την ρητορικήν, ενώ ακόμη ευρίσκεσαι εις την ακμήν σου, και μάλιστα να
την ίδης να τρέχη προς εσέ, αυτόν τον δασύτριχον και καθ' υπερβολήν
ανδροπρεπή οδηγόν άφησε ν' αναβαίνη ο ίδιος και να οδηγή όσους άλλους
κατορθώνει να εξαπατά, ν' ασθμαίνη και να πνίγεται εις τον ιδρώτα. Να
στραφής δε προς την άλλην οδόν, όπου θα εύρης μεταξύ πολλών άλλων και
ένα πάνσοφον και ωραιότατον άνδρα, ο οποίος έχει χορευτικόν το βάδισμα,
γυρμένην την κεφαλήν, γυναικείον το βλέμμα, μελιτώδη την φωνήν και
αποπνέει αρώματα. Θα τον ίδης να ξύνη την κεφαλήν δια του άκρου του
δακτύλου του και να διευθετίζη ολίγας μεν ακόμη, σγουράς όμως και
υακινθίνας τρίχας και θα τον νομίσης ως Σαρδανάπαλον αβρότατον ή Κινύραν
ή ως αυτόν τον Αγάθονα της τραγωδίας τον αξιέραστον ποιητήν. Σου αναφέρω
ταύτα διά να δυνηθής να τον γνωρίσης ευκόλως και να μη σου διαφύγη
πόοσωπον τόσον έξοχον και προσφιλές εις την Αφροδίτην και τας Χάριτας.
Αλλά τι λέγω; Και κλειστούς εάν έχης τους οφθαλούς και αυτός πλησίαση
και είπη τι, ανοίξας το μελίρρητον εκείνο στόμα, και εκπέμψη την συνήθη
του φωνήν, θα εννοήσης ότι δεν είνε κανείς όμοιος με ημάς τους άλλους
θνητούς, «οι αρούρης καρπόν έδομεν> {75}, αλλά πνεύμα ουράνιον με δρόσον
ή με αμβροσίαν τρεφόμενον. Εις τούτον λοιπόν άμα προσέλθης και παραδόσης
τον εαυτόν σου, εντός ολίγου θα γίνης ρήτωρ και περίφημος και, όπως
αυτός λέγει, βασιλεύς των λόγων θα καταστής ακόπως και θα διευθύνης τα
τέθριππα του λόγου. Άμα σε παραλάβη, θα σε διδάξη τα προκαταρκτικά• αλλά
μάλλον ας αφήσω αυτόν να σου είπη τι Θα σε διδάξη• διότι είνε γελοίον να
ομιλώ αντί τοιούτου ρήτορος• εγώ, ο οποίος είμαι ίσως ανίκανος να
διερμηνεύσω τόσον μεγάλα και σπουδαία πράγματα και υπάρχει φόβος να πέσω
και να συντρίψω κάπου τον ήρωα τον οποίον υποκρίνομαι.
Να ομιλήση λοιπόν προς σε ως εξής περίπου, αφού θωπεύση την κόμην η
οποία του υπολείπεται και υπομειδιάση το γλυκερόν και απαλόν μειδίαμα το
οποίον συνειθίζει και μιμηθή την Αυτοθαΐδα την κωμικήν, την Μαλθάκην ή
την Γλυκέραν {76} εις την γλυκύτητα της φωνής• διότι το αρρενωπόν είνε
αγροίκον και δεν αρμόζει εις τον αβρόν και εράσμιον ρήτορα. Θα είπη
λοιπόν με πολλήν μετριοφροσύνην περί του εαυτού του. Μήτοι, αγαπητέ, σε
απέστειλεν ο Πύθιος Απόλλων προς εμέ ως τον άριστον των ρητόρων, όπως,
ότε ο Χαιρεφών ηρώτησεν αυτόν, απήντησε ποίος ήτο ο σοφώτατος τον χρόνων
εκείνων; {77} Εάν δεν συνέβη τούτο, αλλ' υπό της φήμης ωδηγήθης να
έλθης, ακούων τους πάντας να ομιλούν μετά μεγάλου θαυμασμού δι' ημάς, να
μας υμνούν, να καταπλήσσωνται και να πτήσσουν ενώπιον μας, δεν θα
βραδύνης να εννοήσης προς ποίον δαιμόνιον άνδρα έρχεσαι. Εάν δε
περιμένης να ίδης κανένα ανάλογον προς τούτον ή εκείνον, ουδένα τοιούτον
θα ίδης, αλλ' άνδρα πολύ ανώτερον και υπερβαίνοντα πάσαν προσδοκίαν,
όσον ο Τιτυός, ο Ώτος ή ο Εφιάλτης {78} διαφέρουν από τους κοινούς
ανθρώπους• τοσούτον η φωνή μου θέλει σου φανή ανωτέρα της φωνής των
άλλων όσον η σάλπιγξ υπερέχει τους αυλούς και οι τέτυγες τας μελίσσας
και οι χοροί την μουσικήν ήτις δίδει τον τόνον.
