Εκεί οι θεόσπαρτοι έσμιξαν το γέρο βασιλιάδες —

τι απ' τα καράβια ανέβαιναν — όσοι είταν λαβωμένοι,

τ' Ατρέα ο γιος, και του Τυδιά ο γιος, και του Λαέρτη.

Γιατί ως πολύ είτανε αψηλά τα πλοία τραβηγμένα 30

αλάργα απ' το μαβύ γιαλό, τι τράβηξαν στον κάμπο

τα πρώτα, κι' έχτισαν τειχί σιμά στ' ακροκαράβια·

τι το περγιάλι είταν πλατύ, μα δε μπορούσε κι' όλα

ναν τα χωρέσει, κι' ο στρατός πολύ είταν στρυμωγμένος.

Για αφτό σκαλιά τ' αράδιασαν, και γιόμισε όλη η άπλα 35

της αμμουδιάς ως πέρα εκεί που φράζανε οι διο άκρες.

Εκεί οι αρχόντοι πάγαιναν συμαζωχτοί, ακουμπώντας

πας στα κοντάρια, για να δουν την ταραχή, και βόγγαε

μέσα η καρδιά στα στήθια τους. Εκεί απαντούν το γέρο, 39

κι' ο πρωταφέντης γιος τ' Ατριά τον φώναξε και τούπε 41

«Νέστορα, του Νηλέα γιε, των Αχαιών καμάρι,

εδώ γιατί ήρθες κι' άφισες την αντροφάγα μάχη;

Τρέμω το λόγο ο Έχτορας μη μας τον βγάλει αλήθια,

που μια φορά φοβέρισε μιλώντας μες στους Τρώες, 45

πως οχ τα πλοία στο καστρί δε θα γυρίσει πίσω

αν στάχτη δεν τα κάνει πριν κι' αν όλους δε μας σφάξει.

Έτσι έλεγε, και τώρα αφτά βλέπω αληθέβουν όλα.

Ω δυστυχιά, κι' οι άλλοι τους καλοπλισμένοι Αργίτες

μαζί μου κρυφοχόλιασαν, και σαν τον Αχιλέα 50

δε θεν να πολεμήσουν πια για τ' ακρινά καράβια.»

Τότες του λέει ο Νέστορας, ο γέρο-αλογολάτης

«Τέλιωσαν ναι έτσι αφτά όπως λες — αφτή είναι η μάβρη αλήθεια —

κι' αλλιώς δεν τα τελιώνει πια μήτε ο μεγάλος Δίας·

τι το τειχί πάει έπεσε, π' ολπίζαμε θα μείνει 55

κάστρο για μας απάτητο, ταμπούρι της αρμάδας,

κι' αφτοί σα σκύλοι πολεμούν, με πείσμα, να μας πάρουν

τα πλοία, και δε βγάζεις πια, και μια και διο αν κοιτάξεις,

που πιο ο στρατός — ζερβά ή δεξά — τσακάει κακοπαθαίνει·

τόσο έτσι πέφτει ανάκατα, κι' αχεί η φωνή ως στα ύψη. 60

Μα ας δούμε, αδρέφια, αφτή η δουλιά πώς να γενεί, αν μας βγάλει

τίποτα η σκέψη· όμως εμείς δε γίνεται να μπούμε

μες στη σφαγή, τι δε βαστάει σε μάχη ο λαβωμένος.»

Τότες του λέει τ' Ατρέα ο γιος, ο βασιλιά Αγαμέμνος

«Γέρο, αφού τώρα πολεμούν ως στ' ακρινά καράβια, 65

κι' άφελο βγήκε το χτιστό τειχί και το χαντάκι

που να γενεί μας παίδεψε και κρυφολπίζαμ' όλοι

κάστρο θαν τόχουμε άσπαστο κι' εμείς και τα καράβια,

θα πει έτσι ο παντοδύναμος το θέλει γιος του Κρόνου,

άχναροι να χαθούμε εδώ αλάργα απ' την πατρίδα. 70

Τι τόξερα όταν γκαρδιακά μας βόηθαε, και το ξέρω

και τώρα που έτσι σα θεούς μακαριστούς δοξάζει

τους Τρώες, και τα χέρια εμάς μας κόβει και το θάρρος.

Μα ελάτε, κι' ότι εγώ σας πω, αφτό ας το κάνουμ' όλοι.

Ρήξτε τα πλοία στο γιαλό, τα πρώτα εκεί που στέκουν 75

κοντά στην ακροθαλασσά, και στ' ανοιχτά τραβώντας

εκεί ας τ' αφίσουμε δετά στα βάρια ως που να φτάσει

η νύχτα η αστροστόλιστη, αν δα και τότε αν πάψουν

τη μάχη οι Τρώες· έπειτα τραβούμε κι' όλα τ' άλλα.

Ντροπής δεν έχει να σωθείς, κι' αν ξεκινήσεις νύχτα.» 80

Τότες λοξά τον κοίταξε κι' είπε ο σοφός Δυσσέας 82

«Τι λόγια αφτού, τ' Ατρέα γιε, σου ξεστομίζει η γλώσσα;

Δύστυχε! Κάλια ας όριζες κάνα άλλο ασκέρι — ψόφιο —

όχι άντρες τέτιους σαν κι' εμάς, εμάς που ο γιος του Κρόνου 85

από παιδιά μας προίκισε σε μάχες και πολέμους

να ζούμε πάντα ως στη στιγμή που θα μας φάει το χώμα.

