συνοικίσωμεν, δεν υπάρχει άλλη ως μήτηρ και πατήρ της παρά η πόλις
η οποία την συνοικίζει, αν και γνωρίζω ότι πολλαί αποικίαι κάποτε
εφάνησαν και θα φαίνωνται ασύμφωνοι με τας μητροπόλεις των. Τόρα
όμως προς το παρόν καθώς το παιδί, έστω και αν αργότερα θα γίνη
διαφορετικόν από τους γονείς του, μέσα όμως εις την προσωρινήν
έλλειψιν ανατροφής αγαπά τούς γονείς του και αγαπάται από αυτούς,
και πάντοτε καταφεύγει εις τους συγγενείς του και τους ευρίσκει ως
μόνους ασφαλείς συμμάχους. Αυτά λοιπόν φρονώ ότι θα υπάρξουν
ευχαρίστως εις τους Κνωσίους, διά να περιποιηθούν την νέαν πόλιν
και από την νέαν πόλιν εις την Κνωσόν. Εννοώ δε καθώς το είπα προ
ολίγου (και βεβαίως το καλόν δεν είναι ζημία, αν το ειπούμεν δύο
φοράς), ότι οι Κνώσιοι πρέπει ομού να φροντίσουν δι' όλα αυτά, αφού
εκλέξουν όσον το δυνατόν τους γεροντοτέρους και τους καλλιτέρους
από όσους θα έλθουν εις την αποικίαν, όχι ολιγωτέρους δε από εκατόν
άνδρας. Και από τους ιδίους Κνωσίους ας είναι άλλοι εκατόν. Αυτοί
δε φρονώ ότι πρέπει να έλθουν μαζί εις την νέαν πόλιν και να
φροντίσουν, πώς να εκλεχθούν οι άρχοντες συμφώνως με τους νόμους
και να επικυρωθούν. Αφού δε γίνουν αυτά, οι μεν Κνώσιοι να
κατοικούν εις την Κνωσόν, η δε νέα πόλις μόνη της να προσπαθή να
διατηρήται και να ευτυχή. Οι δε τριάντα επτά που είπαμεν και τόρα
και κατόπιν εις αιώνα τον άπαντα ας ακλέγωνται υπό τους εξής όρους.
Πρώτον μεν να είναι φύλακες των νόμων, έπειτα δε των αρχείων, όπου
θα δηλώση έκαστος πολίτης εις τους άρχοντας το ποσόν της περιουσίας
του, εκτός του τιμήματος του, το οποίον διά την πρώτην τάξιν είναι
τέσσαρες μναι (6), διά δε την δευτέραν τρεις, διά την τρίτην δύο
και διά την τετάρτην μία μνα· εάν όμως κανείς αποδειχθή ότι κατέχει
και άλλο τίποτε έξω από τα δηλωθέντα, αυτό ας δημευθή ολόκληρον,
εκτός αυτού δε ας τον εναγάγη εις δίκην όποιος θέλει όχι καλήν ούτε
εύφημον, αλλά ατιμωτικήν, εάν αποδειχθή ότι χάριν του κέρδους
περιφρονεί τους νόμους. Λοιπόν ας τον καταγγείλη δι' αισχροκέρδειαν
όστις θέλει και ας διεξαγάγη την δίκην εμπρός εις τους ιδίους τους
νομοφύλακας. Εάν δε καταδικασθή ο εγκαλούμενος, ας μη μετέχη των
κοινών κτημάτων, και όταν γίνη εις την πόλιν καμμία διανομή, ας μη
λάβη μερίδων, εκτός του κλήρου του, ας γραφή δε η καταδίκη του,
ενόσω ζη, εις μέρος όπου θα την αναγνώση όστις θέλει. Να μη μένη δε
εις την εξουσίαν περισσότερον από είκοσι έτη ο νομοφύλαξ, και να μη
απολαμβάνη την αρχήν, εάν δεν γίνη πενήντα ετών. Εάν δε την αναλάβη
εξήντα ετών, τότε ας την διατηρήση μόνον δέκα έτη, και με αυτήν την
αναλογίαν, όσα έτη κανείς επέρασε το εξηκοστόν έτος της ηλικίας, ας
μη φρονή ότι θα διατηρήση μεταξύ αυτών των αρχόντων την τόσον
σπουδαίαν εξουσίαν.
Λοιπόν περί των νομοφυλάκων αυτά τα τρία προστάγματα ας είναι
αρκετά, όσον δε οι νόμοι προχωρούν θα προστάξη ο καθείς μας εις
αυτούς τους άνδρας τι άλλο πρέπει να επιμεληθούν εκτός αυτών που
λέγομεν τόρα. Τόρα όμως ας ομιλήσωμεν περί της εκλογής άλλων αρχών.
