Από τον καιρό του Μεγάλου Κωσταντίνου ως τα τώρα, πενήντα χρόνια και

κάτι, δε μας ξαναφάνηκε Βασιλέας που να στάθηκε ξέχωρα κι αψηλότερα

από προκατόχους κι από διαδόχους· κι όχι πάλι με μεγάλα και με λαμπρά

κατορθώματα, αυτά δε μεταγίνουνται και καθεμέρα· μα ας πούμε με

κάποιον έξοχο χαρακτήρα, με γερή γνώση, και μ' αλύγιστη θέληση,

άνθρωπος έχοντας χρήσιμο και σοβαρό σκοπό μες στο νου του, μα και

δύναμη και τέχνη να τονέ βγάζη πέρα, έχει δεν έχει μπόδια· ηρωικός

άνθρωπος, αληθινός Βασιλέας. Κ' ίσως μήτε πολυχρειάστηκε τέτοιο είδος

ήρωας ως τα τώρα. Σ' αυτήν όμως την εποχή κατάντησε χρειαζούμενος, κ'

έπρεπε να φανή. Κ' η Πρόνοια που λες και πάντα μας αγαπούσε, που

καθώς θα δούμε, όχι μια και δυο, παρά κάμποσες φορές, ύστερ' από

σειρά ανωφέλευτους Αυτοκρατόρους μας έφερνε κ' έναν της ανθρωπιάς άμα

καταντούσε το κράτος στο μη παρακείθε, το τέλεσε και τώρα το θάμα

της, πλημμυρισμένος καθώς είταν ο τόπος με Γότθους από τη μια,

παραζαλισμένος με τον Αρειανισμό από την άλλη. Το τι θαπογινόμαστε

ανίσως και δε μας έρχουνταν ο Μέγας Θεοδόσιος, που του άξιζε μα την

αλήθεια τέτοιο καλορρίζικο όνομα, σα δύσκολο να λογαριαστή.

Ας πούμε λοιπόν πως από Θεού θέλημα ο διάδοχος του Βαλεντιανού, ο

γνωστικός ο Γρατιανός, βλέποντας από τη Ρώμη πως δεν μπορούσε όλα να

τα προφταίνη, έφερε από την Ισπανία το Θεοδόσιο, το γιο του στρατηγού

του Θεοδοσίου που μεγάλα πολεμικά κατορθώματα είχε πραγμένα στου

Βαλεντιανού τον καιρό, και τον προσκάλεσε να μας πάρη στον ώμο του.

Κατέβηκε ο Θεοδόσιος στα 379, τριάντα τριώ χρονώ νέος. Σε τέσσερεις

μήνες μέσα, από την ήσυχη μοναξιά του βρέθηκε στα Βυζαντινά τα

παλάτια· και θρονιάστηκε, όχι βασιλέας που ή από κλερονομιά ή με βία

πήρε την κορώνα, παρά σαν άνθρωπος που έλαβε προσταγή να πάη εκεί να

κάμη το χρέος του. Τον τήραε ο κόσμος πορφυρωμένο και θάμαζε την

αντρίκια του όψη, τη μεγαλόπρεπη και χαριτωμένη κορμοστασιά του,

λέγοντας πως έμοιαζε του Τραϊανού, καθώς τον ήξεραν από τις εικόνες

του.

Πρώτη του έννοια και φροντίδα είτανε φυσικά να γλυτώση τον τόπο από

τους Γότθους. Κ' εδώ φάνηκ' αμέσως ο μεγάλος του νους. Επειδή

βλέποντας τέτοιους φοβερούς εχτρούς σκόρπιους μέσα στα κράτος, κι από

την άλλη μεριά τα στρατέματα, όσα μνήσκανε, λαφιασμένα και μήτε να

δούνε Γότθο μην αποκοτώντας, σοφίστηκε, οργάνισε, κ' έβγαλε πέρα

πολιτική πούφερε μεγαλήτερα ίσως αποτελέσματα από λαμπρή νίκη.