Έτσι λοιπόν, ορέγεσαι την πλατοδρόμα Τροία

ν' αφίσεις π' άπειρα για αφτή βάσανα εδώ τραβούμε;

Σώπα! μην τύχει σου κανείς το λόγο και σ' ακούσει, 90

λόγο που δα άντρας καθαφτός δε βγάζει έτσι οχ το στόμα

ποτές του, αν ξέρει το σωστό να κατεβάσει ο νους του,

τα χρέη αν ξέρει τ' αρχηγού κι' ορίζει τόσο πλήθος. 93

Μα πάει! σ' τον ξέγραψα το νου μ' αφτό το λόγο πούπες, 95

που θες την ώρα που η σφαγή κι' η μάχη βράζει ακόμα

να ρήξουμε μες στο γιαλό τα πλοία και να γίνει

πιο ακόμα ότι οι οχτροί ποθούν, που μας νικάνε κιόλας,

και να μας συνεπάρει πια το ρέμα· τι οι Αργίτες

δε θάχουν νου για πόλεμο, παρά θα παραλύσουν 100

κι' αλλού θα βλέπουν σαν τραβάς μες στο γιαλό τα πλοία.

Θα δεις τότε αν μας ρήμαξε αφτή η βουλή σου, αφέντη.»

Τότε απαντάει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους

«Βαρύς, Δυασέα, ο λόγος σου και σα μαχαίρι μπήκε

μες στην καρδιά μου· μα άθελα δε θέλω εγώ οι Αργίτες 105

να ρήξουν τα καλόθρονα μες στο γιαλό καράβια.

Και τώρα, πιο καλό όποιος σας ξέρει στρατί, ας μιλήσει,

γέρος ή νιός· τι με χαρά το λόγο εγώ θ' ακούσω.»

Τότες του λέει ο ξακουστός παλικαράς Διομήδης

«Εδώ' ναι αφτός — μην τρέχετε πιο αλάργα — αν θέτε ως τόσο 110

ν' ακούστε κι' ότι εγώ θα πω κι' αν δεν κακοφανεί σας

που τάχατε είμαι απ' όλους σας πιο νιος εδώ στα χρόνια.

Μα απ' άρχοντα γονιό κι' εγώ πως σπάρθηκα παινιέμαι,

απ' τον Τυδιά που γης χυτή στη Θήβα τον σκεπάζει.

Γιατί ο Πορθιάς τρεις έκανε λεβεντονιούς — κι' οι τρεις τους 115

την Κάλυδο και της Πλεβρός τα πλάγια κατοικούσαν —

το Μέλα και τον Άγριονε και τον παππού Βοινέα,

πούταν στα χρόνια ο τρίτος τους μα στην αντριά 'ταν πρώτος.

Μα έμεινε εκείνος στην Πλεβρό, και μίσεψε ο γονιός μου

στ' Άργος κι' εκεί σπιτώθηκε, γιατί ίσως έτσι ο Δίας 120

κι' οι άλλοι τόθελαν θεοί. Κι' εκεί απ' τ' Αδράστου πήρε

μια κόρη, κι' είχε αρχοντικά γιομότο βιος και πλούτη,

κι' είχε χωράφια 'να σωρό σταρόκαρπα με γύρω

πολλές φυτιάς δεντροσειρές· και ζωντανά 'χε πλήθος,

κι' είταν κι' απ' όλους τους το πιο γερό κοντάρι στ' Άργος.

Μα αφτά ακουστά θαν τάχετε, αν είναι ή όχι αλήθια. 125

Έτσι τυχόντα ή άναντρο δεν έχει να με πείτε

και ν' αψηφίστε ότι σας πω, με λόγο αν σας μιλήσω.

Ομπρός! στη μάχη, — τι είναι χριά — και λαβωμένοι ας πάμε!

Και τότε εκεί δε μπαίνουμε στους χτύπους, μον παρέκει

στέκουμε εμείς, μη φάει πληγή πας σε πληγή κανείς μας· 130

μα άλλους εκεί προστάζουμε να παν ομπρός, π' ως τώρα

έτσι αγαπούν και τόρηξαν απ' οκνηρία όξω κι' όξω.»

Έτσι είπε, κι' όλοι πείστηκαν στο γνωστικό του λόγο,

και ξεκινούν, κι' ομπρός ομπρός περπάταε ο γιος τ' Ατρέα.

Μα σαν τυφλός δε βίγλιζε της γης ο τραντοσείστης, 135

μον τρέχει εφτύς κατόπι τους μ' έτσι μορφή σα γέρος,

και πάει το χέρι το δεξύ και πιάνει τ' Αγαμέμνου,

και κράζοντάς τον του μιλάει διο φτερωμένα λόγια

«Τ' Ατρέα γιε, θα χαίρεται στα στήθια τ' Αχιλέα

τώρα η καρδιά του η άχαρη, που βλέπει τη φεβγάλα 140

των Αχαιών και τη σφαγή, τι νου σταλιά δεν έχει,

που έτσι καλό τα μάτια του ποτές του να μη δούνε!

Μα εσένα ακόμα δα οι θεοί δε σε μισούν και τόσο,

παρά και μέλλεται — έννια σου! — στους αρχηγούς των Τρώων

να φύγουν όλοι πίσω ομπρός, και θαν τους δεις στον κάμπο, 145

σ' το τάζω, να τσακίζουνται πιος να γλυτώσει πρώτος.»

