Η χρήσις ή η χρησιμοποίησις της εργατικής δυνάμεως, είναι η
εργασία. Ο αγοραστής της δυνάμεως ταύτης την καταναλίσκει,
υποχρεών εις εργασίαν τον πωλητήν. Ίνα ούτος παραγάγη εμπορεύματα,
η εργασία του δέον να είναι χρήσιμος, ήτοι να πραγματοποιείται εις
αξίας χρήσεως. Είναι όθεν μία ιδιαιτέρα αξία χρήσεως, ειδικόν
είδος το οποίον ο κεφαλαιούχος παράγει διά του εργάτου. Ούτος δε
δεν δύναται να παραγάγη ειμή εφ' όσον ο κεφαλαιούχος του χορηγήση
πρώτην ύλην και τα εργαλεία της παραγωγής.
Εν τη εκτελέσει της εργασίας, η δραστηριότης του ανθρώπου επιφέρει
τη βοήθεια των μέσων της εργασίας, μίαν εκουσίαν τροποποίησιν της
πρώτης ύλης.
Η ενέργεια εξαφανίζεται εις το προϊόν, ήτοι εις αξίαν χρήσεως,
φυσικήν τινα ύλην εφηρμοσμένην εις τας ανθρωπίνους ανάγκας διά
μιας αλλαγής της μορφής. Η εργασία, συνενουμένη μετά του
αντικειμένου της, υλοποιήθη, και η ύλη είναι κατειργασμένη. Ό,τι
εις τον εργάτην ήτο κίνησις, εμφανίζεται τώρα εις το προϊόν ως
ιδιότης εν ηρεμία. Ο εργάτης ύφανε και το προϊόν είναι ύφασμα.
Εάν εξετάσωμεν το σύνολον της κινήσεως ταύτης, από απόψεως του
αποτελέσματός της, τότε αμφότερα, μέσον και αντικείμενον εργασίας,
παρουσιάζονται ως μέσα παραγωγής, και αυτή η εργασία, ως
παραγωγική εργασία.
Εάν η αξία της χρήσεως, είναι το προϊόν εργασίας, εισέρχονται εν
αυτή άλλαι αξίαι χρήσεως, προϊόντα και ταύτα προηγουμένης
εργασίας. Η αυτή αξία χρήσεως, προϊόν εργασίας τινός, καθίσταται
το μέσον παραγωγής άλλου τινός. Τα προϊόντα δεν είναι λοιπόν μόνον
αποτελέσματα, αλλ' ακόμη συνθήκαι της εκτελέσεως της εργασίας.
Το αντικείμενον της εργασίας χορηγείται υπό μόνης της φύσεως εν τη
εξαγωγική βιομηχανία — εκμετάλλευσις μεταλλείων, κυνηγίου, αλιείας
κτλ. — και αυτή τη γεωργία, εφ' όσον περιορίζεται να εκχερσοί
γαίας, εισέτι παρθένους. Όλοι οι άλλοι κλάδοι της βιομηχανίας
επεξεργάζονται πρώτας ύλας, ήτοι αντικείμενα, άτινα επέρασαν ήδη
από εργασίαν, ως π. χ. η σπορά εις την γεωργίαν.
Τα ζώα και τα φυτά, τα οποία συνήθως διαιρούνται ως φυσικά
προϊόντα, είναι εν τη βιομηχανική μορφή των, όχι μόνον ως προϊόντα
της εργασίας του παρελθόντος έτους, αλλ' ακόμη μιας μεταβολής
συνεχισθείσης επί αιώνας υπό την επίβλεψιν και την μεσολάβησιν της
ανθρωπίνης εργασίας. Όσον διά τα κυρίως εργαλεία, τα πλείστα
τούτων, εμφανίζουν και εις το πλέον επιπόλαιον βλέμμα ίχνη
παρελθούσης εργασίας.