Δηλαδή κατόπιν από αυτούς πρέπει να εκλέξωμεν στρατηγούς, και χάριν
αυτών ως άλλους υποβοηθούς εις τον πόλεμον τους ιππάρχους και
φυλάρχους και κοσμήτορας των τάξεων των πεζών φυλών, εις τους
οποίους προ πάντων αυτό το όνομα αρμόζει, καθώς οι περισσότεροι το
αποδίδουν και τους ονομάζουν ταξιάρχους. Από όλους δε αυτούς τους
μεν στρατηγούς ας τους υποδείξουν από μέσα από αυτήν την πόλιν οι
νομοφύλακες, ας εκλεχθούν δε από τους υποδειχθέντας όσοι έλαβαν
μέρος εις τον πόλεμον κατά σειράν ηλικίας και λαμβάνουν πάντοτε.
Εάν δε βεβαίως νομισθή κανείς από τους μη υποδειχθέντας ότι είναι
καλλίτερος από κανένα υποδειχθέντα, ας δηλώση ποίον εις την θέσιν
ποίου προτείνει, και βεβαιώσας αυτό με όρκον ας προτείνη ως
αντικαταστάτην τον άλλον, όποιος δε προτιμηθή διά χειροτονίας ας
εγκριθή διά την υποψηφιότητα. Οι τρεις δε, οι οποίοι θα
συγκεντρώσουν τας περισσοτέρας ψήφους, να είναι στρατηγοί και
επιμεληταί των πολεμικών υποθέσεων, και ας επικυρωθούν καθώς οι
νομοφύλακες. Ταξιάρχους δε να προτείνουν δώδεκα οι ίδιοι
εκλεχθέντες στρατηγοί, ανά ένα δι' εκάστην φυλήν. Η δε αντιπρότασις
να γίνεται καθώς εις τους στρατηγούς, ομοίως δε και η χειροτονία
και η επικύρωσις. Αυτήν δε την συνάθροισιν προς το παρόν πριν να
εκλεχθούν οι πρυτάνεις και η βουλή ας την συγκεντρώσουν οι
νομοφύλακες εις τόπον όσον το δυνατόν ιερόν και ευρύχωρον και ας
τοποθετήσουν χωριστά τους οπλίτας και χωριστά τους ιππείς, τρίτον
δε, κατόπιν από αυτούς, όλους όσοι είναι δι' επιστράτευσιν. Ας
χειροτονούν δε τους μεν στρατηγούς και τους ιππάρχους όλοι, τους δε
ταξιάρχους όσοι φέρουν ασπίδα, τους φυλάρχους δε πάλιν αυτών ας
τους εκλέγη ολόκληρον το ιππικόν, των δε ψιλών ή των τοξοτών ή
κανενός άλλου σώματος τους αρχηγούς ας τους διορίζουν οι στρατηγοί.
Τόρα μένει πλέον να ομιλήσωμεν περί της εκλογής των ιππάρχων.
Αυτούς λοιπόν ας τους προτείνουν μεν εκείνοι οι οποίοι επρότειναν
και τους στρατηγούς, η δε εκλογή και η αντιπρότασις αυτών να γίνη
ομοίως, καθώς των στρατηγών, ας τους χειροτονή δε το ιππικόν εμπρός
εις τα όμματα των πεζών, οι δύο δε οι οποίοι θα συγκεντρώσουν τας
περισσοτέρας ψήφους (χειροτονίας) ας είναι αρχηγοί όλων των ιππέων.
Αι δε ισοψηφίαι εις τας χειροτονίας να διαφιλονικούνται μέχρι
δευτέρας εκλογής, Την τρίτην φοράν, εάν δεν μείνουν σύμφωνοι, να
αποφασίζουν οι προεδρεύοντες εις εκάστην χειροτονίαν.