Είπε και χουγιοχούγιαξε, στον κάμπο ροβολώντας.

Όσο στον πόλεμο ως εννιά ή κι' ως χιλιάδες δέκα

άντρες φωνάζουν πιάνοντας κονταροκόπι τ' Άρη,

τόση φωνή απ' τα στήθια του της γης ο τραντοσείστης 150

έβγαλε εκεί και γιόμισε κάθε Αχαιού τα σπλάχνα

με φρένια, για να πολεμάν κι' αλύπητα να σφάζουν.

Κι' είδε η θεά οχ τον Έλυμπο, η χρυσοθρόνα η Ήρα,

απ' τ' ακροβούνι πούστεκε, και να! ξανοίγει κάτου

τον αδερφό κι' αντράδερφο, στη δοξοδότρα μάχη 155

που πηγαινόρχουνταν γοργός και χάρηκε η καρδιά της·

κι' είδε το Δία στην κορφή της ρεματούσας Ίδας

ψηλά ψηλά που κάθουνταν, και μισητός της ήρθε.

Και τότε η δέσποινα θεά, η βοϊδομάτα η Ήρα,

πήρε να δει πώς του Διός το νου να ξεγελάσει. 160

Κι' αφτή η βουλή τής φάνηκε σαν πιο καλή στο νου της·

να πάει στην Ίδα μ' όλες της τις χάρες στολισμένη,

μήπως ποθήσει άμα τη δει ναν της χαρεί τα κάλλη,

κι' ύπνο θαν τούχυνε στερνά βαθύ και ξεκουράστη

πας στα βαριά του βλέφαρα και λιγωμένα σπλάχνα. 165

Και στον οντά να πάει κινάει που ο Ήφαιστος ο γιος της

της έφτιασε με τεριαστά στους παραστάτες φύλλα

κι' άγνωρο κλείστρο· αφτό θεός κανείς δεν τόξερ' άλλος.

Και μπήκε μέσα κ' έκλεισε τ' αχτιδοβόλα φύλλα.

Και πρώτα οχ το λαχταριστό κορμί της κάθε λέρα 170

βγάζει μ' αθάνατο νερό, και τρίβεται με λάδι,

πούχε ένα σπάνιο αθάνατο μυρουδικά γιομάτο,

λάδι π' απ' τον καλόστρωτο κι' αν το κουνάς του Δία

τον πύργο, πάλε η μυρουδιά γης κι' ουρανό ποτίζει·

μ' αυτό έτριψε τ' αφράτο της κορμί, και με τα χέρια 175

χτενίζει τα πυκνόσγουρα και πλέχνει τα πλεξούδια,

πλούσια πλεξούδια απ' όμορφο θεοτικό κεφάλι.

Και θάμα φόρεσε σκουτί που η Αθηνά της τόχε

ψιλοδουλέψει και πολλά τούχε βαλμένα ξόμπλια·

και με χρυσές το κούμπωσε στα στήθια ομπρός καρφίτσες. 180

Έπειτα τρίπετρα φοράει στ' αφτιά της σκουλαρίκια

ροδόχρωμα, π' απ' την πολλή λαμποκοπούσαν χάρη.

Κι' έβαλε η σεβαστή θεά στην κεφαλή της γύρω

δεσιά καινούργια — και λεφκή έτσι είταν λες σαν ήλιος — 185

κι' ώρια σαντάλια απέ έδεσε στα λιμπιστά της πόδια.

Έτσι σα φόρεσε όλα της στο σώμα τα στολίδια,

βγαίνει να σύρει, κ' έπειτα την Αφροδίτη κράζει

χώρια απ' τους άλλους τους θεούς και της μιλά 'να λόγο

«Μια χάρη, φως μου, σου ζητώ, και πες μου, θαν την κάνεις, 190

ή μήπως τάχα θ' αρνηθείς κι' έχει η καρδιά σου κάκια

που εγώ βοηθάω τους Αχαιούς κι' εσύ βοηθάς τους Τρώες;»

Τότες η κόρη απάντησε του Δία, η Αφροδίτη

«Ήρα μου, σεβαστή θεά, του Κρόνου θυγατέρα,

λέγε τι θες· μετά χαράς θα κάνω ότι μ' ορίσεις, 195

αν γίνεται η δουλιά που λες κι' αν μου περνά απ' το χέρι.»

Τότες της λέει με διαβολιά η κρουσταλλόκορφη Ήρα

«Δώσ' μου λοιπόν τον έρωτα, και δώσ' μου την αγάπη

π' όλους στον κόσμο εσύ νικάς μ' αφτή, θεούς κι' αθρώπους.

Τι πάω να δω τα πέρατα της γης, και τη μητέρα 200

Τηθύνα και τον Ωκιανό, πηγή των ουρανήσων,

που μ' είχαν πάντα τους μικρή κι' ανάθρεφαν με χάδια,

όταν με πήραν απ' της Ριάς τα χέρια στο πυργί τους,

τότες τον Κρόνο πούρηξε ο βροντολάλος Δίας

κάτου οχ την καρποδότρα γης κι' οχ το γιαλό το στείρο.

Πάω ναν τους δω κι' ένα σωρό παλιές τους δυσαρέσκιες 205

ναν τους διαλύνω, τι καιρό τώρα δεν παν να σμίξουν

σε στρώμα αγάπης, επειδής πεισμάτωσε η ψυχή τους.

