Τα ίδια έπαθε κι ο άλλος, ο ακόμα πιο περίφημος ναός του Σεράπι στην

Αλεξάντρεια. Ο Σεράπις είτανε Θεός όχι του τόπου, παρά κατεβασμένος

από τη Σινώπη κάμποσους αιώνες. Ένα μονάχο ταίρι λέγουν πως είχε ο

Ναός εκείνος στον κόσμο, το Καπιτώλι της Ρώμης. Στημένος όντας κι

αυτός απάνω σ' ύψωμα, τεχνητό όμως, ανέβαινες εκατό σκαλοπάτια για

νάμπης. Αποκάτω από το ύψωμα, απέραντα κατώγια καμαρωτά. Ολοτρόγυρα

του χτίριου μαρμάρινα περιστήλια. Κι όσο από αγάλματα κι άλλα

αξετίμητα έργα, γεμάτος ο ναός μέσα. Εκεί κάπου είτανε βαλμένη κ' η

νέα η Αλεξαντρινή Βιβλιοθήκη, με τα μύρια της φιλολογικά

θησαυρίσματα. Δεν εννοούσε, καθώς φαίνεται, ο Θεοδόσιος μήτ' αυτά το

περίφημο μνημείο να το πειράξη· φοβούνταν κι ο κόσμος μην τύχη και

τον οργίση τον παράξενον εκείνο θεό, που κανένας δε φαίνεται να

καλογνώριζε αν είταν καλός «Δαίμονας» ή κακός. Τον αρχιεπίσκοπο όμως

της Αλεξάντρειας, το Θεόφιλο, για κακή μας τύχη δεν τονέ σκότιζε τόση

δεισιδαιμονία. Σα να τονέ ζούλευε μάλιστα το Σεράπι, που τούκαμνε ο

κόσμος τέτοιες τιμές! Βλέποντας οι Εθνικοί τους άλλους του

κατατρεγμούς δεν αργήσανε να υποψιαστούν πως όπου κι αν είναι θα πέση

η οργή του κι απάνω στο ναό του Σεράπι. Με την ελπίδα, λοιπόν πως

έτσι θα το προλάβουν το κακό, σηκώνουνται στάρματα, επικεφαλής τους ο

φιλόσοφος ο Ολύμπιος, κράζοντάς τους να πεθάνουνε διαφεντεύοντας τους

αρχαίους βωμούς. Και σα μαζεύτηκαν όλοι πήγαν και κλείστηκαν ίσια

ίσια μες στο ναό, κι από κει πότε ρίχνανε σαϊτιές, και πότε ξεχύμιζαν

και ζυγώνανε με τους άλλους και τους χτυπούσαν. Τέλος έγινε ανακωχή,

και συφωνήθηκε να ξεκινήσουν και ν' ανταμωθούν Εθνικοί και Χριστιανοί

σε κάποια πλατεία, με δίχως άρματα όμως, και νακούσουν την απόφαση

του Θεοδοσίου που του την είχανε γυρέψει. Είταν η απόφαση φυσικά

ενάντια για τους Εθνικούς. Σηκώθηκαν τότες αυτοί απελπισμένοι και

τραβήχτηκαν. Ήρθε τώρα η ώρα του Θεοφίλου. Ίσια στο ναό, να γκρεμηστή

και καλά. Πού να γκρεμηστή όμως τέτοιο μεγαλούργημα! Μήτε τα θεμέλιά

του να σκάψουνε δεν μπόρεσαν, καθώς κάμανε στην Απαμεία. Ξολοθρέψανε

λοιπόν και ρήμαξαν ό,τι μπόρεσαν οι Θεοφιλίτες μέσα στο χτίριο,

ταφήκανε γυμνό από κάθε στολίδι, και γεμάτο σκουπίδια και θρούβαλα.

Αργότερα κουβαλήθηκαν έξω όλα εκείνα τα ιερά συντρίμμια της τέχνης,

κ' έγινε ο ναός εκκλησία των Αγιώ Μαρτύρων. Όσο για την πολύτιμη τη

Βιβλιοθήκη, πάει κι ακόμα πηγαίνει!

Και δεν ξέρει μα το ναι τι να πρωτολυπηθή άνθρωπος, την καταστροφή τω

βιβλίων, ή τα χρυσά και ταργυρά ταγάλματα, στολίδια, βάζα, κι άλλα

χρειαζούμενα του ναού, που τάλιωσαν όλα· καθώς και τα μαρμάρινα, που

τάσπασαν και τα πετάξανε στους τέσσερεις δρόμους! Τέλος και το

μεγαλήτερο απ' όλα εκείνα τα μνημεία, το κολοσσένιο άγαλμα του θεού,

που λέγουν πως είταν έξοχο πράμα. Από λογής λογής μέταλλα χυμένο,

σκήφτρο στο χέρι, και καθισμένο σε θρόνο σαν Ολύμπιος Δίας· κανίστρι

στο κεφάλι, και στο δεξί του χέρι φείδι με τρεις ουρές· κ' η κάθε

ουρά τέλειωνε πάλι με τρία κεφάλια· ένα σκύλος, ένα λιοντάρι, κ' ένα

λύκος. Πίστευαν οι Εθνικοί πως να ταγγίξης μονάχα τάγαλμα εκείνο, και

ξαναγίνεται χάος ο κόσμος. Κι ως τόσο ένας σταλήθεια αθεόφοβος

στρατιώτης μ' αξίνι στο χέρι βαρύ σκαλώνει απάνω, κ' εκεί που κ' οι

Χριστιανοί ακόμα πρόσμεναν κοσμοχαλασιά, καταφέρνει μια στο μάγουλο

του θεού, και πέφτει το μάγουλο κάτω. Άλλη μια τσικουριά, κατόπι

άλλη, και κατρακυλούν τα κομμάτια, ώσπου θρουβαλιάστηκε όλο τάγαλμα.

