Έτσι είπε, και με το ραβδί την πλάτη και τους ώμους 265

του κοπανάει γερά, κι' αφτός τη ράχη ανασηκώνει

και δάκρυ χύνει φλογερό. Και πρήξιμο στην πλάτη

αίμα γιομάτο ανέβηκε απ' του ραβδιού το χτύπο.

Και ζαρωμένος κάθησε, και νιώθοντας τον πόνο

τούρηξε μίσους μια ματιά και σφούγγισε το δάκρυ.

Κι' οι άλλοι χασκογέλασαν κι' ας είταν πικραμένοι, 270

κι' έτσι ο καθένας έλεγε στο γείτονα γυρνώντας

«Πόσα καλά κι' ωφέλιμα κάνει ο Δυσσέας πάντα,

πρώτος να δίνει συβουλές σοφές και να μας βγάζει

στη μάχη! Μα το πιο καλό αφτό 'ναι τώρα απ' όλα,

που τον αφτάδη αφτό λογά του βούβανε τη γλώσσα. 275

Δε θα κοτήσει γλήγορα και πάλι ο ξεπαρμένος

των βασιλιάδων μας βρισές να σκούζει και βλαστήμιες.»

Έτσι είπαν. Κι' ο καταχτητής σηκώθηκε Δυοσέας,

το χρυσοκέντηνο ραβδί κρατώντας· και σιμά του

του Δία η κόρη η Αθηνά, μ' όψη σα νάταν κράχτης, 280

φώναζε του λαού σωπή να κάνουν, για ν' ακούσουν

όλοι το λόγο οι Δαναοί, κι' οι μπροστινοί κι' οι πίσω,

και τη βουλή του βασιλιά να δουν, να καταλάβουν.

Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε

«Τ' Ατρέα γιέ, έβαλαν βουλή να σε κακοντροπιάσουν

τώρα πια, αφέντη, οι Δαναοί στα μάτια των ανθρώπων, 285

κι' όσα σου τάξανε ξεχνούν ακόμα σαν κινούσαν

στην Τροία απ' τ' Άργους νάρθουνε τ' αλογοθρόφα μέρη,

να μη γυρίσουν πίσω εξόν σαν πάρουνε το κάστρο·

τι σαν ανήλικα παιδιά ή σα γυναίκες χήρες

κλαίγουνται ο ένας τ' αλλουνού και πίσω θεν να πάνε. 290

Δε λέω, μπορεί κι' ο άνθρωπος να βαρεθεί στο τέλος

τους κόπους, και στο σπίτι του να θέλει να γυρίσει.

Κι' ένα φεγγάρι εδώ αν αργείς το τέρι σου να σμίξεις,

στενάζεις μες στ' ανάφρυδο καράβι σα σε σπρώχνει

αλάργα η βαρυχειμωνιά και τ' αγριεμένο κύμα·

μα εμείς, μας βρήκε ο έννατος που κυκλοφέρνει χρόνος 295

ασάλεφτους εδώ. Για αφτό δεν είναι κατηγόρια

που τα παιδιά ανυπομονούν να φύγουν. Μα και πάλι

ντροπής καιρό να λείπουμε και να γυρίσουμε άδιοι.

Θάρρος, παιδιά! έλα ας μείνουμε μια στάλα ως που να δούμε,

τάχα μαντέβει ψέματα ο Κάρχας ή κι' αλήθια. 300

Τι το θυμόσαστε καλά ακόμα αφτό — μαρτύροι

είστε όλοι εσείς που η συνοδιά δεν άρπαξε του χάρου —

σα χτες προχτές, τη σύναξη σαν είχαν τα καράβια

μες στην Αβλίδα για να βγουν τους Τρώες να βαρέσουν,

εμείς στους άγιους τους βωμούς, στο κεφαλάρι γύρω, 305

σφάζοντας βόδια απ' τους θεούς ζητούσαμε βοήθια

στον ήσκιο ωραίας πλατανιάς, όθε έτρεχε καθάριο

το ρέμα — τότες φάνηκε μεγάλο 'να σημάδι.