Αν την καρδιά τούς πείσω εγώ με διο καλά λογάκια

και φιλιωμένοι αγκαλιαστούν σαν πριν σ' αγάπης στρώμα,

πάντα ακριβή τους θα με λεν και λατρεφτή θα μ' έχουν.» 210

Και τότε η φιλογέλαστη της απαντά Αφροδίτη

«Χάρη σου εσένα ν' αρνηθώ δεν πρέπει ουδέ τεριάζει,

γιατί στου πρώτου των θεών την αγκαλιά κοιμάσαι.»

Είπε, και λει απ' τα στήθια της το κεντητό ζουνάρι

μυριόχρωμο, πούναι όλα της τα μάγια εκεί πλεγμένα. 215

Εκεί είναι ο Πόθος κι' Έρωτας, εκεί είναι η ξελογιάστρα

Γλυκομιλιά που και το νου τον πιο γερό τρελαίνει.

Στα χέρια αφτό της τόδωκε και μίλησε έτσι κι' είπε

«Να, ζώσε αφτό στη μέση σου τ' ωριόχρωμο ζουνάρι·

όλα θαν τάβρεις μέσα εκεί πλεγμένα, και σ'το τάζω 220

πως ακατόρθωτα δεν πας, ότι αν σκοπέβει ο νους σου.»

Έτσι είπε, και γλυκογελάει η γελαδόματη Ήρα,

γλυκογελάει και το λουρί στη μέση ομορφοζώνει.

Στον πύργο τότες γύρισε η ρόδινη Αφροδίτη,

μα η Ήρα πήρε κι' έφυγε πιλάλα οχ τ' ακρολόφι. 225

Κι' απ' την ανθόστρωτη Αμαθιά κι' απ' την Πιεριά περνώντας

τρέχει ίσα προς τ' ασπρόχιονα βουνά των αλογάδων

Θρακών, άκρη άκρη και τη γης δεν πάταε με τα πόδια·

όπου απ' τον Άθο στου γιαλού το κύμα κατεβαίνει

και πάει στου Θόα το νησί, στη βλογημένη Λήμνο. 230

Εκεί τον Ύπνο αντάμωσε, τ' αδέρφι του θανάτου,

και πιάνοντας το χέρι του τού μίλησε έτσι κι' είπε

«Ύπνε μου, αφέντη των θεών και των θνητών αφέντη,

κι' άλλοτε εσύ το λόγο μου τον άκουσες, και τώρα

μη μ' αρνηθείς, και πάντα εγώ θα σου γνωρίζω χάρη. 235

Τώρα αφτό θέλω, κοίμισε τα μάτια τ' αχτιδένια

του Δία, εφτύς που σ' αγκαλιά κρυφοσφιχτούμε αγάπης.

Και δώρο εγώ όμορφο θρονί χρυσό θα σου χαρίσω

πάντα άλιωτο, που ο Ήφαιστος ο γιος μου θα του φτιάσει

μ' ώρια στολίδια, και σκαμνί στη βάση θαν του βάλει 240

για ν' ακουμπάς τα παχουλά σαν ξεφαντώνεις πόδια.»

Τότες απάντησε ο βαθύς και ξεκουράστης Ύπνος

«Ήρα μου, σεβαστή θεά, του Κρόνου θυγατέρα.

έφκολα εγώ ναι αν άλλον πεις θεό μεγάλο αιώνιο

σου τον κοιμίζω, κι' αν μου πεις του ποταμού το ρέμα, 245

του Ωκιανού, που πλάστηκε πηγή μες σ' όλους πρώτη·

όμως το Δία εγώ, το γιο του Κρόνου, δεν αγγίζω,

δεν τον κοιμίζω, εξόν αφτός αφτόθελα αν προστάξει.

Τι δα οι ορμήνιες σου και πριν με πρόκοψαν, θυμάσαι,

τη μέρα που ο λιοντόψυχος γιος του μεγάλου Δία 250

πίσω απ' την Τροία αρμένιζε, σαν κούρσεψε το κάστρο.

Εγώ το νου τού κάρωσα βαθύς χυμένος

γύρω,

και για το γιο του εσύ έβαλες κακούς σκοπούς στο νου σου

κι' άγρια στο κύμα στέλνοντας ανεμοζάλη, ως πέρα

στην πλούσια Κο τον έσπρωξες, αλάργα απ' τους δικούς του. 255

Κι' άξαφνα ο Δίας ξύπνησε, κι' απόπαιρνε χτυπούσε

μες στην αβλή όλους τους θεούς, μα εμένα πιο ζητούσε,

και θα με τίναζε άφαντο στο κύμα οχ τα ουράνια,

η Νύχτα αν των θεών κι' αντρών δε μ' έσωζε η νικήτρα.

Εκεί έφυγα και γλύτωσα, τι μ' όλους τους θυμούς του 260

σταμάτησε από σεβασμό, μη χολοσκάσει η Νύχτα.

Τώρα άλλη πάλε αφτή μου λες δουλιά άπρεπη να κάνω.»