Αφού δε θέλεις και συ να γίνης ρήτωρ και τούτο παρ' άλλου δεν δύνασαι να
διδαχθής ευκολώτερον, ακολούθει μόνον, αγαπητέ, όσα θα είπω και μιμού
πάντα και τους κανόνας, τους οποίους θα ορίσω, ακριβώς φύλαττε. Αλλά
προχώρει αμέσως χωρίς να διστάσης, ούτε να πτοηθής επειδή δεν εξησκήθης
εις τα προεισαγωγικά της ρητορικής, εκείνα τα οποία άλλοι διδάσκαλοι
μετά πολλού κόπου διδάσκουν εις τους ανόητους και ματαίους• ουδεμίαν
ανάγκην αυτών έχεις• αλλά με ανίπτους πόδας, κατά την παροιμίαν, είσελθε
και μη φοβείσαι ότι, και αν ακόμη ούτε τα γράμματα γνωρίζεις να γράφης,
θα επιτύχης ολιγώτερον διότι αυτά δεν έχουν σχέσιν με την ρητορικήν.
Και εν πρώτοις θα σου είπω ποία εφόδια πρέπει να έχης διά την πορείαν
και ποίας προμηθείας πρέπει να κάμης διά να δυνηθής το ταχύτερον να
διανύσης την οδόν. Έπειτα καθ' οδόν και ενώ θα προχωρούμεν άλλα μεν θα
σου δεικνύω, άλλα δε θα σε συμβουλεύω, και πριν ή δύση ο ήλιος θα σε
αναδείξω ρήτορα ανώτερον όλων και οποίος είμαι εγώ, ο οποίος
αναντιρρήτως κατέχω την κορυφήν και το μέσον και την αρχήν μεταξύ των
καταγινομένων εις τους λόγους. Ως μέγιστον λοιπόν εφόδιον κόμιζε την
αμάθειαν και μετ' αυτής θράσος και τόλμην και αναισχυντίαν• την εντροπήν
δε ή την χρηστότητα, την μετριοφροσύνην και το ερύθημα να τ' αφήσης εις
την κατοικίαν σου• διότι είνε ανωφελή και μάλιστα αντίθετα προς τον
σκοπόν. Αλλά και βοήν παράλαβε όσον το δυνατόν ισχυροτέραν και τόνον
φωνής αναίσχυντον και βάδισμα όπως το ιδικόν μου. Αυτά μόνον είνε λίαν
αναγκαία και ενίοτε μόνον αυτά είνε αρκετά. Και το ένδυμά σου να είνε
ανθηρόν και λευκόν, προερχόμενον εκ της Τάραντος, ώστε να διαφαίνεται το
σώμα, τα δε υποδήματά σου να είνε αττικά και γυναικεία, ανοικτά εις
διάφορα μέρη ή εμβάδες της Σικυώνος με λευκά κοσμήματα, να έχης δε
πολλούς ακολούθους και πάντοτε να κρατής βιβλίον. Αυτά απαιτούνται εκ
μέρους σου• τα δε άλλα καθ' οδόν και ενώ θα προχωρής θα βλέπης και θα
ακούης. Και τώρα άκουσε τι πρέπει να κάμης διά να σε αναγνωρίση η
ρητορική και να σε πλησίαση και να μη σε αποστραφή και σε αποπέμψη ως
αμύητόν τινα και κατάσκοπον των μυστηρίων. Εν πρώτοις πρέπει να
επιμεληθής το εξωτερικόν σου και να φροντίσης να είσαι ωραία
ενδεδυμένος• έπειτα δε να εκλέξης δεκαπέντε ή το πολύ είκοσι αττικάς
λέξεις και αφού τας μάθης τελείως να τας έχης προχείρους και εις το
άκρον της γλώσσης, όπως το άττα και κάτα και μων και αμηγέπη και λώστε
και τα τοιαύτα και οιονδήποτε λόγον σου να τον αλατίζης με αυτά• διά δε
τα άλλα ουδόλως να σκοτίζεσαι αν είνε ανόμοια με τας λέξεις εκείνας και
ετερογενή και αταίριαστα• το εξωτερικόν ένδυμα μόνον να είνε ωραίον και
εύχρωμον και είνε αδιάφορον αν το εσωτερικόν είνε από χονδροειδές
ύφασμα. Έπειτα να έχης προμήθειαν αχρήστων, παραξένων και σπανίως
απαντωμένων εις τους παλαιούς λέξεων τας οποίας να πετάς εις πάσαν
ευκαιρίαν• διότι ούτω ο πολύς λαός θα σε προσέχη και θα σε θεωρή
θαυμαστόν και ανώτερον κατά την παιδείαν, εάν λ. χ. το αποξύω λέγης
αποστλεγγίζω, το ηλίω θέρεσθαι λέγεις ηλιθερείσθαι (θερμαίνεσθαι εις τον
ήλιον), τον αρραβώνα προνόμιον, την αυγήν ακροκνεφές. Ενίοτε δε να
κατασκευάζης και ο ίδιος νέας και αλλοκότους λέξεις και νομοθέτει να
λέγεται ο δεινός εις την απαγγελίαν εύλεξις, ο συνετός σοφόνους, ο
ορχηστής χειρόσοφος. Αν σολοικίσης δε ή βαρβαρίσης, μόνην επανόρθωσιν να
έχης την αναισχυντίαν και πρόχειρον αμέσως το όνομα ποιητού ή συγγραφέως
ούτε υπάρχοντος, ούτε υπάρξαντος ποτέ, ο οποίος ούτω συνείθιζε να λέγη
και ήτο σοφός ανήρ και εγνώριζε τελείως την γλώσσαν.