Μένοντας ο ίδιος στη Θεσσαλονίκη, που την έκαμε Στραταρχείο του,

λάβαινε από κάθε μέρος μαντάτα κ' έστελνε προσταγές. Ο πόλεμος του με

τους Γότθους είταν είδος κλέφτικος πόλεμος. Έχοντας Κάστρα στημένα σε

διάφορα στρατηγικά μέρη, τους ενοχλούσε, τους χώριζε, τους σάστιζε,

στιγμή δεν τους άφινε ήσυχη. Με τρόπο όμως πάντα κι όχι κατά το

σύστημα του Βάλεντα. Έτσι συνέφερνε κι ο στρατός αγάλι αγάλι από την

τρομάρα του. Σκόρπιζε και κάτι λόγια ο Αυτοκράτορας κάθε λίγο που

δίνανε θάρρος κ' ελπίδα στους δικούς του, φόβο κι ανησυχία στους

Γότθους. Δε ζούσε πια τώρα κι ο πιδέξιος ο στρατηγός τους ο

Φριτιγέρνης, που αυτός μόνος ήξερε να τους φυλάη ενωμένους τους

Γότθους και να τους κυβερνάη με κάποιο στρατηγικό σύστημα, κ' έτσι

κομματιαστήκανε κι ανεμοσκορπιστήκανε σε διάφορα μέρη. Αρχίσανε να

μαλλώνουν κι αναμεταξύ τους. Αυτό ζητούσε κι ο Θεοδόσιος. Ήρθε η ώρα

του να το λύση το ζήτημα. Βγαίνει λοιπόν και τους αγοράζει έναν έναν

τους Αρχηγούς με δώρα και μ' αξιώματα, και τους παίρνει μέσα στον

Αυτοκρατορικό το στρατό. Ένας τους τότες, ο Μοδάρης, τόσο πιστός

έμεινε στον Αυτοκράτορα, που βγήκε ύστερα και χτύπησε τους πατριώτες

του κ' έσφαξε ως τέσσερεις χιλιάδες τους.

Σε κείνα τα χρόνια απάνω (381), περνάει τον Ποταμό και κατεβαίνει κι

ο Αθαναρίχος, μεγάλος Αρχηγός και _Κριτής_, μ' άλλους πάλι Γότθος κι

αυτός. Και πολλοί από τους παλιούς Γότθους τον αποδέχουνται και τον

ορίζουνε Βασιλέα τους. Γέρος όμως όντας ο Αθαναρίχος και

στοχαζούμενος άνθρωπος, αντίς να κάθεται και να συλλογιέται πολέμους

και σφαγές, πηγαίνει ίσια στο Θεοδόσιο και του προτείνει να συθηκέψη

μαζί του. Κι ο Θεοδόσιος: τι άλλο ήθελε; Βγαίνει και τον ανταμώνει

απέξω από την Πρωτεύουσα, έπειτα τον παίρνει μέσα και του κάμνει

μεγάλες και βασιλικές τιμές. Πήγε να τα χάση ο Αθαναρίχος. Τηράει από

τη μια, τηράει από την άλλη, όλο πλούτη και μεγαλεία. Δε βάσταξε πια

τότες, μόνο ξεφώνησε « Τώρα τα βλέπω και γω με τα μάτια μου όσα

τόσους χρόνους τάκουγα και δεν τα πίστευα, τόσα αξετίμητα πλούτη,

τόσα θεϊκά μεγαλεία!» Η θέα της πεντάμορφης Πόλης, τα θεόρατα

τειχίσματά της, τα μαρμαρόχτιστα χτίρια, ο λιμένας με ταρίφνητά του

καράβια, όλ' αυτά τον ξετρέλαναν και ξαναφωνάζει «Μα την αλήθεια

επίγειος Θεός είναι ο Ρωμαίος ο Αυτοκράτορας. Κι όποιος κοτάει να

σηκώση απάνω του χέρι, με το αίμα του πρέπει να το πλερώνη». Κ' έτσι

από εχτρός που ξεκίνησε κατάντησε φίλος και σύμμαχος. Και σαν πέθανε

λίγο κατόπι στην Πόλη ο γέρος ο Γότθος, τέτοιες παράταξες του κάμανε,

τέτοια μνημεία του στήσανε, που ο στρατός του το καταχάρηκε, κι από

τη χαρά του έτρεξε και μπήκε σύσσωμος στο βασιλικό το στρατό.

Μια και χωνεύτηκαν οι Βησιγότθοι του Αθαναρίχου μες στο στρατό, ποιος

άλλος Γότθος να τολμήση και ναντισταθή στην Αυτοκρατορία! Όλοι τους

οι Αρχηγοί κατέβαιναν ένας ένας και κάμνανε συνθήκες και

προσκυνούσαν, κ' έτσι χύθηκαν όλοι στο χωνευτήρι. Κι όσοι τους πάλε

μήτε στο στρατό δεν μπήκανε μήτε στην Πρωτεύουσα δεν έμειναν, πήγαν

άλλοι στη Θράκη, δηλαδή οι Βησιγότθοι, κι άλλοι στη Φρυγία,

Οστρογότθοι αυτοί κατεβασμένοι στα 386, όσοι τους δηλαδή δε σφάχτηκαν

ή δεν πεταχτήκανε στον Ποταμό περνώντας, επειδή πιάστηκαν τότες σ'

αναπάντεχη παγίδα από τ' αυτοκρατορικά πλοία.

