έτρεμα• αλλά τώρα βλέπω ότι και συ ομού με την αλυσίδα και τας απειλάς
σου κρέμεσαι, κατά την ομολογίαν σου, από το λεπτόν νήμα των Μοιρών. Μου
φαίνεται λοιπόν ότι δικαιότερον θα εκαυχάτο η Κλωθώ, η οποία και σε
ακόμη κρατεί κρεμάμενον εις το αδράκτι της, όπως το ψάρι εις το καλάμι
του ψαρά.
ΖΕΥΣ. Δεν εννοώ πού τείνουν αυταί σου αι ερωτήσεις.
ΚΥΝΙΣ. Ιδού πού τείνουν• και σ' εξορκίζω εις τας Μοίρας και την
Ειμαρμένην να μη θυμώσης και να μη με κακομεταχειρισθής, διότι σου ομιλώ
με ειλικρίνειαν. Εάν τα πράγματα είνε όπως τα λέγεις και αι Μοίραι έχουν
εξουσίαν επί όλων και ουδέν και παρ' ουδενός δύναται να μεταβληθή εξ
εκείνων τα οποία αυταί άπαξ απεφάσισαν, τότε διά ποίον λόγον οι άνθρωποι
σας προσφέρομεν θυσίας και εκατόμβας και ζητούμεν από σας την ευτυχίαν
μας; Διότι δεν εννοώ τι δυνάμεθα να περιμένωμεν από σας, αφού ούτε από
τους κακούς δυνάμεθα να σωθώμεν διά των ευχών, ούτε κανέν ευεργέτημα
είνε δυνατόν να λάβωμεν παρά των θεών.
ΖΕΥΣ. Γνωρίζω πόθεν προέρχονται αυτά τα ευφυή σου ερωτήματα• είνε των
αναθεματισμένων σοφιστών, οίτινες λέγουν ότι οι θεοί δεν προνοούμεν περί
των ανθρώπων. Και λέγουν τα τοιαύτα από ασέβειαν, αποτρέπουν δε και τους
άλλους να μας προσφέρουν θυσίας και να μας απευθύνουν ευχάς, ως πράγματα
τάχα μάταια και ανωφελή• διότι ούτε φροντίζομεν διά τας πράξεις σας,
ούτε έχομεν καμμίαν εξουσίαν επί των πραγμάτων του κόσμου. Αλλά θα
πληρώσουν ακριβά αυτάς τας βλασφημίας.
ΚΥΝΙΣ. Σου ορκίζομαι εις το αδράκτι της Κλωθούς, ω Ζευ, ότι δεν σου
έκαμα τας ερωτήσεις αυτάς επειδή επείσθην εις τα λεγόμενα παρ' εκείνων,
αλλά δεν γνωρίζω πώς η ομιλία μας προχωρούσα έφθασεν εις το συμπέρασμα
ότι είνε περιτταί αι θυσίαι. Εάν δε θέλης, θα σου απευθύνω εκ νέου
συντόμους τινάς ερωτήσεις και σε παρακαλώ να μου απαντήσης όσον το
δυνατόν ακριβέστερα.
ΖΕΥΣ. Ερώτα, αφού έχεις καιρόν να χάνης εις τοιαύτας φλυαρίας.
ΚΥΝ. Λέγεις ότι τα πάντα προέρχονται εκ των Μοιρών;
ΖΕΥΣ. Μάλιστα.
ΚΥΝ. Και δύνασθε οι θεοί ν' αλλάσσετε και ανακλώθετε τας αποφάσεις των
Μοιρών;
ΖΕΥΣ. Ουδόλως.
ΚΥΝ. Θέλεις λοιπόν να είπω τι προκύπτει εκ τούτου ή είνε φανερόν και
χωρίς να το είπω;
ΖΕΥΣ. Είνε φανερόν. Αλλ' αυτοί οι οποίοι θυσιάζουν δεν το πράττουν από
ανάγκην και προς ανταπόδοσιν, ως ν' αγοράζουν τα ευεργετήματα τα οποία
λαμβάνουν από ημάς, αλλά τιμούν την υπεροχήν μας.
ΚΥΝ. Μου είνε αρκετόν αυτό, αφού και συ ομολογείς ότι από τας θυσίας δεν
προέρχεται καμμία ωφέλεια, αλλ' είνε μόνον τιμή εκ μέρους των ανθρώπων
προς την θείαν υπεροχήν. Αν ήτο όμως εδώ κανείς εκ των σοφιστών εκείνων,
θα σε ηρώτα ίσως πώς λέγεις ότι οι θεοί υπερέχουν, ενώ είνε δούλοι όπως
οι άνθρωποι και ευρίσκονται υπό την εξουσίαν των αυτών κυριών των
Μοιρών. Διότι δεν αρκεί ότι είνε αθάνατοι διά να είνε δι' αυτό και
καλλιτέρα η θέσις των• εξ εναντίας διά τούτο η τύχη των είνε χειροτέρα,
διότι τους μεν ανθρώπους ελευθερώνει ο θάνατος, διά σας δε το πράγμα
τραβά εις μέγα μάκρος, η δουλεία σας γίνεται αιωνία και στρέφεται εις
ατελεύτητον κλωστήν.