Τα παλαιά συγγράμματα περιττόν να αναγινώσκης, ούτε τον φλύαρον
Ισοκράτην, ούτε τον άχαριν Δημοσθένην, ούτε τον ψυχρόν Πλάτωνα, αλλ'
εκείνα τα οποία εγράφησαν ολίγον προ ημών και τα οποία λέγονται μελέται
{79} διά να δύνασαι ν' αντλής εξ αυτών οσάκις παρουσιάζεται ανάγκη, όπως
εξ αποθήκης και κατά προαίρεσιν.
Όταν δε παρουσιασθή ανάγκη να ομιλήσης δημοσία και οι παρόντες σου
προτείνουν θέμα ομιλίας, όλα όσα είνε δύσκολα να τα παριστάς ως εύκολα
και να τα εκφαυλίζης, λέγων ότι δεν εξέλεξαν τίποτε σοβαρόν• άμα δε
εκλέξουν το θέμα, μη διστάσης και μη βραδύνης ν' αρχίσης, αλλά λέγε ό,τι
σου έλθη εις την γλώσσαν και μη φροντίζης διά την σειράν, ώστε το πρώτον
να είνε πρώτον και το δεύτερον μετ' αυτό και το τρίτον έπειτα• αλλ'
εκείνο το οποίον θα σου έλθη πρώτον λέγε το εις την αρχήν, αδιαφορών αν
η περικνημίς θα τύχη εις το μέτωπον, εις την κνήμην δε η περικεφαλαία.
Αλλά σπεύδε και λέγε αδιάκοπα και να μη σιωπάς μόνον. Και αν τύχη να
ομιλής περί αδικήματος ή μοιχείας γενομένης εις τας Αθήνας, να διηγηθής
τι γίνεται εις τας Ινδίας και τα Εκβάτανα. Εις όλα δε αυτά να αναμιγνύης
τον Μαραθώνα και τον Κυναίγειρον, διότι άνευ αυτών δεν δύναται να γίνη
τίποτε. Και πάντοτε κάτι να αναφέρης περί της τομής του όρους Άθω υπό
του Ξέρξου, περί της γεφυρώσεως του Ελλησπόντου, περί του σκοτισμού του
ηλίου υπό των Περσικών βελών• και ο Ξέρξης να τρέπεται εις φυγήν και ο
Λεωνίδας να θαυμάζεται και τα γράμματα του Οθρυάδου ν' αναγινώσκωνται• η
Σαλαμίς και το Αρτεμίσιον και αι Πλαταιαί ν' αναφέρωνται πολλάκις και
συχνά, επί όλων δε τούτων αι ολίγαι εκείναι αττικαί λέξεις να
σκορπίζωνται ως άνθη και συχνά να επαναλαμβάνεται το άττα και το
δήπουθεν και αν δεν υπάρχει καμμία ανάγκη, διότι ωραία είνε και όταν
ασκόπως λέγωνται.
Εάν δέ ποτε παρουσιασθή και ευκαιρία άσματος, δύνασαι να ψάλλης τα πάντα
και οτιδήποτε να μεταβάλλης εις μελωδίαν. Αν δέ ποτε δεν ευρίσκης τίποτε
κατάλληλον διά να το ψάλλης, ν' απαγγείλης την φράσιν «ω άνδρες
δικασταί» με μελωδίαν, και τούτο θα είνε αρκετόν διά να δώση την
εντύπωσιν της αρμονίας. Συχνά να επαναλαμβάνης το επιφώνημα «οίμοι των
κακών», κτύπα τον μηρόν σου, κάμνε λαρυγγισμούς και απόπτυε θορυβωδώς
ενώ ομιλείς και κίνει τα οπίσθια ενώ βαδίζεις. Και αν οι ακροαταί δεν σ'
επευφημούν, ν' αγανακτής και να τους υβρίζης• εάν δ' εγείρωνται εξ
εντροπής και ετοιμάζωνται να εξέλθουν, διάτασσε να καθήσουν και εν γένει
να τους μεταχειρίζεσαι ως τύραννος.