Η δε βουλή ας αποτελείται από τριάντα δωδεκάδας βουλευτών, ήτοι το
όλον να είναι τριακόσιοι εξήντα, αριθμόν ο οποίος είναι πολύ
αρμόδιος διά τας υποδιαιρέσεις. Και πρώτον θα διαιρεθή εις τέσσαρα
μέρη ανά ενενήντα και έκαστον τίμημα πρέπει να φέρη ενενήντα
βουλευτάς. Και πρώτον μεν από τα ανώτερα τιμήματα όλοι να φέρουν
ψηφοδέλτια υποχρεωτικώς, ειδεμή να τιμωρήται με το ανάλογον
πρόστιμον όστις δεν συμμορφώνεται. Όταν δε δοθούν τα ψηφοδέλτια, να
σφραγισθούν. Την δε άλλην ημέραν να φέρουν κατά τον ίδιον τρόπον
από τα δεύτερα τιμήματα καθώς την προηγουμένην, την τρίτην δε
ημέραν να φέρη από τα τρίτα τιμήματα, όστις θέλει· να είναι όμως
τούτο υποχρεωτικόν και εις τα τρία τιμήματα, από δε το τέταρτον και
μικρότερον να είναι απηλλαγμένος από το πρόστιμον όποιος δεν θέλει
να φέρη ψηφοδέλτιον. Την τετάρτην δε ημέραν όλοι μεν να φέρουν
ψηφοδέλτια, από το τέταρτον και μικρότερον τίμημα, να μη δίδη όμως
πρόστιμον όστις από το τέταρτον και τρίτον τίμημα δεν θέλει να
φέρη. Όστις όμως δεν θέλει να φέρη από το δεύτερον και το πρώτον να
τιμωρήται, ο μεν του δευτέρου με τριπλάσιον πρόστιμον από το
πρώτον, ο δε του πρώτου με τετραπλάσιον. Την δε πέμπτην ημέραν να
παρουσιάσουν οι άρχοντες τα σφραγισμένα ονόματα εις όλους τους
πολίτας, διά να τα ιδούν, από αυτά δε πάλιν υποχρεούται έκαστος
πολίτης να εκλέξη, αλλέως τιμωρείται με το πρώτον πρόστιμον. Αφού
δε εκλέξουν από έκαστον τίμημα εκατόν ογδώντα, κατόπιν θα
επικυρώσουν τους ημίσεις από αυτούς διά κλήρου, αυτοί δε θα είναι
οι βουλευταί του έτους εκείνου. Η εκλογή λοιπόν, εάν γίνη ούτω πως,
θα αποτελή μέσον βαθμόν μεταξύ μοναρχικού και δημοκρατικού
πολιτεύματος, μεταξύ των οποίων πάντοτε πρέπει να ευρίσκεται εις το
μέσον το πολίτευμα. Διότι οι δούλοι και οι κυρίαρχοι ποτέ δεν είναι
δυνατόν να γίνουν φίλοι, ούτε όταν ανυψώνονται εις ίσας τιμάς οι
μηδαμινοί και οι σπουδαίοι. Διότι εις ανίσους ανθρώπους τα ίσα
έρχονται άνισα, εάν δεν επιτύχουν το μέτρον των. Και βεβαίως δι'
αυτά τα δύο είναι φορτωμένα τα πολιτεύματα από φατριασμούς. Διότι
βεβαίως η παλαιά και αληθής παροιμία που λέγει ότι η ισότης είναι
αδελφότης, πολύ ορθά και αρμονικά ελέχθη. Ποία όμως είναι αυτή η
ισότης, η οποία φέρει αυτήν την αδελφότητα, επειδή δεν είναι πολύ
σαφής, μας φέρει ταραχάς. Δηλαδή δύο ισότητες υπάρχουν, αι οποίαι
έχουν μεν το ίδιον όνομα, αλλά εις την πραγματικότητα είναι σχεδόν
αντίθετοι εις πολλά, και την μεν μίαν ημπορεί πάσα πόλις και πας
νομοθέτης να την εφαρμόση εις τας τιμάς, δηλαδή, εκείνην η οποία
συνίσταται εις τα μέτρα και τα βάρη και τους αριθμούς, εάν την
αποδώση με τον κλήρον εις όλους εξ ίσου. Αλλά την αληθεστάτην και
αρίστην ισότητα δεν είναι εύκολον να την αντιληφθή ο καθείς. Διότι
η κρίσις αυτής ανήκει εις τον Δία, εις δε τους ανθρώπους πάντοτε
ολίγη δίδεται, αλλά όση δοθή εις τας πόλεις ή εις τους ιδιώτας
προξενεί παντός είδους αγαθά. Δηλαδή εις τον μεγαλίτερον μοιράζει
περισσότερα και εις τον μικρότερον ολιγώτερα, διότι δίδει ανάλογα
με το φυσικόν του εις έκαστον, και το κυριώτερον τιμάς μεν πάντοτε
μεγαλιτέρας δίδει εις τους ανωτέρους ως προς την αρετήν, εις όσους
δε είναι το αντίθετον ως προς την αρετήν και την παιδείαν μοιράζει
το αρμόδιον εις έκαστον αναλόγως. Και βεβαίως αυτό είναι πάντοτε
και το πολιτικόν μας δίκαιον. Το οποίον και ημείς τόρα πρέπει να το
ποθούμεν, και προς αυτό το είδος της ισότητος αποβλέποντες, φίλε
Κλεινία, να ιδρύσωμεν την σήμερον συνοικιζομένην πόλιν. Και αν
κανείς κάποτε ιδρύση άλλην πρέπει εις αυτό το ίδιον να αποβλέπη,
και να νομοθετή, και όχι προς ολίγους τυράννους ή προς ένα ή ακόμη
και προς την υπεροχήν του δήμου, αλλά πάντοτε προς το δίκαιον.
