Τότες του κάνει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης 655

«Τι τάχα κλαίει τους Αχαιούς ο Αχιλέας έτσι

και δα ρωτάει πιοι πάθανε; που καν δε βάζει ο νους του

σαν τι δεινά μας πλάκωσαν! Τι οι πρώτοι από σαΐτες

κι' από κοντάρια κοίτουνται στα πλοία χτυπημένοι.

Σαΐτα του Τυδέα ο γιος, και κονταριά ο Δυσσέας, 660

έφαγε κονταριά κι' ο γιος, τ' Ατρέα, ο Αγαμέμνος·

κι' εγώ άλλον πάλε εδώ 'φερα, αφτόν, τώρα οχ τη μάχη 663

με σαϊτιάς λαβωματιά. Ωστόσο ο Αχιλέας

καρδιά 'χει, μα δε χλίβεται, δε μας πονάει κομάτι. 665

Για στέκει πια ως να καίγουνται κοντά στ' ακροθαλάσσι

τα πλοία από φωτιά άσβυστη, ενώ παραλυμένους

κι' εμάς μας σφάζουν σαν τραγιά; Τι εγώ — τί θες; — δεν έχω

πια μες στο γέρικο κορμί το νέβρο πούχα πρώτα.

Αχ νάθελ' είμουνα έτσι νιος και να βαστούσα ακόμα 670

σαν όταν πιάσαμε σπαθί εμείς με τους Ηλιώτες

από βοϊδαρπαγή, κι' εγώ τον άξιο τ' Απερόχου

γιο σκότωσα, τον Τυμονιά, ένα άρχοντα του τόπου,

ζητώντας πίσω ξεζημιά. Τι εγώ μ' αφτό το χέρι

τον κάρφωσα ενώ γλύτωνε τα βόδια του, και χάμου 675

έπεσε, κι' όλο σκόρπησε των χωριανών το πλήθος.

Και πλιάτσικα με τους σωρούς μαζέψαμε οχ τον κάμπο,

πενήντα βοϊδοκόπαδα, προβάτων άλλα τόσα,

πενήντα χοίρων, και γιδιών πλατιά κοπάδια ως τόσα,

και γλήγορα άλογα ξανθά ως εκατόν πενήντα, 680

όλα φοράδες πούθρεφαν πολλές τους και πουλάρια.

Και μες σε μια νυχτιά όλα αφτά τα πήγαμε στην Πύλο

ως στο καστρί. Αναγάλλιασε μέσα ο Νηλιάς στα στήθια

πούμουνα τόσο τυχερός μόλις σε μάχη βγήκα.

Και μόλις έφεξε η αβγή, οι κράχτες διαλαλούσαν 685

ναρθεί οπιανού στην Ήλιδα χρωστιούνταν κάπιο χρέος.

Και σα μαζώχτηκαν αφτοί, τότε οι δημογερόντοι

τους μοίραζαν· γιατί πολλών χρωστούσανε οι Ηλιώτες,

σαν πούμαστε μια χούφτα εμείς στην Πύλο, ρημασμένοι·

τι ο θεριομάχος Ηρακλής μάς ρήμαξε σαν ήρθε 690

τα χρόνια πριν, και χάθηκαν οι πιο καλοί μας όλοι.

Τι είμαστε ως γιοι πριν δώδεκα του γνωστικού Νηλέα,

κι' ενώ μονάχα απόμενα κι' όλοι είχαν πάει οι άλλοι.

Για αφτό οι χαλκόφραχτοι Επειγοί πολύ είταν ξεπαρμένοι

κι' άδικες έπαιζαν δουλιές, σαν που μας αψηφούσαν. 695

Και πήρε τότε ο γέροντας βοδιών κοπάδι, κι' άλλο

μεγάλο αρνιών, διαλέγοντας τρακόσα και τσοπάνους.

Τι και του γέρου μου μαθές τρανό χρωστιούνταν χρέος,

τέσσερα τρεξεμιά άλογα κι' οι άμαξες που πήγαν

να παραβγούν· γιατί είτανε να τρέξουν για τριπόδι, 700

μα εκεί τα κατακράτησε ο βασιλιάς Αβγείας,

κι' έδιωξε απέ τον αμαξά που θρήναε τ' άλογά του.

Για αφτά τα λόγια κι' έργατα ο γέρος σκυλιασμένος

κράτησε τόσα, κι' έδωκε να μοιραστούνε τ' άλλα

στο πλήθος, μην του πάει κανείς αδικημένος σπίτι. 705

Εμείς αφτά τα σάξαμε ένα ένα, και στο κάστρο

σφάξαμε γύρω στους θεούς. Κι' εκείνοι τρίτη μέρα

όλοι ήρθανε — οι πεζοί πολλοί, πολλοί κι' οι αλογάδες —

σύψυχοι, και μαζί διο γιοι τ' Αχτόρου αρματωμένοι,

νιοι ακόμα κι' από πόλεμο χωρίς να καλοξέρουν. 710

Κι' είναι μια χώρα, η Βούρλισσα, όρθια ραχούλα, αλάργα

απάνου στο Ρουφιά, ακρινή της αμμουδάτης Πύλος·

που ζώνοντάς την, τ' αλατιού ζητούσαν ναν την κάνουν.

Μα αφού παντού κατέβηκαν στον κάμπο, εμάς τη νύχτα

η Αθηνά οχ τον Έλυμπο γοργή ήρθε μας μηνήτρα 715

ν' αρματωθούμε, κι' άθελους δεν έμασέ μας γύρω,

όλοι είμαστε ανυπόμονοι να βγούμε στο κοντάρι,

Μα εμένα να οπλιστώ ο Νηλιάς δε μ' άφινε, και τ' άτια

μούκρυψε, τι είπε από σφαγές πως δε σκαμπάζω ακόμα.

Μα κι' έτσι εγώ όμως — και πεζός — δοξάστηκα στη μέση 720

των αμαξιών, τι η Αθηνά μούδωκε αντριά και θάρρος.

Κι' έχει ένα Μίνιο ποταμό, που δίπλα της Αρήνας

πάει στο γιαλό· με τ' άτια εκεί προσμέναμε να φέξει,

κι' άλλοι πίσω πλάκωναν, οι λόχοι των πεζώνε.

Σύψυχοι την αβγή από κει με τάξη αραδιασμένοι, 725

κρατώντας τ' άρματα, ήρθαμε ως στου Ρουφιά το ρέμα.