Η πρώτη ύλη δύναται να σχηματίση την κυρίαν ουσίαν του προϊόντος ή
να εισέλθη εν αυτώ υπό μορφήν βοηθητικής ύλης. Αύτη τότε
καταναλίσκεται υπό του μέσου της εργασίας, ως ο γαιάνθραξ υπό του
ατμοπλοίου, το έλαιον υπό του τροχού και η βρώμη υπό του ίππου, ή
μάλλον συνενούνται με την πρώτην ύλην διά να ενεργήση μεταβολήν
τινα, ως το χλώριον επί του αβράστου υφάσματος, ο άνθραξ επί του
σιδήρου, το χρώμα επί του μαλλίου, ή ακόμη, βοηθεί αυτήν ταύτην
την εργασίαν να εκπληρωθή, ως π. χ. αι φθαρείσαι ύλαι εις τον
φωτισμόν και την θέρμανσιν του εργαστηρίου. Η διαφορά μεταξύ
κυρίων υλών και βοηθητικών τοιούτων, συγχέεται εν τη κυρίως χημική
κατασκευή, ένθα ουδεμία των χρησιμοποιηθείσας υλών, δεν
εμφανίζεται εκ νέου ως ουσία του προϊόντος.
Ως παν αντικείμενον κέκτηται διαφόρους ιδιότητας και είνε
επιδεκτικόν, ως εκ τούτου, εις πλέον της μιας εφαρμογήν, το αυτό
προϊόν είναι επιδεκτικόν σχηματισμού πρώτης ύλης εκ διαφόρων
ενεργειών. Οι σπόροι χρησιμεύουν ούτω ως πρώτη ύλη εις τον
μυλωθρόν και τον αμυλοποιόν, οινοπνευματοποιόν, εις τον
κτηνοτρόφον κ.τ.λ. ως σπορά δε καθίστανται πρώτη ύλη της ιδίας των
παραγωγής. Ούτω ο άνθραξ εξέρχεται ως προϊόν εκ της μεταλλουργικής
βιομηχανίας, ενώ εισέρχεται εν αυτή ως μέσον παραγωγής.
Εν τη αυτή πράξει, το αυτό προϊόν, δύναται να χρησιμεύση και ως
μέσον εργασίας, και ως πρώτη ύλη· εν τη κτηνοτροφία π. χ. το ζώον,
η επεξειργασμένη ύλη, λειτουργεί ωσαύτως ως μέσον διά την
παραγωγήν της κόπρου.
Προϊόν υφιστάμενον ήδη υπό μίαν μορφήν, καθιστώσαν τούτο
κατάλληλον διά την κατανάλωσιν, δύναται εν τούτοις να καταστή
κατόπιν πρώτη ύλη άλλου προϊόντος. Η σταφυλή είναι η πρώτη ύλη του
οίνου. Υπάρχουν επίσης εργασίαι των οποίων τα προϊόντα είναι
ακατάλληλα διά πάσαν άλλην υπηρεσίαν πλην της πρώτης ύλης. Εν
τοιαύτη κατασταθεί το προϊόν δεν έλαβεν, ως λέγουν, ή ημιτελή
εργασίαν (demi—façon), ενώ καλύτερον θα ήτο να ελέγομεν ότι ήτο
προϊόν βαθμιαίον, ως π. χ. ο βάμβαξ, τα πλεκτά, το τσίτι κ.τ.λ. Η
αρχική πρώτη ύλη, αν και παράγη η ιδία, δυνατόν να έχη να διατρέξη
κλίμακας ολοκλήρους μεταβολών εν ταις οποίαις, υπό μορφήν
μεταβεβλημένην, λειτουργεί πάντοτε ως πρώτη ύλη μέχρι της
τελευταίας πράξεως, ήτις την καθορίζει ως αντικείμενον
καταναλώσεως ή μέσον εργασίας.
Βλέπομεν ότι ο χαρακτήρ του προϊόντος πρώτης ύλης, η του μέσου
εργασίας, δεν αποδίδεται εις αξίαν χρήσεως ειμή αναλόγως της
καθορισμένης θέσεως την οποίαν κατέχει εν τη πορεία της εργασίας,
η δε αλλαγή της θέσεώς της αλλάσσει τον προσδιορισμόν της.
