκτελέσεως της εκλογής των αρχόντων, ως τέλος μεν εις όλα τα

προηγούμενα ημπορεί να θεωρηθή τούτο αρκετόν, αλλά της θεσπίσεως

νόμων είναι αρχή και δι' αυτό δεν χρειάζεται πλέον αναβολάς και

δισταγμούς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Εντελώς σύμφωνα με την γνώμην μου είπες, καλέ ξένε, τα

προηγούμενα, και τόρα, που συνέδεσες την αρχήν με το τέλος όσων

είπες και με όσα θα ειπής, πολύ ευπροσδεκτότερα είπες αυτά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν ίσως καλά επαίζαμεν ημείς οι γέροντες έως

τόρα την διασκέδασίν μας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά υπαινίττεσαι, καθώς φαίνεται, την μελέτην των

ανδρών.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτό φαίνεται πιθανόν. Αλλά το εξής ας σκεφθώμεν, μήπως

σου φαίνεται καθώς φαίνεται εις εμέ.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον δηλαδή και περί ποίων;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Γνωρίζεις ότι καθώς των ζωγράφων φαίνεται ότι η εξέτασις

περί εκάστου ζώου δεν έχει τέλος, αλλά είτε εις το δυνατά

χρωματισμένον ή το αποσβυσμένον ή ό,τι δήποτε το ονομάζουν αυτό οι

ζωγράφοι ποτέ δεν φαίνεται ότι ημπορεί να παύση να το τελειοποιή,

ώστε πλέον να μην επιδέχεται πρόοδον εις το να φαίνωνται καλλίτερα

και ζωντανώτερα τα ζωγραφισμένα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Σχεδόν σε εννοώ, διότι και ο ίδιος ακούω όσα λέγεις,

άλλως τε δεν είμαι ειδικός εις αυτήν την τέχνην.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και δεν έχασες τίποτε βεβαίως. Ημείς όμως θα

χρησιμοποιήσωμεν τον συμπεσόντα τόρα περί αυτής λόγον εις το εξής.

Δηλαδή, εάν κανείς σκεφθή να ζωγραφίση εικόνα ζώου και τούτο να μη

χειροτερεύη, αλλά να γίνεται καλλίτερον εις το μέλλον διαρκώς, αφού

είναι θνητός, εάν δεν αφήση κανένα διάδοχον, ο οποίος θα ημπορή να

επιδιορθώνη το ζώον, εάν με τον καιρόν δεικνύη λάθη, και να

προσθέτη ό,τι παρέλειψε η τέχνη του, διά να το ζωογονή και να το

τελειοποιή, εννοείς ότι τότε διατηρείται πολύ ολίγον καιρόν ο τόσον

υπερβολικός του αυτός κόπος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν; Άραγε δεν σου φαίνεται ότι τοιούτος είναι

κάπως ο σκοπός του νομοθέτου; Πρώτον μεν να γράψη τους νόμους όσον

το δυνατόν αρκετούς ως προς την ακρίβειαν. Έπειτα όμως όσον περνά ο

καιρός και δοκιμάζει εμπράκτως (!) όσα είχε νομίσει ορθά, άραγε

νομίζεις ότι υπάρχει κανείς νομοθέτης τόσον ανόητος, ώστε να μη

γνωρίζη, ότι είναι επόμενον να παραλείπωνται πάρα πολλά τοιαύτα, τα

οποία πρέπει κάποιος να τα ακολουθή και να τα διορθώνη, διά να μη

γίνεται διαρκώς χειροτέρα αλλά καλλιτέρα η πολιτεία και η τάξις εις

την συνοικισθείσαν πόλιν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως είναι επόμενον — πώς όχι; — να επιθυμή οποιοσδήποτε το

τοιούτον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, εάν είχε κανείς καμμίαν μέθοδον δι' αυτό με έργα και

με λόγους, διά να εύρη με ποίον τρόπον θα ημπορούσε να διδάξη άλλον

είτε περισσότερον είτε ολιγώτερον να εννοήση τούτο, δηλαδή πώς

πρέπει να προσέχη και να διορθώνη τους νόμους, δεν είναι αληθές ότι

θα εκουράζετο να ομιλή πριν να φθάση εις το τέλος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πως όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν προς το παρόν δεν πρέπει και εγώ με σας τους δύο

να κάμωμεν το ίδιον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι εννοείς δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή πρόκειται να νομοθετήσωμεν, εξελέξαμεν δε

νομοφύλακας, και επειδή ημείς ευρισκόμεθα εις την δύσιν του βίου

μας, αυτοί δε σχετικώς με ημάς είναι νέοι, συγχρόνως μεν, καθώς

είπαμεν, πρέπει να νομοθετήσωμεν ημείς, συγχρόνως όμως να

προσπαθήσωμεν και αυτούς να τους καταστήσωμεν νομοθέτας και

νομοφύλακας όσον είναι δυνατόν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι άλλο; Εάν βεβαίως έχωμεν αρκετήν ικανότητα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όπωσδήποτε πρέπει να προσπαθήσωμεν και να είμεθα