Εκεί ώρια καίγοντας σφαχτά του παντοκράτη Δία,

σφάζοντας τάβρο του Ρουφιά, του Ποσειδού άλλον τάβρο,

όμως της σώστρας Αθηνάς γελάδα κουτελάτη,

τότες στον κάμπο κάτσαμε να φάμε λόχοι λόχοι, 730

και κοιμηθήκαμε, όλοι μας με τ' άρματα οπλισμένοι,

γύρω στο ρέμα. Τότε εκεί να! από παντού οι οχτροί μας

ζώνουν τα κάστρο κι' ήθελαν κομάτια ναν το κάνουν.

Μα τ' Άρη φοβερή δουλιά τους έκοψε τη φόρα·

τι μόλις έφεξε τη γης ο φωτοδότης ήλιος 735

ορμούμε, Δία κι' Αθηνά περικαλώντας όλοι.

Τότες στα χέρια οι Επειγοί σαν ήρθαν κι' οι Πυλιώτες,

εγώ άντρα πρώτος σκότωσα και πήρα τ' άλογά του,

το Μόλιο τον κονταριστή, πούταν γαμπρός τ' Αβγεία

κι' είχε την πρώτη κόρη του, την καστανιά Αγαμήδη, 740

π' όσα η πλατιά φυτρώνει γης βοτάνια, τάξερ' όλα.

Αφτόν εγώ, σα ζύγωνε, του μπήγω το χαλκένιο

κοντάρι, και μακρύ πλατύ σ' τον στρώνω· και στ' αμάξι

πήδησα εγώ και στην σειρά των πρωτομάχων μπήκα.

Τότε οι λιοντόκαρδοι Επειγοί όλοι όπου φύγει φύγει 745

σκόρπησαν μόλις είδανε κι' έπεσε τέτιος άντρας,

των αλογάδων αρχηγός, πούταν στις μάχες πρώτος.

Ωστόσο εγώ τους μπήχτηκα σα μπόρα ανταρωμένη.

Πενήντα αμάξια τσάκωσα, και γύρω στο καθένα

άντρες διο δάγκασαν τη γης, απ' τ' όπλο μου σφαγμένοι.

Μα και τ' Αχτόρου τα παιδιά θα κατελούσα, ανίσως 750

της γης ο σειστής Ποσειδός δεν τάσωζε οχ το φόνο,

ο σπάρτης τους, με καταχνιά πολλή σκεπάζοντάς τους.

Νίκη τρανή τότε έδωκε των Πυλιωτώνε ο Δίας,

τι ως τόσο ομπρός τούς είχαμε μέσα απ' το πυκνοκάμπι,

άντρες βαρώντας κι' άρματα μαζώνοντας πανώρια, 755

ως που το πολυκρίθαρο πάτησαν τ' άλογά μας

Βουπράσι, και της Ωλενιάς το βράχο, και τ' Αλείση

που λεν τη ράχη· όθε η θεά μας γύρισε πια πίσω.

Εκεί στερνό άντρα σκότωσα κι' αφήκα το κυνήγι.

Κι' απ' το Βουπράσι οι Αχαιοί κατά την Πύλο τότες 760

λαλούσαν πίσω τ' άλογα, δοξολογώντας όλοι

το γιο του Κρόνου απ' τους θεούς, το Νέστορα απ' τους άντρες.

Έτσι είμουν, νιος κι' αν είμουνα! Μα απ' τ' Αχιλιά τη νιότη

ψυχή στον κόσμο δε θα δει σταλιά καλό. Μα ας είναι!

μετανιωμένος και πικρά θα κλάψει σα χαθούμε.

Όμως, αδρέφι, εσένα αφτά σου σύσταινε ο Μενοίτης 765

τότες που σ' έστελνε οχ τη Φτιά να πας στον Αγαμέμνο,

κι' είμαστε μέσα εμείς, εγώ κι' ο θεϊκός Δυσσέας,

κι' όλα καλά τ' ακούγαμε σα σ' τάλεγε στον πύργο.

Τι ήρθαμε στου Πηλέα οι διο τ' αρχοντικό, ζητώντας

στρατό μες στην πολύβοσκη να μάσουμε Αχαιΐδα. 770

Μέσα λοιπόν εκεί ήβραμε τον αρχηγό Μενοίτη,

ήβραμε εσένα, κι' έστεκε σιμά σου ο Αχιλέας.

Τότε ο Πηλιάς μες στης αβλής τον πυργοφράχτη μπούτια

έψαινε πρόσπαχα βοδιών στο βροντορήχτη Δία,

κι' ένα ποτήρι ολόχρυσο στα χέρια του κρατώντας,

ξανθό κρασί σαν ψαίνουνταν τα μπούτια περεχούσε. 775

Κι' εσείς το κριάς φροντίζατε, μα στη μπασιά να! οι διο μας

σταθήκαμε. Όρθιος τότε εκεί πετάχτη ο Αχιλέας

σαν ξαφνισμένος, κι' έτρεξε κι' απ' το δεξύ το χέρι

μας πήρε μέσα στην αβλή, να κάτσουμε μας είπε,

μας φίλεψε όλα τα καλά που συνηθούν με ξένους.

Κι' αφού χαρήκαμε καλά το φαγοπότι, πιάνω 780

το λόγο εγώ, και νάρθετε σας έλεγα μαζί μας.

Εσείς πολύ το θέλατε, κι' αμέσως τότε εκείνοι,

κι' οι διο οι γερόντοι, αρχίνησαν πολλά να δασκαλέβουν.

Το γιό του ο γέρος ξόρκιζε, ο βασιλιάς Πηλέας,

πάντα στη μάχη ατρόμητος κι' απ' όλους νάναι πρώτος,

μα εσένα αφτά τ' Αχτόρου ο γιος σου σύσταινε, ο Μενοίτης 785

'Παιδί μου, του Πηλέα ο γιος στην αρχοντιά 'ναι ο πρώτος,

στα χρόνια εσύ· μα αν πεις αντριά, πολύ πιο αξίζει εκείνος.

Μα αρμήνεβέ τον όμοφα, την ίσια στράτα δείχνε,

δώστ' του μια γνώμη· και πια αφτός επί καλού ας σ' ακούει.

Έτσι έλεγε, μα εσύ ξεχνάς. Όμως και τώρα ακόμα 790

ίσως σ' ακούσει αν του τα πεις του φρόνιμου Αχιλέα.

:Πιος ξέρει το — πρώτα οι θεοί! — τα σπλάχνα αν δεν τ' αγγίξει

η συβουλή σου· η συβουλή καλή είναι του συντρόφου.

Μα αν την καρδιά του ίσως καμιά μαντολογιά δειλιάζει,

καμιά αν του ξέρει η σεβαστή μητέρα του απ' το Δία, 795

μα ας στείλει εσένα, και μαζί ας βγει και τ' άλλο πλήθος

των Μυρμιδόνων, μήπως δει μια στάλα φως τ' ασκέρι.