Είπαμε παραπάνω πως τον προσκύνησαν οι Γότθοι τον Αυτοκράτορα. Δεν

είταν όμως κι όλως διόλου προσκύνημα. Είτανε μισό υποταγή και μισό

συμμαχία. Ένα είδος ανεξαρτησία την είχαν ακόμα στις επαρχίες που

πήρανε για κατοικία τους. Αν και Βασιλέας τους ο Θεοδόσιος, φύλαξαν

όμως και τους _Κριτάδες_ τους, κι αυτοί τους κυβερνούσαν. Και

φαίνεται πως μήτε φόρους δεν πλέρωναν, παρά μένανε μέσα στον τόπο

καθώς είπαμε σαν είδος σύμμαχοι. Από κει λοιπόν ονομάστηκαν οι

περίφημοι οι _Φοϊδεράτοι_, οι στρατιωτικοί εκείνοι με τις χρυσές τις

τραχηλιές, με ταρχοντικά τα στολίδια, με τους μεγάλους μιστούς, και

με τις παραλυμένες συνήθειες. Ακόμα πιο περίεργο, που και στο στρατό

μέσα έμνησκαν ξέχωρα από τους άλλους, με δικούς τους στρατηγούς κι

αξιωματικούς, κ' επειδή ανέβαιναν ως σαράντα χιλιάδες, είταν πάντα

φόβος να σηκώσουν κεφάλι και νανοίξουν καινούργιες δουλειές, μόνο που

γεωργικός όντας ο λαός τους θα καταντούσε ναλησμονήση με τον καιρό

τάρματα και τη γλύκα τους.

Εκείνο που στάθηκε για τα μας, το χερότερο στην αρχή είταν που εξόν

από τα στρατιωτικά πήραν κάμποσοι τους και πολιτικά αξιώματα, και με

τους βαρβαρικούς τρόπους τους, με τις παραλυσίες τους, καθώς και με

τη μεγαλήτερη πονηριά τους δεν μπορούσανε φυσικά να το καλλιτερέψουν

το ηθικό της ανώτερης κοινωνίας. Αυτή η ανακατωσιά θα μας ξηγήση

πολλά και δραματικά που θα ιστορήσουν παρακάτω.

Ο μαρασμός όμως αυτός της κοινωνικής, και μάλιστα της πολιτικής

ηθικής στα πρώτα τους χρόνια, δεν πάει να πη και πως τη φαρμάκεψαν ή

πως τη νόθεψαν τη φυλή μας οι Γότθοι εκείνοι. Σαν ανακατεύουνται δυο

φυλές κ' η μια συχωνεύεται μέσα στην άλλη, η φυλή που απομένει είναι

πάντα ωφελημένη κι όχι ζημιωμένη φυλή. Πρώτα, που φανερώνεται πως

είναι η δυνατώτερη, αφού καταπόνεσε την άλληνα. Έπειτα, παίρνει και

καινούριο αίμα στις φλέβες της, κ' αίμα καινούριο πάει να πη

καινούρια δύναμη και ζωή. Αυτές οι ζυμωσιές ξαναδευτερώθηκαν απανωτά

στον τόπο μας, αγκαλά όχι καθώς σ' άλλους τόπους. Ανίσως και μας

πλάκωναν πιότεροι ξένοι, ας είταν και βάρβαροι, με τη δύναμη που είχε

πάντα το Γένος να τους μεταπλάθη και να τους κάμνη Ρωμιούς (κάποτες

κι όξω από τον τόπο του), θα στεριώνουνταν το σκαρί του ακόμα πιο

δυνατώτερα. Μα για κακή μας τύχη μήτε οι Γότθοι δεν είταν αρκετοί, κ'

οι Σλάβοι κατόπι σκορπιστήκανε σ' εξοχές και σε χωράφια, κι όχι μέσα

στις πολιτείες, και έτσι δεν ωφελήθηκε ίσως ο τόπος όσο έπρεπε από

δαύτους. Ο ξένος έχει μονάχα φόβο σαν κατεβαίνει και ξεσκουπίζει απ'

άκρη σ' άκρη το ντόπιο στοιχείο, και μάλιστα το κυβερνητικό του

μέρος.

Η ιδέα πως ένας λαός πρέπει να μένη ανακάτευτος για να φυλάξη την

ευγένεια του, είναι ιδέα κι αυτή «του Λεπρέντη», που λέει ο λόγος,

και φανερώθηκε πια σήμερα θεότρανα η μποσικάδα της. Ένας λαός

φυλάγεται καθάριος, σώνει να φυλάη γλώσσα, θρησκεία, φιλολογία,

φρονήματα καθάρια. Το αίμα του α σμίγεται κάποτες, αυτό κι ωφέλιμο

είναι και χρειαζούμενο μάλιστα. Επειδή νερουλιάζει και ξεθυμαίνει του

λαού το αίμα μένοντας αιώνες κ' αιώνες ξεχωρισμένο από καινούρια ζωή.

Ή μηγαρίς το ίδιο δεν παρατηρούμε και σε πολλά φυτά και δέντρα που σα

δε μεταφυτευτούνε ή σα δε μπολιαστούνε, μένουν αρρωστιάρικα, άχυμα κι

άκαρπα κούτσουρα στα χωράφια τους μέσα; Η ωφέλεια που φέρνει σε μια

φυλή το ξένο το στοιχείο είνε φυσιολογική αλήθεια που την απόδειξε

κατά πλάτος και κατά φάρδος η τωρινή φυλή — επειδή φυλή πια είναι

σήμερα — των Αμερικανών. Τάχατις πιο καλότυχοι στάθηκαν και καλλίτερα

φύλαξαν το μεγαλείο τους οι Πολωνοί που έμειναν ανακάτευτοι τώρα και

κάμποσους αιώνες;

Αυτά, και λίγ' ακόμα που ίσως θα ειπωθούν όταν έρθουμε στους Σλάβους,

σώνουνε για τον καλοθελητή μας το Φαλμεράγερο και τους οπαδούς του,

που αντίς να μας αποδείξουν πώς χάθηκε η ρωμαίικη η φυλή, αποδείξανε

πώς έζησε, αφού μπόρεσε τόσους και τόσους ν' απορρουφήξη· καθώς και

για κείνους που του δώκανε σημασία κ' έγραψαν τόμους και τόμους για

να τονέ βγάλουν ψεύτη.

