42) Προς απλοποίησιν των πραγμάτων υποτίθεται ότι ο χρυσός είναι
τα εμπόρευμα το οποίον εκπληροί τας υπηρεσίας του νομίσματος.
43) Ό,τι χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατικήν εποχήν είναι ότι η
εργατική δύναμις αποκτά διά τον ίδιον εργάτην την μορφήν του
εμπορεύματος, το οποίον του ανήκει και κατά συνέπειαν η εργασία
του την μορφήν της ημερομισθίου εργασίας. Αφ' ετέρου μόνον από της
στιγμής ταύτης η των προϊόντων μορφή εμπορευμάτων καθίσταται
κυριαρχούσα κοινωνική μορφή.
44) Εις την αρχαίαν Ρώμην ο villicus, ο επί κεφαλής των γεωργικών
δούλων οικονόμος, ελάμβανε μικροτέραν μερίδα, διότι η εργασία του
ήτο ολιγώτερον κοπιώδης Όρα Th. Mommsen 1856. Ρωμ. ιστορ. σ. 810.
45) Οι αριθμοί ούτοι είνε τελείως υποθετικοί.
46) Κυρίως επί της απόψεως ταύτης ο βιομήχανος εργάτης προσέθεσεν
εις την πρώτην όλην την αξίαν της διατροφής του και όχι νέαν
αξίαν, επί της οποίας οι φυσιοκράται βασίζουν το δόγμα των της μη
παραγωγής πάσης μη γεωργικής εργασίας, δόγμα αλάνθαστον διά τους
οικονομολόγους τους αντικρούοντας την θεωρίαν της υπεραξίας του
Μαρξ. Και ο τρόπος ούτος του καταλογισμού εις έν αντικείμενον της
αξίας πολλών άλλων (π. χ. και το λινόν, τα υπό του υφαντουργού
καταναλώσιμα), της εφαρμογής ούτως ειπείν στρώματος επί στρώμα,
πλείστων αξιών επί μιας μόνης, κάμνει ώστε και αύτη να αυξάνη
επίσης . . . . ο όρος πρόσθεσις παριστά καλώς τον τρόπον διά του
οποίου σχηματίζεται η τιμή των έργων της χειρός· η τιμή αύτη δεν
είναι ή το υλικόν πλείστων αξιών καταναλωθεισών και προστεθεισών
ομού· εξ ου το προσθέτειν δεν σημαίνει πολλαπλασιάζειν». (Mercier
de la Rivière).
47) Η θεωρία των υπηρεσιών διά να εξηγήση τα κέρδη των
κεφαλαιούχων, η υπερασπιζομένη υπό του J. R. Say, δεν στηρίζεται
ούτε επί του πεδίου εις ό θέλει να σταθή. Πράγματι, εάν το
απολαμβανόμενον κέρδος έδει να ήτο ανάλογον προς την προσφερομένην
υπηρεσίαν, ο γεωργός σπείρων τον σίτον και οι εργάται οι
μετατρέποντες αυτόν εις άλευρον και άρτον, θα έπρεπε να είναι οι
καλλίτερον αποζημιούμενοι, ενώ είναι εκείνοι οι οποίοι λαμβάνουν
το πλέον γλίσχρον ημερομίσθιον. — Εξ άλλου πάσαι αι υπηρεσίαι
προσφέρονται υπό των εργατών, οι οποίοι, λέγει ο Α. Smith,
«τρέφουν, ενδύουν και εξευρίσκουν τας κατοικίας ολοκλήρου του
έθνους». &Πλούτος των εθνών. Β. Ι. Κεφ VIII.
48) Η διαίρεσις μεταξύ της ειδικής εργασίας και της απλής τοιαύτης
(Skilled and unskilled labour), βασίζεται συνήθως επί καθαρών
φαντασιοπληξιών, ή τουλάχιστον επί διαφορών αίτινες από καιρού δεν
κέκτηνται ουδεμίαν πραγματικότητα και δεν υφίσταται εισέτι ει μη
εκ παραδόσεων.
Τούτο είναι συνήθως τρόπος του ομιλείν προτιθέμενος να χρωματίση
το ξηρόν τούτο γεγονός, ότι ομάδες τινές της εργατικής τάξεως, π.