Τότες τ' απάντησε η θεά, η μαρμαρόλαιμη Ήρα

«Ύπνε, τι τα θυμάσαι αφτά και τι τα βάζει ο νους σου

Μα τι, τους Τρώες έτσι λες θα διαφεντέψει ο Δίας 265

σαν όπως για τον Ηρακλή σού θύμωσε το γιο του;

Μον έλα πήγαινε, κι' εγώ μια απ' τις πιο νιές τις Χάρες

σου δίνω ναν την παντρεφτείς και τέρι ναν την κάνεις,

την Πασιθιά π' ορέγεσαι νύχτα και μέρα πάντα.»

Είπε, κι' ο Ύπνος χάρηκε κι' απάντησε έτσι κι' είπε 270

«Έλα λοιπόν ορκίσου μου στης Στύγας τ' αγιονέρι —

με τόνα χέρι σου άγγιζε τη Γης τη μυριοθρόφα,

με τ' άλλο τον αντίλαμπο Γιαλό, για νάναι κάτου

μαρτύροι μας όλοι οι θεοί που τριγυρνούν τον Κρόνο —

πως ναι απ' τις Χάρες τις πιο νιές τη μια θα μου χαρίσεις, 275

την Πασιθιά π' ορέγουμαι νύχτα και μέρα πάντα.»

Έτσι είπε, κι' έστρεξε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα,

κι' όπως της είπε ορκίστηκε, και τους νομάτισ' όλους

τους κατατάρταρους θεούς που λέγουνται Τιτάνες.

Έτσι λοιπόν σαν άμωσε και τέλιωσε τον όρκο, 280

φέβγουν κι' αφίνουν τα νησά της Λήμνος και της Νίμπρος,

κόβοντας δρόμο γλήγορα, σε καταχνιά χωμένοι.

Έτσι ήρθαν στη μυριόβρυση κυνηγοβόσκητη Ίδα,

και στο Λεχτό πρωτάφισαν τη θάλασσα, και βγήκαν

όξω κι' οι διο τους στη στεριά, και τα γοργά τους πόδια

ψηλά στις άκρες σάλεβαν τα φυλλωμένα δέντρα. 285

Κι' ο Ύπνος στέκει εκεί — πριχού πάει στου Διός τα μάτια —

απάς σε θόρατο έλατο, που απάς στην Ίδα τότες

απ' όλους πιο τρανόκορμος ψηλά κορφοπετούσε·

εδέκει μες στα σύμπυκνα κρυμένος δεντροκλάδια

καθότανε, όμιος με πουλί γλυκόφωνο που οι άντρες 290

το λεν στα όρη κύμιντα και που οι θεοί χαλκούδα.

Μα η Ήρα ανέβηκε γοργά στο Ξέφαντο, την άκρη

της Ίδας· και την είδε εκεί του Κρόνου ο γιος ο Δίας,

την είδε κι' έρωτας βαθύς του διάβηκε τα σπλάχνα,

σαν τότε όταν πρωτόσμιγαν και πάγαιναν μ' αγάπη 295

συχνά να κλεφταγκαλιαστούν κρυφά από τους διο γονιούς τους.

Και πάει κοντά της στέκεται και της λαλεί διο λόγια

«Ήρα, για πού με το καλό; Και στο βουνό γιατί ήρθες

τόσο άξαφνα; Όμως άμαξα δε βλέπω νάχεις κι' άτια.»

Τότες του λέει με διαβολιά η αφροσάρκωτη Ήρα 300

«Να, πάω να δω τα πέρατα της γης, και τη μητέρα

Τηθύνα και τον Ωκιανό, πηγή των ουρανήσων,

που μ' είχαν πάντα τους μικρή κι' ανάθρεφαν με χάδια.

Πάω ναν τους δω κι' ένα σωρό παλιές τους δυσαρέσκιες

ναν τους διαλύνω, τι καιρό τώρα δεν παν να σμίξουν 305

σε στρώμα αγάπης, επειδής πεισμάτωσε η καρδιά τους.

Αν την καρδιά τους πείσω εγώ με διο καλά λογάκια

και φιλιωμένοι αγκαλιαστούν σαν πριν σ' αγάπης στρώμα

πάντα ακριβή τους θα με λεν και λατρεφτή θα μ' έχουν.

Φαριά αν ρωτάς, να κάτου εκεί στο ριζοβούνι στέκουν

της Ίδας, άξια να με παν από στεριά και κύμα.

Ήρθα εδώ τώρα ως στο βουνό για σένα, τι δε θέλω

να μου θυμώσεις ύστερα, αν έτσι, δίχως λέξη, 310

μισέψω ως πέρα στ' άπατου του Ωκιανού τον πύργο.»

Μα τότες ο αστραπεφτής της είπε γιος του Κρόνου

«Ήρα, για κει είναι κι' έπειτα καιρός να μου μισέψεις,

Μον έλα εμείς τον έρωτα μια στάλα να χαρούμε,

τι ως τώρα πόθος γυναικός ή και θεάς ποτές μου 315

στα στήθια δε μου χύθηκε, δε μ' άγγιξε τα σπλάχνα,

όσο σε θέλω και γλυκιά τώρα με φλέγει αγάπη.» 328

Τότες του λέει με διαβολιά η κρουσταλλόκορφη Ήρα

«Τι λόγος πάλι αφτός που λες, γιε σεβαστέ του Κρόνου; 330

Αν τώρα αγάπη να χαρείς αποθυμάς στης Ίδας

το Ξέφαντο — κι' είναι όλα τους ορθάνοιχτα τριγύρω —

μα τι θα κάνουμε αν μας δει κάνας θεός αιώνιος

αγκαλιασμένους κι' έπειτα ναν το προφτάσει τρέξει

μες στους θεούς; Πώς τότες θες να σηκωθώ απ' αγάπες 335

και να φανώ στον πύργο σου μες στη γλωσσιά στα λόγια;