Και πες του τα λαμπρά άρματα, σα βγεις, να σου δανείσει,

μήπως θαρρώντας οι οχτροί πως είσαι τάχα εκείνος

σταθούν, κι' έτσι ανασάνουνε οι αντριωμένοι Αργίτες 800

πούλιωσαν πιά· τι λιγοστή απ' τη σφαγή είναι ανάσα.

Έφκολα ακούραστος λαός πολεμοκουρασμένους

θα διώξει κατά το καστρί αλάργα απ' τις καλύβες.»

Έτσι είπε, και του τ' άγγιξε τα σπλάχνα μες στα στήθια,

και ξεκινάει απ' τα πλοία ομπρός να πάει στον Αχιλέα 805

τρεχάτος. Κι' όταν έφτασε στου θεϊκού Δυσσέα

το τρεχαντήρι, οπούκαναν τις συντυχιές και δίκες

κι' οπούχανε και τους βωμούς χτισμένα των θεώνε,

να! άξαφνα ομπρός του ο Βρύπυλος, του Βαίμου θεοπαίδι,

από τη μάχη, στο μερί σαϊτολαβωμένος, 810

προβάλλει εκεί κουτσαίνοντας, και κρύος τούτρεχ' ίδρος

κάτου οχ τα ραχοκέφαλα, κι' απ' τη βαθιά πληγή του

ανάβρυζε αίμας μελανό, μα ο νους του βάσταε ακόμα.

Και σαν τον είδε ο άφοβος του γέρου γιος Μενοίτη,

τον πόνεσε και λόγια διο του μίλησε θρηνώντας 815

«Α δύστυχοι, των Αχαιών οπλαρχηγοί κι' αρχόντοι,

έτσι λοιπόν σας μέλλουνταν, αλάργα από πατρίδα

και φίλους, μ' άσπρο πάχος σας εδώ όρνια να χορτάστε.

Μον έλα πες μου Βρύπυλε, θεόσπαρτε αρχηγέ μου,

τι λες, στον Έχτορα άραγες θ' αντισταθούνε ακόμα, 820

ή θα χαθούν πια οι Δαναοί σφαγμένοι απ' το σπαθί του;»

Τότε απαντάει ο Βρύπυλος, ο λαβωμένος άντρας

«Όχι, άρχοντά μου Πάτροκλε, ολπίδα πια οι Αργίτες

δεν έχουν, μον μες στα γοργά θα πέσουνε καράβια·

γιατί όλοι εκείνοι, όσοι είταν πριν οι πιο καλοί μας, όλοι 825

σακατεμένοι κοίτουνται στα πλοία από κοντάρι

ή σπάθα οχτρών, και πάντα αφτών πληθαίνει η δύναμη τους.

Μα εμένα γλύτωσέ με εσύ και σύρε με στο πλοίο,

και κόψε μου όξω οχ το μερί τη φτερωτή σαΐτα,

με σύχλιο ξέπλυνε νερό το αίμας, και βοτάνια 830

βάλε καλά μαλαχτικά, π' ο άξιος Αχιλέας

λεν σ' τάμαθε και που κι' αφτόν λεν έχει μαθημένα

ο Χείρωνας, ο πιο πραγύς απ' τους Κεντάβρους όλους.

Τι ο Ποδαλείρης ο γιατρός κι' ο γιατρεφτής Μαχάος,

ο ένας με πληγή θαρρώ πως χάμου στην καλύβα

κοίτεται θέλοντας γιατρό κι' ατός του κατεχάρη· 835

στον κάμπο ο άλλος σταματάει των Τρώων το γιουρούσι..»

Τότες του λέει ο Πάτροκλος, ο ξακουστός λεβέντης

«Σαν πώς να κάνουμε, αρχηγέ; πώς και τα διο να γίνουν;

Πρέπει να πάω 'να λόγονε να πω στον Αχιλέα

π' ο γέρος μού παράγγειλε, ο βασιλιάς της Πύλος· 840

μα κι' έτσι δε σ' άφίνω εγώ να σε παιδέβει ο πόνος.»

Είπε, και στην καλύβα του τον πάει, σηκώνοντάς τον

κάτου απ' τα στήθια. Κι' είδε τον ο παραγιός και χάμου

του στρώνει βοϊδοδέρματα. Εκεί τόνε ξαπλώνει,

κι' οχ το μερί τη χάλκινη φαρμακερή σαΐτα

με το μαχαίρι τούκοψε, και τούπλυνε το αίμας 845

με χλιαρό νεράκι· απέ μια ρίζα με τα χέρια

τρίβει και βάζει του, πικρή πονοκοιμήτρα ρίζα.

Έτσι όλοι πια του λούφαξαν οι πόνοι, κι' η πληγή του

σιγά σιγά ξεράθηκε και τούπαψε το αίμας.

Μ

Έτσι μες στα καλύβια αφτός το λαβωμένο φίλο

γιάτρεβε, του Μενοίτη ο γιος· μα οι άλλοι πολεμούσαν

Τρώες κι' Αργίτες σωρεφτοί. Μηδ' είταν ν' αμποδίσει

πια το χαντάκι, ή το φαρδύ τειχόκαστρο από πάνου

που τόφτιασαν των καραβιών ταμπούρι, και χαντάκι 5

κυκλόσκαψαν, μα των θεών δεν πρόσφεραν σφαχτάρια

που τα πολλά τους λάφυρα να σώζει και καράβια

γύρω τριγύρω· αθέλητα σα νάταν των μεγάλων

θεών χτισμένο, και για αφτό δε βάσταξε και τόσο.

Γιατί όσο ζούσε ο Έχτορας και χόλιαε ο Αχιλέας 10

κι' είταν το κάστρο απάτητο του βασιλιά Πριάμου,

τόσο και το τρανό τειχί των Αχαιών βαστούσε.