Τραβούσαν έπειτα τα κολοβωμένα του πόδια στους δρόμους. Άλλα μέρη του

κορμιού του τάφεραν και τα κάψανε στ' Αμφιθέατρο, και ξεφώνιζαν από

τη χαρά τους του Αρχιεπισκόπου οι φίλοι.

Αυτά είναι τα καμάρια του Θεοφίλου, που βάλθηκε κι αυτός ναρμηνέψη

τις προσταγές του Θεοδοσίου με τρόπο που αφίνει φριχτό σημάδι στην

ιστορία του.

Πρόσμεναν ύστερα οι Εθνικοί να στερέψη ή να πλημμυρίση ο Νείλος, να

χαλάση ο κόσμος. Πλημμύρισε ο Νείλος, είναι αλήθεια· μα κατέβηκε

πάλι, αφού καλοπότισε τα χωράφια.

Κ' έτσι κατάντησαν οι Εθνικοί της Αφρικής και της Ανατολής σαν είδος

Εβραίοι και χερότεροι, αφού μήτε δικούς τους πια ναούς δεν είχαν,

παρά σέρνανε και πηγαίνανε στις εξοχές κ' έκαμναν κάτω από δέντρα τις

τελετές τους. Σφάζανε και ψήνανε ζώα εκεί αποκάτω, έψελναν ύμνους, μα

τα σπουδαιότερα σημάδια της παλιάς λατρείας ταπόφευγαν, επειδή

ταπαγόρευαν οι Θεοδοσιανοί νόμοι. Μα και τις θυσίες τις κατάργησε το

στερνό πρόσταγμα του Θεοδοσίου, και μάλιστα τις τιμωρούσε με θάνατο

εκείνος ο νόμος.

Όσο για την Καθαυτό Ελλάδα, εκεί, καθώς είπαμε, τέτοιοι φοβεροί

κατατρεγμοί και τέτοιες ρήμαξες δεν έγιναν. Ίσως δε βρέθηκαν εκεί

Μαρκέλλοι και Θεόφιλοι να τις σκαρώσουνε. Δούλεψε όμως κ' εδώ η

νομοθεσία του Θεοδοσίου, και στα 394, ύστερ' από διακόσες εννενήντα

τρεις Ολυμπιάδες, καταργήθηκαν τέλος κ' οι περίφημοι Ολυμπιακοί

Αγώνες, κ' έτσι έσβυσε κι αυτή η πολυξάκουστη δόξα της αρχαιότητας.

Λες και πλέρωνε τώρα ο δύστυχος ο Εθνισμός για του Διοκλητιανού τις

αμαρτίες! Τι να κάμουν οι Εθνικοί, μέσα σε τέτοιον ανεμοστρόβιλο,

θέλανε δε θέλανε πήγαιναν κ' αυτοί στην Εκκλησιά. Όσο κι αν τους

απόμνησκε ακόμα μερικώνε θάρρος να γράφουν Εθνικά συγράμματα και

λόγους, όσο και να σώζουνταν ακόμα κάμποσοι Εθνικοί με μεγάλα

αξιώματα, ο λαός όμως που θέλει πάντα να βλέπη χεροπιαστά πράματα στη

λατρεία του, μην μπορώντας πια να τελή θυσίες και πανηγύρια, γύριζε

αγάλι αγάλι με το Χριστιανισμό, ώσπου σε μερικά χρόνια αρχίνησε να

βουλιάζη κι αυτό τανεμοδαρμένο καράβι της αρχαιότητας μέσα στα κύματα

της νέας ζωής.

Έγραφαν ακόμα, καθώς είπαμε, και λαλούσαν οι ρήτορες. Σκοτάδι και

κοσμοχαλασιά τον ονόμαζαν αυτό τον ξολοθρεμό της παλιάς λατρείας.

Λόγια δεν έβρισκαν αρκετά σιχαμερά για καλογέρους και μαρτύρους. Δεν

τόβλεπαν πως η επανάσταση είταν αποτελειωμένη, πως τα ιερολείψανα του

Αποστόλου Πέτρου είταν πια τώρα το καθαυτό προσκυνητάρι της παλιάς

Ρώμης, καθώς των Αποστόλων Αντρέα, Λουκά, και Τιμοθέου, της νέας.

Εποχή μα την αλήθεια ιερολειψάνων, αγίων, και θαμάτων η εποχή εκείνη.