Πάσα αξία χρήσεως, εισερχομένη εις νέας εργασίας ως μέσον
παραγωγής, χάνει όθεν τον χαρακτήρα της ως προϊόντος και
λειτουργεί εις το εξής ως παράγων ζώσης εργασίας. Ο κλώστης θεωρεί
το κλωστήριον και το λίνον απλώς ως μέσον παραγωγής και
αντικείμενον της εργασίας του. Είνε βέβαιον ότι δεν δυνάμεθα να
πλέξωμεν άνευ εργαλείων και άνευ ύλης. Ούτω η ύπαρξις των
προϊόντων τούτον υπονοείται ήδη πριν αρχίσωμεν το πλέξιμον. Αλλ'
εν τη τελευταία ταύτη πράξει μας είνε τελείως αδιάφορον εάν το
κλωστήριον και το λίνον είνε προϊόντα προγενεστέρας εργασίας, όπως
είνε αδιάφορον εν τη ενεργεία της διατροφής, εάν ο άρτος είνε
προϊόν προγενεστέρων εργασιών του καλλιεργητού, του μυλωθρού, του
αρτοποιού κ.ο.κ. Όλως τουναντίον μόνον διά της ελλείψεώς των,
τεθέντος πλέον εν κινήσει του έργου, τα μέσα της παραγωγής
παρουσιάζουν την αξίαν του χαρακτήρος των ως προϊόντων. Μάχαιραι
αίτινες δεν κόπτουν, κλωστή ήτις θραύεται ανά πάσαν στιγμήν,
υπενθυμίζουν τους κατασκευαστάς των. Το καλόν προϊόν δεν κάμνει
αισθητήν την εργασίαν, εξ ης έλκει τα ωφέλιμα προτερήματά του.
Μηχανή μη χρησιμεύουσα εις την εργασίαν είναι άχρηστος. Εξ άλλου
καταστρέφεται υπό την καταστρεπτικήν επιρροήν των φυσικών
πρακτόρων. Ο σίδηρος οξιδούται, το ξύλον σήπεται, το μη
κατεργασθέν μαλλίον κατατρώγεται υπό των σκωλήκων. Η ζώσα εργασία
δέον να παραλάβη τα αντικείμενα ταύτα να τα αναστήση εκ νεκρών και
να τα μετατρέψη από πιθανάς χρησιμότητας, εις πραγματικάς, εις
χρησιμότητας. Λειχόμενα υπό της φλογός της εργασίας, μετατρεπόμενα
εις όργανά της, καλούμενα διά της πνοής της να εκπληρώσουν τας
ειδικάς των λειτουργίας, καταναλίσκονται ωσαύτως διά καθορισμένον
σκοπόν, ως στοιχεία, σχηματίζονται νέα προϊόντα.
Όθεν, τα προϊόντα είναι όχι μόνον το αποτέλεσμα, αλλ' ακόμη ο όρος
της υπάρξεως της εργασίας, τότε μόνον όταν ταύτα ριφθούν ή τεθούν
εις επαφήν με την ζώσαν εργασίαν, και όταν τα αποτελέσματα ταύτα
της παρελθούσης εργασίας δυνηθούν να διατηρηθούν και
χρησιμοποιηθούν.
Η εργασία φθείρει τα υλικά της στοιχεία, το αντικείμενον και τα
μέσα της, και είναι κατά συνέπειαν πράξις καταναλώσεως. Η
παραγωγική αύτη κατανάλωσις διακρίνεται της ατομικής καταναλώσεως
εκ του ότι αύτη καταναλίσκει τα προϊόντα ως μέσα απολαύσεως του
ατόμου, ενώ εκείνα τα καταναλίσκει ως μέσα εκπληρώσεως της
εργασίας. Το προϊόν της ατομικής καταναλώσεως είναι κατά
συνέπειαν, αυτός ο καταναλωτής· το αποτέλεσμα της παραγωγικής
καταναλώσεως είναι προϊόν διακριτόν του καταναλωτού.