Τούτο δε είναι αυτό ακριβώς που είπαμεν προ ολίγου, το ίσον το
σύμφωνον με την φύσιν, το οποίον αποδίδεται με ανισότητα. Είναι δε
βεβαίως ανάγκη και τοιαύτα παρανόματα να μεταχειρισθή όλη η πόλις,
εάν θέλη να μην ιδή εντός της φατριασμούς εις κανέν μέρος. Διότι η
ευπρέπεια και η παραχωρητικότης του τελείου και του ακριβούς είναι
παράκαμψις της (αυστηράς) δικαιοσύνης, όταν γίνεται. Διά τούτο
είναι ανάγκη να μεταχειρίζεται την ισότητα του κλήρου ένεκα της
δυστροπίας των πολλών, και μόνον τον θεόν και την αγαθήν τύχην να
επικαλούνται, διά να επανορθώση τον κλήρον συμφώνως με το πλήρες
δίκαιον. Και λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον πρέπει να μεταχειρίζονται
και τα δύο είδη της ισότητος, αλλά όσον το δυνατόν ολιγώτερον το
είδος εκείνο το οποίον χρειάζεται τύχην.
Αυτά, φίλοι μου, πρέπει δι' αυτούς τους λόγους να τα εκτελέση ούτω
πως η πόλις, η οποία θέλει να διατηρήται. Επειδή δε και το πλοίον,
όταν πλέη εις την θάλασσαν, χρειάζεται φρουράν πάντοτε, και την
ημέραν και την νύκτα, ομοίως δε και η πόλις η απειλουμένη από την
τρικυμίαν των άλλων πόλεων και η οποία ευρίσκεται εις διαφόρους
εποφθαλμιάσεις και κινδυνεύει να κυριευθή, δι' αυτό χρειάζεται από
την ημέραν έως την νύκτα και από την νύκτα έως την ημέραν να
έρχωνται κατά σειράν οι άρχοντες, διαδεχόμενοι πάντοτε οι φρουροί
τους φρουρούς και παραδίδοντες εις τους άλλους χωρίς να παύουν
ποτέ. Ο υπερβολικός αριθμός όμως δεν ημπορεί να κάμη ποτέ τοιούτον
τι. Λοιπόν είναι ανάγκη τους περισσοτέρους βουλευτάς τον
περισσότερον καιρόν να τους αφήσωμεν να μείνουν εις τας ιδιωτικάς
των υποθέσεις και να τακτοποιούν τα οικογενειακά των, το δε
δωδέκατον μέρος των να το μοιράσωμεν εις έκαστον από τους δώδεκα
μήνας και να τους καθιστώμεν κατά σειράν επί ένα μήνα φύλακας,
ώστε, και όταν έρχεται κανείς από καμμίαν εξωτερικήν πόλιν είτε
είναι και από αυτήν την πόλιν να τους συναντά ευκόλως και εάν
κανείς θέλη να αναγγείλη τίποτε ή να ζητήση πληροφορίας δι' όσα
αρμόζει να αποκρίνεται μία πόλις προς άλλην πόλιν και να δεχθή
δευτέρας ερωτήσεις και απαντήσεις, και μάλιστα και διά τας
εσωτερικάς της πόλεως ποικίλας ταραχάς, αι οποίαι συνηθίζουν να
γίνωνται κάθε τόσον, κυρίως μεν να φροντίζουν πώς να μη συμβαίνουν,
αφού γίνουν όμως, να πληροφορηθή αμέσως η πόλις το συμβάν και να
θεραπευθή. Διά τούτο και των συναθροίσεων πληρεξούσιον πρέπει να
είναι αυτό το μέρος το προεδρικόν της πόλεως και των διαλύσεων και
των νομίμων και των αιφνιδίως επερχομένων εις την πόλιν. Αυτά όλα
λοιπόν πρέπει να τα διακοσμή το δωδέκατον μέρος της βουλής, το
οποίον θα αναπαύεται κατά τα άλλα ένδεκα μέρη του έτους. Πρέπει δε
το μέρος αυτό της βουλής να συνεννοήται πάντοτε με τας άλλας αρχάς
διά τας φρουράς αυτάς της πόλεως.