Δράκος με ράχη κόκκινη σαν αίμα, φρίκη τέρας,

π' ατός του ο Δίας τόβγαλε στο φως, πηδά από κάτου

απ' το βωμό, κι' ολόισα στην πλατανιά ανεβαίνει 310

Κι' εκεϊ είταν νιόσκαστα πουλιά, έτσι μικρούλια ακόμα,

στην άκρη άκρη, στου δεντρού την πύκνα ζαρωμένα,

οχτώ, κι' η μάννα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα.

Και τ' άκουγες π' απάνου εκεί με κλάμα σπαρταρούσαν

μέσα στο στόμα του φιδιού. Κι' η μάννα γύρω γύρω 315

πετούσε, τα πουλάκια της θρηνώντας· μα το φίδι

γυρνάει, και μες στους θρήνους της την πιάνει απ' τη φτερούγα.

Και σαν την αποτέλιωσε κι' αφτή και τα πουλιά της,

το θάμα θέλησε ο θεός, που τόδειξε, για πάντα

γνωστό να μείνει, και άλλαξε το δράκο σε λιθάρι.

Κι' εμείς στεκόμαστε άφωνοι να δούμε τέτιο θάμα. 320

Μα μόλις είδε των θεών τα φοβερά σημάδια

ο Κάρχας στους βωμούς, κι' εφτύς μαντολογώντας είπε

Και τι σας πιάστηκε η λαλιά, Αργίτες παινεμένοι;

Σημαντικά ο βαθύβουλος του Κρόνου γιος σημάδια

για μας αφτά φανέρωσε, κι' η φήμη τους αιώνια

θα ζήσει, μα σημάδια αργά αργοκατορθωμένα. 325

Καθώς και μάννα και πουλιά τάφαγε τώρα ο δράκος,

οχτώ, κι' η μάννα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα,

το ίδιο εννιά κι' εμείς αφτού θα πολεμάμε χρόνια·

στα δέκα απάνου, το καστρί στα χέρια μας θα πέσει.'

Έτσι είπε, και τα λόγια του τώρα αληθέβουν όλα. 330

Ελάτε, παλικάρια μου, λοιπόν, και μείνετε όλοι

εδώ, ως που ναν την πάρουμε τη μυριοπλούσια χώρα».

Είπε, και ζητωκράβγασαν οι Δαναοί, και γύρω

χιλιόστομα αντιλάλησε απ' τη φωνή η αρμάδα,

κι' όλοι τα λόγια παίνεσαν του θεϊκού Δυσσέα. 335

Τότες τους λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης

«Ω Θέ μου! αλήθια σαν παιδιά στη συντυχιά μιλάτε

αθώα, που δεν πιάσανε ποτές σπαθί στο χέρι.

Κι' οι συφωνίες μας λοιπόν τι θα γενούν κι' οι όρκοι 339

κι' οι άδολες δεξές σταλιές που παίρναμε όλοι θάρρος; 341

Φωτιά να κάψει τις βουλές και σκέψες των ανθρώπων! 340

γιατί άκαρπα μαλώνουμε με λόγια, και μια λύση

να βρούμε δε μπορέσαμε τόσον καιρό εδωπέρα.

Μα εσύ, Αγαμέμνο, αλύγιστη μ' απόφαση, σαν πρώτα,

οδήγα πάντα το λαό στους φονικούς πολέμους, 345

κι' εκείνους άσ' τους να χαθούν, έναν και διο, που χώρια

απ' το στρατό βουλήθηκαν στο νου τους — από τέτιους

δεν έχει προκοπή — να παν στον τόπο τους πριν δούμε

ψέμα για αλήθια θα φανεί το τάξιμο του Δία.

Τι ναι μας είπε, εγώ θαρρώ, απ' τα ουράνια ο Δίας 350

τη μέρα που τα γλήγορα καράβια ξεκινούσαν,

σφαγή και χάρο φέρνοντας στους Τρώες, και δεξιά μας

άστραφτε εκείνος και καλά μας έδειχνε σημάδια.