ΖΕΥΣ. Αλλ' αυτή η αιωνιότης, Κυνίσκε, και το ατελεύτητον είνε ευδαιμονία
δι' ημάς, διότι έχομεν όλα τα αγαθά.
ΚΥΝ. Όχι όλοι, αλλά και μεταξύ σας υπάρχουν περιορισμοί και μεγάλη
ανισότης• συ είσαι ευτυχής, διότι είσαι βασιλεύς και δύνασαι να ανασύρης
την γην και την θάλασσαν όπως τον κάδον από το πηγάδι• αλλ' ο Ήφαιστος
είνε χωλός και βάναυσος και καταδικασμένος να εργάζεται εις την φωτιάν•
ο δε Προμηθεύς και εσταυρώθη κάποτε. Περί δε του πατρός σου τι να είπω,
αφού και τώρα ακόμη ευρίσκεται δέσμιος εις τον Τάρταρον; Λέγουν δε ότι
και ερωτεύεσθε και πληγώνεσθε και ενίοτε γίνεσθε δούλοι εις τους
ανθρώπους• ως παράδειγμα δε αναφέρω τον αδελφόν σου που έγινε δούλος εις
τον Λαομέδοντα, και τον Απόλλωνα που εχρημάτισε δούλος του Αδμήτου. Αυτά
δεν μου φαίνονται ν' αποτελούν μεγάλην ευτυχίαν• αλλά φαίνεται ότι και
από σας άλλοι μεν είνε ευτυχείς και έχουν καλήν μοίραν, άλλοι δε το
εναντίον. Παραλείπω ότι και ληστεύεσθε καθώς ημείς και οι ναοί σας
συλούνται υπό των ιεροσύλων και από πλουσιώτατοι γίνεσθε εις μίαν
στιγμήν πτωχότατοι• πολλοί δε που είσθε χρυσοί ή άργυροι διελύθητε διά
του πυρός εις χωνευτήριον και επωλήθητε ως μέταλλον, διότι φαίνεται ούτω
σας είχαν ορίση αι Μοίραι.
ΖΕΥΣ. Πρόσεξε, Κυνίσκε, διότι αυτά τα οποία λέγεις είνε υβριστικά και θα
μετανοήσης μίαν ημέραν δι' αυτά.
ΚΥΝ. Μη χάνης τας απειλάς σου, ω Ζευ, αφού γνωρίζεις ότι δεν θα πάθω
τίποτε παρά μόνον ό,τι η Μοίρα απεφάσισε πριν με απειλήσης• διότι βλέπω
ότι και αυτοί οι ιερόσυλοι δεν τιμωρούνται όλοι, αλλ' οι περισσότεροι
σας διαφεύγουν, επειδή φαίνεται ότι δεν ήτο πεπρωμένον να συλληφθούν.
ΖΕΥΣ. Δεν είπα εγώ ότι θα είσαι κανείς εξ εκείνων οι οποίοι
καταγίνονται ν' αποδείξουν διά της διαλεκτικής ότι δεν υπάρχει θεία
πρόνοια;
ΚΥΝΙΣ. Πάρα πολύ τους φοβάσαι, ω Ζευ, δεν γνωρίζω διατί• διότι παν ό,τι
σου λέγω υποπτεύεις ότι το έμαθα από αυτούς. Αλλ' εγώ —διότι από ποίον
άλλον παρά από σε δύναμαι να μάθω την αλήθειαν—θα ήθελα να σου απευθύνω
και μίαν άλλην ερώτησιν• τι είνε αυτή η Πρόνοια; Μοίρα ή άλλη θεότης
ανωτέρα, η οποία διευθύνει και τας Μοίρας;
ΖΕΥΣ. Σου το είπα και προηγουμένως ότι δεν επιτρέπεται να γνωρίζης τα
πάντα. Αλλ' ενώ εις την αρχήν είπες ότι θα μου απευθύνης μίαν ερώτησιν,
δεν παύεις να με ζαλίζης με λεπτολογίας• βλέπω δε ότι ο σκοπός σου είνε
ν' αποδείξης ότι δεν προνοούμεν καθόλου διά τα ανθρώπινα πράγματα.
ΚΥΝ. Δεν το λέγω εγώ αυτό, αλλά συ προ ολίγου είπες ότι αι Μοίραι
διατάσσουν τα πάντα, εκτός εάν τώρα μετενόησες δι' όσα είπες και τα
αναιρείς και θέλεις να σφετερισθής όσα απέδωκες εις την Ειμαρμένην.
ΖΕΥΣ. Όχι, αλλ' η Μοίρα εκτελεί δι' ημών τα καθέκαστα.
ΚΥΝ. Εννοώ• λέγετε ότι είσθε ένα είδος υπηρετών και βοηθών των Μοιρών.
Αλλά και πάλιν αυταί είνε που προνοούν, σεις δε είσθε ως σκεύη και
εργαλεία των Μοιρών.