πρόθυμοι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας ειπούμεν εις αυτούς: Φίλοι συντηρηταί των

νόμων, ημείς εις κάθε ζήτημα διά το όποιον θέτομεν τους νόμους παρά

πολλά θα παραλείψωμεν. Διότι αυτό είναι επόμενον. Μολαταύτα, εις

όσα δεν είναι μικρά, και το σύνολον όσον εξαρτάται από τας δυνάμεις

μας δεν θα το αφήσωμεν αδιαφώτιστον με κάποιαν σκιαγραφίαν. Τούτο

όμως το σκιαγράφημα θα είναι ανάγκη να το συμπληρώσετε σεις. Πού

όμως πρέπει να αποβλέπετε, διά να εκτελέσετε αυτό, πρέπει να το

μάθετε. Δηλαδή ο Μέγιλλος και εγώ και ο Κλεινίας και τα είπαμεν

αυτά μεταξύ μας όχι ολίγας φοράς και συμφωνούμεν ότι τα λέγομεν

καλά. Σεις όμως θέλομεν να φανήτε εις ημάς ομόφρονες και μαθηταί

αποβλέποντες εις όσα και ημείς εσυμφωνήσαμεν μεταξύ μας ότι πρέπει

πάντοτε να προσέχη ο νομοφύλαξ και ο νομοθέτης. Η δε συνάντησις

γνωμών είχεν ως κυριώτερον προσόν το εξής. Δηλαδή πώς να γίνη

κανείς ανήρ ενάρετος αποκτήσας την αρμόζουσαν εις τον άνθρωπον

αρετήν της ψυχής από καμμίαν ασχολίαν ή από ήθος ή από κάποιαν

κατάκτησιν ή επιθυμίαν ή γνώμην ή κάποια μαθήματα, είτε είναι η

φύσις του αρσενική από όλους τους συνοικιστάς είτε θηλυκή, είτε

νέου είτε γέροντος, διά να τείνη όλη του η δραστηριότης εις αυτό το

ίδιον εις όλην του την ζωήν, από όλα δε τα άλλα όσα είναι εμπόδια

εις αυτό να μη φανή ότι προτιμά κανέν οποιοσδήποτε, εις το τέλος

δε, και αν φανή αναγκαίον να αναστατωθή η πόλις, να προτιμήση να

υποστή τον ζυγόν της δουλείας και να υποταχθή από κατωτέρους του

παρά να αφήση την πόλιν και να φύγη. Επομένως όλα αυτά πρέπει να

υπομείνουν να τα πάθουν, παρά να δεχθούν άλλο πολίτευμα, το οποίον

είναι προωρισμένον να κάμνη χειροτέρους τους ανθρώπους. Αυτά και

ημείς προηγουμένως τα παρεδέχθημεν, και σεις τόρα αποβλέποντες και

εις τα δύο αυτά, να επαινήτε και να κατακρίνετε τους νόμους, όσοι

δεν είναι ικανοί εις αυτά, τους δε ικανούς να τους ασπάζεσθε και να

τους δέχεσθε φιλικώς, διά να ζήτε συμφώνως με αυτούς. Τας δε άλλας

ασχολίας και τα νομιζόμενα αγαθά, τα οποία τείνουν προς άλλα,

πρέπει να τα αποχαιρετήσετε διά παντός. Η αρχή δε των κατόπιν νόμων

μας ας είναι πλέον η εξής, λαμβάνουσα έναρξιν από τα ιερά.