Μα αφού των Τρώων έπεσαν όσοι εκλεχτοί είταν όλοι,

πολλοί κι' Αργίτες χάθηκαν — ή και σωθήκανε άλλοι —

κι' έπεσε χρόνο δέκατο το κάστρο του Πριάμου 15

και για την ποθητή ο στρατός τα πρύμισε πατρίδα,

τότες πια ο Φοίβος βάρθηκε κι' ο Ποσειδός να σείσουν

το καστροτείχι, μπάζοντας τα δυνατά ποτάμια

όλα όσα τρέχουν στο γιαλό οχ τα βουνά της Ίδας,

το Ρήσο τον Εφτάπορο τον Κάρησο το Ρόδη 20

το Γρανικό τον Αίσηπο το θεϊκό Σιμόη

το Σκάμαντρο, που εκεί πολλές μες στα νερά του ασπίδες

και κράνα πέσανε κι' αντρών μισόθεων βλαστάρια·

όλων αφτών τα στόματα γύρισε αντάμα ο Φοίβος,

κι' έστελνε απάνου στο τειχί μέρες εννιά το κύμα 25

— κι' όλο κι' ο Δίας έβρεχε — ζητώντας χέρι χέρι

να θαλασσώσει τα τειχιά. Κι' ομπρός, της γης ο σείστης

πάγαινε με το τρίδοντο στα χέρια, και πετούσε

στο κύμα όλα τα θέμελα, θες κούτσουρα θες πέτρες,

πούδρωσε κι' έβαλε ο στρατός· κι' εκεί έτσι τάκανε όλα

απλάδα στον Ελλήσποντο τον πελαγοδαρμένο. 30

Και το τειχί σαν γκρέμισε, τότε άμμο στο περγιάλι

ξανάστρωσε, και γύρισε τους ποταμούς να πάρουν

το δρόμο πούστελναν και πριν τ' αφρόδροσα νερά τους.

Λοιπόν έτσι είταν έπειτα οι δυο θεοί να κάνουν·

μα άναψε τότες στο τειχί τριγύρω ξεκουφάστρα 35

σφαγή, κι' αχούσε η ξυλική των πύργων απ' τους χτύπους.

Κεραυνωμένοι οι Δαναοί απ' την οργή του Δία

παράλυσαν, μες τ' αλαφριά καράβια στρυμωμένοι,

λείψανα ομπρός στον Έχτορα, γερό σφαγής τεχνίτη.

Κι' αφτός, σαν πάντα, μ' όργητα φουρτούνας πολεμούσε. 40

Κι' όπως στη μέση κυνηγών και σκύλωνε λιοντάρι,

ή χοίρος άγριος, απ' αντριά περήφανα γυρίζει,

και κύκλο κάνουνε σφιχτό οι κυνηγοί και στέκουν

αγνάντια, κι' όλο κονταριές συχνά πυκνά τινάζουν,

μα του θεριού η γερή καρδιά δεν του δειλιάει δε τρέμει, 45

μα η τόση του όμως αφοβιά το χαντακώνει τέλος·

έτσι κι' εκείνος τρέχοντας μες στο σωρό γυρνούσε 49

κι' όλο τους φίλους ξόρκιζε τον τάφρο να διαβούνε. 50

Μα δεν κοτούσαν τ' άλογα, μον στέκανε άκρη άκρη

στα χείλια και χλεμέντριζαν, τι το πλατύ χαντάκι

τα φόβιζε, σα δύσκολο ναν το πηδήσουν πέρα

η να διαβούν· γιατί γκρεμοί τού σκούφωναν τον όχτο

απ' άκρη ως άκρη, κι' είτανε παλούκια απάνου απάνου 55

αραδιασμένα μυτερά, που στήσανε οι Αργίτες —

πυκνά μεγάλα — διαφεντιά από γιουρούσια Τρώων.

Εκεί έφκολα άτι, σ' άμαξα καλόροδη δεμένο,

δεν έμπαινε, μα βλέπανε, πεζοί αν θα κατορθώσουν.

Εκεί όμως να! ο αψέγαδος σιμώνει Πολυδάμας 60

τον αντριωμένονε Έχτορα και λέει αφτά τα λόγια

«Έχτορα κι' οι λοιποί αρχηγοί των Τρώων και βοηθώνε,

τρελά λαλούμε διάμεσα του χαντακιού τ' αμάξια·

μα αφτό σα ζόρικο πολύ ναν το διαβείς, τι απάνου

παλούκια στέκουν μυτερά, κι' έχει τειχί παρέκει. 64

Καλά, αν ο Δίας τους μισεί και βούλεται ως στο τέλος 67

να χαντακώνει τους οχτρούς και να βοηθάει τους Τρώες —

ναι εγώ και τώρα θάθελα αφτό να γίνει αμέσως,

άχναρος να χαθεί ο οχτρός στην Τροία, αλάργα απ' τ' Άργος — 70

μα αν πόδα ομπρός γυρίσουνε και γίνει απ' τα καράβια

αντιδιωγμός και μπλέξουμε μες στο σκαφτό χαντάκι,

τότες θαρρώ και μηνητής πως πίσω δε θα φτάσει

στο κάστρο πια, όταν ο οχτρός στραφεί και μας νικήσει.

Μον τώρα ελάτε, κι' ότι εγώ σας πω ας το κάνουμε όλοι. 75

Τ' άλογα στο χαντάκι ομπρός οι παραγιοί ας βαστάξουν,

κι' εμείς πεζοί με τ' άρματα παραταγμένοι ας πάμε

μαζί όλοι με τον Έχτορα αχώριστοι· οι Αργίτες

δε θα σταθούν αν πια θεών τους κυνηγάει κατάρα.»

Είπε κι' εκείνου τ' άρεσε ο γνωστικός ο λόγος, 80

και πήδησε απ' τ' αμάξι εφτύς αρματωμένος χάμου.

Μηδέ έμειναν κι' οι άλλοι εκεί παραταγμένοι Τρώες

στ' αμάξια μέσα, μον πηδούν όξω όλοι σαν τον είδαν.

Τότε οι κοσμάκουστοι βοηθοί κι' οι άλλοι οι Τρώες όλοι 108

την άκουσαν τ' αψέγαδου τη γνώμη Πολυδάμα·

μα ο Άσος, του Αρτάκου ο γιος, ο στρατηγός των Τρώων, 110

ν' αφίσει εκεί δεν ήθελε τον παραγιό και τ' άτια,

μον με τ' αμάξι πέρασε. Μηδέ τα φύλλα βρήκε 120

σφιχτοκλεισμένα του πορτιού μήτε βαλτό το σύρτη,

Μον τα κρατούσανε ανοιχτά, μήπως γλυτώσουν ίσως

κάνα συντρόφι πούτρεχε οχ τη σφαγή στα πλοία.

Μάτιαζε εκεί ίσα κι' έτρεχε, κι' οι άλλοι ακολουθούσαν

φρικτά αλυχτώντας· τι έλεγαν πως πια δε θα βαστάξουν 125

οι Δαναοί, μον στα γοργά θα πέσουν μέσα πλοία...