Μα αν πια το θέλεις κι' η καρδιά σ' τ' αποθυμάει, να! έχεις

γιατάκι που στον Έλυμπο σούχει φτιασμένα ο γιος σου,

ο Ήφαιστος, με ταιριαστά στους παραστάτες φύλλα·

εκεί σα θέλεις αγκαλιά, εκεί στο στρώμα ας πάμε.» 340

Τότες της Ήρας απάντησε ο γιος του Κρόνου κι' είπε

«Ήρα, πως θαν το δει θεός είτ' άντρας μη φοβάσαι·

τι εγώ με τέτιο σύγνεφο θα σε σκεπάσω γύρω

χρυσό, που διάμεσα κι' αφτός δε θα μας βλέπει ο Ήλιος

πούναι το φως του για να δει πιο διαπεράτο απ' όλα.» 345

Είπε, κι' αρπάει το τέρι του στην αγκαλιά του ο Δίας.

Κι' η Γης τους βγάζει νιόβλαστο και μαλακό χορτάρι,

γιούλια τους βγάζει ολόδροσα βασιλικούς και κρίνους

πυκνούς, που έτσι αψηλά απ' της γης το χώμα τους κρατούσαν.

Πέσανε εκεί, μες σε χρυσό κουκουλωμένοι γνέφι, 350

πανώριο γνέφι πούσταζε δροσιές αχτιδοβόλες.

Έτσι κοιμότανε ήσυχος στην άκρη, ναρκωμένος

απ' ύπνο ο Δίας κι' έρωτα, κι' είχε αγκαλιά την Ήρα.

Και τρέχει ο Ύπνος ο βαθύς να σύρει στα καράβια

και κάτου εκεί του Ποσειδού την είδηση να δώκει. 355

Και πάει κοντά του στέκεται και του μιλάει διο λόγιαο

«Βόηθα, του Κρόνου, τώρα, γιε, τους Αχαιούς με θάρρος,

κι' ώρα καν λίγη χάρισ' τους τη νίκη, ενώ κοιμάται

ακόμα ο Δίας, γιατί εγώ του σκέπασα τα σπλάχνα

με μαλακιά αποκάρωση, κι' η γελαδόματη Ήρα

τον γέλασε κι' ερωτικά να κοιμηθούν την πήρε.» 360

Είπε, και πήγε τότε αφτός στ' αθρώπινα κοπάδια,

κι' ο Ποσειδός πια πρόθυμα θαρρέβει να βοηθήσει.

Εφτύς πηδάει μια ως στη γραμμή των μπροστινών και σκούζει

«Αργίτες, τι, στον Έχτορα θ' αφίσουμε έτσι λέτε

τη νίκη; Τι, θα δοξαστεί καράβια μας πατώντας; 365

Έτσι παινιέται τώρα αφτός και λέει, τι ο Άχιλέας

πέρα στα πλοία μένει αργός που πείσμωσε η καρδιά του.

Μα όλοι αν βοηθάτε, ας λείπει αφτός, η νίκη 'ναι δική μας. 369

Ελάτε! εγώ θα τρέξω ομπρός, και τώρα θα τσακίσει — 374

έτσι εγώ λέω — ο Έχτορας, όση κι' αν έχει φρένια.» 375

Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος. 378

Τότες συνέρια τέντωσαν σκυλίτικη πολέμου 389

εδώ ο λεβέντης Έχτορας, εκείθε ο γιος του Κρόνου, 390

βοηθός ο ένας Αχαιών, βοηθός ο άλλος Τρώων.

Γιόμισε τ' ακρογιάλι εκεί μπροστά στα πλοία λόχους

παντού, κι' ορμούσαν οι στρατοί με ξεκουφάστρα αντάρα.

Τόσο σε ξέρα θάλασσας το κύμα δε βουήζει,

σαν το θεριέβει οχ τα βαθιά κακού βοριά φουρτούνα· 395

τόσο δεν τριζοσαλαγάει μήτε η φωτιά, άμα αρχίσει

πέφκους να καίει αρίφνητους σε βουνοπλαγιά κι' όρη·

τόσο δε σκούζει ο άνεμος σ' ορθόκλαρα τριγύρω

λογγόφραξα, όπου πιο πολύ μουγκρίζει σα φρενιάσει,

όση φωνή τότε άχησε απ' Αχαιούς και Τρώες, 400

σα χοίμισαν να φαγωθούν κακόστριγγα αλυχτώντας.

Και πρώτα πρώτα ο Έχτορας ακόντισε με τ' όπλο

τον Αία, εκεί ίσα απάνου του π' ορμούσε, και τον ήβρε

οπούναι ομπρός τα διο λουριά στο στήθος τεντωμένα,

τόνα αργυρόκαρφου σπαθιού και της ασπίδας τ' άλλο. 405

Αφτά τ' αφράτο τούσωσαν κορμί. Και του Πριάμου

τότες ο γιος λυπήθηκε που το γοργό κοντάρι

πήγε άδικα οχ το χέρι του, και πίσω στων συντρόφων

γυρνάει τους λόχους μην του βγει λαχτάρα στο κεφάλι.