Και τα μεν εσωτερικά της πόλεως, εάν γίνουν ούτω πως, θα είναι καλά
τακτοποιημένα. Αλλά τόρα όλης της άλλης χώρας ποία πρέπει να είναι
η επιμέλεια και η τάξις; Άραγε, αφού όλη η πόλις και ολόκληρος η
χώρα είναι διηρημένη εις δώδεκα μέρη, δεν πρέπει να αναγορευθούν
κάποιοι επιμεληταί και των οδών της πόλεως και των κατοικιών και
των οικοδομών και των λιμένων και της αγοράς και των βρύσεων και
μάλιστα των προσκυνημάτων και των ναών και όλων των τοιούτων;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ας ειπούμεν λοιπόν ότι πρέπει να διορισθούν εις τους
ναούς επίτροποι και ιερείς και ιέρειαι. Διά δε τας οδούς και τας
οικοδομάς και την περιστρεφομένην εις αυτά τάξιν και διά τους
ανθρώπους πώς να μη αδικούν και διά τα άλλα ζώα, και εντός της
ιδίας περιοχής της πόλεως και του πρώτου άστεως πώς να γίνωνται όσα
αρμόζουν εις τας πόλεις, δι' όλα αυτά πρέπει να εκλέξουν τριών
ειδών άρχοντας και τους μεν εκλεχθέντας διά το σχετικόν μέρος με
αυτά που είπαμεν να τους ονομάσουν αστυνόμους, τους δε εκλεχθέντας
διά την διακόσμησιν της αγοράς αγορανόμους. Όσον δε διά τους ιερείς
διά τους ναούς, να μη ανταλλάσσουν άλλους έξω από εκείνους, οι
οποίοι έχουν ως πατροπαράδοτον επάγγελμα την ιερωσύνην, ειδεμή,
καθώς είναι επόμενον να συμβή ως προς αυτά εις τους διά πρώτην
φοράν συνοικιζομένους, ή εις κανένα ή εις ολίγους μόνον από τους μη
συνηθισμένους ας επιτρέψουν να γίνουν ιερείς και ιέρειαι ως
επίτροποι των θεών. Από όλα δε αυτά άλλα μεν πρέπει να γίνωνται δι'
εκλογής και άλλα διά κλήρου, διά να σχετίζωνται φιλικώς μεταξύ των
ο δήμος με τους αριστοκράτας εις εκάστην χώραν και πόλιν, διά να
έχουν όσον το δυνατόν περισσοτέραν ομόνοιαν. Και λοιπόν τα μεν
περιστρεφόμενα εις τους ναούς ας αναθέση εις τον θεόν, διά να
γίνουν κατά την αρέσκειάν του, και να τα εκλέγη με κλήρον, διότι
ούτω πως τα αποδίδει εις την θεϊκήν τύχην, όστις δε επιτύχη να
επικυρώνεται (εγκρίνεται), εάν είναι πρώτον αρτιμελής και γνήσιος,
έπειτα όσον το δυνατόν από αμόλυντον οικογένειαν, να είναι δε
ακηλίδωτος από φόνον και από όλα τα παρόμοια όσα αποτελούν αμάρτημα
κατά των θεών και να έχη ζήσει και αυτός και ο πατήρ του και η
μήτηρ του κατά τον ίδιον τρόπον. Πρέπει δε από τους Δελφούς να
φέρουν νόμους διά τα θεία πράγματα, και να διορίσουν δι' αυτά
ερμηνευτάς. Να διατηρήται δε έν έτος και όχι περισσότερον πάσα
ιερωσύνη, να μην είναι δε ηλικίας κατωτέρας των εξήντα ετών όστις
θέλει να ιερουργή τελείως συμφώνως με τους ιερούς νόμους. Αυτά δε
τα νόμιμα ας ισχύουν και διά τας ιερείας. Τους δε ερμηνευτάς ας
τους προτείνουν αι τέσσαρες φυλαί τρεις φοράς τεσσάρας, ανά ένα
εκάστη, και αφού εγκρίνουν τους τρεις, οι οποίοι θα συγκεντρώσουν
τας περισσοτέρους ψήφους, τους άλλους εννέα να στείλουν εις τους
Δελφούς, διά να εκλέξη η Πυθία από εκάστην τριάδα ένα. Η δε
έγκρισις αυτών ως προς την ηλικίαν να γίνη καθώς των ιερέων. Αυτοί
όμως ας μείνουν ερμηνευταί ισοβίως. Τον δε εκλείψαντα ας τον
εκλέξουν συμπληρωματικώς αι τέσσαρες φυλαί από όποιαν εκλείψη. Ως
ταμίας δε των ιερών χρημάτων δι' έκαστον ναόν και των
προσκυνημάτων, και των καρπών και των μισθώσεων να εκλέξουν τρεις
πληρεξουσίους από τα ανώτερα τιμήματα, διά τους μεγαλιτέρους ναούς,
δύο δε διά τα μικρότερα προσκυνήματα, διά δε τα πολύ μικρά ένα. Η
δε εκλογή και η έγκρισις τούτων να γίνη καθώς έγινε η εκλογή των
στρατηγών. Και λοιπόν, επαναλαμβάνομεν, διά τους ναούς αυτά πρέπει
να γίνουν.