Κάπου κάπου δίχως άλλο κρυφογλιστρούσαν και ψεύτικοι άγιοι, με σκοπό

να ωφεληθούν από την ευλάβεια που συνεπήρε τον κόσμο· καθώς και

ψεύτικα θάματα κ' ιερολείψανα. Αυτά όμως δεν είναι μήτε της ώρας μήτε

της ιστορίας μας. Εκείνο που αξίζει περαστικά να σημειώσουμε είναι

πως τ' αρχαιολατρικό το συνήθιο ναποδίνουνται ανθρώπινα συστατικά

στους Θεούς μεταφέρθηκε κάπως κι αυτό στη Χριστιανωσύνη, με το να

πίστευαν οι πιώτεροι τότες πως τις έννοιωθαν οι άγιοι και τις

χαίρουνταν τις τιμές που τους έκαμναν, καθώς πάλε πως έστελναν

κεραυνούς και παρόμοια δεινά για να τιμωρούν τους άπιστους και

κακούς. Η αποστολική απλότητα αγάλι αγάλι περνούσε και πήγαινε, κ'

έμπαινε στον τόπο της η νέα αυτή μορφή της θρησκείας, που δίχως άλλο

τη χρωστούμε στους κατατρεγμένους εκείνους Εθνικούς.

Έτσι πλήθηναν αυτή την εποχή κ' οι τελετές, κι άλλα σφανταχτερά

σημάδια πούμειναν ως τα σήμερα στις Ακολουθίες μας. Οι παράταξες κ'

οι πομπές, τα παναγύρια κ' οι γιορτές των Αγίων, τα θυμιάματα, οι

λαμπάδες κ' οι πολυέλαιοι, τα προσκυνήματα και τα φιλήματα των ιερών

Εικόνων, οι λιτανείες, τέλος τα χαριτωμένα εκείνα συστήματα τω χωριώ

μας και τω νησιώ μας, οι λειτουργίες στα ξωκκλήσια των Αγίων, πολλές

φορές κάτω από δέντρα που σκεπάζουν τα ιερά τοιχογυρίσματα αντίς

στέγες, τα μικρά νομίσματα που ως τις προάλλες ταποθέτανε στα στόματα

τω νεκρών, και μύρια άλλα παρόμοια θρησκευτικά μας έθιμα —: τι άλλο

είναι παρά συνήθια της αρχαιότητας μεταφερμένα· στο Χριστιανισμό από

την κατατρεγμένη παλιά θρησκεία, απαράλλαχτα καθώς ακόμα προτήτερα

παραλάβαμε τα εκκλησιαστικά μας αξιώματα και τις ονομασίες τους από

τις παλιές πολιτείες; Κ' είναι για τα μας ιερά μα την αλήθεια και

σεβαστά εθνικά φυλαχτήρια όλα εκείνα τα συστήματα, κι άλλη μια αφορμή

να τη θεωρούμε εθνική τη θρησκεία μας.

Μα έμειναν κι άλλα πολύτιμα απομεινάρια της αρχαίας λατρείας. Όταν ο

Ρωμιός ο Χριστιανός παρακαλούσε για την υγεία του, η γυναίκα του για

ν' απολάψη τέκνα ή να γλυτώση από αρρώστια όσα είχε γεννημένα· ότα

μελετώντας ταξίδι ζητούσε τη βοήθεια από Άγιο και μεταγυρίσαντας

πήγαινε κι άναβε κερί ή έδινε προσφορά ή λειτουργούσε στο παρακκλήσι

του ή στάγιο λείψανο, —: τι άλλο έκαμνε και κάμνει ακόμα η ψυχή του

παρά ναντιλαλή ταπλοϊκά συστήματα της κλασικής του θρησκείας, και να

τα αιωνίζη, λείψανα μα τον Ύψιστο κι από πολλά μαρτυρικά λείψανα πιο

ιερώτερα.

Κ' έτσι ο Θεοδόσιος, που με μερικές κοντυλιές κατάργησε την αρχαία

θρησκεία, δεν μπορούσε όμως να θάψη μαζί της και τις μύριες συνήθειες

της, παρά χρησίμεψε μάλιστα με ταυστηρά μέτρα του και να φυλαχτούν

πάμπολα εθνικά μας σημάδια, που ως τα σήμερα τάχουμε και ταγαπούμε

και τα λατρεύουμε.

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Άλλα καμώματα του Θεοδοσίου

Είδαμε λοιπόν πως ο Θεοδόσιος είχε δυο μεγάλες ιδέες, και πως τις

έβγαλε και τις δυο πέρα. Τη μια την πολιτική, πολύ μα την αλήθεια πιο

πιδέξια και πιο φιλάνθρωπη από την άλλη, τη θρησκευτική. Το

μεγαλήτερο χάρισμά του, και το πιο χρειαζούμενο τότες, είταν η

σιδερένια του θέληση. Αυτή τον έκαμε μεγάλο το Θεοδόσιο. Καθώς όμως

οι μπόρες στα πρωτοβρόχια, εκεί που χρειάζουνταν η γης απλό δρόσισμα,

κατεβαίνουν και γεμίζουνε λαγκαδιές, κι άξαφνα ροβολούν ποτάμια και

συνεπαίρνουνε δέντρα και λιθάρια, και πλημμυρίζουνε χωράφια όχι

μονάχα με νερά και με λασπουριά, παρά και με κούτσουρα και με πέτρες,

που θαρρείς και πια δε θα δουν προκοπή, έτσι και τα μέτρα του

Θεοδοσίου σαν μπόρες κατέβαιναν και παραζάλιζαν και συνέπαιρναν τότες

τον κόσμο. Τα μέτρα είταν καθαυτό γνωστικά, είταν το νερό της βροχής.