χ. οι γεωργοί, ευρίσκονται εις χειροτέραν από άλλους θέσιν διά να
αποσπάσουν την αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Τυχαίαι περιπτώσεις
παίζουν τόσον μέγαν ρόλον, ώστε δυνάμεθα να ίδωμεν εργασίας του
αυτού είδους να αλλάσσουν θέσιν με την σειράν. Εκεί ένθα η φυσική
συγκρότησις των εργατών είναι εξησθενημένη ή σχετικώς εξηντλημένη
εκ του βιομηχανικού καθεστώτος, αι πραγματικώς κτηνώδεις εργασίαι,
αίτινες απαιτούσι μεγάλην μυικήν δύναμιν, ανέρχονται την κλίμακα,
ενώ εργασίαι πλέον λεπταί κατέρχονται εις το επίπεδον της απλής
εργασίας. Η εργασία ενός κτίστου (bricklayer) κατέχει εν Αγγλία
θέσιν υψηλοτέραν της θέσεως ενός δαμαστού, αφ' ετέρου, η εργασία
ενός κόπτου ενδυμάτων (fustian cutter) θεωρείται ως απλή εργασία,
αν και απαιτεί πολλάς σημαντικάς προσπαθείας, είναι δε και λίαν
επιβλαβής εις την υγείαν. Άλλως τε δεν πρέπει να φαντάζεται τις
ότι η θεωρουμένη ανωτέρα εργασία «skilled» κατέχει ευρείαν θέσιν
εν τη εθνική εργασία. Κατά τον υπολογισμόν του Laing, υπήρχον το
1843 εν Αγγλία, συμπεριλαμβανομένης και της επαρχίας Ουαλλίας, 11
εκατομμύρια κατοίκων των οποίων η ύπαρξις εβασίζετο επί της απλής
εργασίας. Αφαιρουμένων 1,000,000 αριστοκρατών και 1,000,000
πτωχών, ληστών, κακούργων, εταιρών κτλ. επί 17,000,000
αποτελούντων τον πληθυσμόν της χώρας κατά την εποχήν εκείνην,
απομένουν 4,000,000 δια την μεσαίαν τάξιν, συμπεριλαμβανομένων των
μικροαστών, υπαλλήλων, συγγραφέων, καλλιτεχνών, διδασκάλων κτλ.
Διά να επιτύχη τα 4,000,000 ταύτα υπολογίζει εις την εργαζομένην
μερίδα της μεσαίας τάξεως, εκτός των τραπεζιτών γαιοκτημόνων κτλ.
και των εργατών εργοστασίων των καλλίτερον αποζημιουμένων! Αυτοί
οι κτίσται, κατατάσσονται εις την δευτέραν δύναμιν! Του μένουν
όθεν τα άνω 11,000,000 τα οποία ζουν διά της απλής εργασίας.
Laing: (National distress etc. London 1844).
Η μεγάλη τάξις, ήτις διά την τροφήν της δεν δύναται να δώση η
κοινή εργασία, αποτελεί την μεγάλην μάζαν του λαού (James Mill
art. Colony. Supplement of the Encyclop. Brit. 1831.)
49) Ο «Χρόνος» της 20 Φ/βρίου 1862 γράφει: Εργοστασιάρχης τις
απασχολών εν τω εργοστασίω του 800 εργάτας και καταναλίσκων
εβδομαδιαίως 150 μπάλλες ινδικού βάμβακος κατά μέσον όρον, ή 130
μπάλλες αμερικανικού τοιούτου, κουράζει το κοινόν διά των
ιερεμιάδων του επί των ετησίων εξόδων τα οποία του στοιχίζει η
αδιάλλακτος στάσις των εργατών του εν τω εργοστασίω του. Τα έξοδα
ταύτα τα αναβιβάζει εις 6000. Μεταξύ των εξόδων τούτων ευρίσκεται
αριθμός ειδών περί ων δεν έχομεν να ασχοληθώμεν, ως π. χ. έγγειος
πρόσοδος, φόροι, ασφάλιστρα, ημερομίσθια εργατών προσλαμβανομένων
δι' έν έτος, επιστάτης, λογιστής, μηχανικός κ. ο. κ. Υπολογίζει
κατόπιν 150 διά θέρμανσιν του εργοστασίου ενίοτε, και της κινήσεως
της ατμομηχανής, και επί πλέον το ημερομίσθιον των εργατών ων εις
ωρισμένας περιπτώσεις έχει ανάγκην.
Τέλος 1200 διά τας μηχανάς, γνωστού όντος, ότι η «θερμοκρασία και
αι φυσικαί αρχαί της καταστροφής δεν διακόπτουν την δράσιν των,
διότι δεν λειτουργούν αι μηχαναί». Παρατηρεί εμφαντικώς ότι εάν ο
υπολογισμός του δεν υπερβαίνει κατά πολύ τα ποσόν των 1200 τούτο
οφείλεται εις το ότι άπαν το υλικόν του είναι σχεδόν εκτός
χρήσεως.