Αφρούρητον δε ας μη μένη τίποτε όσον είναι δυνατόν. Λοιπόν της μεν
πόλεως αι φρουραί ας εκτελούνται κατ' αυτόν τον τρόπον, με την
επιμέλειαν των στρατηγών και των ταξιάρχων και των ιππάρχων και των
φυλάρχων και των πρυτάνεων και μάλιστα των αστυνόμων και των
αγορανόμων, όταν εκλεχθούν και εγκατασταθούν όσοι χρειάζονται. Όλην
δε την άλλην χώραν να την φυλάττουν κατά τον εξής τρόπον. Ολόκληρος
η χώρα διεμοιράσθη εις δώδεκα όσον το δυνατόν ίσα μέρη, μία δε φυλή
οριζομένη διά κλήρου εις έκαστον μέρος ας δίδη κατ' έτος πέντε
αγρονόμους και φρουράρχους, διά να εκφρασθώ ούτω πως, αυτοί δε ας
έχουν δικαίωμα να εκλέξουν από την φυλήν των έκαστος εκ των πέντε
ανά δώδεκα νέους, όχι κατωτέρους από το εικοστόν πέμπτον έτος της
ηλικίας των, ούτε άνω του τριακοστού. Εις αυτούς δε ας δοθούν με
κλήρον τα μέρη της χώρας ανά έν κατά μήνα εις έκαστον, διά να
ημπορέσουν να γίνουν έμπειροι και επιστήμονες όλης ανεξαιρέτως της
χώρας όλοι των. Δύο δε έτη να μένη η αρχή και η φρουρά εις τους
φρουρούς και άρχοντας. Καθώς δε θα λάβουν με τον κλήρον την πρώτην
φοράν τα μέρη των, να αλλάζουν διαρκώς τον άλλον μήνα κατά σειράν
τας τοποθεσίας της χώρας υπό την αρχηγίαν του φρουράρχου
προχωρούντες δεξιά κυκλικώς. Ως δεξιόν δε ας θεωρηθή το ανατολικόν
μέρος. Όταν δε γυρίση το έτος ολόκληρον κατά το δεύτερον έτος διά
να γίνουν όσον το δυνατόν περισσότεροι φρουροί όχι μόνον έμπειροι
της χώρας, εις μίαν ώραν του έτους, αλλά εκτός της εμπειρίας όλης
της χώρας διά να είναι έμπειροι όσον το δυνατόν περισσότεροι εις
εκάστην ώραν του έτους δι' όσα συμβαίνουν εις έκαστον τόπον, οι
τοτινοί αρχηγοί των ας τους οδηγούν πάλιν εις τα αριστερά διαρκώς
μετατοπιζόμενοι, έως ότου να περάσουν το δεύτερον έτος. Το τρίτον
δε έτος ας εκλέξουν άλλους πέντε αγρονόμους και φρουράρχους ως
επιμελητάς των δώδεκα. Και λοιπόν κατά την διαμονήν εις έκαστον
τόπον η επιμέλεια ας γίνη ως εξής:
Πρώτον μεν διά να είναι περιφρουρημένη η χώρα όσον το δυνατόν
καλλίτερα από τους εχθρούς, να κάμουν τάφρους όσον
είναι ανάγκη και δι' εκσκαφής και δι' επιτειχίσεως, διά να
εμποδίζουν όσον είναι δυνατόν τους προσπαθούντας να βλάψουν την
χώραν και τα κτήματα έστω και ολίγον, να μεταχειρισθούν δε
διαμετακομιστικά φορτηγά εις αυτά και αυτούς τους δούλους του τόπου
εκείνου και με εκείνα μεν να εκτελούν, εις αυτούς δε να επιστατούν,
εκλέγοντες όσον το δυνατόν την στιγμήν της αργίας από τας οικιακάς
των εργασίας. Να καταστήσουν δε δύσβατα τα πάντα εις τους εχθρούς,
εις δε τους φίλους όσον το δυνατόν ευπρόσιτα όχι μόνον τους
ανθρώπους, αλλά και τα φορτηγά και τα βοσκήματα και να φροντίζουν
διά τους δρόμους, ώστε να είναι όσον το δυνατόν ασφαλείς και διά τα
νερά της βροχής, ώστε να μη καταστρέφουν την χώραν, αλλά μάλλον να
την ωφελούν καταρρέοντα από τας υψηλάς κατωφερείας των ορέων, όσαι