ΖΕΥΣ. Πώς δηλαδή;
ΚΥΝ. Όπως το σκεπάρνι και το τρύπανον διά τον ξυλουργόν βοηθεί μεν εις
την τέχνην, αλλά κανείς δεν δύναται να είπη ότι αυτά είνε οι τεχνίται,
ούτε το πλοίον είνε έργον του σκεπαρνιού ή του τρυπάνου, αλλά του
ναυπηγού. Αναλόγως λοιπόν αυτή που ναυπηγεί τα πάντα είνε η Ειμαρμένη,
σεις δε είσθε τρύπανα και σκεπάρνια των Μοιρών και επομένως οι άνθρωποι
έπρεπε να προσφέρουν θυσίας εις την Ειμαρμένην και παρ' αυτής να ζητούν
τα αγαθά, αλλ' αντί τούτου τιμούν τους θεούς με θυσίας και λιτανείας.
Αλλά και την Ειμαρμένην δεν είνε ανάγκη να τιμούν και να σέβωνται, διότι
δεν νομίζω να είνε δυνατόν και εις αυτάς ακόμη τας Μοίρας ν' αλλάξουν
και να μεταβάλουν τίποτε εξ όσων έχουν αποφασισθή εξ αρχής περί ενός
εκάστου. Διότι η Άτροπος δεν θα επέτρεπε να στρέψη κανείς αντιθέτως το
αδράχτι και ν' αναλύση της Κλωθούς το έργον.
ΖΕΥΣ. Ώστε τώρα, Κυνίσκε, διατείνεσαι ότι ούτε τας Μοίρας πρέπει να
σέβωνται οι άνθρωποι. Φαίνεται ότι θέλεις να εξευτελίσης τα πάντα. Αλλ'
ημείς οι θεοί, αν όχι δι' άλλο, αλλά τουλάχιστον διότι μαντεύομεν και
προλέγομεν όσα υπό των Μοιρών έχουν προορισθή, δικαίως τιμώμεθα.
ΚΥΝ. Είνε πολύ ανωφελές, ω Ζευ, να προβλέπη κανείς τα μέλλοντα, αφού
πάντως είνε αδύνατον να τ' αποφύγη• ή μήπως θέλεις να είπης ότι εκείνος
ο οποίος θα μάθη από πρόρρησιν ότι, μέλλει να φονευθή διά σιδήρου
δύναται να αποφύγη τον θάνατον εάν ζήση κατάκλειστος; Αδύνατον διότι η
Μοίρα θα τον κάμη να εξέλθη και θα τον στείλη εις το κυνήγι, όπου θα
συναντήση το βέλος ή την λόγχην από την οποίαν θα φονευθή. Και ο
Άδραστος έρριψε την λόγχην του εναντίον ενός αγριοχοίρου και τον μεν
αγριόχοιρον απέτυχε, εφόνευσε δε τον υιόν του Κροίσου, διότι η λόγχη
είχεν απαράβατον εντολήν των Μοιρών να διευθυνθή προς τον νεανίσκον.
Αλλά και ο χρησμός ο δοθείς εις τον Λάιον δεν είνε γελοίος;
μη σπείρε τέκνων άλλοκα δαιμόνων βία
ει γαρ τεκνώσεις παίδ', αποκτενή σ'ο φυς• {70}
διότι περιττή μου φαίνεται ήτο η συμβουλή διά πράγματα τα οποία πάντως
θα συνέβαινον όπως συνέβησαν. Ο χρησμός δεν ημπόδισε και να τεκνοποιήση
και να φονευθή υπό του υιού του. Ώστε δεν βλέπω διατί ζητείτε αμοιβήν
διά την μαντικήν σας. Παραλείπω ότι συνειθίζετε να δίδετε ως επί το πολύ
χρησμούς αμφιβόλους, επιδεκτικούς αντιθέτων εξηγήσεων και σκοτεινούς,
όπως εκείνος ο οποίος προέλεγεν ότι όστις διαβή τον Άλυν θα καταλύση
μέγα κράτος, χωρίς να καθορίζη τίνος εκ των δύο αντιπάλων, του Κροίσου ή
του Κύρου, το κράτος ενόει.
ΖΕΥΣ. Ο Απόλλων, Κυνίσκε, είχε κάποιαν αφορμήν να είνε θυμωμένος κατά
του Κροίσου, διότι απεπειράθη να τον απατήση και του έψησε συγχρόνως
κρέατα αμνού και χελώνης.
ΚΥΝ. Έπρεπε να μη θυμώνη αφού είνε θεός• αλλά και διότι εξηπατήθη ο
Λυδός υπό του χρησμού ήτο πεπρωμένον, νομίζω, και διά να μη εννοήση
σαφώς τα μέλλοντα η Ειμαρμένη το είχε προαποφασίση• ώστε και η μαντική
σας είνε έργον εκείνης.
ΖΕΥΣ. Και εις ημάς δεν αφήνεις τίποτε, αλλ' εις μάτην λοιπόν είμεθα θεοί
και ούτε πρόνοιαν τινά εις τα πράγματα του κόσμου εξασκούμεν, ούτε των
θυσιών είμεθα άξιοι, ως αληθινά τρύπανα και σκεπάρνια; Αλλ' έχεις
δίκαιον να με καταφρονής, διότι ενώ έχω, ως βλέπεις, τον κεραυνόν
έτοιμον, σε ανέχομαι να λέγης τόσα εναντίον μας.