Διά να θαυμάζουν δε και κατά ποσόν των λόγων σου, ν' αρχίζης από τα
Τρωικά, και μάλιστα, εάν θέλης, από τους γάμους του Δευκαλίωνος και της
Πύρρας, και να φθάνης εις τα σύγχρονα• διότι όσοι θα εννοούν θα είνε
ολίγοι και αυτοί θα σιωπήσουν φοβούμενοι την γλώσσαν σου• αλλά και αν
είπουν τι, θα θεωρηθή ότι το λέγουν εκ φθόνου• οι δε πολλοί θα θαυμάζουν
την στάσιν σου, την φωνήν, το βάδισμα, τας κινήσεις, την μελωδίαν, το
υπόδημα και το άττα σου εκείνο, και βλέποντες τον ιδρώτα τον οποίον θα
χύνης και την πνευστίασίν σου, δεν θα δύνανται ν' αμφιβάλλουν ότι είσαι
μέγας ήρως του λόγου. Άλλως τε και το να ομιλής εκ του προχείρου και
ταχέως δικαιολογεί και κρύπτει πολλά και θαυμάζεται υπό των πολλών, ώστε
πρόσεξε να μη γράψης ποτέ και να μη προπαρασκευάζης τους λόγους σου,
διότι τότε υπόκεινται εις έλεγχον ακριβή.
Οι δε φίλοι σου ας επικροτούν πάντοτε και ας πληρώνουν ούτω τα γεύματα
τα οποία παρέχεις• εάν ίδουν ότι τα χάνεις, να σε βοηθούν και να σου
δίδουν καιρόν να εύρης την φράσιν σου κατά τα διαλείμματα των
επευφημιών, διότι και περί τούτου πρέπει να φροντίζης, να έχης εις το
ακροατήριον φίλους και υποστηρικτάς. Αυτήν την συνδρομήν θα σου παρέχουν
οι φίλοι ενώ θα ομιλής• μετά ταύτα δε θα σε συνοδεύουν απερχόμενον και
ομιλούντα περί του λόγου τον οποίον απήγγειλες. Και αν συναντήσης τινά,
να ομιλής περί του εαυτού σου μετά θαυμασμού, ν' αυτοεπαινήσαι κατά
κόρον και να γίνεσαι φορτικός εις τον συναντώμενον. «Τι είνε ο
Δημοσθένης απέναντί μου;» Ή «ίσως διαγωνίζομαι προς ένα εκ των παλαιών
ρητόρων• τους συγχρόνους ούτε τους λαμβάνω υπ' όψιν» και τα τοιαύτα.
Αλλά το μεγαλείτερον και αναγκαιότατον προς την επιτυχίαν ολίγον έλειψε
να παραλείψω• να εμπαίζης όλους τους άλλους ρήτορας• και αν μεν κανείς
εξ αυτών ομιλήση καλώς, να παριστάς τον λόγον του ως ξένον και όχι
ιδικόν του• εάν δε τα καταφέρη μετρίως, όλα του ας είνε ελαττωματικά.
Και εις τας δημοσίας διαλέξεις πρέπει να εισέρχεσαι τελευταίος, διότι
τούτο δίδει επισημότητα• ενώ δε σιωπούν όλοι ακροώμενοι, ρίπτε ένα
έπαινον παράξενον, ο οποίος ν' αποστρέψη και ταράξη την προσοχήν των
άλλων, ώστε να αισθάνωνται όλοι ναυτίαν και να φράσσουν τα ώτα διά να μη
ακούουν τας αηδείς σου υπερβολάς.
Να μη χειρονομής δε πολλάκις προς εκδήλωσιν της εντυπώσεώς σου, διότι
τούτο είνε ευτελές, ούτε να σηκωθής περισσότερον της μιας φοράς ή δύο το
πολύ• και υπομειδία διά τα πλείστα εκ των λεγομένων, ώστε να φαίνεσαι
ότι δεν σου αρέσουν, ευκόλως δε ευρίσκει κανείς αφορμάς κατηγοριών και
ευκολώτερον πιστεύονται αι κατακρίσεις από τους επαίνους. Κατά τα άλλα
απαιτείται προ πάντων θάρρος• η τόλμη, η αναισχυντία και το ψεύδος να
σου είνε πρόχειρα, τον όρκον να έχης πάντοτε επί των χειλέων και φθόνον
δι' όλους και μίσος και βλασφημίαν και διαβολάς πιθανάς. Αυτά θα σε
καταστήσουν εντός ολίγου περίφημον και περίβλεπτον.