λωλοί, γιατί ήβραν στο πορτί διο πρώτα παλικάρια,

κονταριστάδων Λαπιθών παιδιά καμαρωμένα,

τον ένα του Περίθου γιο, τον άξιο Πολυποίτη,

κι' άλλον το Λιοντάρα, άτρομο σαν Άρη θνητοφάγο. 130

Αφτοί στ' αψηλοπόρτι ομπρός στηθήκανε, όπως στέκουν

απάνου γιγαντόκορφες βελανιδιές στα όρη,

που πάσα μέρα σε βροχές αντέχουν και σ' ανέμους,

τι ρίζες έχουν θέμελα μεγάλες απλωμένες· 134

έτσι τον Άσο πρόσμεναν και βήμα δεν κουνούσαν, 136

σαν που τους γκάρδιωνε η αντριά κι' απάνουθε οι συντρόφοι. 153

Τι εκείνοι απ' τα καλόχτιστα πυργιά πετροβολούσαν

κοτρώνες, διαφεντέβοντας το στόλο το πετσί τους 155

και τα καλύβια. Κι' έπεφταν οι πέτρες σαν τολούπες,

π' ανεμοζάλη, σείνοντας ανταρωμένα γνέφια,

χύνει πυκνές απάς στης γης κάθε βοσκή και κάμπο·

έτσι έβρεχε απ' των Αχαιών τα χέρια και των Τρώων

βαριές κοτρώνες, και μ' αχό ξερόνε απ' τα λιθάρια 160

τα κράνα γύρω βούηζαν κι' οι στρογγυλές ασπίδες.

Τότε είταν που ξεφώνισε τα γόνατα χτυπώντας,

κι' έτσι είπε και βλαστήμησε του Αρτάκου ο γιος ο Άσος

«Δία πατέρα, να λοιπόν! κι' εσύ πλασμένος ψέφτης

ως στο μεδούλι! Τι είπα δα εγώ πως οι Αργίτες 165

δε θα βαστάξουν την ορμή και τ' άπιαστά μας χέρια·

μα τώρα αφτοί σα μέλισσες, που απάς στο μονοπάτι —

ή σφήκες παρδαλόκορμες — φωλιάζουν, μηδ' αφίνουν

στιγμή τις βαθουλές φωλιές, μον στέκουν και κεντρώνουν

τους κυνηγούς τους, θέλοντας να σώσουν τα μικρά τους· 170

έτσι κι' αφτοί, κιας είναι διο, οχ το πορτί δε θέλουν

να τραβηχτούν, πριν πέσουνε ή πριν ξαπλώσουν άλλους.»

Είπε, μα του Διός του νου δεν πείθει αφτά λαλώντας,

γιατί η καρδιά τον Έχτορα του ζήταε να δοξάσει. 174

Τότες εκεί το Δάμασο ο άξιος Πολυποίτης 182

μέσα απ' το χαλκομάγουλο τον ακοντίζει κράνος·

και δεν αμπόδισε ο χαλκός, μον πέρα ως πέρα ο στόκος

με την ορμή του ξέσκισε το κόκκαλα, και λιώμα 185

μέσα όλος τούγινε ο μιαλός και τούκοψε τη φόρα·

κατόπι και τον Όρμενο ξαρμάτωσε και Πύλο.

Κι' ο αντριωμένος Λιονταράς γιο σφάζει τ' Αντιμάχου

με τ' όπλο, τον Απόμαχο, χτυπώντας τον στη ζώνη·

απέ ξαμώνει τη βαριά απ' το φηκάρι σπάθα, 190

κι ορμώντας μέσα απ' το σωρό, τον Αντιφάτη πρώτα

από κοντά τρυπάει — κι' αφτός ανάσκελα ήρθε κάτου —

έπειτα και το Γιαμενό το Μένο τον Ορέστη,

όλους τους στρώνει απανωτούς στη γης την καρποδότρα.

Κι' ενόσω αφτοί τούς άρπαζαν τ' αστραφτερά άρματά τους, 195

τότε όσοι νιοι τον Έχτορα στην έφοδο ακλουθούσαν,

που πιο πολλοί είταν κι' άτρομοι και το τειχί να σπάσουν

πρώτοι ήθελαν και με φωτιά να κάψουν τα καράβια,

αφτοί έστεκαν σα δίγνωμοι μπρος στο χαντάκι ακόμα.

Τι ενώ ζητούσαν να διαβούν, να! απ' τα ζερβά τούς βγήκε 200

κακό όρνιο, αψηλοπέταχτος αητός, κρατώντας φίδι

στα νύχια κόκκινο χοντρό, που ζωντανό έτσι ακόμα

σπαρτάριζε μα την αντριά δεν είχε χάσει ωστόσο·

τι ενώ το βάσταε, πίσω αφτό γυρνάει κι' εκεί στο στήθος 204

τον τρώει, στα πλάγια του λαιμού, κι' αφτός μακριά του χάμου

τ' αμόλησε μες στου στρατού, σαν πόνεσε, τη μέση,

και πήρε δρόμο — κρώζοντας — με τ' αγεριού το χνώτο.

Πάγωσαν όλοι ιδόντας το το πλουμισμένο φίδι

χάμου στη μέση, του Διός του αστραπεφτή σημάδι.

Τότες αμέσως σίμωσε ο άξιος Πολυδάμας 210

τον αντριωμένονε Έχτορα· και τούπε αφτά τα λόγια

«Έχτορα, πάντα, όταν μιλώ, σαν κάπως μ' αποπαίρνεις,

κιάς λέω σωστά, τι τάχας μου μηδέ τεριάζει, εγώ όντας

απλός πολίτης, σε βουλές ή μάχες ν' αντιστέκω·

χρέος μου λες να σέβουμαι τους ορισμούς σου πάντα.

Πάλι όμως τώρα θαν το πω το τι θαρρώ συφέρνει. 215

Μην πάμε να χτυπήσουμε των Αχαιών τα πλοία·

τι έτσι φοβάμαι θα μας βγει, αν τ' όρνιο αφτό, όπως τόδες,

απ' τα ζερβά μας φάνηκε σαν είταν να διαβούμε,

κακό όρνιο, αψηλοπέταχτος αητός, κρατώντας φίδι

στα νύχια κόκκινο χοντρό, που μέσα του είχε ακόμα 220

ζωή, μα τόρηξ' άξαφνα πριν φτάσει ως στη φωλιά του,

μήτε να πάει κατόρθωσε στ' αητούδια ναν το δώκει·

έτσι κι' εμείς, κι' αν σπάσουμε τειχί και καστροπόρτι

με την ορμή μας κι' οι οχτροί κωλώσουν, μα με χάλια

τον ίδιο δρόμο θάρθουμε οχ τα καράβια πίσω. 225

Κι' ίσως πολλούς αφίσουμε δικούς μας, που οι Αργίτες.

τα πλοία διαφεντέβοντας, με το χαλκό θα σφάξουν.

Να, μαντολόγο αν ξέταζες, τι θα σου πει, αν κατέχει

από σημάδια θεϊκά κι' αληθινό τον ξέρουν.»