ΚΥΝ. Κτύπα, ω Ζευ, εάν μου είνε πεπρωμένον ν' αποθάνω κεραυνόπληκτος,
και δεν θα κατηγορήσω σε διά το κτύπημα, αλλά την Κλωθώ, η οποία διά σου
θα με πλήξη. Ούτε τον κεραυνόν θα θεωρήσω αίτιον του τραύματος. Αλλά θ'
απευθύνω μίαν ερώτησιν εις εσέ και την Ειμαρμένην, συ δε θα μου
αποκριθής και αντ' εκείνης• διότι η απειλή σου μου έφερεν εις την μνήμην
αυτήν την σκέψιν. Διατί, σας παρακαλώ, αφήνετε τους ιεροσύλους και τους
ληστάς και τόσους υβριστάς, βιαστάς και επιόρκους και αντ' αυτών
πολλάκις κεραυνοβολείτε μίαν δρυν, μίαν πέτραν ή πλοίου ιστόν, το οποίον
δεν κάνει τίποτε κακόν, ενίοτε δε και αγαθόν τινα και ευσεβή οδοιπόρον;
Διατί σιωπάς, ω Ζευ; Ή ούτε τούτο δεν επιτρέπεται να γνωρίζω;
ΖΕΥΣ. Όχι βέβαια. Είσαι πολύ περίεργος και δεν γνωρίζω από πού μου
εκουβάλησες όλας αυτάς τας αυθάδεις απορίας.
ΚΥΝ. Ώστε να μη σας ερωτήσω, σε και την Πρόνοιαν και την Ειμαρμένην,
διατί ο Φωκίων, ο οποίος ήτο έντιμος άνθρωπος, απέθανεν εις τόσην πενίαν
και στέρησιν και ο Αριστείδης προ αυτού, ο Καλλίας δε και ο Αλκιβιάδης,
νέοι διεφθαρμένοι, είχαν μεγάλα πλούτη και ο Μειδίας ο αυθάδης και ο
Χάροψ ο Αιγινήτης, άνθρωπος κίναιδος, ο οποίος εφόνευσε την μητέρα του
διά της πείνης; Διατί ο Σωκράτης παρεδόθη εις τους ένδεκα, ο δε Μέλητος
δεν παρεδόθη; Διατί ο Σαρδανάπαλος εβασίλευεν ενώ ήτο θηλυπρεπής, τόσοι
δε χρηστοί άνδρες εκ των Περσών εθανατώνοντο υπ' αυτών κατά σκληρότατον
τρόπον, διότι δεν επεδοκίμαζον τα γινόμενα; Και διά να μη σας αναφέρω τα
σύγχρονα λεπτομερώς, και σήμερον οι μεν φαύλοι και οι πλεονέκται
ευτυχούν, οι δε τίμιοι και αγαθοί άνθρωποι ζουν πτωχοί και βασανίζονται
υπό μυρίων νοσημάτων και δυστυχημάτων.
ΖΕΥΣ. Δεν γνωρίζεις, Κυνίσκε, ποίας τιμωρίας υποφέρουν οι κακοί μετά
θάνατον και πόση ευδαιμονία επιφυλάσσεται εις τους αγαθούς;
ΚΥΝ. θέλεις να μου επαναλάδης τα λεγόμενα περί Άδου, περί των Τιτυών και
των Ταντάλων. Αλλ' εγώ, εάν τίποτε από αυτά αληθεύη, θα το μάθω όταν
αποθάνω• επί του παρόντος δε θα ήθελα τον ολίγον καιρόν που θα ζήσω να
ευτυχώ και μετά θάνατον ας μου σπαράσσουν το ήπαρ δεκαέξ γύπες• να μη
διψώ όμως εδώ όπως ο Τάνταλος και να περιμένω να ξεδιψάσω εις τας νήσους
των Μακάρων, αναπαυόμενος μετά των ηρώων εις το λιβάδι των Ηλυσίων.
ΖΕΥΣ. Τι λέγεις; δυσπιστείς ότι υπάρχουν κολάσεις και αμοιβαί και
δικαστήριον, εις το οποίον εξετάζονται αι πράξεις ενός εκάστου;
ΚΥΝ. Ακούω ότι υπάρχει κάποιος Μίνως εκ Κρήτης, ο οποίος δικάζει αυτά τα
πράγματα. Αλλά δεν μου απαντάς και εις μίαν ερώτησιν, την οποίαν θα
ήθελα να απευθύνω προς αυτόν, αφού λέγεται ότι είνε υιός σου;
ΖΕΥΣ. Τι ήθελες να τον ερωτήτης, Κυνίσκε;
ΚΥΝ. Ποίους προ πάντων τιμωρεί;
ΖΕΥΣ. Τους κακουργούντας, δηλαδή τους φονείς, ιεροσύλους και άλλους
τοιούτους.
ΚΥΝ. Ποίους δε αποστέλλει εις την διαμονήν των ηρώων;
ΖΕΥΣ. Τους αγαθούς και ευσεβείς και εκείνους οίτινες έζησαν με αρετήν.