Ταύτα διά τον δημόσιόν σου και φανερόν βίον• εις δε την ιδιαιτέραν σου
ζωήν ως κανόνα να έχης να πράττης τα πάντα, να παίζης κύβους, να μεθύης,
να λαγνεύης, και να μοιχεύης ή τουλάχιστον να καυχάσαι ότι είσαι
τοιούτος, και αν δεν πράττης τίποτε, και να διηγήσαι προς όλους σχετικάς
ιστορίας και να επιδεικνύης ερωτικάς επιστολάς υπό γυναικών δήθεν
γραφείσας• διότι πρέπει να φροντίζης να φαίνεσαι αξιέραστος και να
πιστεύεται ότι αγαπάσαι υπό των γυναικών• και τούτο θα σχετισθή υπό των
πολλών με την ρητορικήν και θα λέγεται ότι και εις τους γυναικωνίτας
ακόμη επιτυγχάνης. Μη εντραπής δε να φαίνεσαι ότι έχεις και άνδρας
εραστάς, καίτοι είσαι με γένεια και μάλιστα φαλακρός. Πρέπει να έχης και
τοιούτου είδους φίλους• και εάν δεν εύρης έξω, να μεταχειρισθής τους
δούλους σου. Διότι και αυτά συντελούν πολύ εις την ρητορικήν επιτυχίαν•
η αναισχυντία και το θράσος γίνονται μεγαλείτερα. Βλέπεις πόσον αι
γυναίκες είνε πλέον φλύαροι και υπερβαίνουν τους άνδρας εις τας ύβρεις;
Λοιπόν εάν παθαίνης ό,τι και αυταί, θα υπερτερήσης τους άλλους ρήτορας•
αλλά πρέπει ν' αποψιλώνης και άλλα μεν μέρη του σώματος, μάλιστα δε
εκείνα τα οποία γνωρίζεις. Και το στόμα σου ακόμη να είναι έτοιμον διά
πάσαν ευκαιρίαν και η γλωσσά σου ας χρησιμεύη και διά τους λόγους και
εις παν ό,τι άλλο δύναται• δύναται δε όχι μόνον να σολοικίζη και να
βαρβαρίζη, να φλυαρή ή να επιορκή, να υβρίζη ή να συκοφαντή και να
ψεύδεται, αλλά και την νύκτα να υποβοηθή εις άλλας ανάγκας και μάλιστα
αν είνε τόσοι πολλοί οι έρωτες, ώστε να μη επαρκής• εις τοιαύτην
περίπτωσιν πρέπει να αναμιγνύεται εις όλα, να γίνεται επινοητική και να
μη σιχαίνεται τίποτε.
Εάν, παιδί μου, μάθης καλώς αυτά,—είνε δε εύκολον, διότι δεν έχουν
τίποτε το δυσμάθητον—σου υπόσχομαι μετά πεποιθήσεως ότι εντός ολίγου θα
γίνης άριστος ρήτωρ και όμοιος προς εμέ. Τα δε κατόπιν, όσα αγαθά θ'
αποκτήσης εκ της ρητορικής, είνε περιττόν να σου τα λέγω. Βλέπεις εμέ, ο
οποίος είχα πατέρα αφανή και όχι ελεύθερον, και είχε δουλεύση
περισσότερον από τον Ξόιν και Θμούιν, {80} μητέρα δε ράπτριαν εις έν
σταυροδρόμιον. Εγώ δε, ο οποίος κατά την εφηβικήν μου ηλικίαν δεν
εθεωρούμην άσχημος, κατ' αρχάς υπηρέτουν μόνον διά να τρέφωμαι ένα
ελεεινόν και φιλάργυρον εραστήν• όταν δε ενόησα ότι αυτή η οδός είνε
εύκολος και ηκολούθησα αυτήν, έφθασα εις την κορυφήν, διότι—και ας με
συγχώρηση η αγαπητή Αδράστεια {81}—είχα άφθονα τα εφόδια τα οποία
ανέφερα, το θράσος, την αμάθειαν και την αναισχυντίαν, και η πρώτη μου
φροντίς ήτο ν' αφήσω το όνομα Ποθεινός και να γίνω ομώνυμος προς τους
υιούς του Διός και της Λήδας. {82} Έπειτα συνοικίσας με μίαν γραίαν
ετρεφόμην υπ' αυτής, προσποιούμενος ότι ήμουν ερωτευμένος με την
εβδομηκοντούτιδα εκείνην γυναίκα, η οποία είχε μόνον τέσσαρα δόντια
ακόμη και αυτά σφραγισμένα με χρυσόν. Αλλ' η πενία με ηνάγκαζε να
υποβάλλωμαι εις την βαρείαν εκείνην εργασίαν και η πείνα συνετέλει να
μου φαίνωνται γλυκύτατα τα ψυχρά φιλήματα τα οποία ελάμβανα από την
νεκροφόραν εκείνην. Παρ' ολίγον δε να κληρονομήσω όλα όσα είχε, εάν είς
αχρείος δούλος δεν την ειδοποίει ότι είχον αγοράση δηλητήριον διά ν'
απαλλαγώ απ' αυτήν.
Εξεδιώχθην με λακτίσματα, αλλ' όμως και τότε δεν περιέπεσα εις
στερήσεις, αλλ' έγεινα ρήτωρ και δικηγορώ και ως επί το πλείστον προδίδω
τους πελάτας μου και υπόσχομαι εις τους ανοήτους ότι έχω εξασφαλίση υπέρ
αυτών τους δικαστάς• και ναι μεν νικώμαι ως επί το πλείστον, αλλ' όμως
οι φοίνικες και οι στέφανοι δεν λείπουν από την θύραν μου• {83} αυτά τα
δολώματα μεταχειρίζομαι διά να προσελκύω τους δυστυχείς διαδίκους.