Μα ο απότομός του τρόπος, καθώς κι ο θυμός του εκείνος, καθώς θα

δούμε, όρια δεν είχε, μοιάζανε μπόρα μονάχη. Κ' έτοιμοι πάντα οι

Αυλικοί του ναποδεχτούν την ορμή της και να τηνέ χύσουνε σαν

αγριεμένα ποτάμια μέσα στον κακόμοιρο το λαό.

Είναι θλιβερά τα δυο μεγάλα δυστυχήματα που προξένησε ο ανοικονόμητος

ο θυμός του. Πρέπει όμως να ιστορηθούνε κι αυτά.

Είτανε στην Αντιόχεια ταραγμένος ο λαός με τον κατατρεγμό του

Αρειανισμού. Κι απάνω στην ταραχή του τόσο ερεθίστηκε, που τόλμησε

και να σηκώση κεφάλι· πράμα πούγινε και ξανάγινε απανωτά, και μάλιστα

στην Πρωτεύουσα, και που μας διδάσκει πως είχε δα και κάποια φωνή ο

λαός και τότες, και δεν έσκυβε πάντα, μόνο και θρόνους αναποδογύριζε

κάποτες. Έκαμε λοιπόν είδος στάση η Αντιόχεια στα 387 και για τον

Αρειανισμό, κ' εξαιτίας που ο Θεοδόσιος τους είχε βάλει βαριούς

φόρους. Και δε φέρθηκαν και πολύ άσκημα στην αρχή, παρά πήγανε στους

Αρχόντους και τους παρακαλέσανε με σέβας να μετριάσουν τους

βασιλικούς φόρους. Άμα όμως τους κακοδέχτηκαν οι Αρχόντοι και τους

φοβέριξαν πως θα τους παιδέψουν, άναψαν τότες κι αυτοί. Κι απάνω στην

άψη τους πηγαίνουν και γκρεμίζουν τους αδριάντες του Βασιλέα, καθώς

και της Βασίλισσας της Φλασσίλας και τω δυο Βασιλόπουλων Αρκαδίου κι

Ονωρίου, τους κομματιάζουν, και σέρνουν τα κομμάτια στους δρόμους.

Γλήγορα καταπονέθηκαν όμως. Και σε τέτοια περίσταση έπρεπε φυσικά ο

Θεοδόσιος να πη των ανθρώπων του να βρουν τους φταιξιάρηδες και να

τους παιδέψη. Τι κάμνει όμως; Ανεβαίνει το αίμα του, και προστάζει να

θανατωθούν πάμπολλοι από τους προύχοντες, να δημευτούν τα υπάρχοντά

τους, να σταματήση το σιτηρέσιο που λάβαινε ο δήμος, και τέλος να

κατεβαστή η Αντιόχεια σε σειρά μικρού χωριού. Κι ας είναι καλά ο

Επίσκοπος της Αντιόχειας ο Φλαβιανός, ο δοξασμένος βουλευτής της ο

Ιλάριος, ο περίφημος ο σοφιστής ο Λιβάνιος, και τέλος, καθώς θα

δούμε, κι ο στρατηγός ο Καισάριος, που πήγαν και πρόσπεσαν και τονέ

φέρανε στα συλλογικά του και την ακύρωσε τη βάρβαρη προσταγή.

Στο μεταξύ ως τόσο, πριν έβγη δηλαδή η ακύρωση, έγινε το ανάστα μέσα

στην Αντιόχεια. Ακολουθώντας την πρώτη προσταγή κλείνουν οι Βασιλικοί

αξιωματικοί τα θέατρα, τα λουτρά και το Ιπποδρόμιο. Σταματούν το

σιτηρέσιο, και στήνουνε κριτήριο καταμεσή στο Φόρο, τάχα να βρουν

τους ενόχους. Αλυσοδεμένους τους έφερναν εκεί πέρα όλους τους

πλούσιους. Αντίς ανάκριση δούλευαν τα βασανιστήρια, κι όσο για τις

απόφασες, Θεός κ' η ψυχή τους. Πάμπολλων ανθρώπων περιουσίες

δημεύτηκαν, κ' έμειναν τα γυναικόπαιδά τους στους δρόμους. Κ' οι

αξιωματικοί όμως αυτοί ακόμα, όσο σκληρά κι α φερθήκανε, δεν

αποκοτούσανε, λέει, να εφαρμόσουν κάθε μέτρο της Βασιλικής προσταγής,

παρά τους σπλαχνιούνταν κι αυτοί τους πολίτες. Είχαν κατέβει και

κοπάδια Καλόγεροι κ' Ερημίτες, παρακαλώντας κι αυτοί να πάψη τέτοια

φοβερή αδικία. Κ' έτσι δυο από τους μεγαλύτερους αξιωματικούς, ο

Ελλέβικος κι ο Καισάριος, το πήραν απάνω τους και σταμάτησαν τον

κατατρεγμό. Ο Καισάριος μάλιστα ανέλαβε να πάη ατός του στην

Πρωτεύουσα και να μιλήση του Θεοδοσίου. Και βρίσκοντας τονέ

μαλακώτερο κατά καλή τύχη, έχοντας και τη βοήθεια των άλλων που

αναφέραμε παραπάνω, τονέ μετάπεισε και φιλιώθηκε πάλι με την

Αντιόχεια, Ξαναπόχτησαν τότες οι πλούσιοι τα υπάρχοντά τους κ' οι

φτωχοί την ησυχία τους, και γλύτωσε η Αντιόχεια από μεγάλη

καταστροφή.