ΚΥΝ. Και διατί τούτο;
ΖΕΥΣ. Διότι οι μεν είνε άξιοι αμοιβής, οι δε άξιοι τιμωρίας.
ΚΥΝ. Εάν δε κανείς έπραξεν ακουσίως καμμίαν κακήν πράξιν, φρονείς ότι
πρέπει και ούτος να τιμωρήται;
ΖΕΥΣ. Καθόλου.
ΚΥΝ. Επομένως και αν κανείς χωρίς να το θέλη, έπραξε το καλόν, ούτε
αυτός πρέπει να ανταμειφθή;
ΖΕΥΣ. Βεβαίως δεν είνε άξιος.
ΚΥΝ. Κανένα λοιπόν, ω Ζευ, δεν πρέπει ν' ανταμείβη, ούτε να τιμωρή ο
δικαστής του Άδου.
ΖΕΥΣ. Πώς κανένα;
ΚΥΝ. Διότι δεν πράττομεν τίποτε οι άνθρωποι με την θέλησίν μας, αλλ'
υπακούομεν εις μίαν ανάγκην αναπόφευκτον, εάν είνε αληθή εκείνα τα οποία
προηγουμένως ωμολόγησες, ότι η Μοίρα είνε πάντων η αιτία• και αν φονεύη
κανείς, αυτή φονεύει, και αν ιεροσυλή, εκτελεί της Μοίρας προσταγήν.
Ώστε εάν ο Μίνως θέλη να είνε δίκαιος δικαστής, πρέπει να τιμωρήση την
Ειμαρμένην αντί του Σισύφου και την Μοίραν αντί του Ταντάλου. Διότι τι
έπταισαν εκείνοι, αφού εξετέλεσαν διαταγάς;
ΖΕΥΣ. Εις τοιαύτας ερωτήσεις δεν αξίζει να σου δοθή απάντησις• είσαι
θρασύς και σοφιστής και σε αφήνω.
ΚΥΝ. Ήθελα κάτι ακόμη να σ' ερωτήσω• πού μένουν αι Μοίραι και πώς
κατορθώνουν να επαρκούν εις τόσας φροντίδας και τόσας λεπτομερείας, και
μάλιστα αφού είνε μόνον τρεις. Διότι μου φαίνεται ότι ζουν πολύ κοπιώδη
και όχι ευτυχή ζωήν, αφού έχουν τόσας δυσκόλους ασχολίας, και αληθώς
δύναται και περί αυτών να λεχθή ότι δεν εγεννήθησαν με καλήν μοίραν. Εγώ
τουλάχιστον, αν μου εδίδετο να εκλέξω, δεν θ' αντήλλασσα την ζωήν μου με
την ιδικήν των, αλλά θα επροτιμούσα να ζήσω ακόμη πτωχότερος παρά να
κάθωμαι και να κλώθω με αδράκτι φορτωμένον τόσας φροντίδας και να
επιβλέπω τα καθέκαστα εις τον βίον των ανθρώπων• Αλλ' αν δεν σου είνε
εύκολον να μου απαντήσης και εις αυτά, ω Ζευ, αρκούμαι και εις όσα μου
είπες• διότι είνε αρκετά διά να σαφηνίσουν το ζήτημα της Ειμαρμένης και
της Προνοίας• τα λοιπά δε ίσως δεν ήτο πεπρωμένον να μάθω.
ΡΗΤΟΡΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ {71}
Ερωτάς, νεανίσκε, πώς δύνασαι να γίνης ρήτωρ και ν' αποκτήσης το
ευγενέστατον και τόσον τιμώμενον όνομα του σοφιστού• διότι, ως λέγεις,
θα σου είνε ανυπόφορος η ζωή, εάν δεν δυνηθής ν' αποκτήσης τοιαύτην
δύναμιν λόγου, ώστε να είσαι ακατανίκητος και απαράμιλλος και να
θαυμάζεσαι υπό πάντων και όλοι να σε προσβλέπουν και να σε θεωρούν
περισπούδαστον μεταξύ των Ελλήνων και να προστρέχουν πανταχόθεν διά να
σε ακούσουν. Επιθυμείς λοιπόν να μάθης ποίοι είνε οι δρόμοι οίτινες
οδηγούν προς την τοιαύτην επιτυχίαν• αλλ' ευχαρίστως, φίλε μου, θα σου
δώσω την συμβουλήν την οποίαν ζητείς, αφού μάλιστα είσαι νέος και έχων
τας ευγενεστέρας φιλοδοξίας δεν γνωρίζεις πώς να τας πραγματοποιήσης.
Εις τοιαύτην περίπτωσιν η συμβουλή είνε πράγμα ιερόν. Ώστε άκουσε την
γνώμην μου και έχε μεγάλην πεποίθησιν ότι πολύ ταχέως θα καταστής
δυνατός και να εννοής τα πρέποντα και να τα εκφράζης μ' ευφράδειαν,
αρκεί μετά τούτο να εμμείνης εις όσα θα σε συμβουλεύσω, να τα μελετάς
επιμελώς και μετά προθυμίας να οδεύσης έως ου φθάσης εις το τέρμα του
δρόμου. Ο σκοπός δεν είνε μικρός ούτε ανάξιος πολλής επιμελείας, αλλ' εξ
εναντίας αξίζει πολλούς κόπους και αγρυπνίας και πολλάς άλλας
κακοπαθείας. Σκέψου πόσοι οι οποίοι πριν ήσαν μηδαμινοί έγιναν ένδοξοι
και πλούσιοι και μάλιστα ευγενέστατοι διά της ρητορικής.