Τότες ο Έχτορας λοξά τον κοίταξε και τούπε 230

«Τώρα όσα, Πολυδάμα, λες δεν είναι φίλου λόγια.

Σου ξέρει κι' άλλη πιο καλή να κόψει ο νους σου γνώμη.

Μα αν τέτιο λόγο αληθινά τον λες με τα σωστά σου,

τότες θα πει οι αθάνατοι πως σ' έχουν ξεμωράνει,

που εδώ μου ψέλνεις ορισμούς του Δία ν' αστοχήσω 235

και κάλια θες εγώ πουλιά κι' αητούς μ' οργιά φτερούγες

ν' ακούσω... που δεν τους ψηφάω, στο νου μου δεν τους βάνω,

θένε δεξά ας πηγαίνουνε όθε ανατέλνει ο ήλιος,

θένε ζερβά, κατάισα κατά τη μάβρη δύση. 240

Εμείς τη γνώμη του Διός ν' ακούμε πρέπει, π' όλους

ορίζει αθρώπους και θεούς. Ένα πουλί είναι απ' όλα

το πιο καλό, να πολεμάς για τη γλυκιά πατρίδα.

Τι τάχα εσύ τον πόλεμο φοβάσαι και τους φόνους;

Τι κι' αν οι άλλοι πέφτουμε με τις χιλιάδες όλοι 245

στα πλοία ομπρός, μα φόβο εσύ να σκοτωθείς δεν έχει,

τι είναι η καρδιά σου απόλεμη, δειλιάζει αν δει κοντάρι.

Μα άκου, απ' τη μάχη αν τραβηχτείς ή πας και ξελογιάσεις

κάνα άλλονε κι' οχ τη σφαγή τόνε γυρίσεις πίσω,

σ' έφαγα εφτύς καρφώνοντας μες στην καρδιά σου τ' όπλο.» 250

Είπε και κίνησε μπροστά, κι' οι άλλοι ακολουθούσαν

με χλαλοή που κούφαινε. Κι' ανεμοζάλη ο Δίας

οχ' τα βουνά τους έστειλε της Ίδας, που στα πλοία

φύσαε γραμμή τον κουρνιαχτό, και ζάβωνε τα μάτια

των Αχαιών μα πλήθαινε τη δύναμη των Τρώων. 255

Απ' τα σημάδια του έτσι αφτά κι' απ' την αντριά τους θάρρος

πήραν, και το τρανό τειχί να σπάσουν προσπαθούσαν.

Τραβούσαν πυργαγκώναρα και γκρέμιζαν μπροστήθια,

τα προβαλμένα μόχλεβαν στηρίδια, που οι Αργίτες

τάστησαν πρώτα μες στη γη για να βαστούν τους πύργους. 260

Αφτά τραβούσαν, κι' όλπιζαν των Αχαιών το κάστρο

να σπάσουν· όμως βήμα αφτοί δε σάλεβαν ακόμα,

Μον τα μπροστήθια φράζοντας μ' ασπίδες βοϊδοπέτσες

χτυπούσαν τον οχτρό από κει καθώς ορμούσε απάνου. 264

Μα δε θα σπούσε ο Έχτορας κι' οι αλογάδες Τρώες 290

τότες ακόμα το πορτί και το μακρύ το σύρτη,

να μη θε στείλει στους οχτρούς απάνου τότε ο Δίας,

σα μες σε βόδια λέοντα, το Σαρπηδό το γιο του.

Αμέσως την ολόιση πρόβαλε ομπρός του ασπίδα,

ώρια χαλκένια χτυπητή, π' ένας χαλκιάς με τέχνη 295

τη χτύπησε, και σ' απλωτά χρυσά ραβδιά από μέσα

πολλά 'ραψε βοϊδόπετσα τριγύρω στο στεφάνι·

αφτή κρατώντας μπρόστηθα, διο παίζοντας κοντάρια,

κινάει σα λαγκαδόθρεφτο λιοντάρι που του λείψει

καιρό το κριάς, κι' η άφοβη του λέει καρδιά του κριάρια 300

να δοκιμάσει κι' αν μαντρί γερό 'ναι να πατήσει·

σαν έτσι τότες πύρωσε το Σαρπηδό η καρδιά του, 307

πηδώντας τότες στο τειχί να σπάσει τα μπροστήθια.

Κι' εφτύς το Γλάφκο φώναξε και τούπε αφτά τα λόγια

«Γλάφκο, τι τάχα στη Λυκιά εμάς τιμούν πιο πρώτα 310

με κρέατα και με πρωτιά και ξέχειλο ως απάνου

ποτήρια, κι' όλοι σα θεούς στα μάτια μάς θωρούνε;

Εκεί τρανό χαιρόμαστε μετόχι απάς στου Ξάνθου

τις άκρες, πλούσιο σε φυτιά και κάμπο σταροδότη.

Τώρα για αφτό να στέκουμε μάς πρέπει με τους πρώτους 315

και με τους πρώτους στη φωτιά να μπαίνουμε της μάχης,

που τέτια και να πει κανείς χαλκόφραχτος Λυκιώτης

Όχι! εκεί πέρα στη Λυκιά ανάξια δεν ορίζουν

οι βασιλιάδες μας εμάς, και τρων παχιά θρεφτάρια

ή διαλεχτό τραβούν κρασί γλυκόπιοτο, μον έχουν 320

κι' αντριά λαμπρή, τι πολεμούν μες στη σειρά των πρώτων.'

Μα, αδρέφι, αν είταν απ' αφτή τη μάχη να σωθούμε

και να μη δούμε πια ποτές γεράματα και χάρο,

τότες κι' εγώ δε θάτρεχα μπροστά να πολεμήσω

μήτε κι' εσένα θάστελνα στη δοξοδότρα μάχη· 325

μα τώρα αφού μας καρτερούν κι' έτσι θανάτου τύχες

χίλιες, που δε μπορεί κανείς θνητός ναν τους γλυτώσει,

πάμε, ή να δώσουμε τιμή ή και στους διο μας άλλος.»

Είπε, κι' ο Γλάφκος άκουσε με προθυμιά το λόγο,

κι' όρμησαν ίσα, τον πυκνό στρατό τους οδηγώντας. 330

Και σαν τους είδε ο Μενεστιάς, του κόπηκε το αίμα,

τι αφτόν να σβύσουν έτρεχαν και στο πυργί του ορμούσαν,

και το τειχί ζερβόδεξα κοιτάζει, μήπως δει ίσως

κάνα αρχηγό π' οχ τα δεινά τους άντρες ναν του σώσει.

Εκεί είδε τους διο Αίιδες τους μαχολιμασμένους 335

πούστεκαν — και τον Τέφκρο εκεί π' ότι ήρθε οχ την καλύβα —

κοντά· μα πού να φώναζε και ν' ακουστεί η φωνή του!