Κι αυτά ως τόσο δεν είναι τίποτις ομπρός στα πολύ φοβερώτερα που

έπαθε η Θεσσαλονίκη τρία χρόνια κατόπι (390).

Η μεγάλη και δοξασμένη αυτή Πρωτεύουσα του Ιλλυρικού είταν τότες

Γότθους γεμάτη. Τους Γότθους αυτούς, πράμα πολύ φυσικό, δεν τους

πολυχώνευαν οι ντόπιοι, κι όχι τόσο από φυλετική όχτρητα, όσο από τις

ληστείες και τις αρπαγές που βασάνιζαν τη χώρα αφότου σκορπιστήκανε

στο Βασίλειο μέσα. Για να τους συμμαζεύη λοιπόν ο Θεοδόσιος τους

διόριζε φρουρούς εδώ και κει, και τέτοια μια φρουρά είχε κ' η

Θεσσαλονίκη. Έτυχε τότες κάποιος άνθρωπος του Ιπποδρομίου να προσβάλη

ένα σκλαβόπουλο του Γότθου φρουράρχου, του Βοδερίκου. Τακούει αυτό ο

Βοδερίκος και τονέ φυλακίζει. Επειδή όμως κ' ήθελαν οι

Θεσσαλονικιώτες να πανηγυρίσουν Ιπποδρομικό αγώνα, κ' είχαν ανάγκη

του φυλακισμένου εκείνου, επιμένανε και καλά να τον ξελευτερώση ο

Βοδερίκος. Αυτός όμως, φρόνιμα κάμνοντας, αρνήθηκε τέτοιο πράμα. Μα ο

λαός, που έβραζε από το μίσος που τους είχε τους Γότθους, ξεσπάνει,

και γίνεται φοβερή στάση. Θανατώνουν το Βοδερίκο και πολλούς

αξιωματικούς του, και σέρνουν τα κορμιά τους στους δρόμους μέσα. Ο

Θεοδόσιος είταν τότε στο Μιλάνο. Μόλις ήρθανε σταυτιά του τα

γενάμενα, και φρένια τονέ συνεπαίρνει, να παιδευτή και καλά η

Θεσσαλονίκη δίχως δίκη, δίχως ανάκριση. Αίμα έφτυσε, που λέει ο

λόγος, ο Επίσκοπος του Μιλάνου ο Αμπρόσιος ώσπου να τον καταπείση

ναλλάξη γνώμη. Ο κακορρίζικος όμως ο Μάγιστρος ο Ρουφίνος, παμπόνηρος

Γαλάτης, που θα τονέ δούμε κι αυτόν αργότερα, τούβαζε ολοένα του

Θεοδοσίου φιτίλια. Κ' είχε δεν είχε τον κατάφερε πάλι το Βασιλέα και

ξαναγύρισε στην πρώτη απόφαση, κέστειλε το επίσημό του διάταγμα να

τιμωρηθούν οι Θεσσαλονικιώτες. Καλλίτερα δε γύρευαν κ' οι Γότθοι της

Θεσσαλονίκης. Γλήγορα το ξαναμετάνοιωσε, λένε, ο Θεοδόσιος, μα πού να

προφτάξη πια δεύτερη προσταγή! Άμα παράλαβαν το πρώτο διάταγμα οι

Γότθοι, μήτε στιγμή δεν έχασαν. Προσκαλούν τους Θεσσαλονικιώτες μέσα

στο Ιπποδρόμιο, τάχα να σεριανίσουν Αγώνες που ο Βασιλέας παράγγειλε

να τελεστούνε για χάρη τους. Ανυποψίαστοι αυτοί και πρόθυμοι πάντα

για γλέντι, μαζεύουνται όσες χιλιάδες χωρούσαν, κι απάντεχαν την

παράσταση. Και τι παράσταση! Του Γαρδικιού το δράμα απαράλλαχτο, μόνο

που είτανε στα Γαρδίκι εφτακόσοι όλοι όλοι, και δω δέκα και παραπάνω

φορές πιώτεροι, τοιχογυρισμένοι μέσα στο Ιπποδρόμιο. Σε τρεις ώρες

μέσα ρουθούνι δεν έμεινε από τους ταλαίπωρους εκείνους, κι όχι άντρες

μονάχα, παρά και γέροι και γυναικόπαιδα.

