II. Παραγωγή της υπεραξίας.

Το προϊόν — ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου — είνε αξία χρήσεως,

ύφασμα, υποδήματα κτλ. Αλλ' αν και τα υποδήματα π. χ. βοηθούν τον

κόσμον να βαδίζη, ο δε κεφαλαιούχος μας είνε πραγματικός άνθρωπος

της προόδου, όμως δεν κατασκευάζει υποδήματα εξ αγάπης ιδιαιτέρας

προς αυτά. Γενικώς, εν τη εμπορική παραγωγή, η αξία χρήσεως, δεν

είναι πράγμα το οποίον αγαπούν, ως αξίαν χρήσεως, χρησιμεύει μόνον

ως φορεύς της αξίας. Όθεν, διά τον κεφαλαιούχον μας, το πρώτιστον

είναι να παράγη χρήσιμον αντικείμενον, έχον ανταλλακτικήν αξίαν,

είδος κατάλληλον διά πώλησιν, εμπόρευμα. Επί πλέον θέλει όπως η

αξία του εμπορεύματος τούτου, υπερβαίνει την αξίαν των αναγκαίων

διά την παραγωγήν του εμπορευμάτων, δηλαδή το ποσόν των αξιών των

μέσων παραγωγής και της εργατικής δυνάμεως, διά τα οποία εδαπάνησε

το χρήμα του, θέλει να παράγη όχι μόνον χρήσιμον αντικείμενον,

αλλά μίαν αξίαν, και όχι μόνον αξίαν, αλλ' ακόμη μίαν υπεραξίαν.

Καθώς το εμπόρευμα είναι συγχρόνως αξία χρήσεως και ανταλλακτική

αξία, ούτω η παραγωγή του δέον να είναι σχηματισμός αξιών χρήσεως

και σχηματισμού ανταλλακτικών αξιών.

Γνωρίζομεν ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του

ποσοστού της υλοποιηθείσης εν αυτώ εργασίας, υπό του κοινωνικώς

αναγκαίου χρόνου διά την παραγωγήν του. Δέον όθεν να υπολογίσωμεν

την εργασίαν, την περιεχομένην τω προϊόντι, το οποίον ο

κεφαλαιούχος μας κατεσκεύασε, ήτοι 10 λίτρας νήματος.

Διά να παραγάγη νήμα, είχεν ανάγκην πρώτης ύλης, ας υποθέσωμεν 10

λίτρας βάμβακος. Είναι ανωφελές να ζητήσωμεν τώρα, ποία είναι η

αξία του βάμβακος τούτου, διότι ο κεφαλαιούχος τον ηγόρασεν εις

την αγοράν, όσον ήξιζε, π. χ. 10 φράγκα. Εις την τιμήν ταύτην η

απαιτηθείσα εργασία διά την παραγωγήν του βάμβακος τούτου

αντιπροσωπεύεται ήδη ως μέση κοινωνική εργασία. Ας υποθέσωμεν

ακόμη, ότι η φθορά των κλωστήρων — και ούτοι μας παρουσιάζουν όλα

τα άλλα εν χρήσει μέσα εργασίας — ανέρχεται εις 2 φράγκα. Εάν μάζα

χρυσού 12 φράγκων είναι το προϊόν είκοσι τεσσάρων ωρών εργασίας,

έπεται εκ τούτου, ότι εις το νήμα επραγματοποιήθησαν 2 ημέραι

εργασίας.

Η περίπτωσις αύτη, ότι ο βάμβαξ ήλλαξε μορφήν και ότι η φθορά

εξηφάνισε μέρος κλωστήρων, δεν πρέπει να μας αποπλανά. Κατά τον

γενικόν νόμον των ανταλλαγών, 10 λίτραι νήματος είναι το

ισοδύναμον 10 λιτρών βάμβακος και ενός τετάρτου του κλωστήρος, εάν

η αξία των 40 λιτρών νήματος ισούται με την αξίαν 40 λιτρών

βάμβακος, συν ενί ολοκλήρω κλωστήρι, δηλαδή εάν ο αυτός χρόνος

εργασίας, είναι αναγκαίος διά να παραγάγη τον ένα μετά του άλλου

όρου της εξισώσεως ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο αυτός χρόνος