τόση βουή είταν, κι' έφτανε στον ουρανό η αντάρα,

καθώς βαρούσαν άπαφτα ασπίδες κράνα πόρτες·

τι όρμησαν σ' όλα τα πορτιά, κι' ομπρός τους πλήθος Τρώες 340

ναν τις γκρεμίσουν πάσκιζαν με ζόρι και να μπούνε.

Κι' έστειλε εφτύς στους Αίιδες τον κράχτη του το Θότη

«Ξεκίνα, Θότη θεϊκέ, τον Αία τρέξε κράξ' τον —

ας έρθουν μάλιστα κι' οι διο — πες τους πως κάλια οι διο τους

νάρθουν, τι γλήγορα άσκημη θα δούμε εδώ φουρτούνα· 345

τι έτσι οι Λυκιώτες αρχηγοί μας έσφιξαν, που αιώνια

μες στις σφαγές σα σίφουνας τα πάντα συνεπαίρνουν.

Μα αν κόρωσε κι' εκεί η δουλιά και πολεμούν, μα ας έρθει

μονάχος ο παλικαράς καν γιος του Τελαμώνα,

κι' αντάμα ο Τέφκρος που καλά κατέχει από δοξάρια.» 350

Είπε, κι' ο κράχτης άκουσε του βασιλιά το λόγο,

και παίρνει δρόμο, το τειχί τρεχάτα ακολουθώντας,

έπειτα ομπρός στους Αίιδες πάει στέκει και τους κάνει

«Αίιδες, των χαλκόφραχτων αρχόντοι Δαναώνε,

ο γιος του θεογέννητου του Πετεού σας κράζει 355

να πάτε εκεί, και μια σταλιά στη μάχη να βοηθήστε —

μάλιστα αν γίνεται κι' οι διο — καλυτέρα κι' οι διο σας

να πάτε, τι άσκημη θα δουν γλήγορα εκεί φουρτούνα,

τι έτσι οι Λυκιώτες αρχηγοί τον έσφιξαν, που αιώνια

μες στις σφαγές σα σίφουνας τα πάντα συνεπαίρνουν. 360

Μα αν κόρωσε κι' εδώ η δουλιά και πολεμάτε, ας έρθει

και μόνος ο παλικαράς καν γιος του Τελαμώνα,

κι' αντάμα ο Τέφκρος που καλά κατέχει από δοξάρια.»

Είπε, κι' εκείνος έστρεξε, ο γιγαντένιος Αίας,

και λέει του συνονόματου διο φτερωμένα λόγια 365

«Αδρέφι, οι διο σας τώρα, εσύ κι' ο άξιος Λυκομήδης,

βαστάτε εδώ και δίνενε καρδιά στα παλικάρια

να πολεμούν μ' απόφαση, κι' εγώ θα τρέξω πέρα

ναν τους βοηθήσω στη σφαγή· μα πάλι θα γυρίσω

γλήγορος σαν τους σώσω πριν και φόβο πια δεν έχει.»

Έτσι είπε ο Αίας κι' έσυρε, κι' αντάμα πήγε ο Τέφκρος 370

ο αδερφός του απ' άλληνε μητέρα και μαζί τους

ο Πάντης με το λυγιστό του Τέφκρου πάει δοξάρι.

Κι' ότι έφτασαν στου Μενεστιά τον πύργο ροβολώντας

μέσα απ' το κάστρο — και δεινά τους ήβρανε σφιγμένους —

να! τότε οι άλλοι σα θολή τις πολεμίστρες μπόρα 375

ανέβαιναν, των Λυκιωτών οι στρατηγοί κι' αρχόντοι·

μα αφτοί τούς πέφτουν σα θεριά και το πελέκι αρχίζει.

Πρώτος νομάτο σκότωσε ο αντριωμένος Αίας

το λιονταρόψυχο Επικλή, του Σαρπηδού συντρόφι,

ρήχνοντας πλάκα, π' άξυστη μεγάλη, απάνου απάνου 380

κοίτουνταν μέσα απ' το τειχί κοντά στην πολεμίστρα.

Τέτια έφκολα δεν κουβαλάει, όσο γερός κι' αν είναι,

με διο του χέρια άντρας θνητός σαν τους θνητούς τούς τώρα·

μα μ' ένα αφτός τη σήκωνε. Και ρήχνοντάς την σπα του

το κράνο το χαλκόσκαρο, και θρούβαλα του κάνει

της κεφαλής τα κόκκαλα χωρίς μισό ν' αφίσει. 385

Και χάμου εκείνος έπεσε απ' τον ολόρθο πύργο

σα βουτηχτής, κι' οχ το κορμί φτερούγιασε η ψυχή του.

Κι' ο Τέφκρος τον Ατρόμητο γιο τ' Απολόχου Γλάφκο

με τη σαΐτα, ενώτρεχε στ' αψηλοπύργι απάνου,

τον κάρφωσε εκεί πούδε τον μ' αφύλαχτο βραχιόνι,

και τούκοψε την προθυμιά. Κι' αφτός κλεφτά οχ τον πύργο 390

πίσω πηδάει, μην τόνε δει κάνα Αχαιού το μάτι

πως έφαγε λαβωματιά και παινεσές φωνάξει.

Τούρθε κακό του Σαρπηδού που τούφεβγε έτσι ο βλάμης,

άμα τον είδε· μα έμεινε ν' αγωνιστεί και μόνος,

και καθώς είδε τον Αλκμά του μπήγει το κοντάρι

κι' όξω το σέρνει· τότε αφτός τ' όπλο ακλουθώντας πέφτει 395

μπρούμτα, κι' αχεί η χαλκόπλουμη τριγύρω αρματωσά του.

Τότε άρπαξε με τη γερή χερούκλα το μπροστήθι

και τράβαε, κι' έπεσε όλο του ως πέρα, και του κάστρου

άνοιξε δρόμο σε πολλούς γυμνώνοντάς του απάνου.

Όμως αφτόνε οι διο αδερφοί ενώθηκαν, κι' ο ένας 400

τον σαϊτέβει στο λαμπρό λουρί της αντροσώστρας

γύρω στα στήθια ασπίδας του — μα απ' το παιδί του ο Δίας

διώχνει το χάρο, μη σφαχτεί σιμά στ' ακροκαράβια —

κι' ο Αίας την ασπίδα ορμάει και του τρυπάει, μα μέσα

δε μπήκε η μύτη, μοναχά τον άμπωξε ενώ ορμούσε. 405

Έτσι λιγάκι κώλωσε οχ το τειχί, μα πάλι

δεν τράβαε χέρι, τι η καρδιά τη νίκη του διψούσε.