Εφ' όσον τα μέσα της και το αντικείμενόν της, είναι ήδη προϊόντα,
η εργασία καταναλίσκει προϊόντα διά να παραγάγη προϊόντα, ή μάλλον
χρησιμοποιεί προϊόντα ως μέσα παραγωγής νέων προϊόντων. Αλλ' η
εργασία ήτις αρχικώς γίνεται μεταξύ του ανθρώπου και της γης, την
οποίαν ευρίσκει, εκτός αυτού δεν παύει ποτέ χρησιμοποιούσα μέσα
παραγωγής φυσικής προελεύσεως, μη αντιπροσωπεύοντα συνδυασμόν τινά
μεταξύ των φυσικών στοιχείων και της ανθρωπίνης εργασίας.
Ας επιστρέψωμεν όμως εις τον κεφαλαιούχον μας. Τον εχάσαμεν καθ'
ην στιγμήν ήρχετο να αγοράση εις την αγοράν όλους τους αναγκαίους
παράγοντας διά την εκπλήρωσιν της εργασίας, τους αντικειμενικούς
παράγοντας — μέσα παραγωγής — και τον υποκειμενικόν παράγοντα —
εργατικήν δύναμιν. Τους εξέλεξε ως γνώστης, ως έμπειρος, όπως τους
χρειάζεται διά το ιδιαίτερον είδος της εργασίας του, διά την
νηματουργίαν, την υποδηματοποιίαν κτλ. άρχεται λοιπόν να
καταναλίσκη το εμπόρευμα το οποίον ηγόρασε, την δύναμιν της
εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι καταναλίσκει τα μέσα της
παραγωγής διά της εργασίας. Γενικώς η φύσις της εργασίας ουδόλως
μετεβλήθη, διότι ο εργάτης εκπληροί την εργασίαν του όχι δι'
εαυτόν, αλλά διά τον κεφαλαιούχον.
Η εκτέλεσις της εργασίας, ως κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως
υπό του κεφαλαίου, δεν δεικνύει ή δύο μόνον ιδιαίτερα φαινόμενα ο
εργάτης εργάζεται υπό τον έλεγχον του κεφαλαιούχου, εις τον οποίον
ανήκει η εργασία του· ο κεφαλαιούχος επαγρυπνεί όπως το έργον γίνη
καλώς και τα μέσα της παραγωγής χρησιμοποιηθούν συμφώνως με τον
επιζητούμενον σκοπόν, όπως μη σπαταληθή η πρώτη ύλη, και το
εργαλείον της εργασίας μη υποστή παρά την απαραίτητον εκ της
χρησιμοποιήσεώς του φθοράν.
Δεύτερον, το προϊόν είναι ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου, και όχι του
αμέσου παραγωγέως, του εργάτου. Ο κεφαλαιούχος πληρώνει π. χ. την
ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως, ης η χρήσις συνεπώς του
ανήκει διαρκούσης της ημέρας, ακριβώς παρομοίως με τον ίππον
εκείνον τον οποίον ενοικιάζομεν με την ημέραν. Η χρήσις του
εμπορεύματος ανήκει εις τον αγοραστήν, δίδων δε την εργασίαν του,
ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως δίδει εις την πραγματικότητα την
αξίαν χρήσεως, την οποίαν επώλησεν. Ευθύς άμα τη εισόδω του εις το
εργαστήριον, η χρησιμότης της δυνάμεώς του, η εργασία, ανήκει εις
τον κεφαλαιούχον. Αγοράζων την δύναμιν της εργασίας του, ο
κεφαλαιούχος ενεσωμάτωσε την εργασίαν ως στοιχείον ζωής εις τα
παθητικά στοιχεία προϊόντων, άτινα είχε προμηθευθή. Από της
απόψεώς του, η εργασία δεν είναι άλλο τι ή η κατανάλωσις της
εργατικής δυνάμεως του εμπορεύματος, το οποίον ηγόρασεν, αλλά το
οποίον δεν θα κατηνάλισκεν, εάν δεν του προσέθετε μέσα παραγωγής.
Η εργασία είναι ούτω πράξις επί πραγμάτων, τα οποία ηγόρασε· του
ανήκουν. Όθεν το προϊόν της πράξεως ταύτης του ανήκει, κατά τον
αυτόν λόγον καθ' ον και το προϊόν της ζυμώσεως εν τη οιναποθήκη
του.