εργασίας αντιπροσωπεύεται την μεν πρώτην φοράν εις νήμα, την δε

δευτέραν εις βάμβακα και κλωστήρα. Το γεγονός ότι κλωστήρ και

βάμβαξ αντί να παραμονεύουν εν ηρεμία ο είς παρά τον άλλον,

ηνώθησαν κατά το πλέξιμον, το οποίον αλλάσσον τας συνήθεις μορφάς

των τα μετέτρεψε εις νήμα, δεν αποδίδει περισσοτέραν εργασίαν απ'

ότι απέδιδεν η απλή του ανταλλαγή έναντι ισοδυνάμου ποσού νήματος.

Ο χρόνος εργασίας, ο αναγκαιών διά την παραγωγήν του νήματος,

περιλαμβάνει τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν της

πρώτης ύλης, του βάμβακος. Το αυτό συμβαίνει με τον αναγκαίον

χρόνον διά την αναπαραγωγήν των φθαρέντων κλωστήρων.

Πρέπει, εννοείται να εκπληρωθούν δύο όροι: πρώτον τα μέσα να

εχρησίμευσαν πραγματικώς διά την παραγωγήν μιας αξίας χρήσεως, ως

εν προκειμένω διά την παραγωγήν του νήματος. Ολίγον ενδιαφέρει την

αξίαν το είδος της αξίας χρήσεως, το οποίον την υποβαστάζει: δέον

όμως να υποστηρίζεται υπό μιας αξίας χρήσεως. Δεύτερον εννοείται

ότι δεν χρησιμοποιείται ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας υπό τας

κοινωνικάς συνθήκας της παραγωγής. Εάν μία λίτρα βάμβακος αρκεί

κατά μέσον όρον, διά την κατασκευήν του νήματος, ώστε η αξία μιας

λίτρας, βάμβακος θα καταλογισθή εις την αξίαν μιας λίτρας νήματος.

Ο κεφαλαιούχος θα είχεν ίσως την ιδιοτροπίαν να χρησιμοποιήση

χρυσούς κλωστήρας, εν τούτοις όμως εν τη αξία των εμπορευμάτων δεν

θα υπελογίζετο ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του

σιδηρού εργαλείου.

Γνωρίζομεν τώρα την αξίαν την οποίαν ο βάμβαξ και η φθορά των

κλωστήρων δίδουν εις το νήμα. Ισούται με 12 φράγκα — ενσωμάτωσιν 2

ημερών εργασίας. Απομένει τώρα να αναζητήσωμεν πόσην αξίαν η

εργασία του κλώστου προσθέτει εις το προϊόν.

Η εργασία αύτη παρουσιάζεται ήδη υπό νέαν όψιν. Πρώτον επρόκειτο

περί της ταχύτητος του κλώθειν. Όσον περισσότερον ήξιζεν η

εργασία, τόσον περισσότερον ήξιζε το νήμα, πασών των άλλων

περιπτώσεων μενουσών των αυτών. Η εργασία του κλώστου διεκρίνετο

των άλλων παραγωγικών εργασιών εκ του σκοπού της, των τεχνικών της

μεθόδων, των ιδιοτήτων του προϊόντος του και των ειδικών μέσων της

παραγωγής του. Με τον βάμβακα και τους κλωστήρας τους οποίους

χρησιμοποιεί ο κλώστης δεν θα ήτο δυνατόν να κατασκευασθούν

ραβδωτά τηλεβόλα. Εξ άλλου, ως πηγή αξίας η εργασία του κλώστου

ουδόλως διαφέρει της του χύτου των τηλεβόλων ή καλύτερα της του

φυτευτού του βάμβακος ή του κατασκευαστού των κλωστήρων, δηλ. των

πραγματοποιηθεισών εργασιών και τα μέσα της παραγωγής του νήματος.

Εάν αι εργασίαι αύται, παρά την διαφοράν των χρησίμων μορφών των,

δεν ανάγοντο εις φανταστικήν φύσιν, δεν θα ηδύναντο να διακριθούν,

αδιαφόρως προς την ποσότητά των, της ολικής εν τω προϊόντι

πραγματοποιηθείσης εργασίας.