Αλλά και το να μισούμαι υπό πάντων και να είμαι περίφημος διά τον
μοχθηρόν μου χαρακτήρα περισσότερον παρά διά την ευφράδειάν μου και να
με δακτυλοδεικτούν λέγοντες ότι είμαι ο τελειότερος εις πάσαν κακίαν,
δεν μου φαίνεται να είνε μικρόν. Αυτά σε συμβουλεύω, τα οποία
συνεβούλευσα πολύ πρότερον εις τον εαυτόν μου και, μα την πάνδημον
Αφροδίτην, δεν μετενόησα, αλλ' εξ εναντίας είμαι λίαν ευχαριστημένος.
Αρκετά σου είπα.
Αφού είπη ταύτα ο λαμπρός εκείνος άνθρωπος, θα παύση• συ δε, εάν πεισθής
εις τους λόγους του, θα φθάσης ευκόλως εις την εκπλήρωσιν των πόθων σου•
και ουδέν θα σ' εμποδίση, αν ακολουθήσης τους κανόνας του, να διαπρέπης
εις τα δικαστήρια, να είσαι δημοφιλής και αξιέραστος και να έχης
ερωμένην όχι γραίαν κωμικήν, όπως ο διδάσκαλός σου, αλλά γυναίκα
ωραιοτάτην, την Ρητορικήν• και θα δύνασαι να λέγης περί του εαυτού σου
δικαιότερον ή όπως ο Πλάτων είπε περί του Διός, ότι φέρεσαι επί πτερωτού
οχήματος. Εγώ δε, ο οποίος είμαι ταπεινός και δειλός, θα αποσυρθώ εκ του
σταδίου και θα παύσω να σχετίζωμαι την ρητορικήν, διότι δεν έχω τα ιδικά
σας προσόντα αλλά και ήδη έχω παύση, ώστε ακόπως ν' ανακηρύττεσθε
θριαμβευταί και να θαυμάζεστε• αλλά τούτο μόνον να μη λησμονήτε, ότι δεν
ενικήσατε με την ταχύτητά σας, αλλ' εφθάσατε ταχύτερα εις τον σκοπόν,
διότι ηκολουθήσατε την εύκολον και πλαγίαν οδόν.
ΙΚΑΡΟΜΕΝΙΠΠΟΣ Ή ΥΠΕΡΝΕΦΕΛΟΣ
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Λοιπόν από της γης μέχρι της σελήνης, όπου έκαμα τον πρώτον
σταθμόν, είνε τρεις χιλιάδες στάδια• από την σελήνην έως εις τον ήλιον
πεντακόσιοι περίπου παρασάγγαι• και απ' εκεί έως εις τον ουρανόν και την
ακρόπολιν του Διός το διάστημα δι' ένα ευκίνητον αετόν θα είνε μιας
ημέρας.
ΦΙΛΟΣ. Δι' όνομα των Χαρίτων, Μένιππε, τι σημαίνουν αυτοί οι
αστρονομικοί υπολογισμοί και τι μετράς μόνος σου; Διότι προ πολλού σε
παρακολουθώ να διατρέχης ηλίους και σελήνας και να μετράς σταθμούς και
παρασάγγας ατελειώτους.
ΜΕΝ. Μη εκπλήττεσαι, φίλε μου, διότι ασχολούμαι με αυτά τα μετεωρολογικά
και ουράνια• λογαριάζω το διάστημα του ταξειδίου το οποίον έκαμα προ
ολίγου.
ΦΙΛ. Και όπως οι Φοίνικες, υπελόγιζες τον δρόμον σου από την κίνησιν των
άστρων;
ΜΕΝ. Όχι, αλλ' εις αυτά τα άστρα εταξείδευσα.
ΦΙΛ. Διάβολε, πολύ μακρόν όνειρον θα είδες, αφού ελησμόνησες και
εκοιμήθης ολοκλήρους παρασάγγας.
ΜΕΝ. Σου φαίνεται ότι διηγούμαι όνειρον, ενώ εγώ προ ολίγου ήλθα από τα
ανάκτορα του Διός.
ΦΙΛ. Πώς είπες; Συ ο Μένιππος μας έπεσες από τον ουρανόν;
ΜΕΝ. Βέβαια εγώ έρχομαι σήμερον από εκείνον τον μέγαν Δία, αφού ήκουσα
και είδα θαυμάσια πράγματα. Αν δεν με πιστεύης, και η απιστία σου με
κάνει να χαίρω έτι περισσότερον, διότι σημαίνει ότι η ευτυχία μου είνε
τόσον μεγάλη, ώστε καταντά απίστευτος.
ΦΙΛ. Και πώς είνε δυνατόν, Θείε και ολύμπιε Μένιππε, εγώ, ο οποίος
εγεννήθηκα από ανθρώπους και ζω επί της γης, να δυσπιστήσω προς άνδρα
υπερνέφελον και, διά να είπω ως ο Όμηρος, ένα εκ των ουρανιώνων; Αλλ' αν
θέλης, εξήγησέ μου κατά ποίον τρόπον ανέβης εκεί επάνω και πού ευρήκες
σκάλαν τόσο μεγάλην. Διότι κατά την όψιν δεν ομοιάζεις πολύ μ' εκείνον
τον νεαρόν Φρύγα, ώστε να υποθέσω ότι και σένα ανήρπασε μεταμορφωθείς
εις αετόν ο Ζευς διά να του χρησιμεύης ως οινοχόος.