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Θεοδόσιος κι Ορθοδοξία

Πρωταγωνίστησε ο Θεοδόσιος και στη Δύση, και συχνά μάλιστα. Μα οι

πράξες του σε κείνα τα μέρη, όσο και να τονέ δοξάζουνε, δεν είναι της

δικής μας της ιστορίας. Θα τις περάσουμε ως τόσο κι αυτές με δυο

λόγια σαν έρθη η ώρα τους. Ας σημειώσουμε τώρα πως άρχισε δεν άρχισε

να κατασταλάζη η Ανατολή από τις Γοτθικές ταραχές, και θανατώνεται ο

Γρατιανός στο Λούγδουνο της Γαλατίας (383), κ' εκλέγεται Αυτοκράτορας

ο συγκλητικός ο Μάξιμος, με σύντροφό του στην Αφρική και στην Ιταλία

τον ανήλικο το Δεύτερο Βαλεντιανό.

Βαριά του κακοφάνηκε του Θεοδοσίου αυτός ο φόνος του ευεργέτη του.

Τούρθε μάλιστα να ξεκινήση και να παιδέψη τους φονιάδες. Οι καιροί

όμως είτανε δύστροποι. Είχε μεγάλους περισπασμούς η Ανατολή. Κ' έτσι

κάμνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αναγνωρίζει το Μάξιμο, κλει μαζί του

συνθήκες, και γυρίζει το νου του στα δικά μας τα βάσανα. Και ποια να

είταν τώρα τα βάσανά μας; Ο Αρειανισμός, και πάλε ο Αρειανισμός, που

κάστρο του και στρατόπεδο είταν η ίδια η Πρωτεύουσα. Σαράντα χρόνους

τώρα μας παραζάλισε αυτό το κακό, κ' έπρεπε πια να του δοθή μια και

καλή κατακεφαλιά. Ησυχία δεν είχε ο τόπος. Κατάντησε μέσα στην Πόλη

ναφίνη τη δουλειά του ο κόσμος και να συζητάη θεολογικά. Ορίστε τι

λέγουν πως είπε ένας που την είδε την Πόλη τους καιρούς εκείνους.

«Άλλο δε βλέπεις» είπε, «παρά θεολόγους. Ως κ' οι δουλευτάδες, κ' οι

σκλάβοι, θεολόγοι καταντήσανε. Στους δρόμους, σταργαστήρια, παντού

διδαχές ακούς και τίποτις άλλο. Πηγαίνης ναλλάξης ένα νόμισμα, κι

αρχίζουν πρώτα και σου ξηγούν τι διαφέρει ο «Υιός» από τον «Πατέρα».

Ένα ψωμί πας να γυρέψης, και σου αποκρίνουνται πως ο «Υιός» είναι

κατώτερος από τον «Πατέρα». Τέλος ρωτάς αν είναι έτοιμο το λουτρό

σου, κι άλλη απάντηση δε σου δίνουν παρά πως πρέπει να γεννήθηκε από

το Τίποτις ο «Υιός». Και δεν είτανε μονάχα οι Αρειανοί, παρά και

πλήθος άλλες αιρέσες που ο Αρειανισμός τις χάδευε και τις προστάτευε,

για να τις έχη μαζί του.

Είταν ο Θεοδόσιος αποφασισμένος να τα σταματήση αυτά. Βαφτισμένος

όντας ατός του μ' όλους τους ορθόδοξους Κανόνες, είχε το θάρρος να

κηρύξη την Ορθοδοξία είδος ηθικό χτήμα της Βασιλείας του, και με το

διάταγμα του εκείνο του 380 καθιερώθηκε νόμος απαράβατος, ο κάθε

υπήκοος ένα μονάχο δόγμα να πρεσβεύη, το δόγμα του Επισκόπου της

Ρώμης και της Αλεξάντρειας «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, ομοούσιον

και αχώριστον», και να λέγουνται τώρα κι ομπρός όλοι τους Καθολικοί

Χριστιανοί. (4) Τέτοια μέτρα εμάς μας φαίνουνται σήμερα, όχι πια

άτοπα, μα και γελοία. Όταν όμως ανιστορήσουμε τη σύχυση που φέρανε

στον κόσμο οι αντίπαλοι της Ορθοδοξίας, την ασυνειδησία τους, την

ιδιοτέλεια, ας αφήσουμε πια τις σοφιστείες τους, το νοιώθουμε πως εδώ

άλλο τρόπο δεν είχε παρά αυτοκρατορική τσικουριά. Ορίστε τι έλεγε το

διάταγμα· « Κ' επειδή κρίνουμε πως όλοι οι άλλοι είναι τυφλοί και

κουτοί, τους καθίζουμε στο μέτωπο τη σιχαμερή ονομασία Αιρετικοί, και

τους απαγορεύουμε να μαζεύουνται στο ιερό τόνομα της Εκκλησίας. Εξόν

από τη θεία δίκη, θα λάβουν αυτοί και τη δική μας την παίδεψη».