Έκτοτε αι αξίαι βάμβαξ και κλωστήρες, δεν θα απετέλουν επίσης

ακέραια μέρη της υλικής αξίας του νήματος. Πράγματι, εκείνο το

οποίον ενδιαφέρει ενταύθα, δεν είναι πλέον η ποιότης, αλλ' η

ποσότης της εργασίας· μόνη αυτή υπολογίζεται. Ας παραδεχθώμεν ότι

το πλέξιμον είναι μέσος όρος απλής εργασίας. Βραδύτερον θα ίδωμεν

ότι η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλεν εις τίποτε το ζήτημα.

Κατά την εκτέλεσιν της παραγωγής, η εργασία μεταβαίνει αδιακόπως

από της δυναμικής της μορφής εις την διαβατικήν της τοιαύτην. Μία

ώρα εργασίας π. χ., ήτοι η δαπάνη ζώσης δυνάμεως του κλώστου επί

μίαν ώραν, αντιπροσωπεύεται εις ωρισμένην ποσότητα νήματος.

Εκείνο, όπερ ενταύθα έχει μεγάλην σπουδαιότητα, είναι ότι κατά την

διάρκειαν της μετατροπής του βάμβακος εις νήμα, δεν δαπανάται ή ο

κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας. Εάν υπό τας κοινωνικάς

συνθήκας, δηλαδή υπό τας συνθήκας των κοινωνικών όρων της

παραγωγής, δέον όπως επί μίαν ώραν εργασίας Α λίτραι βάμβακος

μετατραπούν εις Β λίτρας νήματος, δεν υπολογίζεται ως ημέρα

εργασίας 12 ωρών ή η μετατρέπουσα 12 Χ Α λίτρας βάμβακος εις 12 Χ

Β λίτρας νήματος. Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας είνε

πράγματι ο μόνος όστις υπολογίζεται εν τω σχηματισμώ της αξίας.

Θα παρατηρήση τις ότι όχι μόνον η εργασία, αλλ' ωσαύτως τα μέσα

της παραγωγής και το προϊόν ήλλαξαν ήδη ρόλον. Η πρώτη ύλη

ποτίζεται διά ποσότητός τινος εργασίας. Είναι αληθές ότι η

απορρόφησις αύτη δεν μετατρέπεται εις νήμα, γνωστού όντος ότι η

ζώσα δύναμις του εργάτου εδαπανήθη υπό μορφήν πλεξίματος, το

προϊόν όμως εις νήμα δεν χρησιμεύει ή ως βαθμόμετρον δεικνύον την

ποσότητα της υπό του βάμβακος απορροφηθείσης εργασίας: π. χ. 10

λίτραι νήματος θα δεικνύουν 6 ώρας εργασίας και 1 ώρα αναγκαιοί

διά το πλέξιμον 1 λίτρας και 2/3 βάμβακος. Ποσότητές τινες

προϊόντος καθωρισθείσαι συμφώνως προς τα δεδομένα της πείρας δεν

αντιπροσωπεύουν ή τας μάζας της στερεοποιηθείσης εργασίας — την

υλοποίησιν μιας ώρας, 2 ωρών, μιας ημέρας κοινωνικής εργασίας.

Το ότι η εργασία είναι κλώσις, η ύλη βάμβαξ και το κλωσθέν νήμα,

τούτο είναι όλως αδιάφορον, ως είναι αδιάφορον εάν το αντικείμενον

της εργασίας ήτο πρώτης ύλης προϊόν. Εάν ο εργάτης, αντί να

απασχολήται εις την νηματουργίαν, χρησιμοποιηθή εις μεταλλείον

γαιανθράκων, η φύσις θα του εχορήγει το αντικείμενον της εργασίας

του. Εν τούτοις &ποσοστόν τι& ωρισμένου γαιάνθρακος εξαχθέν εκ του

στρώματός του, είς στατήρ π. χ. θ' αντεπροσώπευε καθωρισμένον

&ποσοστόν& απορροφηθείσης εργασίας.