είναι ως κοιλότητες, και να εμποδίζουν την εκροήν αυτών με
οικοδομάς και με υδραυλικά έργα, διά να χωνεύουν και πίνουν τα
βρόχινα νερά, και να δίδουν εις όλους τους χαμηλοτέρους αγρούς και
τόπους νάματα και βρύσεις, και καταστήσουν και αυτούς τους
διψασμένους τόπους δροσισμένους και ποτισμένους. Και τα νερά των
πηγών και των ποταμών και των βρύσεων εάν υπάρχουν, να τα στολίζουν
με δένδρα και οικοδομάς ωραίας, και διοχετεύοντας με υπονόμους όλας
τας πηγάς να τα καταστήσουν άφθονα διά την ύδρευσιν εις όλας τας
εποχάς του έτους, και αν υπάρχη κανέν ιερόν δάσος ή προσκύνημα
πλησίον εις αυτά παρημελημένον, να διοχετεύουν τα ρεύματα εις αυτά
και να τακτοποιούν των θεών τα ιερά. Εις όλα δε αυτά τα μέρη πρέπει
οι νέοι να κατασκευάζουν γυμνάσια διά τον εαυτόν των και με θερμά
λουτρά διά τους γέροντας με καύσιμον ξυλείαν στεγνήν και ξηράν, διά
να ωφελήσουν και τους πάσχοντας από ασθενείας και τους κουρασμένους
από την γεωργίαν, τους οποίους να δέχωνται ευμενώς ως άλλοι ιατροί
όχι μεν τόσον σοφοί, πολλάκις όμως καλλίτεροι από εκείνους.
Αυτά λοιπόν και όλα τα παρόμοια θα είναι στολισμός και ωφέλεια εις
τας τοποθεσίας με διασκέδασιν όχι διόλου δυσάρεστον. Η δε σοβαρά
εργασία δι' αυτά ας είναι η εξής. Έκαστον σώμα των εξήντα να
φυλάττη τον τόπον του όχι μόνον εξ αιτίας των εχθρών, αλλά και των
προσποιουμένων φιλίαν. Από δε τους γείτονας και τους άλλους
πολίτας, εάν αδική ο είς τον άλλον, είτε δούλος είτε ελεύθερος, να
αποδίδουν το δίκαιον εις τον αδικούμενον, διά μεν τας μικράς
υποθέσεις οι πέντε άρχοντες, διά δε τας μεγαλιτέρας μέχρι τριών
μνων εν όλω δέκα επτά μαζί με τους δώδεκα να δικάζουν οτιδήποτε ο
είς καταγγέλλει εναντίον του άλλου. Δικαστής δε και άρχων ανεύθυνος
δεν πρέπει να δικάζη και άρχη ποτέ εκτός των επισφραγιζόντων το
τέλος καθώς είναι οι βασιλείς. Και ωρισμένως αυτοί οι αγρονόμοι,
εάν παραβούν κάτι τι ως προς εκείνους τους οποίους προστατεύουν,
είτε επιβάλλοντες άνισα προστάγματα είτε δοκιμάζοντες, να δέχωνται
και να παίρνουν από τα προϊόντα της γης χωρίς την συγκατάθεσίν των,
και εάν δέχωνται κάτι από εκείνους οι οποίοι το δίδουν διά
κολακείας ή αποδίδουν αδίκως την δικαιοσύνην, διά μεν την
υποχώρησιν εις τας περιποιήσεις ας εξευτελίζωνται ονειδιστικώς εις
όλην την πόλιν, διά δε τα άλλα άδικα αποκτήματα οτιδήποτε αδικήσουν
τους μένοντας εις το διαμέρισμά των, εάν φθάση έως μίαν μναν, ας
δικασθούν εκουσίως εμπρός εις τους χωριανούς και γείτονας, διά δε
τα μεγαλίτερα αδικήματα ή και τα μικρότερα, εάν δεν θέλουν να
δικασθούν βασιζόμενοι εις το ότι με την κατά μήνα μετάθεσίν των θα
φεύγουν πάντοτε εις άλλο διαμέρισμα και θα αποφεύγουν την δίκην,
δι' όλα αυτά ο παθών ας τους καταγγέλλη εις τα κοινά δικαστήρια,
εάν δε κερδίση την δίκην, ας εισπράξη το τριπλάσιον πρόστιμον από