Αλλά μη φοβηθής ούτε να σε αποθαρρύνη το μέγεθος των δυσχερειών με την
ιδέαν ότι έχεις να υποφέρης μυρίους κόπους διά να φθάσης εις τον σκοπόν•
διότι εγώ δεν θα σε οδηγήσω από δρόμον τραχύν και ορεινόν, εις τον
οποίον θα χύσης πολύν ιδρώτα, ώστε να υπάρχη φόβος ότι εις το μέσον θ'
αποκάμης και θα γυρίσης• διότι τότε δεν θα διέφερα από τους άλλους οι
οποίοι ακολουθούν τον μακρόν εκείνον και ανηφορικόν και κοπιώδη δρόμον,
εις τον οποίον οι περισσότεροι αποκάμνουν και απελπίζονται. Η ιδική μου
συμβουλή έχει τούτο το ιδιαίτερον και εξαιρετικόν, ότι θα σε οδηγήση από
οδόν λίαν ευχάριστον και συγχρόνως συντομωτάτην, κατάλληλον δι' ιππασίαν
και κατηφορικήν, διά της οποίας με πολλήν ευθυμίαν και καλοπέρασιν, διά
μέσου λειμώνων ευανθών και σκιάς πυκνής, με όλην την άνεσιν, χωρίς να
ταχύνης το βήμα και χωρίς να ιδρώσης, θα φθάσης εις το άκρον και εις την
επιτυχίαν εντελώς άκοπα, θ' απολαύσης, όπως εις τα συμπόσια, ξαπλωμένος
και χωρίς να πνευστιάσης• και από του ύψους θα βλέπης εκείνους οι οποίοι
θα ευρίσκωνται ακόμη εις την βάσιν της ανωφερείας, μετά δυσκολίας
ανέρποντες εις δυσβάτους και ολισθηρούς κρημνούς, ενίοτε δε και
κρημνιζόμενοι κατακέφαλα και καταπληγωνόμενοι εις τας τραχείας πέτρας.
Ενώ δε αυτοί θα βασανίζωνται κατ' αυτόν τον τρόπον, συ θα ευρίσκεσαι προ
πολλού επάνω, στεφανωμένος και ευδαιμονέστατος και θα έχης ήδη αποκτήση
σχεδόν κοιμώμενος όλα τα αγαθά όσα δύναται κανείς να ελπίζη από την
ρητορικήν.
Η υπόσχεσις, ως βλέπεις, είνε πολύ μεγάλη• σ' εξορκίζω δε εις τον φίλιον
Δία να μη δυσπιστήσης διότι σου υπόσχομαι τοιαύτην επιτυχίαν με τόσην
ευκολίαν. Εάν ο Ησίοδος, μόνον διότι έλαβεν ολίγα φύλλα εκ του Ελικώνος,
έγινεν αμέσως από ποιμένος ποιητής και έλαβε παρά των Μουσών το χάρισμα
και την δύναμιν να ψάλλη των θεών και των ηρώων την καταγωγήν, είνε
αδύνατον να γίνη κανείς εντός ολίγου καιρού ρήτωρ, το οποίον είνε πολύ
κατώτερον της ποιητικής τέχνης, εάν μάθη την προς τούτο ταχυτέραν οδόν;
Ως παράδειγμα θα σου διηγηθώ την ευφυά επινόησιν ενός Σιδωνίου εμπόρου,
η οποία απέτυχε και απέβη ανωφελής ένεκεν απιστίας. Κατ' εκείνην την
εποχήν ήτο κύριος της Περσίας ο Αλέξανδρος, ο οποίος μετά την μάχην των
Αρβήλων είχε καθαιρέση τον Δαρείον• έπρεπε δε να διατρέχουν καθ' όλας
τας διευθύνσεις το κράτος οι γραμματοκομισταί διά να κομίζουν τας
διαταγάς του Αλεξάνδρου. Αλλ' η οδός η από Περσίας εις Αίγυπτον ήτο πολύ
μακρά, διότι έπρεπε να παρακάμπτουν όρη, έπειτα δε διά της Βαβυλωνίας να
μεταβαίνουν εις την Αραβίαν και κατόπιν να διέρχωνται εκτεταμένην έρημον
διά να φθάνουν εις την Αίγυπτον. Το διάστημα ήτο δι' άνδρα ευκίνητον
είκοσι το ολιγώτερον ημερών. Τούτο εστενοχώρει τον Αλέξανδρον, καθότι,
μαθών ότι οι Αιγύπτιοι παρεσκεύαζον στασιαστικόν κίνημα, δεν ηδύνατο ν'
αποστείλη ταχέως οδηγίας εις τους σατράπας του. Τότε λοιπόν ο Σιδώνιος
έμπορος, εγώ, ειπέ, βασιλεύ, υπόσχομαι να σου δείξω οδόν σύντομον μεταξύ
Περσίας και Αιγύπτου• εάν οι αγγελιαφόροι σου περάσουν επάνω από τα όρη—
και προς τούτο θα χρειασθούν μόνον τρεις ημέρας—θα φθάσουν τάχιστα εις
την Αίγυπτον. Και είχε δίκαιον. Ο Αλέξανδρος όμως δεν επίστευσεν, αλλ'
εθεώρησεν απατεώνα τον έμπορον. Ούτω, όταν η επαγγελία είνε παράδοξος,
φαίνεται εις τους πολλούς απίθανος. Πρόσεξε λοιπόν μήπως και συ πάθης το
αυτό• διότι άμα δοκιμάσης, θα πεισθής ότι ουδέν θα σε εμποδίση να γίνης
ρήτωρ και ουδέ μίαν ολόκληρον ημέραν θα χρειασθής διά να υπερβής το όρος
μεταξύ Περσίας και Αιγύπτου.