Κατά την πώλησιν της εργατικής δυνάμεως υπεννοείτο ότι η ημερησία

αξία του 3 φράγκα ποσόν χρυσού, εν ώ ενσωματούνται 6 ώραι

εργασίας, — και ότι, κατά συνέπειαν πρέπει να καταβληθή εργασία 6

ωρών, διά να παραχθή το μέσον ποσόν των αναγκαίων διατροφών διά

την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου. Όπως ο κλώστης μας

μετατρέπει εντός 1 ώρας 1 λίτραν 2/3 βάμβακος εις 1 λ. 2/3 νήμα,

ούτω 0ά μετατρέψη εντός 6 ωρών 10 λίτρ. βάμβακος εις 10 λίτρ.

νήματος (45).

Κατά την διάρκειαν της κλώσεώς του, ο βάμβαξ απορροφά όθεν ο ώρας

εργασίας· Ο αυτός χρόνος εργασίας καθορίζεται και ποσόν τι χρυσού

3 φράγκων ο κλώστης προσέθεσεν όθεν εις τον βάμβακα αξίαν 3

φράγκων.

Ας υπολογίσωμεν τώρα την ολικήν αξίαν του προϊόντος. Αι 10 λίτραι

νήματος περιέχουν δύο ημέρας και ημίσειαν εργασίας· βάμβαξ και

κλωστήρ περιέχουν δύο ημέρας· ημίσεια ημέρα απερροφήθη διά το

κλώσιμον. Το αυτό ποσόν εργασίας καθορίζεται εις μάζαν χρυσού 15

φράγκων. Η τιμή των 15 φράγκων εκφράζει όθεν την ακριβή αξίαν των

10 λιτρών νήματος, η τιμή του 1 φρ. 50 την τιμήν μιας λίβρας.

Ο κεφαλαιούχος μας μένει τότε άναυδος. Η αξία του προϊόντος

ισούται με την αξίαν του χορηγηθέντος κεφαλαίου. Η χορηγηθείσα

αξία δεν εγέννησε υπεραξίαν και το χρήμα κατά συνέπειαν, δεν

μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.

Η τιμή των 10 λιτρών νήματος είναι 15 φράγκα και 15 φράγκα

εδαπανήθησαν εις την αγοράν διά τα συστατικά στοιχεία του

προϊόντος, ή, όπερ είναι το ίδιον, διά τους παράγοντας της

εκτελέσεως της εργασίας, 10 φράγκα διά τον βάμβακα, 2 φράγκα διά

την φθοράν των κλωστήρων και 3 φράγκα διά την εργατικήν δύναμιν.

Εις ουδέν χρησιμεύει η εξόγκωσις της αξίας του νήματος, διότι αύτη

δεν είναι ή το ποσόν των αξιών των πρότερον διενεμηθεισών επί των

παραγόντων των, προσθέτοντες όθεν ταύτην, δεν την πολλαπλασιάζομεν

(46).

Πάσαι αι αξίαι αύται έχουν ήδη συγκεντρωθή επί ενός αντικειμένου,

ήσαν όμως το ποσόν των 15 φράγκων και πριν ή ο κεφαλαιούχος τας

εξαγάγη εκ του θυλακίου του διά να τας υποδιαιρέση εις τρεις

αγοράς.

Ουδέν το περίεργον εν τω αποτελέσματι τούτω. Η αξία μιας λίτρας

νήματος αντιστοιχεί με 1 φρ. 50, εις δε την αγοράν ο κεφαλαιούχος

μας θα αναγκασθή να πληρώση 15 φράγκα διά 10 λίτρας νήματος. Είτε

αγοράζει ετοίμην την οικίαν του ή ο ίδιος αναλαμβάνει να την κτίση

ιδίαις του δαπάναις, ουδεμία εκ των πράξεων τούτων δεν θ' αυξήση

το χρησιμοποιηθέν διά την απόκτησιν της οικίας του ταύτης χρήμα.