Έτσι μα το ναι τους άξιζε τους αδιόρθωτους εκείνους μωρόλογους,

ταποσκυβαλίσματα εκείνα της παλιάς σοφιστικής, το κακορρίζικο αυτό

στοιχείο που μας σώζεται, αν και μ' άλλες μορφές ως τα σήμερα, κι απ'

άλλη γλώσσα δεν παίρνει, παρ' από τη γλώσσα της προσταγής. Δυστυχία

μας όμως που δε βγαίνουν καθεμέρα και Θεοδόσιοι.

Δε σταμάτησε ως εκεί ο Θεοδόσιος. Έπρεπε όχι μονάχα με νόμους, μα και

μ' Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό διοργανισμό να γκρεμηστή ο Αρειανισμός.

Έπρεπε να διοριστή Ορθόδοξος Πατριάρχης, να συστηθή Σύνοδο, να

κανονιστούν άλλη μια φορά τα Εκκλησιαστικά, και να λείψη κάθε φόβος

μήπως και ξαναπροβάλη ο εφτάψυχος εκείνος δράκος. Φρόνιμα μέτρα, όχι

όμως και φρόνιμα εχτελεσμένα όλα τους, καθώς θα δούμε.

Πρι ναρχίσουμε από τον Πατριάρχη πρέπει να γυρίσουμε λίγο ξοπίσω,

στον καιρό δηλαδή όταν απέθανε ο Βάλεντας, και που μην αποκοτώντας

πια οι Ορθόδοξοι μήτε να σαλέψουν από την Αρειανική τυραννία,

στοχαστήκανε νανεβάσουνε στον Αρχιερατικό Θρόνο άνθρωπο μεγάλο,

δυνατό και με λόγο, να πολεμάη τους Αρειανούς.

Και τέτοιος άλαλος ποιος είταν τότες παρά ο Γρηγόριος; Τον

προσκαλέσανε λοιπόν από τη Ναζιανζό, εκεί που τον είχαμε αφησμένο,

και δέχτηκε. Ήρθε στην Κωσταντινούπολη, τον αποδέχτηκε κάποιος του

συγγενής, κι αμέσως του άνοιξαν παρακκλήσι και τονόμασαν της Αγίας

Αναστασίας. Αυτό το παρακκλήσι έγινε μεγαλόπρεπη εκκλησιά κατόπι. Απ'

αυτής της εκκλησιάς τον άμπωνα πρωτολάλησε μέσα στην Πόλη ο

Γρηγόριος. Γέμιζε ο ναός πιστούς, γέμιζε κι ο Αρειανισμός πάθος και

ζούλια. Ως και πως τρεις Θεούς δίδασκε τον αβάνιαζαν, και με κάθε

τρόπο παρακινούσαν τον όχλο να σηκωθή και να κατατρέξη τους

Αιρετικούς του Αθανασίου! Όλη το λοιπόν η προστυχιά της Πόλης,

άντρες, γυναίκες, και κάμποσοι Αρειανοί καλόγεροι, ξεκινούνε μια μέρα

από τη Μητρόπολη της Αγιά Σοφιάς, σπάνουν τις θύρες της Αγίας

Αναστασίας, και ρημάζουν το παρακκλήσι με λιθάρια, με μαγκούρες και

μαναμμένα δαδιά. Πήγε να πεθάνη από τη λύπη του ο δύστυχος ο

Γρηγόριος. Μα η αγάπη που του είχαν οι πιστοί του, ο ενθουσιασμός

τους, το χρέος, το δίκιο, τον έκαμαν και βάσταξε αυτή τη φορά, και

δεν τα χτύπησε κάτω, καταπώς συνήθιζε κ' είτανε φυσικό του. Εκεί

απάνω πρόβαλε κι ο Θεοδόσιος με το διάταγμά του. Και καθώς είπαμε, μη

σταματώντας ως εκεί, παρ' αποφασισμένος να τη στεριώση μια και καλή

την Ορθοδοξία, πιάνει την Αγιά Σοφιά με τ' Αυτοκρατορικά του

στρατέματα, ξεθρονιάζει τον Αρειανό Επίσκοπο το Δημόφιλο, κι ανεβάζει

στο θρόνο το Γρηγόριο με μεγάλη παράταξη. Γεμάτοι οι δρόμοι, γεμάτα

τα παράθυρα κόσμο. Ως και τω σπιτιών οι στέγες φορτωμένες άντρες,

γυναίκες, παιδιά και γέρους, άλλοι ξεφωνίζοντας από τη χαρά τους,

άλλοι βογκώντας από λύπη και καταριώντας. Κι ο Αυτοκράτορας,

τριγυρισμένος με τα τάγματά του, οδηγούσε το Γρηγόριο στην Αγιά Σοφιά

να τον κηρύξη Ορθόδοξο Πατριάρχη.