Ας μη βιαζόμαστε λοιπόν να πάμε πίσω στ' Άργος,

πριχού χορτάσουμε κι' εμείς των Τρώων τις γυναίκες 355

και της Λενιός ξοφλήσουμε τις πίκρες και ξαγρύπνιες.

Μα όπιος να φύγει βάρθηκε καλά και σώνει, ας έβγει

να βάλει χέρι στο γοργό καλόδετο καράβι,

για να κατέβει αρχύτερα των αλλωνών στον Άδη.

Μα, αφέντη, κρίνε ορθά κι' εσύ, μα αγρίκα και τους άλλους, 360

κι' ο λόγος τώρα που θα πω δεν είναι ναν τον ρήξεις.

Κατά γενιές τους Αχαιούς και κατά έθνη σάξ' τους,

γενιά βοήθια σε γενιά κι' έθνος να φέρνει σ' έθνος.

Αν έτσι κάνεις κι' ο στρατός δεν παρακούσει, τότες

θα δεις πιος αρχηγός κιοτής και πιος είναι αντριωμένος, 365

και πιο απ' τα σώματα· γιατί θα πολεμάνε χώρια·

θα πεις κι' αν θεϊκιά από οργή το κάστρο αν δεν κουρσέβεις

ή κι' από δείλια των αντρών κι' αγνωροσύνη μάχης.»

Τότες γυρνάει στο Νέστορα και λέει ο Αγαμέμνος

«Κανείς αλήθια, γέρο μου, στους λόγους δε σου βγαίνει. 370

Ε και αν σούχα, Δία μου κι' εσύ Αθηνά κι' Απόλλο,

ως δέκα συβουλάτορες μονάχα ναν του μιάζουν!

Γλήγορα τότες θάβλεπαν γονατιστή την Τροία

και σκλαβωμένη απ' τα βαριά να ρημαχτεί σπαθιά μας.

Μα να! ο φουρτουνοκράτης γιος μ' οργίστηκε του Κρόνου. 375

που σε μαλώματα άκαρπα με ρήχνει και διχόνιες·

που για μια νια πιαστήκαμε εγώ κι' ο Αχιλέας

με λόγια δυνατά, κι' εγώ πρωτάρχισα την έχτρα.

Μα αν πάλε οι διο μονιάσουμε κάναν καιρό, μια μέρα

δε θενά αργήσει η συφορά τους Τρώες να πλακώσει. 380

Τώρα να φάτε σύρτε εφτύς κι' ας μπούμε στο κοντάρι.

Καλά ακονίστε τα σπαθιά και σάξτε τις ασπίδες,

δώστε κριθάρι κι' άχερο στα γλήγορα φαριά σας,

και συγυρίστε ολόγυρα για πόλεμο τ' αμάξα,

για να βαστάμε ολημερύς στις κονταριές, στους χτύπους. 385

Γιατί δεν έχει ανάπαψη μιας ώρας, ώστε η νύχτα

να πάρει, και των δυο στρατών τη λύσσα να χωρίσει.

Θα δρώσουν γύρω τα λουριά της κουφωτής ασπίδας

στα στήθια, απάνου στα σπαθιά τα χέρια θ' αποστάσουν,

τα ζα θα δρώσουν σέρνοντας τα τορνεμένα αμάξα. 390

Κι' όπιον να κοντοστέκει εγώ τον δω μακρυά απ' τη μάχη,

αφτού στα ταξιδιάρικα καράβια, ας μην τ' ολπίζει

πως θα γλυτώσει, μον σκυλιά θαν τον παστρέψουν κι' όρνια.»

Είπε, και ζητωκράβγασε τ' ασκέρι, όπως βουήζει

το κύμα απάνου σ' αψηλή ακροβραχιά, σαν έρθει 395

και το θυμώσει ο σίφουνας, σε κάβο που προβάλλει

και τον χτυπάν τα κύματα με κάθε αγέρα πάντα,

απ' όθε αν τύχει και φυσάει, θέλεις βοριά θες νότο.