Ο κεφαλαιούχος, έφιππος επί της κοινής πολιτικής του οικονομίας,

θα κραυγάση ίσως ότι εχορήγησε το χρήμα του με την πρόθεσιν να το

πολλαπλασιάση. Αλλ' η οδός της κολάσεως είναι εστρωμένη με

ευσεβείς πόθους και ουδείς δύναται να τον εμποδίση να δημιουργήση

χρήμα χωρίς να παραγάγη. Ορκίζεται ότι δεν θα αποπλανηθή πλέον εις

το μέλλον θα αγοράση εις την αγοράν εμπορεύματα έτοιμα αντί να τα

κατασκευάση ο ίδιος. Αλλ' εάν όλοι οι κεφαλαιούχοι, ενεργήσουν

παρομοίως, τότε πώς θα ευρεθούν τα εμπορεύματα εις την αγοράν; Εν

τούτοις δεν δύναται να φάγη το χρήμα του. Άρχεται τότε να μας

κατηχή. Έπρεπε να ληφθή υπ' όψιν η αποχή του, ενώ κάλλιστα θα

ηδύνατο να διασκεδάση με τα 15 του φράγκα· αντί τούτου τα

κατηνάλωσε παραγωγικώς και παρήγαγε νήμα. Είναι αληθές, αλλ' είναι

επίσης αληθές ότι έχει νήμα και ουχί τύψιν συνειδότος. Ας λάβη τα

μέτρα του διά να μη υποστή την τύχην του θησαυριστού, ο οποίος μας

απέδειξε πού οδηγεί ο ασκητισμός.

Άλλως τε εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε, ο βασιλεύς χάνει τα

δικαιώματά του. Όσον δήποτε αξιόλογος και εάν είναι η αποχή του,

δεν ευρίσκει χρήμα διά να την πληρώση, αφ' ού η αξία του

εμπορεύματος του εξερχομένου εκ της παραγωγής είναι ακριβώς ίση

προς το ποσόν των εισελθουσών εις αυτό αξιών. Η παρηγορητική αύτη

σκέψις ας είναι βάλσαμον δι' αυτόν: η αρετή πληρώνεται μόνον διά

της αρετής. Αλλ' όχι! γίνεται ενοχλητική. Δεν ξεύρει τι να κάμη το

νήμα του. Το παρήγαγε διά την πώλησιν. Ε! λοιπόν ας το πωλήση! ή,

όπερ και απλούστερον, ας μη παραγάγη εις το μέλλον ειμή προϊόντα

αναγκαία διά την ιδίαν του κατανάλωσιν: ο Mac Culloch, του

υπέδειξεν ήδη την πανάκειαν ταύτην έναντι των επιδημικών υπερβολών

της παραγωγής. Ιδού τον εκ νέου λακτίζη· ο εργάτης είχε ποτέ την

σκέψιν να κινήση τον αέρα με τα δέκα του δάκτυλα, να παραγάγη

εμπορεύματα χωρίς τίποτε; αυτός δεν τον εχορήγησε την πρώτην ύλην,

εν τη οποία και διά της οποίας μόνης δύναται να δώση υπόστασιν εις

την εργασίαν του; Και όπως το μεγαλύτερον μέρος της πολιτικής

κοινωνίας αποτελείται από παρομοίους γυμνόποδας, δεν προσέφερε διά

των μέσων της παραγωγής του βάμβακος και του ποσού υπηρεσίαν

τεραστίαν εις την ως άνω κοινωνίαν, και κυρίως εις τον εργάτην εις

τον οποίον εχορήγησε επί πλέον και την διατροφήν; Και να μη λάβη

τίποτε έναντι της υπηρεσίας! Αλλά μήπως ο εργάτης δεν προσέφερεν

υπηρεσίαν εις αντάλλαγμα, μετατροπή εις νήμα, τον βάμβακα και τους

κλωστήρας του; Εξ άλλου δεν πρόκειται ενταύθα περί υπηρεσιών (47).