Του αγγελόκαρδου ιεράρχη ως τόσο δεν του έρχουνταν τα τυραννικά

εκείνα τα μέτρα, που άλλος πιο φιλόδοξος θα τα χαιρότανε· μόνο του

φάνηκε, λέει, σα να περνούσε κείνη τη μέρα από κουρσεμένη πόλη, που

κάποιος βάρβαρος καταχτητής ήρθε και την κυρίεψε. Κ' έτσι είναι. Η

βία, και μάλιστα η στρατιωτική η βία, ποτές δε φαίνεται θεάρεστο

πράμα. Ανιστορώντας όμως ένα Γρηγόριο τριγυρισμένο μ' αυτοκρατορικούς

στρατιώτες, τέτοια χρυσή ψυχή να προστατεύεται από λαμπροστόλιστες

λεγεώνες, δίχως να θέμε τη συχωρούμε τη βία πούκαμε και μια θεάρεστη

πράξη. Και δεν είταν ως τόσο απλή βία. Είταν α καθάριος κι ο

πραχτικός ο νους του Θεοδοσίου, πούβλεπε πως άλλον τρόπο δεν έχει.

Μακάρι να τάβλεπε έτσι κι ο Κωσταντίνος! Αν τον έννοιωθε τον

Αρειανισμό ο Κωσταντίνος, δε θα κατάφευγε σε τέτοια μέτρα ο

Θεοδόσιος.

Έξη βδομάδες δεν πέρασαν, και προστάζει ο Αυτοκράτορας εξορία σ'

όσους ιερωμένους αρνιούνταν ακόμα της Νίκαιας το δόγμα.

Αλλαξοπίστιζαν τότες οι Αρειανοί, τι να κάμουν. Γκρεμίζουνταν η

ψευτοσοφία, και θεμελιώνουνταν η ορθοδοξία.

Έμεινε το λοιπόν ο Γρηγόριος πνεματικός πατέρας της φουρτουνιασμένης

εκείνης κοινωνίας. Και πρέπει να ειπωθή προς τιμή του — αγκαλά καθώς

ξέρουμε του είτανε φυσικό — πως άλλη βία ατός του δε μεταχειρίστηκε

για να καθησυχάση τα ταραγμένα εκείνα πλήθη παρά τη δύναμη του λόγου

και της αγγελικής του αγαθωσύνης, πασκίζοντας με το καλό να μεταπείθη

τον κάθε αλλόδοξο. Η πολιτική όμως αυτή, όσο χριστιανική κι αν είταν,

κ' ίσια ίσια επειδή είτανε χριστιανική, δεν πολυάρεζε στο Παλάτι. Δεν

ταίριαζε με τους αγριώτερους τρόπους των Αυλικών, που για να

κολακεύουν το Θεοδόσιο γύρευαν ακόμα πιο τυραννικώτερα μέτρα.

Απάνθρωπο πράμα, αφού μάλιστα οι Αρειανοί δε φάνηκαν και πολύ

δύσκολοι σαν είδανε τα στενά. Συσταίνεται κατόπι από το Θεοδόσιο κ' η

δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο στην Κωσταντινούπολη (381) με σκοπό να