Γύρισε τότες κι' έκραξε στων Λυκιωτών τ' ασκέρι

«Λυκιώτες, τι έτσι τη σκληρή αναμελάτε μάχη;

Δύσκολο μόνος, βρε παιδιά, κιας είμαι παλικάρι, 410

να σπάσω κάστρο, και στρατί ν' ανοίξω ως τα καράβια.

Μον όλοι ομπρός! τι πιο η δουλιά των πιο πολλώνε αξίζει.»

Είπε, κι' αφτοί σεβάστηκαν την προσταγή τ' αφέντη

κι' όλοι μαζί του πλάκωσαν με πιο μεγάλο πείσμα. 414

Μα κι' έτσι που τους Αχαιούς ναν τους τσακίσουν πίσω! 432

Μον στέκανε όπως ζυγαριά της τίμιας στέκει αργάτρας,

που έχοντας ζύγι και μαλλιά ζερβόδεξα ισοζιάζει

σωστά, τι θέλει το ψωμί να βγάλει των παιδιών της· 435

έτσι ίσα αφτών είχε απλωθεί ο πόλεμος κι' η μάχη,

ως πούδωκε του Έχτορα ο Δίας πιο μεγάλη

τέλος τιμή, και πήδηξε μέσα στο κάστρο πρώτος.

Έσκουξε τότες, κι' η φωνή αχούσε απ' άκρη ως άκρη

«Τρώες, ομπρός, λιοντόκαρδοι! Των Αχαιών το κάστρο 440

σπάστε το, και θεόκαφτη βάλτε φωτιά στα πλοία!»

Έτσι τους πύρωσε, κι' αφτοί κάνουν αφτιά κι' ακούνε,

κι' όλοι ενωμένοι ομπρός τραβάν μες στο τειχί να μπούνε.

Κι' ενόσω απ' τ' αγκωνάρια αφτοί σκαρφάλωναν κρατώντας

κοντάρια χαλκοτρόχιστα, να! ο Έχτορας μια πέτρα 445

αρπάει και φέρνει, πούστεκε εκεί μπροστά στην πόρτα, .

χοντρή με μυτερή κορφή· τέτια από χάμου πέτρα

γεροί διο αργάτες έφκολα δεν τη φορτώνουν τώρα

μέσα σε κάρο, όμως αφτός τη χόρεβε και μόνος. 449

Πώς ο τσοπάνης έφκολα κριαριού κουρά με τόνα 451

σηκώνει χέρι και πολύ δεν τον λυγάει το βάρος,

έτσι την πέτρα σήκωσε, και στις σανίδες ίσα

πήγε, στις φράχτρες της μπασιάς, μαστροσφιγμένες στέριες

αψηλοδίφυλλες, που διο απανωτοί από μέσα 455

σύρτες τις κλιούσαν με μονό καρφί συγκρατημένοι.

Και πήγε στάθηκε σιμά και μες τη μέση μ' άχτι

τις χτύπησε, ριζώνοντας τα σκέλια που η ρηξά του

να κάνει θρήνος, και τους διο τους τσάκισε ρεζέδες.

Μέσα απ' το βάρος έπεσε η πέτρα, και τριγύρω

βούηξε η πόρτα δυνατά· κι' οι σύρτες δεν αντέχουν, 460

Μον σπάει η ξυλική άλλη αλλού με την ορμή της πέτρας.

Πήδηξε τότε ο φοβερός γιος του Πριάμου μέσα

μ' όψη άγρια σα γοργής Νυχτός — και ξάστραφτε απ' το σκιάχτη

χαλκό που φόραε στο κορμί — βαστώντας διο κοντάρια

μέσα στις χούφτες του. Κανείς, νάθε προβάλει ομπρός του, 465

δεν τον σταμάταε εξόν θεός την ώρα που πηδούσε

μες στη μπασιά, και λες φωτιές τα μάτια του πετούσαν.

Γύρισε τότες κι' έκραξε προς το στρατό των Τρώων

να μπούνε απάνου απ' το τειχί· κι' εκείνοι ακούν το λόγο,

κι' άλλοι από πάνου μονομιάς πηδούσαν, άλλοι πάλι

χύνουνταν μέσα απ' τη μπασιά. Σκορπούν τότε οι Αργίτες 470

κατά τα πλοία εδώ κι' εκεί, και γόνα πήγε ο κρότος.

Ν

-

Ξ

Εκεί να! ακούει, κιας έπινε, ο Νέστορας τα ζήτω,

και στ' Ασκληπιού λαλεί το γιο διο φτερωμένα λόγια

«Σκέψου, τι λες να κάνουμε, Μαχά θεοσπαρμένε.

Σαν πιο μεγάλο σάλαγο τώρα αγρικάω απ' τη μάχη.

Μον κάθου εδώ του λόγου σου κι' ήσυχος πίνε μόνος, 5

ως να ζεστάνει ένα λουτρό η λυγερή Εκαμήδη

θερμό, και της πικρής πληγής το αίμας να ξεπλύνει·

τι τρέχει, εγώ στο ξέφαντο θα πεταχτώ να μάθω.»

Έτσι είπε, και του γιου του εφτύς του Θρασυμήδη παίρνει

στέρια μια ασπίδα αστραφτερή, εκεί βαλμένη δίπλα 10

στην κόχη — τι του γέροντα την είχε ο Θρασυμήδης-

και παίρνει ακρόχαλκο γερό κοντάρι ακονισμένο.

Κι' όξω ότι βγήκε, απ' τη μπασιά δουλιά άχαρη ξανοίγει,

τους Αχαιούς που τσάκιζαν και Τρώες καταπόδι

που τους βαρούσαν· κι' είταν πια και το τειχί πεσμένο. 15

Πώς τον απέραντο γιαλό μουγκό θολώνει κύμα —

τι ανέμων λάλωνε μηνάει σιφουνιαστό δρολάπι,

κύμα με δίχως να κυλάει απ' τόνα ή τ' άλλο μέρος

ως να κατέβει οριστικό κάνα απ' το Δία αγέρι·

να πώς μελέταε ο γέροντας με σπλάχνα ανταρωμένα 20

διπλόβουλα, ή για το σωρό των Αχαιών να κάνει

είτε να πάει στ' Ατριά το γιο, στο βασιλιά Αγαμέμνο.

Μα αφτή η βουλή τού δόκησε σαν πιο καλή, να σύρει

στο βασιλιά. Κι' οι διο στρατοί στην μάχη πελεκιούνταν

με πείσμα, κι' άλιωτος χαλκός γύρω στα στήθια αχούσε 25

καθώς χτυπιούνταν με σπαθιά και δίστομα κοντάρια.

Ιλιάδα · 第 14 / 26 段