Θα μιμηθώ δε τον γνωστόν Κέβητα και διά του λόγου θα συνθέσω εικόνα διά
να σου παραστήσω και τας δύο οδούς• διότι δύο είνε οι δρόμοι οι οποίοι
φέρουν προς την ρητορικήν, με την οποίαν μου φαίνεσαι υπερβολικά
ερωτευμένος. Λοιπόν να φαντασθής την ρητορικήν ότι κάθηται επί υψηλού
μέρους και ότι είνε ωραιοτάτη και σεμνή• και εις μεν την δεξιάν κρατεί
το κέρας της Αμαλθείας υπερπλήρες από παντοίους καρπούς, εις δε τα
αριστερά της να φαντασθής τον Πλούτον παριστάμενον ολόχρυσον και
αξιέραστον. Εκτός δε τούτου η Δόξα και η Ισχύς να την συντροφεύουν και
οι Έπαινοι γύρω της όμοιοι με μικρούς Έρωτας να πετούν και να
περιπλέκωνται. Εάν συνέβη να ίδης πουθενά τον Νείλον παριστάμενον διά
της ζωγραφικής,—τον παριστούν δε ξαπλωμένον επί κροκοδείλου ή
ιπποπόταμου, εξ ων πολλοί ευρίσκονται εις αυτόν, και γύρω του πολλά
μικρά παιδία παίζοντα, τα οποία ονομάζουν οι Αιγύπτιοι πήχεις—τοιούτοι
είνε και πέριξ της ρητορικής οι έπαινοι. Πλησίασε τώρα συ ο εραστής ο
επιθυμών το ταχύτερον να φθάσης εις την κορυφήν, διά να νυμφευθής την
επ' αυτής καθημένην και αποκτήσης όλα εκείνα, τον πλούτον, την δόξαν και
τους επαίνους• διότι όλα εκείνα κατά τον νόμον, γίνονται κτήματα εκείνου
ο οποίος θα την νυμφευθή. Όταν πλησιάσης εις το όρος, κατ' αρχάς μεν
απελπίζεσαι ότι θα δυνηθής να φθάσης εις την κορυφήν• η εντύπωσις είνε
ομοία προς εκείνην την οποίαν έκαμεν εις τους Μακεδόνας η Άορνος πέτρα
όταν την είδον απόκρημνον εξ όλων των μερών, τόσον ώστε ουδέ εις πτηνά
ήτο εύκολον να φθάσουν επάνω και μόνον ένας Διόνυσος ή Ηρακλής ηδύνατο
να την κυριεύση. Αυτή είνε η πρώτη σου εντύπωσις• αλλά μετ' ολίγον
βλέπεις δύο δρόμους, εκ των οποίων ο είς είνε μάλλον ατραπός στενή,
πετρώδης και πλήρης ακανθών, εις την οποίαν μαντεύεις πολλήν δίψαν και
ιδρώτα. Ο Ησίοδος επρόλαβεν ήδη και την περιέγραψε κάλλιστα, ώστε είνε
περιττόν να την περιγράψω και εγώ. Η δε άλλη οδός είνε ανθηρά και
δροσερά, όπως ολίγον προηγουμένως είπα.