Η υπηρεσία δεν είναι παρά το ωφέλιμον αποτέλεσμα μιας αξίας

χρήσεως, είτε αύτη είνε εμπόρευμα, είτε εργασία. Πρόκειται μόνον

περί της ανταλλακτικής αξίας. Επλήρωσε εις τον εργάτην αξίαν 3

φράγκων. Ούτος πάλιν του αποδίδει το ακριβές ισοδύναμον προσθέτων

την αξίαν των 3 φράγκων εις τον βάμβακα, αξίαν αντί αξίας. Ο

κεφαλαιούχος μας λαμβάνει τότε την μετριοπαθή στάσιν ενός εργάτου.

Μήπως και αυτός δεν ειργάσθη επίσης; Η εργασία του της επιβλέψεως

και επιτηρήσεως δεν αποτελεί ωσαύτως αξίαν και ο Διευθυντής του

εργοστασίου του και ο επιστάτης του υψώνουν τους ώμους. Εν τω

μεταξύ ο κεφαλαιούχος προσέλαβε μετά πονηρού μειδιάματος, την

προτέραν του μορφήν. Μας ενέπαιζε με τα παράπονά του. Ούτε

διώβολον δεν δίδει δι' όλα αυτά.

Αφίνει τας υπεκφυγάς ταύτας, τας κοινάς ταύτας διπλωματικότητας

και τους καθηγητάς της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι πληρώνονται

διά τούτο, είναι το επάγγελμά των. Αυτός είναι άνθρωπος πρακτικός

και εάν δεν σκέπτεται εις ότι λέγει εκτός των υποθέσεών του,

γνωρίζει πάντοτε τι πράττει εις τας υποθέσεις του.

Ας παρατηρήσωμεν όμως πλησιέστερον. Η ημερησία αξία της εργατικής

δυνάμεως είναι 3 φρ., διότι χρειάζεται 1/2 ημέρα εργασίας διά την

ημερησίαν παραγωγήν της δυνάμεως ταύτης, ήτοι ότι η αναγκαία

διατροφή διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου στοιχίζει 1/2,

ημέραν εργασίας. Αλλ' η παρελθούσα εργασία, την οποίαν η δύναμις

της εργασίας εγκλείει, και η σημερινή εργασία, την οποίαν δύναται

να εκτελέση, αι ημερήσιαι δαπάναι συντηρήσεώς του και η καθ'

εκάστην δαπάνη, είναι δύο πράγματα τελείως διάφορα.

Τα έξοδα της δυνάμεως καθωρίζουν την ανταλλακτικήν αξίαν, η δαπάνη

της δυνάμεως αποτελεί την αξίαν χρήσεως. Εάν 1/2 ημέρα εργασίας

αρκεί διά να ζήση ο εργάτης επί 24 ώρας, δεν έπεται εκ τούτου ότι

δεν δύναται να εργασθή μίαν ολόκληρον ημέραν. Η αξία την οποίαν

κέκτηται η δύναμις της εργασίας και η αξία την οποίαν δημιουργεί

διαφέρουν όθεν κατά το μέγεθος. Την διαφοράν ταύτην της αξίας ο

κεφαλαιούχος είχεν υπ' όψει, όταν ηγόρασε την εργατικήν δύναμιν. Η

ικανότης αυτής εις την κατασκευήν νήματος ή υποδημάτων, ήτο όρος

sine qua non, διότι η εργασία δέον να δαπανάται υπό χρήσιμον

μορφήν διά να παράγη αξίαν.

Αλλ' ότι τον έκαμε να αποφασίση ήτο η ειδική χρησιμότης του

εμπορεύματος τούτου, να είναι δηλαδή πηγή αξίας και περισσοτέρας

αξίας απ' ότι κέκτηται αύτη. Ταύτην την ειδικήν υπηρεσίαν ζητεί

παρ' αυτής ο κεφαλαιούχος. Συμμορφούται εν τοιαύτη περιπτώσει με

τους αιωνίους κανόνας της ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Πράγματι ο

πωλητής της εργατικής δυνάμεως, ως ο πωλητής παντός άλλου

εμπορεύματος, πραγματοποιεί την ανταλλακτικήν αξίαν και μετατρέπει

την συνήθη μορφήν.