Μήτε το πρόσωπό του να δη του Θεοδοσίου ο μεγάλος ο Αμπρόσιος σαν την

άκουσε αυτή τη σφαγή. Τούγραψε γράμμα και του παράστησε την τρομερή

αμαρτία που έπραξε, παρακινώντας τονέ να ξεπλύνη την κολασμένη ψυχή

του με δέηση, με νηστεία και μ' αγρύπνια. Συνέφερε τότες ο Θεοδόσιος,

και σταλήθεια μετάνοιωσε. Κι αφού έμεινε μερικόν καιρό τραβηγμένος

και βασανισμένος από τη συνείδησή του, πρόβαλε μια μέρα στη Μητρόπολη

να λειτουργηθή. Παρουσιάζεται τότες ο Αμπρόσιος στης εκκλησιάς το

νάρθηκα, και του λέει να μη σιμώση και μολύνη το Ναό του Θεού με την

παρουσία του, και πως τέτοιο αμάρτημα χρειάζεται καιρό και καιρό

μετανοιωσύνη και προσευκή. Έκαμε ο Θεοδόσιος νανοίξη ομιλία και να πη

πως κι ο Δαβίδ μαθές όχι μονάχα φονιάς, μα και μοιχός έγινε, κι ως

τόσο από τέτοιες τιμωρίες δεν πέρασε. — «Μετάνοιωσε όμως» αποκρίθηκε

ο Ιεράρχης «κ' υπόφερε βάσανα και βάσανα από τις αμαρτίες του. Και

καθώς τονέ μιμήθηκες στην πράξη του, να πας τώρα να τονέ μιμηθής και

στη θεογνωσία». Έμεινε τότες ο Θεοδόσιος άλλους οχτώ μήνες

αφορισμένος και τιμωρημένος από τους εκκλησιαστικούς κανονισμούς,

ώσπου Χριστούγεννα ανήμερα ξαναπήγε στην εκκλησιά και ξομολογήθηκε

μεγαλόφωνα ομπρός στον κόσμο, πέφτοντας πίστομα χάμω, και φωνάζοντας

καθώς ο Δαβίδ, «Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου, ζήσον με κατά τον

λόγον σου».

Αυτά είναι τα δυο μεγαλήτερα στίγματα στο μέτωπο του Θεοδοσίου·

στίγματα που δεν είχανε μήτε πολιτική αφορμή μήτε στρατηγική, παρά

μόνο και μονάχο τα βάρβαρο κι αχαλίνωτο πάθος του.

Ας ξηγήσουρε τώρα με δυο λόγια και το πώς βρισκότανε κάποτες και στη

Δύση ο Θεοδόσιος.

Θυμούμαστε πως στα 383 έδωσε τόπο της οργής και παραδέχτηκε το Μάξιμο

Αυτοκράτορα τότες που δολοφονήθηκε ο ευεργέτης του ο Γρατιανός. Μετά

τέσσερα λοιπό χρόνια ο Μάξιμος πολεμάει το συνάδερφό του το Δεύτερο

Βαλεντιανό, και τονέ διώχνει από την Ιταλία. Δεν μπόρεσε πια τότες να

βαστάξη κι ο Θεοδόσιος, παρά ξεκινάει και χτυπάει το Μάξιμο στον

ποταμό Σάο (388), τονέ θανατώνει, και δίνει του Βαλεντιανού όλη τη

Δυτική Εξουσία. Άλλα τέσσερα χρόνια (392), και φονεύει και το

Βαλεντιανό ένας Φράγκος του στρατηγός, ο Αρβαγάστος, κι ανεβάζει στο

θρόνο κάποιο γραμματικό Ευγένιο. Πάλι λοιπόν ο Θεοδόσιος, αφού πρώτα

έστειλε τον ευνούχο του Ευτρόπιο και ρώτηξε τον ερημίτη τον Ιωάννη

που φώλιαζε τότες και πενήντα χρόνους σιμά στη Θηβαΐδα μέσα σε

θεοσκότεινη τρύπα, και μήτε γυναίκα δεν έβλεπε, μήτε θροφή

κατασκευασμένη απ' ανθρώπινο χέρι δεν έψαχνε, παρά τρώγοντας

αγριόχορτα περνούσε τη ζωή του με προσευκές και μελέτες, αφού λοιπόν

τονέ ρώτηξε τον Ιωάννη ο Ευτρόπιος ανίσως και θάχη καλό τέλος νέα

εκστρατεία, και προφήτεψε ο Ιωάννης πως θα χυθή ποτάμι το αίμα, μα

πως θα νικήση ο Θεοδόσιος, — ξεκίνησε τότες ο Αυτοκράτορας με μεγάλο

στρατό, αντάμωσε τον Ευγένιο στα 394, τον τσάκισε και πήρε όλη την

εξουσία, Ανατολή και Δύση.

Δεν έμεινε όμως πολύν καιρό γενικός Αυτοκράτορας, επειδή στα 395,

Γεννάρη μήνα, απέθανε από δρώπηκα αφού μοίρασε το Κράτος στους δυο

του γιους, Αρκάδιο κι Ονώριο.

Τέτοιος είταν ο Μεγάλος ο Θεοδόσιος. Ανάγκη δεν είναι να ξεδιαλύνουμε

πάλι το χαρακτήρα του. Ξεδιαλύθηκε αρκετά με τα έργα του, και φάνηκαν

τα προσόντα του, και καλά κι αχαμνά.