Δηλαδή πρέπει πρώτον να εντυπώσωμεν τον αριθμόν των πέντε χιλιάδων

σαράντα, πόσας τομάς καταλλήλους είχε και έχει και ολόκληρος και ο

χωρισμένος διά τας φυλάς, τον οποίον μάλιστα ωρίσαμεν ως

δωδεκατημόριον του όλου σχηματίζον είκοσι φοράς είκοσι ένα. Έχει δε

διαιρέσεις δώδεκα μεν ολόκληρος ο αριθμός, δώδεκα δε επίσης και ο

αριθμός της φυλής. Λοιπόν έκαστον τμήμα πρέπει να το θεωρώμεν ως

ιερόν δώρον του θεού, το οποίον συνοδεύει τους μήνας και την

περιστροφήν του σύμπαντος. Διά τούτο και ολόκληρον την πολιτείαν

την οδηγεί το θείον έμφυτον και την καθαγιάζει. Ίσως δε άλλοι

ορθότερον από άλλους διεμοίρασαν και επιτυχέστερον καθαγίασαν αυτήν

την διανομήν. Οπωσδήποτε όμως ημείς τόρα ορθότατα φρονούμεν ότι

προτιμώμεν τον αριθμόν πέντε χιλιάδες σαράντα, ο οποίος επιδέχεται

όλας τας διαιρέσεις μέχρι των δώδεκα κατά σειράν από το έν εκτός

του ένδεκα. Αλλά και αυτός επιδέχεται ελαφράν θεραπείαν. Διότι

γίνεται τελείως υγιής, εάν αποχωρισθούν δύο εστίαι (7) Ότι δε αυτά

είναι αληθινά, δεν απαιτείται πολύς λόγος, διά να τα αποδείξη με

ησυχίαν. Λοιπόν πιστεύσαντες προς το παρόν εις αυτήν την διάδοσιν

και τον λόγον ας μοιράσωμεν αυτήν και δι' έκαστον τμήμα ας

επικαλεσθώμεν ένα θεόν ή έν τέκνον των θεών και ας του αποδώσωμεν

βωμούς και τα σχετικά με αυτούς, και ας εκτελούμεν συγκεντρώσεις

διά τας θυσίας των δύο φοράς τον μήνα, ήτοι δώδεκα μεν φοράς το

έτος διά την διαίρεσιν της φυλής, δώδεκα δε άλλας διά την όλην

διαίρεσιν της πόλεως, πρώτον μεν βεβαίως χάριν των θεών και των

σχετικών με τους θεούς, δεύτερον δε χάριν της εξοικειώσεώς μας

μεταξύ μας και της γνωριμίας μας, καθώς θα ελέγαμεν, και όλης της

επιμιξίας. Διότι διά την συγκοινωνίαν και επιμιξίαν του γάμου είναι

ανάγκη να λείψη η άγνοια των προσώπων από τα οποία παίρνει κανείς

γυναίκα και εις τα οποία δίδει, και πρέπει προ παντός να φροντίζη

κανείς όσον είναι δυνατόν να μην απατάται διόλου εις τα τοιαύτα.

Λοιπόν χάριν αυτού του σκοπού πρέπει να κάμνουν και τας

διασκεδάσεις, όταν χορεύουν, οι νέοι και αι κόραι, και συγχρόνως να

βλέπουν και να βλέπωνται με ώριμον σκέψιν και ηλικίαν, η οποία έχει

ευλογοφανείς αφορμάς, γυμνοί και γυμναί έκαστοι έως εις το σημείον

της φρονίμου εντροπής. Δι' όλα δε αυτά να γίνωνται επιμεληταί και

κοσμήτορες οι άρχοντες των χορών και οι νομοθέται μετά των

νομοφυλάκων, εφ' όσον ημείς παραλείψωμεν να ορίσωμεν διατάξεις.

Είναι δε επόμενον, καθώς είπαμεν, εις όλα αυτά τα οποία είναι μικρά

και πολλά ο μεν νομοθέτης να παραλείψη τίποτε, όσοι δε γίνονται

κατ' έτος έμπειροι αυτών από την εφαρμογήν να συνηθίζουν να τα

τακτοποιούν και να τα τροποποιούν εις το ορθότερον κατ' έτος, έως

ότου να φανή ότι ευρέθη ένας ικανός ορισμός των τοιούτων νομίμων

και ασχολιών. Και βεβαίως είναι μέτριον και αρκετόν το δεκαετές

διάστημα διά την εμπειρίαν των θυσιών και των χορών διά το όλον και

διά τας λεπτομερείας, ενόσω μεν ζη και ο θεσπίσας αυτά νομοθέτης,

από κοινού με αυτόν, μετά δε τον θάνατόν του εκάστη αρχή να

συνεισφέρη εις την επανόρθωσιν των ελλείψεων της αρχής της, έως

ότου να φανή ότι εδόθη πέρας εις την καλήν επεξεργασίαν. Τότε δε

πλέον να τους θεσπίσουν ως αμετακινήτους θεσμούς και να τους

μεταχειρίζωνται μαζί με τους άλλους νόμους, τους οποίους ώρισε εις

την αρχήν ο θέσας τους νόμους εις αυτούς, ώστε να μη τους

μεταθέτουν εκουσίως, ποτέ εις τίποτε. Εάν δε εφαίνετό ποτε ότι τους

ευρήκε κάποια ανωτέρα βία, τότε να συνέλθουν εις συμβούλιον όλαι αι

αρχαί, και όλος ο λαός και όλαι αι μαντείαι των θεών, και, αν

μείνουν σύμφωνοι όλοι, τότε μόνον να τους μετακινήσουν, αλλέως όμως

ουδέποτε με κανένα τρόπον, αλλά πάντοτε να νικά ο αντιδραστικός

συμφώνως με τον νόμον.