Δεν θα επετύγχανε την πρώτην χωρίς να δώση την άλλην. Η αξία

χρήσεως της εργατικής δυνάμεως δεν ανήκει εις τον πωλητήν, όπως

δεν ανήκει εις τον παντοπώλην η αξία χρήσεως του πωληθέντος

ελαίου. Ο άνθρωπος των σκούδων επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της

εργατικής δυνάμεως· η χρήσις της κατά την διάρκειαν της ημέρας, η

εργασία συνεπώς μιας ολοκλήρου ημέρας του ανήκει. Το ότι η

ημερησία συντήρησις της δυνάμεως ταύτης στοιχίζει ημίσειαν ημέραν

εργασίας, ενώ δύναται να λειτουργή και να εργάζεται ολόκληρον την

ημέραν, δηλαδή το ότι η δημιουργηθείσα αξία διά της χρήσεώς της

κατά την διάρκειαν μιας ημέρας, είναι το διπλάσιον ημερησίας

ιδικής της αξίας, τούτο είναι ιδιαιτέρως ευτυχής σύμπτωσις διά τον

αγοραστήν, ίσως όμως δεν βλάπτει και εις τίποτε το δικαίωμα του

πωλητού.

Ο κεφαλαιούχος μας προείδε την περίπτωσιν, και τούτο είναι και η

αιτία της ευθυμίας του. Ο εργάτης ευρίσκει όθεν εις το εργαστήριον

τα αναγκαία μέσα της παραγωγής διά μίαν ημέραν εργασίας ουχί 6

αλλά 12 ωρών.

Αφ' ου 10 λίτραι βάμβακος απερρόφησαν 6 ώρας εργασίας και

μετεβλήθησαν εις 10 λίτρας νήματος, 20 λίτραι βάμβακος θ'

απορροφήσουν 12 ώρας εργασίας και θα μετατραπούν εις 20 λίτρ.

νήματος. Ας εξετάσωμεν ήδη το προϊόν της παραταθείσης εργασίας. Αι

20 λίτρ. νήματος περιέχουν 5 ημέρας εργασίας εκ των οποίων

τέσσαρες επραγματοποιήθησαν εις τον βάμβακα και τους

καταναλωθέντας κλωστήρας. Όθεν η νομισματική έκφρασις των 5 ημερών

εργασίας είναι 30 φράγκα. Αύτη είναι όθεν η τιμή των 20 λίτρ.

νήματος. Μία λίτρα νήματος στοιχίζει νυν ως και πρότερον 1 φρ. 50.

Αλλά το ποσόν της αξίας των χρησιμοποιηθέντων εμπορευμάτων εν τη

πράξει δεν υπερβαίνει τα 27 φράγκα και η αξία του νήματος φθάνει

τα 30 φράγκα. Η αξία του προϊόντος ηύξησε κατά 1/9 επί της

χορηγηθείσης αξίας διά την παραγωγήν του. Τα χορηγηθέντα 27 φράγκα

μετεβλήθησαν ήδη εις 30 φράγκα. Εγέννησαν μίαν υπεραξίαν 3

φράγκων· ο κύκλος έγινε. Το χρήμα μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.

Το πρόβλημα ελύθη καθ' ολοκληρίαν ο νόμος των ανταλλαγών ετηρήθη

αυστηρώς· ισοδύναμον προς ισοδύναμον. Εις την αγοράν, ο

κεφαλαιούχος αγοράζει εις την ακριβή του αξίαν παν εμπόρευμα —

βάμβακα, κλωστήρας, εργατικήν δύναμιν. Κατόπιν πράττει ό,τι πας

αγοραστής, καταναλίσκει την αξίαν της χρήσεως. Η κατανάλωσις της

εργατικής δυνάμεως, ούσα ταυτοχρόνως και παραγωγή εμπορευμάτων

αποδίδει προϊόν 20 λιτρών νήματος εχουσών αξίαν 30 φράγκων. Τότε ο

κεφαλαιούχος ο αφήσας την αγοράν ως αγοραστής επανέρχεται ως

πωλητής. Πωλεί το νήμα προς 1.50 φρ. την λίτραν, ούτε οβολόν κάτω

ή άνω της αξίας των, και εν τούτοις αποσύρει από την κυκλοφορίαν 3

φράγκα περισσότερα από όσα εχορήγησεν. Η μετατροπή αύτη του

χρήματός του εις κεφάλαιον λαμβάνει χώραν εις την σφαίραν της

κυκλοφορίας. Η κυκλοφορία χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εκεί, εις την

αγοράν, πωλείται η εργατική δύναμις, διά να καταστή

εκμεταλλεύσιμος εις την σφαίραν της παραγωγής, ένθα καθίσταται

πηγή υπεραξίας, και το παν βαίνει τότε θαυμασίως.