Ένα όμως πράμα πρέπει ναναφερθή. Το πήραν κατάκαρδα μερικοί, και

μάλιστα δικοί μας, που σκόρπισε Γότθους μέσα στον τόπο, και τάχατες

νόθεψε τη φυλή μας, έξω από τάλλα κακά που προξένησε με το να διόριζε

τέτοιους βαρβάρους σε σπουδαία πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα.

Σάματις μπορούσε και να τους καταπιή σα δράκος να γλυτώση ο τόπος!

Έπειτα, καθώς ξηγήθηκε παραπάνω, φυσιολογικά μιλώντας, η φυλή μας

άλλο παρά όφελος δεν μπορούσε νάχη με τη Γοτθική αυτή ανακατωσιά. Κι

αν είτανε και βάρβαροι, ήξερε πάντα η Ρωμιοσύνη και τους έκαμνε

δικούς της με τον καιρό τους τέτοιους, κι απόδειξη που μετά μερικούς

αιώνες μήτε σημάδι Γότθου δεν απόμεινε μέσα στο Γένος.

Δε λέμε πως δεν έπαθε μερικά δεινά από τους Γότθους η Ρωμιοσύνη.

Έπαθε. Μα είταν αναπόφευγα, και το κάτω κάτω πολύ μικρότερα παρ' αν

τύχαινε και μας καταχτούσαν οι Γότθοι, αν ξεφύτρωνε δηλαδή δεύτερος

Βάλεντας κι όχι ο Θεοδόσιος. Κι αν πάθαμε πάλε και τόσα δεινά, και

μάλιστα ηθικά, δεν έφταιγαν όλως διόλου κ' οι Γότθοι, παρά έφταιγαν

κ' οι δικοί μας, που δεν είναι δα να πης πως είχαν οι ίδιοι τους

Σπαρτιατικά συστήματα, μόνο άρχιζε και τον έτρωγε σαν ψώρα τον τόπο

ένα είδος παραλυσία, και κοινωνική και πολιτική, καθώς θα δούμε σε

λίγο. Ως κ' οι Λεγεώνες πια δεν τους ερχότανε να γυρίζουνε στη χώρα

με τις αρματωσιές τους. Δεν μπορούσανε, λέει, να τις σηκώνουνε! Με

τέτοια συστήματα φυσικό πράμα να πάρη απάνω του ο Γότθος, κι αυτό

έγινε κάμποσον καιρό.

Η Γοτθική λοιπόν η πολιτική του Θεοδοσίου είταν, καθώς είπαμε, τέλεια,

γνωστικιά, κι ανάλογη μ' ό,τι θάκαμνε κ' ένας σημερνός μεγάλος

πολιτικός. Τέτοιο είταν και το πνέμα της εκκλησιαστικής του

πολιτικής· γνωστικό και λογαριασμένο. Να συστηθή αναγνωρισμένη

Εκκλησία μέσα στο Κράτος· να λείψουν πια τα αιώνια τα σκάνταλα. Αν

κακοφαρμόστηκε, το είδαμε το γιατί. Δεν είχε ο καλότυχος την αρετή να

περιορίζη μήτε τους αυλικούς του μήτε το θυμό του. Κ' έτσι έφερνε

κάποτες αταξία και ρήμαξη εκεί που γύρευε να θεμελιώση τάξη κ'

ειρήνη.

Όσοι θελήσανε να ιστορήσουν το Θεοδόσιο όσο γίνεται τέλεια ανάφεραν

κι άλλα προσόντα του, όλα τους όμως ασήμαντα· π. χ. πως είταν πιστός

σύζυγος, πως αγαπούσε να διαβάζη ιστορικά βιβλία, πως άμα αποτελείωνε

μεγάλη δουλειά τόρριχνε στην ακαμωσιά, κι άλλα τέτοια. Ταφίνουμε αυτά

για μερικούς μεγαλονόματους Ιστορικούς που το χαίρουνται να

μεγαλολογούνε με τα μικρά και να μικρολογούνε με τα μεγάλα.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ

395 — 474

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Αρκάδιος, Ρουφίνος, Ευτρόπιος

Όσο κι αν πάσκισε ο Θεοδόσιος να σμίξη τους βαρβάρους με τα ντόπια

στοιχεία και να ψαλιδίση τα φτερά τους μ' αυτή την πολιτική, τέτοια

δουλειά δεν μπορούσε να γίνη άψε σβύσε. Αν τύχαινε και τούμοιαζε ο

διάδοχος του, άλλος ο λόγος. Ο Αρκάδιος όμως, ο διάδοχος της

Ανατολής, δεκοχτώ χρονών αγώρι, δεν πήρε από τον πατέρα του. Τον

παρασταίνουν κοντό, μαυριδερό, λιγνό, ασύστατο, κοιμισμένο, κ' ίσως

πιώτερο θα του ταίριαζε τόνομα _Αρκούδιος_. Τέτοιο πλάσμα πώς να

κυβέρνηση και πώς να βαστάξη εξουσία! Την άρπαξαν την εξουσία και τη

δύναμη τα όρνια που φτερουγιάζανε γύρω του, οι Ρουφίνοι κ' οι

Ευτρόπιοι κ' οι Γαϊνάδες. Είναι σιχαμερή η ιστορία της εποχής του.

Είναι όμως σύγκαιρα και δραματική, άφησε που μας διδάσκει και κάμποσα

δικά μας.