Λοιπόν οσάκις κανείς από τους εικοσιπενταετείς την ηλικίαν

παρατηρών και παρατηρούμενος από άλλους νομίση ότι ευρήκε πρόσωπον

καθώς το σκέπτεται και αρμόδιον διά να αποκτήση και γεννήση τέκνα,

ας υπανδρευθή οποιοσδήποτε και αν είναι εντός των τριανταπέντε

ετών. Πώς όμως πρέπει να ζητή το πρέπον και αρμόδιον πρόσωπον ας το

ακούση πρώτον. Δηλαδή, καθώς λέγει ο Κλεινίας, πρέπει να προτάξωμεν

εις έκαστον νόμον το σχετικόν προοίμιον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά, φίλε Ξένε, το εκράτησες εις την μνήμην σου,

και επέτυχες ευκαιρίαν διά τον λόγον πολύ κανονικήν, καθώς μου

φαίνεται.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Καλά λέγεις. Λοιπόν ας ειπούμεν: Καλό παιδί γεννημένον

από καλούς γονείς, οφείλεις να κάμης γάμους που εγκρίνονται από

τους ορθοφρονούντας, οι οποίοι θα σε εσυμβούλευαν να μην αποφεύγης

τον γάμον με πτωχούς ούτε να επιδιώκης εξαιρετικώς τον γάμον με

τους πλουσίους, αλλά, εάν όλα τα άλλα ισοφαρίζουν, να προτιμάς

πάντοτε να έλθης εις επιμιξίαν με τον υποδεέστερον. Διότι τούτο και

εις την πόλιν είναι συμφέρον και εις τας συνδεομένας οικογενείας.

Διότι το ομαλόν και κανονικόν είναι χιλιάκις προτιμότερον από το

ασύμμετρον ως προς την αρετήν. Και πρέπει να φροντίση να γίνη

συγγενής με συνετούς πατέρας όστις γνωρίζει διά τον εαυτόν του ότι

είναι ακάθεκτος και προβαίνει ορμητικώτερον του δέοντος εις όλας

του τας πράξεις. Όστις δε έχει αντίθετα φυσικά πρέπει να επιζητή τα

αντίθετα συμπεθερικά. Και γενικώς δι' όλους τους γάμους ας υπάρχη

είς κανών. Δηλαδή έκαστος οφείλει να συνάπτη τον συμφέροντα εις την

πόλιν γάμον και όχι τον ηδονικώτερον διά το άτομόν του. Αλλά

έκαστος ωθείται φυσικά προς τον ομοιότατόν του, και διά τούτο όλη η

πόλις γίνεται ανώμαλος και εις τα χρήματα και εις τους χαρακτήρας.

Ως εκ τούτου όσα δεν θέλομεν να μας συμβούν, αυτά περισσότερον

συμβαίνουν εις όλας τας πόλεις. Λοιπόν το να επιβάλλωμεν αυτά ρητώς

διά νόμου, δηλαδή να μην υπανδρεύεται ο πλούσιος με πλουσίαν κόρην,

ούτε ο έχων μεγάλην πολιτικήν δύναμιν με κόρην άλλου ομοίου του,

τους δε ζωηρούς εις τα ήθη να τους αναγκάζωμεν να ζητήσουν εις

γάμον από τους νωθροτέρους, και τους νωθροτέρους από τους

ζωηροτέρους, όχι μόνο θα ήτο γελοίον, αλλά πιθανόν και να προκαλέση

εμπάθειαν εις πολλούς. Διότι δεν είναι εύκολον να εννοήσουν ότι η

πόλις πρέπει να μετριασθή ωσάν κρατήρ, του οποίου ο φλογισμένος μεν

οίνος βράζει και χύνεται, ο δε μετριαζόμενος από άλλον νηφάλιον

θεόν, αφού λάβη καλήν συμμετοχήν, κατασκευάζει καλόν ποτόν και

μετριασμένον. Αυτό λοιπόν, διά να ειπώ ούτω πως, κανείς δεν έχει

την ικανότητα να το ιδή ότι συμβαίνει εις την επιμιξίαν της

τεκνοποιίας. Δι' αυτό λοιπόν είναι ανάγκη τα τοιαύτα από μεν τον

νόμον να παραλειφθούν, διηγούμενος δε κανείς αυτά μαγικώς να

προσπαθή να πείση έκαστον να θεωρή πολύ προτιμοτέραν την ομαλότητα

των υιών του παρά την ισότητα εις προίκα η οποία είναι ακόρεστος

απληστία, και με ονειδισμούς να αποτρέπη τον φροντίζοντα διά

χρήματα εις τον γάμον, όχι όμως να τον υποχρεώνη με γραπτόν νόμον.

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος B · 第 7 / 8 段