τον προσπαθούντα να διαφύγη και μη υφιστάμενον εκουσίως την
τιμωρίαν. Ας ζουν δε οι άρχοντες και οι αγρονόμοι κατά τα δύο αυτά
έτη κατά τον εξής τρόπον. Πρώτον μεν να υπάρχουν εις όλα τα
διαμερίσματα συσσίτια, εις τα οποία όλοι να τρέφωνται μαζί, όστις
δε απουσιάση έστω και μίαν ημέραν ή ξενοκοιμηθή μίαν νύκτα χωρίς
την διαταγήν των αρχόντων ή χωρίς να παρουσιασθή κάποια έκτακτος
ανάγκη, εάν τον καταγγείλουν οι πέντε άρχοντες και εκθέσουν το
όνομά του εις την αγοράν ως καταλύοντα την φρουράν, ας εξευτελισθή
ως προδότης της πολιτείας ως προς το ανάλογον μέρος του, και ας
βασανισθή με ραβδισμούς από τον τυχόντα και τον θέλοντα, ο οποίος
να μη τιμωρήται. Εάν δε από τους ιδίους άρχοντας κανείς κάμνη κάτι
παρόμοιον, ας φροντίζουν δι αυτό όλοι οι εξήντα, όστις δε το
εννοήση και πληροφορηθή, εάν δεν τον καταγγείλη, ας υπόκειται εις
την ιδίαν ενοχήν με εκείνον και ας τιμωρήται με περισσότερον
πρόστιμον από τους νέους, ακόμη δε ας στερηθή όλα τα αξιώματα των
νέων. Δι' αυτά δε ας είναι αυστηροί επιθεωρηταί οι νομοφύλακες,
ώστε ή να μη γίνωνται εξ αρχής ή, αφού γίνουν, να εύρουν την
ανταξίαν τιμωρίαν.
Πρέπει λοιπόν πας άνθρωπος να φρονή δι' όλους ότι όστις δεν
υπηρετήση, δεν ημπορεί να γίνη ούτε κύριος επαίνου, και πρέπει να
υπερηφανεύεται μάλλον διότι υπηρέτησε καλά παρά διότι εκυριάρχησε,
και πρώτον μεν εις τους νόμους, διότι αυτό είναι υπηρεσία εις τους
θεούς, έπειτα δε εις τους γεροντοτέρους και τους εντίμως ζήσαντας
όστις είναι νέος. Κατόπιν δε πρέπει να έχη δοκιμάσει αυτήν την
καθημερινήν ταπεινήν και στερημένην δίαιταν εις αυτά τα δύο έτη
όστις εκλεχθή αγρονόμος. Δηλαδή μόλις εισαχθούν οι δώδεκα θα
συναντηθούν με τους πέντε και θα συνεννοηθούν ότι ως άλλοι υπηρέται
δεν θα έχουν πλησίον των άλλους υπηρέτας και δούλους, ούτε από τους
άλλους γεωργούς και τους συγχωριανούς εκείνων θα μεταχειρίζωνται ως
υπαλλήλους διά τας ιδικάς των υπηρεσίας, αλλά μόνον δι' όσας
αναφέρονται εις τα δημόσια. Όλας δε τας άλλας πρέπει να σκεφθούν
ότι διαρκώς θα τας εκτελούν μόνοι των υπηρετούντες και
υπηρετούμενοι μεταξύ των, εκτός δε τούτου θα ερευνούν καλώς την
χώραν χειμώνα καλοκαίρι με τα όπλα και χάριν φυλακής και διά να
γνωρίζουν πάντοτε όλας τας τοποθεσίας. Διότι σχεδόν δεν είναι από
κανέν άλλο κατώτερον το μάθημα του να γνωρίζουν όλοι την χώραν των
με ακρίβειαν. Λοιπόν πρέπει οι νέοι όχι ολιγώτερον δι' αυτό να
ασχολούνται εις τα κυνήγια και τα άλλα είδη της θηρευτικής όσον και
διά την άλλην ηδονήν και ωφέλειαν, η οποία προέρχεται από αυτά.
Αυτούς λοιπόν και τας ασχολίας των, είτε θέλει κανείς να τους
ονομάζη κρυπτούς είτε αγρονόμους είτε οτιδήποτε άλλο, ας τους
αναλαμβάνη έκαστος προθύμως όσον του είναι δυνατόν, από εκείνους
όσοι θέλουν να διατηρηθή αρκετά η πόλις των.