Ο τετράξυπνος κι' ο παμπόνηρος ο Ρουφίνος, που τον ανταμώσαμε κάπου

στάλλο το κεφάλαιο, αυτός είναι που την πρωτάρπαξε την εξουσία της

Ανατολής, κ' έπαιζε στα δάχτυλα του τον Αρκάδιο, καθώς πάλε στη Δύση

τον πιο μικρότερο τον Ονώριο, που τούπρεπε κι αυτουνού _Ονάριος_ να

λέγεται, τον είχε του χεριού του ο Βάνταλος ο Στηλίχωνας. Όσο

μικροκάμωτος και ασήμαντος είταν ο Αρκάδιος, άλλο τόσο αψηλός κι

αντρίκιος ο Πραιτωριανός του Έπαρχος ο Ρουφίνος. Μα κ' η ψυχή του

τόσο φιλόδοξη, αρπάχτρα και ψεύτρα, όσο νωθρή και νυσταγμένη του

Βασιλέα του. Λένε μάλιστα πως και σύθρονός του ορεγότανε να γίνη του

Αρκαδίου.

Αναμεταξύ πάλε Ρουφίνου και Στηλίχωνα, φαρμάκι έχτρα και ζούλια. Και

τι φυσικώτερο πράμα, αφού είχε κι ο Στηλίχωνας τους σκοπούς του και

δεν πήγαινε μήτ' αυτός παρακάτω στην πονηριά. Μα και το στρατό της

Ανατολής τον κράταε αυτός ακόμα στη Δύση, που τον είχε εκεί φερμένο ο

Θεοδόσιος καθώς είδαμε. Δεν αργήσανε λοιπό ναρθούνε στα μαχαίρια οι

δυο αυτοί αρχηγοί. Στο μεταξύ ως τόσο έπαθε απερίμενο πάθημα ο

Ρουφίνος. Για νάχη κι αυτός συμπεθεριό με το Βασιλέα καθώς ο

Στηλίχωνας είχε με τον Ονώριο, στοχάστηκε να δώση τη μοναχοκόρη του

στον Αρκάδιο. Ένα σκαλοπάτι τότες, κι ανέβαινε κι ο ίδιος το θρόνο.

Έτυχε όμως να λείψη στην Αντιόχεια, για να παιδέψη κάποιον άλλον

εχτρό του· κι απάνω στην απουσία του ο γέρος, ο φαλακρός, ο

θεοπόνηρος ο Ευτρόπιος, ο _Πραιπόσιτος των Κουβικουλαρίων_, πρώτος

δηλαδή θαλαμηπόλος, που ανέβηκε σ' αυτό το αξίωμα από τους δρόμους μ'

όσο γίνεται άτιμα μέσα, σοφίζεται να του βρη δική του νύφη του

Βασιλέα, και του βρίσκει την όμορφη και τη φραγκογεννημένη Ευδοξία

(395). Γυρίζει λοιπόν ο Ρουφίνος στην Κωσταντινούπολη, και τι να δη;

Την Ευδοξία στο θρόνο! Χολόβρασε, έσκασε, μα δε σύφερνε και να τα

βάλη με τη Βασίλισσα. Δίνει λοιπόν τόπο της οργής, και ξαναρχινάει

τις μάχητές του με το Στηλίχωνα, κι ας μην είχε και συμπεθεριό με το

Βασιλέα.

Την αφορμή του την έδωκαν οι ΒισιΓότθοι της Μοισίας και Θράκης, που

σηκώθηκαν άμα γύρισαν από τους δυτικούς πολέμους, δηλαδή μερικούς

μήνες μετά το θάνατο του Θεοδοσίου, και πρι γυρίση ο άλλος στρατός.

Τι τους παρακίνησε τους ΒισιΓότθους και σηκωθήκανε, καλά καλά γνωστό

δεν είναι, μα δύσκολο δε φαίνεται και να το μαντέψουμε. Δεν είχανε

Θεοδόσιο τώρα να τους καλοπλερώνη· δεν έγινε και το χατίρι του

αρχηγού τους του Αλαρίχου που το είχε μεγάλη λαχτάρα να διοριστή

Πρωτοστράτηγος. Άξαφνα λοιπόν Αλαρίχος και ΒισιΓότθοι βγαίνουν και

πλημμυρίζουνε Μακεδονία, Μοισία, Θράκη. Ξετινάζουν αποπάνω τους ό,τι

πολιτισμό τους είχε δοσμένο η καινούρια πατρίδα τους, και χυμίζουνε

σαν πρώτα αγριεμένοι, αχόρταγοι, λυσσαγμένοι. Ως τα πρόθυρα της

Πρωτεύουσας αποκότησαν κ' ήρθανε. Βγαίνει τότες ο Ρουφίνος, ανταμώνει

τον Αλαρίχο, και πασκίζει με κάθε τρόπο να τον καθησυχάση. Ύστερα

ξαναμπήκε στην Πόλη κ' είπε του Αρκαδίου πως τον καθησύχασε· η

αλήθεια όμως είναι πως για να τον ξεκάμη, τον κατάπεισε να ξεκινήση

κατά την Ελλάδα, που ως εκατό χρόνους μένοντας απείραγη από ξένους,

είχε πιώτερα πλούτη για κούρσεμα.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 12 / 26 段