καθαρίση την Εκκλησία από κάθε αίρεση κι από κάθε ανωμαλία που της

προξένησε ο Αρειανισμός, καθώς και να πανηγυρίση την ανάσταση της

Ορθοδοξίας. Μα αντίς να ρηνέψη τον κόσμο αυτή η Σύνοδο γέννησε νέα

σκάνταλα, με το να ενεργήσανε οι Αυλικοί να συστηθή κόμμα μέσα της

και να πολεμήση το Γρηγόριο, που δεν τους κατάτρεχε πιο αλύπητα τους

Αρειανούς, μόνο και σα να πήγαινε από το μέρος τους. Και τότες, που

έπρεπε ο Γρηγόριος, αν είχε του Αθανασίου ή του Βασιλείου το

χαρακτήρα, να μείνη σταθερός κι ακλόνιστος και να διαφεντέψη τη

φιλανθρωπική εντολή της θρησκείας, άρχισε σταλήθεια να βαριεστίζη και

να κλονίζεται και να λαχταρή την ποιητική τη γαλήνη, που πάντα τηνέ

ζητούσε άμα του φαίνουνταν ανυπόφερτος πια ο κόσμος! Κι αντίς νανέβη

το βήμα και να τους κοπανίση τους κομματικούς εκείνους κ' ίσως

αγορασμένους Επισκόπους μ' αντρίκια λόγια, σηκώθηκε και τους μίλησε

σαν καλός πνεματικός και τους σύστησε ειρήνη κι αγάπη. Κι αυτό πάλε

καλό κι άγιο· μήτε ως εκεί όμως δεν έμεινε, παρά τους πρότεινε ύστερα

να τραβηχτή ο ίδιος από το θρόνο, μα και στη θάλασσα να πάη να πέση,

ανίσως και στάθηκε αφορμή της νέας αυτής ταραχής. Κι από κει πηγαίνει

και δίνει την παραίτηση του στο Θεοδόσιο· κι ο Θεοδόσιος, δίχως άλλο

γυρισμένος από τους κακορρίζικους Αυλικούς του, τη δέχεται την

παραίτηση! Σα να του βαριοφάνηκε του Γρηγορίου η αλλαγή αυτή του

Θεοδοσίου. Σα να μην το πρόσμενε τέτοιο φαρμάκι ύστερ' από τόσες και

τόσες τιμές. Συγκαλεί τότες τους εκατόν πενήντα εκείνους Συνοδικούς,

τους δίνει μια διδαχή που έπρεπε να τους την είχε δοσμένη απαρχής,

τους προσωποδέρνει που όλο ραδιουργούσαν και παραβγαίνανε σα να είταν

Ιπποδρόμιο η θρησκεία, έπειτα κάμνει την περίφημη Απολογία του με

λόγια ρητορικά και με τη συνηθισμένη του τέχνη. Αγκαλά έχοντας το

δίκιο μαζί του, και δίχως τέτοια τέχνη, και μάλιστα με κάτι πιότερη

επιμονή και θέληση, ακόμα καλλίτερα μπορούσε να τους αποστομώση τους

θεομπαίχτηδες. Πιο ωραία απ' όλα είναι η αποστροφή του λόγου εκείνου,

όταν αποχαιρετάει τα δοξασμένα μεγαλεία του Βυζαντίου.

Έσυρε κ' έφυγε λοιπόν από τη Βασιλεύουσα ο Γρηγόριος, προς μεγάλη

χαρά των εχτρών του, μα όχι και δίχως αξιοπρέπεια. Κι αφού πέρασε από

την Καισάρεια κ' έβγαλε επιτάφιο λόγο του Βασιλείου, πεθαμμένου τότες

και μερικούς μήνες, ξαναγύρισε στην πατρίδα του την Αριανζό, κ' εκεί

πέρασε όση ζωή τούμνησκε γράφοντας στίχους και καλλιεργώντας το

περιβόλι του. Απέθανε στα 389.

Αυτός είναι ο χαριτωμένος μας ο Άγιος Γρηγόριος, που ως τα σήμερα

τονέ γιορτάζουμε και τον προσκυνούμε μαζί με τους άλλους δυο μεγάλους

Ιεράρχηδες, Βασίλειο και Χρυσόστομο.

Καθώς είπαμε, τύπος καθαυτό ρωμαίικος· ρωμαίικος όμως από κείνους που

έχουνε μεγάλη κι απλοϊκή καρδιά, βαθειά ευλάβεια και συμπάθεια,

μερική αστασία, τέλος και κάποια δόση από ποίηση μέσα τους. Μεγάλα ως

τόσο πράματα δεν είταν η ποίηση του ως τέχνη, αν και τους έβγαζε με

τις χιλιάδες τους στίχους ο βλογημένος. Είδος «θρησκευτικές μελέτες»

τις είπανε μερικοί· και το περίεργο, λουσμένες με κάποια λυπητεράδα

που μας δείχνει πως ο λεγόμενος ρομαντισμός καινούριο πράμα δεν

είναι. Καθαυτό τέχνη του είταν η εκκλησιαστική ρητορική, οι Λόγοι

του, που όσο και να μην ανέβηκαν ως ταττικά ύψη του Βασιλείου, έχουν

όμως τη χάρη, τη γλύκα και τη συμπάθεια πούβγαζε πάντα η ποιητική του

ψυχή.

Ας ξαναγυρίσουμε στην Πρωτεύουσα τώρα. Τα τέντωνε και πήγαινε ο

Αυτοκράτορας τα μέτρα του με τους αιρετικούς, χωρίς μήτε στιγμή να τα

χαλαρώνη. Σα συνωμότες τους είχε. Κάθε χρόνο χρόνο κι απόνα διάταγμα

τους έβγαζε. Από τα 380 ως τα 394 λες και σαν κανόνια έπεφταν οι

νόμοι του απάνω στους κακόμοιρους τους αλλόδοξους. Ένας από τους

νόμους αυτούς έβαζε δέκα χρυσές λίτρες πρόστιμο (τετρακόσες σημερνές

λίρες) σ' όσους ή δέχουνταν ή έδιναν αιρετικό αξίωμα. Άλλος πάλε,

ακόμα πιο τυραννικώτερος νόμος, μήτε να λειτουργούνται δεν τους

άφινε, παρά τους κήρυττε σα να λέμε αφορισμένους. Τέλος μήτε οι

διαθήκες τους δεν έπιαναν, κ' είχανε δεν είχανε γίνουνταν Ορθόδοξοι.

Δεν τόχουμε σκοπό να τα εγκωμιάσουμε και καλά τασιατικά αυτά μέτρα.