Η παραγωγή της υπεραξίας δεν είναι όθεν άλλο τι ή παραγωγή αξίας,

παραταθείσα πέραν ωρισμένου σημείου. Εάν η εκτέλεσις της εργασίας

διαρκέση μέχρι του σημείου εις το οποίον η αξία της εργατικής

δυνάμεως πληρωθείσα υπό του κεφαλαίου, αντικατασταθή υπό νέου

ισοδυνάμου, τότε απλώς μόνον παραγωγή αξίας υφίσταται. Όταν

υπερβαίνει το όριον τούτο, υπάρχει παραγωγή υπεραξίας.

Εξετάζοντες την παραγωγήν της υπεραξίας, υπεθέσαμεν ότι η

οικειοποιηθείσα εργασία υπό του κεφαλαίου, είναι μέση απλή

εργασία. Η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλε τίποτε. Ας

υποθέσωμεν π. χ. ότι η εργασία του κλώστου συγκρινομένη προς την

του κοσμηματοπώλου είναι εργασία εις ανωτέραν δύναμιν, ότι η μία

είναι κοινή εργασία και η άλλη ειδική εργασία, ένθα εκδηλούται ως

δύναμις δυσκολωτέρα εις τον σχηματισμόν, και ήτις όμως αποδίδει

εις τον αυτόν χρόνον περισσοτέραν αξίαν. Οποιοσδήποτε όμως και εάν

είναι ο βαθμός της διαφοράς μεταξύ των δύο τούτων εργασιών, η

μερίς της εργασίας ένθα ο κοσμηματοπώλης παράγει υπεραξίαν διά τον

κύριόν του, δεν διαφέρει εις τίποτε ποσοτικώς από την μερίδα της

εργασίας ένθα αντικαθιστά με την αξίαν του ιδίου του ημερομισθίου.

Νυν όπως και πρότερον, η υπεραξία δεν προέρχεται ως εκ της

παραταθείσης διαρκείας της εργασίας, είτε του κλώστου είτε του

κοσμηματοπώλου (48).

Αφ' ετέρου, όταν πρόκειται περί παραγωγής αξίας, η ανωτέρα εργασία

δέον πάντοτε να περιορίζεται εις τον μέσον όρον της κοινωνικής

εργασίας, π. χ. μία ημέρα ειδικής εργασίας και 2 ημέραι απλής

εργασίας. Εάν οι έχοντες συναίσθησιν του προορισμού των

οικονομολόγοι διεμαρτυρήθησαν εναντίον της αυθαιρέτου ταύτης

βεβαιώσεως, δεν δυνάμεθα να απαντήσωμεν ή διά της γερμανικής

παροιμίας ότι «τα δένδρα τους εμποδίζουν να ίδουν το δάσος!».

Εκείνο το οποίον κατηγορούν ως τεχνητήν ανάλυσιν, είναι απλούστατα

μέθοδος, ήτις εφαρμόζεται καθ' εκάστην εις πάσαν γωνίαν της γης.

Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων αδιακρίτως

εκφράζονται εις νόμισμα, δηλ. είς τινα μάζαν χρυσού ή αργύρου. Ως

εκ τούτου αι διάφοροι ημέραι της εργασίας αντιπροσωπευύμεναι υπό

των αξιών τούτων, περιωρίσθησαν υπό διαφόρους αναλογίας, εις ποσά

καθορισθέντα υπό ενός μόνον και εις δύο είδη κοινής εργασίας, της

εργασίας, ήτις παράγει τον χρυσόν ή τον άργυρον.

Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο · 第 19 / 26 题