ΜΕΝ. Ότι με εμπαίζεις το καταλαμβάνω και δεν απορώ εάν η παράδοξος
ιστορία μου σου φαίνεται ως μύθος. Μάθε όμως ότι ούτε κλίμακα
εχρειάσθηκα διά την ανάβασιν, ούτε εξ έρωτος με ανήρπασεν αετός. Είχα
δικά μου πτερά.
ΦΙΛ. Τούτο υπερβαίνει και όσα διηγούνται περί Δαιδάλου, αφού εκτός των
άλλων και χωρίς να το φανταζώμεθα μας έγινες από άνθρωπος γεράκι ή
καρακάξα.
ΜΕΝ. Σωστά το εμάντευσες, φίλε μου, διότι και εγώ εμηχανεύθηκα το
πτέρωμα εκείνο του Δαιδάλου.
ΦΙΛ. Και δεν εφοβήθης, τολμηρότατε των ανθρώπων όλων, μήπως καταπέσης
κάπου εις την θάλασσαν και γίνης αφορμή ν' αποκτήσωμεν και Μενίππειον
πέλαγος, όπως το Ικάριον;
ΜΕΝ. Καθόλου• ο Ίκαρος είχε τα πτερά κολλημένα με κερί, επομένως δεν
εβράδυνε να τα λυώση ο ήλιος και ούτω εμάδησε και κατέπεσε. Αι δικαί μου
όμως αι πτέρυγες δεν ήσαν από κερί.
ΦΙΛ. Τι λες; Αρχίζω σιγά σιγά να πιστεύω αυτά τα οποία διηγείσαι.
ΜΕΝ. Άκουσε τι έκαμα• συνέλαβα ένα μεγάλον αετόν και ένα γύπα από τους
πλέον δυνατούς και τους έκοψα τα πτερά ομού με τους ώμους.... αλλά
μάλλον πρέπει να σου διηγηθώ πώς μου ήλθεν εξ αρχής η ιδέα, αν έχης
καιρόν να με ακούσης.
ΦΙΛ. Ευχαρίστως, αφού από τώρα είμαι μετέωρος και κρέμομαι από τα χείλη
σου και ανυπομόνως περιμένω το τέλος της διηγήσεως. Μάλιστα σε παρακαλώ
να μη με αφήσης κρεμάμενον από τ' αυτιά εις το μέσον της διηγήσεως.
ΜΕΝ. Άκουσε λοιπόν, διότι δεν είνε ευγενές ν' αφήση κανείς ένα φίλον του
με το στόμα ανοικτόν και μάλιστα, όπως συ λέγεις, κρεμάμενον από τ'
αυτιά. Εγώ εξετάζων τα πράγματα του κόσμου δεν εβράδυνα να εύρω γελοία
και ευτελή και αβέβαια όλα τα ανθρώπινα, δηλαδή τα πλούτη, τας εξουσίας
και τας βασιλείας• και περιφρονήσας αυτά, έκρινα ότι η περί τούτων
ασχολία γίνεται εμπόδιον εις την μελέτην των αληθώς σπουδαίων ζητημάτων
κ' επροσπαθούσα να ανυψώσω την σκέψιν μου και να την στρέψω προς το
σύμπαν. Αλλ' εδώ έπεσα εις μεγάλην απορίαν• εν πρώτοις δεν ηδυνάμην να
εννοήσω πώς έγινεν ο λεγόμενος υπό των σοφών κόσμος• ούτε τον δημιουργόν
του ημπορούσα να εύρω, ούτε την αρχήν και τον σκοπόν του. Έπειτα όταν
εξήταζα τα καθέκαστα εις έτι μεγαλειτέραν απορίαν έπεφτα• έβλεπα με
απορίαν τα άστρα όπως είνε σκορπισμένα εις τον ουρανόν και απόθουν να
μάθω τι πράγμα να είνε ο ήλιος• προπάντων δε παράδοξος και αλλόκοτος μου
εφαίνετο η σελήνη και εσκεπτόμην ότι αι μεταβολαί των σχημάτων της θα
είχαν μυστηριώδη τινά αιτίαν. Αλλά και η ταχεία αστραπή και η κρατούσα
βροντή και η βροχή, η χιών και η χάλαζα, η οποία πίπτει με τόσην ορμήν,
δεν μου εφαίνοντο ολιγώτερον προβληματικά και σκοτεινά. Ενόμισα λοιπόν
ότι το καλλίτερον το οποίον είχα να κάμω ήτο ν' αποταθώ εις τους
φιλοσόφους και ζητήσω παρ' αυτών την λύσιν των αποριών μου• διότι τους
εφανταζόμην ότι είνε κάτοχοι πάσης αληθείας. Εδιάλεξα τους σοφωτέρους εξ
αυτών, ως ηδύνατο κανείς να συμπεράνη από την σκυθρωπότητα και την
ωχρότητα του προσώπου και από το μέγεθος της γενειάδος των. Και τωόντι
αμέσως μου έκαμαν την εντύπωσιν ανθρώπων οι οποίοι λέγουν υψηλά πράγματα
και γνωρίζουν τα θαυμάσια του ουρανού. Εις τούτους παρεδόθην με την
υπόσχεσιν μεγάλου ποσού χρημάτων, των οποίων μέρος μεν κατέβαλα αμέσως,
μέρος δε θα έδιδα όταν θ' απέκτων την όλην σοφίαν, και εζήτησα να με
κάμουν αστρονόμον και να με διδάξουν την τάξιν του σύμπαντος. Αλλ' αυτοί
όχι μόνον δεν με απήλλαξαν από την παλαιάν άγνοιαν, αλλά και εις
μεγαλειτέρας αμφιβολίας μ' έρριψαν με τας αρχάς, τα τέλη, τας ατόμους,
τα κενά, τας ύλας και ιδέας και άλλα τοιαύτα κολοκύθια, τα οποία μου
έρριπταν κατά κεφαλής. Αλλ' εκείνο προ πάντων το οποίον με εθύμωνεν ήτο
ότι εις όσα έλεγαν δεν συνεφώνουν μεταξύ των, αλλ' αι γνώμαι των
αντεμάχοντο και ήσαν εντελώς αντίθετοι• και όμως απήτουν να πεισθώ εις
όσα έλεγαν και έκαστος ήθελε να μ' ελκύση προς την γνώμην του.