Όποιος όμως είχε την υπομονή να προσέξη τ' αρειανικό το κίνημα από

την αρχή του, και τα καλοξέτασε ταπανωτά του τεχνάσματα, και

τόννοιωσε πως τέτοια φιλοσοφική θρησκεία καταντάει αγυρτεία όταν όσοι

την πιστεύουνε δεν είναι κι αυτοί φιλόσοφοι, θα συφωνήση βέβαια πως

εδώ πέρα χρειάζουνταν κόπανος δυνατός και γερός — όχι μισά πράματα.

Τέτοια μάλιστα υπόληψη τον έχουμε το Θεοδόσιο, που δε μας φαίνεται

τόσο πως τα μέτρα του στάθηκαν πέρα και πέρα παράλογα, όσο πως οι

αυλικοί του κ' οι αξιωματικοί του τα βάλανε σε πράξη πολλές φορές με

βάρβαρο και μ' απάνθρωπο τρόπο. Αυτό προπάντω θα το παρατηρήσουμε

στάλλο το ζήτημα του καιρού εκείνου, το ειδωλολατρικό.

Για ναποσωστή το θεμέλιωμα της Ορθοδοξίας, έπρεπε να χτυπηθή κι ο

Εθνισμός, που καθώς είδαμε, είχε κι αυτός ακόμα ζωή και δόντια.

Ακολούθησε λοιπόν κ' εδώ ο Θεοδόσιος το ίδιο το σύστημα. Του πέταγε

του Εθνισμού νόμους και διατάγματα απάνω κάτω σαν ταρειανικά. Όντας

όμως η πηγή του Αρειανισμού μπρος στα μάτια του, μέσα στην

Πρωτεύουσα, δεν είχανε γίνει και παραπολλές βαρβαρότητες στην

εφαρμογή του κατατρεγμού εκείνου. Μα με την ειδωλολατρία, που και

πολυκέφαλη είταν και σκόρπια σε διάφορα μακρινά μέρη, συνέβηκαν

ανήκουστα πράματα, κι όχι τόσο στην Καθαυτό Ελλάδα — αυτή στάθηκε

τυχερή — όσο στην Ανατολή. Αφίνουμε πια που κατά τους νέους εκείνους

νόμους δεν έπρεπε, μέρα είτανε, νύχτα είτανε, μήτε θυσίες να τελούνε,

μήτε ιεροσκοπίες, μήτε καμιάν άλλη παλιά τελετή. Μα και προσταγή

έδωσε ο Θεοδόσιος του Πραιτωριανού Επάρχου της Ανατολής, του

Κυνηγίου, να κλείση ναούς, να ξολοθρέψη είδωλα, να διώξη ιερέους, και

τέλος να μοιράση τα ιερά τους χτήματα αναμεταξύ Αυτοκρατορικής

Εκκλησίας και στρατού. Και τι κάμνει ο Κυνήγιος; Δυναμωμένος με

φανατικούς, ίσως και πεινασμένους, Επισκόπους και Καλόγερους, πέφτει

σαν πληγή μέσα στη δύσμοιρη την Ανατολή. Και σα να μην έσωναν τόσες

καταστροφές, έβαλαν και μια δική τους, τη μεγαλήτερη και τη

βαρβαρώτερη. Όλους εκείνους τους πανώριους ναούς, τα θάματα εκείνα

της Τέχνης που Θεός το ξέρει α θα δυνηθή πια να ξαναστήση παρόμοια

στον κόσμο ανθρώπινο χέρι, αντίς να τους αφήσουνε κλειστούς, ή

τουλάχιστο να φανούν ίσια με τους Τούρκους γνωστικοί και να τους

κάμουνε δικές τους Εκκλησιές, βαλθήκανε να τους γκρεμήσουνε, μην

τύχη, λέει, και ξαναφανή κανένας Ιουλιανός και τους ξανανοίξη! Πάει

τότες ο περίφημος ο ναός της Απαμείας στη Συρία, και με τρόπο που να

φρίττης. Επειδή μην μπορέσαντας ο Ηρόστρατος της χώρας εκείνης,

κάποιος Μάρκελλος, να γκρεμήση με τους συνηθισμένους τρόπους το

θεόρατο αυτό μνημείο, χτισμένο καθώς είτανε σ' ύψωμα, με δεκαπέντε

βαρειές κολώνες από την κάθε πλευρά, κ' η καθεμιά κολώνα ως δεκάξη

πόδια γύρο, προστάζει κι ανοίγουν τα θεμέλια, αποθέτουν αποκάτω

χοντρόξυλα, ανάβουνε φωτιά, και κατρακυλάει και πέφτει το μεγαλόπρεπο

χτίριο, που λες και πέφτανε τα ουράνια! Το καταχάρηκαν τούτο οι

Καλόγεροι, που θαρρούσανε, λέει, πως κάποιος Δαίμονας είταν και τους

μπόδιζε να γκρεμήσουν το Ναό, ώσπου σοφίστηκε ο Μάρκελλος τον τρόπο!

Όρμησαν ύστερα και στους άλλους ναούς, και λίγοι έμειναν απάνω στα

θεμέλιά τους.

Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος · 第 11 / 26 段