Μα εκεί που γύριζε, να! ο γιος του Τελαμώνα ο Αίας

μια πέτρα — που πολλές εκεί των καραβιών στηρίδια 410

μπροστά είταν σκόρπιες στων αντρών τα πόδια — μιά από δάφτες

σηκώνει, κι' έτσι πρόσλαιμα απάνου απ' την ασπίδα

τόνε βαράει, στα στήθια ομπρός, μια πέτρα που σα σφαίρα

του πέταξε ίσα απάνου του στριφογυρίζοντάς την.

Πώς του Διός ο κεραβνός χάμου ξαπλώνει λέφκα

με ρίζες κι' όλα, και φριχτά βρωμάει το θιάφι γύρω, 415

κι' άξαφνα αν τύχει και τον δεις, σε κόβει κρύος ίδρος

κοντά αν βρεθείς, τι του Διός δε χωρατέβει ο χτύπος·

το ίδιο αμέσως στρώθηκε κι' εκείνος μες στις σκόνες.

Μέσα απ' τη χούφτα τούφυγε το χάλκινο κοντάρι,

του πήγε αλλού το κράνος του, του πήγε άλλου η ασπίδα,

κι' η χαλκοπλούμιστη άχησε τριγύρω αρματωσά του. 420

Όρμησαν άγρια σκούζοντας οι Δαναοί μ' ολπίδα

ναν τον τραβήξουν, κι' έρηχναν συχνά πυκνά κοντάρια·

όμως δεν μπόρεσε κανείς με σπάθα ή με κοντάρι

ναν τον βαρέσει, τι μπροστά πριν στάθηκαν οι πρώτοι

των Τρώων όλοι, Αγήνορας Αινείας Πολυδάμας, 425

κι' οι στρατηγοί των Λυκιωτών, ο Σαρπηδός κι' ο Γλάφκος.

Μηδ' άλλος τον αμέλησε κανείς τους, μόνε ομπρός του

κρατούν τις ομορφόκυκλες ασπίδες, και κατόπι

τον παίρνουν κι' όξω οχ τη σφαγή στα χέρια τους τον βγάζουν,

ως πούρθαν στα γοργά άλογα που καρτερούσαν πίσω 430

όξω απ' τη μάχη μ' αμαξά και με πανώριο αμάξι,

κι' έτσι τον παν προς το καστρί ενώ βαριά βογγούσε.

Κι' όταν στο πέρασμα έφτασαν τ' ασώπαστου Σκαμάντρου,

πλήθιου ποταμού πούκανε ο βροχοδότης Δίας,

εκεί τον βάζουν κατά γης και δροσερό του ρήχνουν 435

νερό· κι' αφτός ανάσανε, κι' ανοίγοντας τα μάτια

στα γόνατα του κάθησε και ξέρασε αίμας μάβρο.

Μα έγυρε πάλι πίσωθες, και χάμου τού πλακώνει

το φως θολούρα, τι η πληγή τον δαιμονούσε ακόμα.

Κι' οι Δαναοί, θωρώντας τον πως έφεβγε απ' τη μάχη, 440

πιο ορμούν απάνου στους οχτρούς και ξαναβρίσκουν θάρρος.

Τότες ο Αίας του Οϊλιά με το βαρύ κοντάρι

πολύ πιο πρώτος πήδησε και κάρφωσε το Σάτνη,

γιο ξωθικιάς, π' αψέγαδη τον έκανε νεράιδα

με τον ξεστήθια Βήνοπα σαν έβοσκε τα βόδια

κοντά στου Σάτνη ποταμού τους ανθοπλήθιους όχτους 445

Αφτόν ζυγώνει και τρυπάει με τ' όπλο στο λαγγόνι,

και τον ξαπλώνει ανάσκελα, και γύρω στο κουφάρι

έπιασαν Τρώες κι' Αχαιοί πεισματωμένη μάχη.

Μα ναν το σώσει τρέχει ευτύς ο άξιος Πολυδάμας,

του Πάνθου ο φιός, και ΄βαρεσε τον γιόνε τ' Αρηλύκου 450

δεξά στον ώμο, ως αντικρύ τρυπώντας του τον ώμο·

κι' έπεσε εκείνος κι' έσφιξε τη γης στην αγκαλιά του.

Τότες εκεί του Πάνθου ο γιος κατακαμαρωμένος

παινέφτηκε με μια φωνή π' ακούστη απ' άκρη ως άκρη

«Πιος είπε λέει πως άδικα μέσα απ' τη στέρια χούφτα

του Πολυδάμα πήδηξε το χαλκωμένο φράξο; 455

Στη σάρκα κάπιος τ' άρπαξε, κι' απάνω του ακουμπώντας

τώρα εγώ λέω θα κατεβεί ως στ' Άδη τα λημέρια.»

Έτσι είπε, και τους Αχαιούς σκυλιάζει η παινεσιά του,

μα απ' όλους πιότερο η χολή ταράχτηκε του Αία, 459

κι' ενώφεβγε γοργά γοργά, του ρήχνει το κοντάρι. 461

Μα ατός του ο γιος τ' απόφυγε του Πάνθου, μ' έναν πήδο

στα πλάγια, κι' ο Αρχέλοχος, γιος τ' Αντηνόρου, αρπάζει

το χτύπο... αφτόν μαθέ οι θεοί προτίμησαν να πέσει.