Αλλά δεν θέλω διά της επαναλήψεως των αυτών πραγμάτων να σε εμποδίζω και
να σε κάνω να χρονοτριβής, ενώ από τούδε δύνασαι να γίνης ρήτωρ. Τούτο
μόνον νομίζω αναγκαίον να προσθέσω ότι η τραχεία εκείνη και ανηφορική
οδός δεν παρουσιάζει πολλά ίχνη οδοιπόρων, και αν φαίνωνται μερικά, είνε
πολύ παλαιά. Εγώ ο δυστυχής ανέβηκα από εκείνην και υπέφερα πολλά χωρίς
ανάγκην. Την άλλην, η οποία είνε ομαλή και δεν έχει καμμίαν τραχύτητα,
την είδα μακρόθεν χωρίς να περάσω εξ αυτής• διότι ήμουν νέος και δεν
διέκρινα το καλλίτερον, αλλ' ενόμιζα ότι ο ποιητής εκείνος, ο οποίος
λέγει ότι εκ των κόπων φύονται να αγαθά {72} έλεγε την αλήθειαν. Αλλ' η
αλήθεια δεν ήτο αυτή• διότι βλέπω τους περισσοτέρους εκ των ρητόρων να
επιτυγχάνουν διά της προτιμήσεως αυτής της οδού εις το στάδιόν των. Όταν
θα φθάσης λοιπόν εις την αρχήν της αναβάσεως, καλώς γνωρίζω ότι θ'
απορήσης και από τούδε ευρίσκεσαι εις αμφιβολίαν περί του ποίαν οδόν να
ακολουθήσης. Αλλ' εγώ θα σου είπω τι πρέπει να πράξης διά να φθάσης
ευκολώτατα εις την ακροτάτην κορυφήν, να ευτυχήσης, να νυμφευθής την
ρητορικήν και να γίνης εις όλους θαυμαστός. Αρκεί ότι εγώ έσφαλα και
εκοπίασα ματαίως. Διά σε ας φύωνται όλα άσπορα και ακαλλιέργητα, όπως
επί των χρόνων του Κρόνου.
Ευθύς λοιπόν θα παρουσιασθή ενώπιον σου άνθρωπος δυνατός,
σκληραγωγημένος, με το βάδισμα αρρενωπόν, ηλιοκαής, θαρραλέος, το βλέμμα
και έξυπνος, ο οποίος είνε οδηγός της τραχείας εκείνης οδού και ο οποίος
θ' αρχίση να σου λέγη ματαίας τινάς φλυαρίας διά να σε πείση να τον
ακολουθήσης. Θα σου δείξη τα ίχνη του Δημοσθένους και του Πλάτωνος καί
τινων άλλων, τα οποία είνε μεν μεγάλα και υπερβαίνουν τα σημερινά, αλλ'
έχουν αμαυρωθή υπό του χρόνου και μόλις φαίνονται• και θα σου είπη ότι
θα ευτυχήσης και θα γίνης ο εκλεκτός της ρητορικής, εάν ακολουθήσης την
οδόν εκείνην και βαδίσης όπως οι περπατούντες επί των σχοινίων. Θα σου
είπη ότι απαιτείται μεγάλη προσοχή, διότι, εάν ολίγον τι παραπατήσης ή
αν κλίνης προς το έν ή το άλλο μέρος και χάσης την ισορροπίαν, θα
εκτραπής εκ της καλής οδού η οποία φέρει προς τον γάμον• θα σε
συμβουλεύση έπειτα να μιμηθής τους αρχαίους και θα σου δώση παλαιά
υποδείγματα λόγων, δυσκολομίμητα, οποία είνε τα έργα της παλαιάς τέχνης,
του Ηγησίου λ. χ. του Κριτίου και του Νησιώτου, σφικτά, νευρώδη και
σκληρά και με αυστηράν ακρίβειαν γραμμών, και θα σου είπη ότι είνε
αναγκαίον και απαραίτητον να κουρασθής, ν' αγρυπνίσης, να πίνης μόνον
νερόν και να επιμείνης• διότι είνε αδύνατον άνευ τούτων να διανύσης την
οδόν. Το δε περισσότερον ανιαρόν είνε ότι και τον καιρόν της οδοιπορίας
θα σου ορίση πάρα πολύν, έτη πολλά• δεν αριθμεί με ημέρας και μήνας,
αλλά με ολοκλήρους Ολυμπιάδας, ούτως ώστε και μόνον να τον ακούη κανείς
κουράζεται και απελπίζεται εκ των προτέρων και στέλλει εις τον κόρακα
την επιδιωκομένην εκείνην ευτυχίαν. Επί πλέον ζητεί και αμοιβήν όχι
μικράν διά τας τόσας κακοπαθείας και δεν δέχεται να σε οδηγήση, εάν
προηγουμένως δεν πληρωθή καλά. Αυτά θα είπη ο φαντασμένος εκείνος και
αληθώς αρχαίος και κρονόληρος άνθρωπος, ο οποίος θα σου υποδεικνύη προς
μίμησιν νεκρούς και θα σε συμβουλεύη να ανασκάπτης λόγους προ πολλού
θαμμένους εις την γην, ως τι μέγιστον αγαθόν• θα σε συμβουλεύη να
μιμήσαι τον υιόν του μαχαιροποιού {73} και τον άλλον εκείνον τον υιόν
κάποιου γραφέως Ατρομήτου{74}, και ταύτα εν καιρώ ειρήνης, ότε μήτε του
Φιλίππου εκστρατεία απειλείται, ούτε ο Αλέξανδρος προστάζει, διά να
θεωρήται, όπως άλλοτε, χρήσιμος η ρητορική εκείνων• αλλά και δεν
γνωρίζει ότι σήμερον ευρέθη άλλη οδός σύντομος και εύκολος, η οποία
οδηγεί κατ' ευθείαν εις την ρητορικήν. Συ όμως ούτε να πεισθής, ούτε
προσοχήν να δώσης εις αυτόν, διά να μη σε συντρίψη πουθενά και να μη σε
κάμη να γηράσης προώρως εκ των κόπων.