ΦΙΛ. Παράδοξον αυτό• άνθρωποι σοφοί να μη συμφωνούν περί των μεγάλων
αληθειών και να έχουν περί αυτών διαφόρους γνώμας.
ΜΕΝ. Θα γελάσης πολύ, φίλε μου, όταν ακούσης ποίαν αλαζονείαν έχουν και
πόσην αγυρτείαν εις όσα λέγουν. Ενώ έζησαν πάντοτε επί της γης και
ουδόλως υπερέχουν ημάς τους άλλους οι οποίοι βαδίζομεν εδώ κάτω, αλλ'
ούτε η όρασίς των είνε οξυτέρα και μερικοί μάλιστα από γήρας και
οκνηρίαν δεν καλοβλέπουν, όμως έλεγαν ότι βλέπουν τα πέρατα του ουρανού,
εμετρούσαν το μέγεθος και την απόστασιν του ηλίου, έφθαναν εις τα
διαστήματα τα υπεράνω της σελήνης και ως να έπεσαν από τα άστρα ωμίλουν
διά τα μεγέθη και τα σχήματά των. Ενώ δε πολλάκις δεν είνε εις θέσιν να
ειπούν ακριβώς πόσα στάδια είνε από τα Μέγαρα μέχρι των Αθηνών, ετόλμων
να λέγουν πόσων πήχεων είνε η απόστασις μεταξύ σελήνης και ηλίου και
υπελόγιζον της ατμοσφαίρας τα ύψη και της θαλάσσης τα βάθη και τας
περιόδους της γης ανεμέτρουν. Προσέτι έγραφαν κύκλους και εσχημάτιζον
τρίγωνα επί τετραγώνων και σφαίρας διαφόρους με τα οποία δήθεν
καταμετρούν τον ουρανόν. Έπειτα δε πώς να μη τους θεωρώ ανοήτους και
τυφλωμένους από αλαζονείαν όταν περί πραγμάτων τόσων σκοτεινών δεν
ομιλούν με υποθέσεις, αλλ' ισχυρογνωμούν και αποκρούουν με θυμόν πάσαν
άλλην γνώμην και σχεδόν με όρκον υποστηρίζουν ότι ο ήλιος είνε σίδηρος
πεπυρακτωμένος, ότι η σελήνη κατοικείται, ότι τα άστρα πίνουν υδρατμούς,
τους οποίους ο ήλιος ως διά κάδου ανασύρει εκ της θαλάσσης και τους
μοιράζει εξ ίσου εις αυτά. Αλλ' η αντιγνωμία των ευκόλως γίνεται
αντιληπτή. Σκέψου προς θεού αν δύνανται να συμβιβασθώσι τα δόγματά των
και αν δεν είνε εντελώς αντίθετα• εν πρώτοις αι γνώμαι των περί του
κόσμου είνε αντιφατικαί• οι μεν λέγουν ότι ο κόσμος είνε αγέννητος και
ανώλεθρος• {84} οι δε ετόλμησαν να είπουν και ποίος τον εδημιούργησε και
κατά ποίον τρόπον κατεσκευάσθη. Εκείνο δε το οποίον προ πάντων μου
εφαίνετο παράδοξον και ακατανόητον είνε ότι, ενώ ωμίλουν περί ενός
δημιουργού του παντός, δεν εξήγουν ούτε πόθεν ήλθεν ούτος, ούτε που
εστέκετο και κατεσκεύαζε τα καθέκαστα, αφού προ της γενέσεως του παντός
αδύνατον να εννοηθή χρόνος και τόπος.
ΦΙΛ. Φαίνεται, Μένιππε, ότι είνε πολύ τολμηροί εις τα τερατολογήματα
αυτοί οι σοφοί.