Γιατί τον βρήκε στο στερνό σφοντύλι, εκεί που σμίγουν 465

ο σβέρκος με την κεφαλή, και τούκοψε τα διο του

ποντίκια· και σαν έπεσε, κεφάλια στόμας μύτες

έφαγαν χώμα πριν πολύ, πριν σκέλος φάει και γόνα.

Τότες ο Αίας φώναξε στον άρχο Πολυδάμα

«Λόγιασε εδώ, του Πάνθου γιε, και πες μου την αλήθια. 470

Τι λες; Αξιζει αφτός εδώ ο άντρας τ' Αρηλύκου

τον άξιο γιό; Όχι ποταπός και ποταπώνε σπέρμα,

Μον σα να φαίνεται αδερφός του ξακουστού Αντηνόρου

ή γιος· τι εκείνου πιο θαρρώ κορμοστασά 'χει κι' όψη.»

Έτσι είπε τάχα — μα καλά τον ήξερε — και πίκρα 475

μπήκε στων Τρώων την καρδιά. Τότες τρυπά ο Ακάμας

τον Πρόμαχο το Βοιωτό, τι πήγε να γλυτώσει

τον αδερφό που ο Πρόμαχος πισώσερνε απ' τα πόδια.

Και σαν τον σκότωσε, έπειτα κατακαμαρωμένος

παινέφτηκε μ' αψιά φωνή π' ακούστη απ' άκρη ως άκρη

«Δοξαρομάχοι Δαναοί, της παινεσάς μαστόροι,

όχι δα! συφορές εμείς δε θα τραβούμε μόνοι, 480

παρά θα τύχει λέω εδώ κι' εσείς νεκροί να πέστε.

Κοιτάξτε, πώς ο Πρόμαχος σφαμένος σάς κοιμάται,

που τ' αδερφού μου αξώφλητος καιρό δα να μη μένει

ο σκοτωμός εδώ. Για αφτό και συγγενή ν' αφίσει

πίσω περικαλάει κανείς, λαχτάρας ξεχρεώστη.» 485

Έτσι είπε, και τους Αχαιούς σκυλιάζει η παινεσά του,

μα απ' όλους πιότερο η χολή ταράχτη του Πηνέλα

κι' όρμησε εφτύς απάνου του. Μα κώλωσε ο Ακάμας

σαν είδε το γιουρούσι του, κι' αφτός το Βιλιονέα

χτυπάει του μυριοπρόβατου Φόρβα 'να γιο, τον Τρώα 490

π' αγάπαε πιο πολύ ο Ερμής και τούχε βιος χαρίσει,

τι η μάννα του μοναχογιό τον έκανε μαζί του·

αφτόν στη ρίζα του ματιού κάτου απ' τα φρύδια τότες

βαρώντας, τούβγαλε το φώς· και πέρασε ο χαλκός του

το μάτι, κι' όξω διάβηκε ίσα ως στο σνίχι αντίκρυ. 495

Κι' έκατσε χάμου, απλώνοντας ο νιος τα διο βραχιόνια.

Τότε ο Πηνέλας σέρνοντας τη σπάθα τού καθίζει

μια δυνατή κατάσβερκα, που κεφαλή και κράνος

κύλησαν χάμου αχώριστα, ενώταν μέσα ακόμα

στο μάτι τ' όπλο. Τότε αφτά τα σήκωσε από χάμου,

και στους οχτρούς γυρίζοντας φωνάζει με περφάνια 500

«Πέστε από μένα, Τρώιδες, στη μάννα και στον κύρη

του Βιλιονιά ν' αρχίσουνε τα μοιρολόγια σπίτι·

γιατί κι' εκείνη, η λυγερή γυναίκα του Προμάχου,

δε θα δεχτεί τον άντρα της χαρούμενη όταν τέλος

ξανά απ' την Τρία γυρίσουμε στην ποθητή πατρίδα.» 505

Έτσι είπε, κι' λοων κόπηκαν τα ήπατα απ' τον τρόμο,

και κάθε Τρώας κοίταζε πού να σωθεί οχ το χάρο.

Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες,

πιος τάχα πρώτος Αχαιός να πήρε ματωμένες

αρματωσές, σαν έγυρε τη μάχη ο Τραντοσείστης. 510

Πρώτος του Τελαμώνα ο γιος τον Ύρτη με το φράξο

παστρέβει, των λιοντόκαρδων οπλαρχηγό Μυσώνε·

και γύμνωσε ο Αντίλοχος το Μέρμερο και Φάλκη·

και τον Ιππότη ξάπλωσε και Μόρη ο γιος του Μόλου·

και πήρε ο Τέφκρος τ' άρματα του Πρόθου και Περφήτη. 515

Τον Απερήνορα έπειτα βαράει μες στο λαγγόνι

ο γιος τ' Ατριά, και τ' άντερα ως μέσα το καντάρι

του θέρισε, και βιαστικά πετά οχ την ανοιγμένη

πληγή η ψυχή του, και βαθύ τον σκέπασε σκοτάδι.

Κι' ένα σωρό έφαγε ο γοργός γιος του Οϊλέα ο Αίας, 520

τι αφτός δεν είχε τέρι του σαν έπαιρνε κυνήγι

στρατούς στον κάμπο, πούσπασαν όταν τα σκιάζει ο Δίας.

Ο

Ιλιάδα · 第 15 / 26 段