Σηκώνουνται έπειτα, σκορπάν, και τρέχουν στις καλύβες

φωτιά ν' ανάψουν και ψωμί να ψυχοφάν μια στάλα.

Κι' έσφαζαν άλλοι σ' άλλονε θεό, περικαλώντας 400

απ' τ' Άρη πίσω ζωντανοί το μακελιό να σώσουν·

μα αφτός στον παντοδύναμο του Κρόνου γιο 'ναν τάβρο

παχύ πενταχρονιάτικο, ο Αγαμέμνος, σφάζει,

και στο τραπέζι προσκαλνάει τους πρώτους βασιλιάδες,

πρώτα το γερο-Νέστορα, το Δομενιά μαζί του, 405

στερνά τους Αίιδες τους διο, το φοβερό Διομήδη,

και το Δυσσέα πούφτανε στη γνώση λες το Δία·

μα μόνος του ήρθε ο θαρρετός πολεμιστής Μενέλας,

γιατί ήξερε πολλή δουλιά πως είχε ο αδερφός του.

Και τριγυρνάνε το σφαχτό βαστώντας τα κριθάρια, 410

ενώ άρχιζε τ' Ατρέα ο γιος παράκληση να κάνει

«Ω Δία μαβροσύγνεφε μεγάλε δοξασμένε,

που στα ουράνια κάθεσαι, αχ βόηθα να μην πέσει

ο ήλιος, και να μη χυθεί της νύχτας το σκοτάδι,

πριχού το πλούσιο αρχοντικό γκρεμίσω του Πριάμου 415

και κάψω μ' άσπλαχνη φωτιά τις πόρτες, και πριν κάνω

κομάτια απάνου στο κορμί του γιου του τα τσαπράζα,

κουρελιασμένα απ' το χαλκό· και γύρω του στρωμένοι

πολλοί συντρόφοι πίστομα στο αίμα ας κολυμπάνε.»

Έτσι είπε, μα δεν τούστρεγε ο γιος του Κρόνου ακόμα,

Μον τα σφαχτάρια δέχτηκε και πλήθαινε τις πίκρες. 420

Έτσι σαν είπαν προσεφκή κριθάρι πασπαλώντας,

πρώτα σηκώνουν του βοδιού την κεφαλή, το σφάζουν,

το γδέρνουν, κόβουν τα νεφρά, και τα διπλοτυλίγουν

με σκέπη, και τα συγιρνάν μ' από παντού κομμάτια

Τότες σε σκίζες άφυλλες τα καίνε. Και στη σούγλα 425

περνάν τα σπλάχνα, κι' έπειτα στην ανθρακιά τα ψήνουν.

Και τα μεριά σαν κάηκαν και φάγανε τα σπλάχνα,

λιανίζουν τ' άλλα κρέατα και τα περνάν στις σούγλες,

τα ψήνουν όμορφα όμορφα, κι' απ' τη φωτιά τα βγάζουν.

Και τη δουλιά σαν τέλιωσαν και τοίμασαν τραπέζι, 430

τρων, και δε λείπει τίποτα που να ποθεί η καρδιά τους.

Τέλος σα χόρτασαν καλά γερό με φαγοπότι,

πρώτος τους λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης

«Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο,

ας μην αργούμε πιο πολύ εδώ με τις κουβέντες 435

και τη δουλιά αναβάλλουμε που μας ανοίγει ο Δίας,

Μον στο καραβοστάσι ομπρός! οι κράχτες ας λαλήσουν

κι' οχ τα καλύβια ας βγάλουνε τα' ασκέρι αρματωμένο,

κι' εμείς στον κάμπο οι αρχηγοί με δίχως χασομέρια

ας σύρουμε έτσι αχώριστοι, ν' αρχίζουμε κοντάρι.» 440

Έτσι είπε, και τ' αγρίκησε το λόγο ο Αγαμέμνος,

και τους διαλαλητάδες του προστάζει εφτύς να κράξουν

στον πόλεμο τους Αχαιούς με τις θρεμένες χήτες·

κι' αφτοί λαλούσαν, κι' έτρεχε το πλήθος χέρι χέρι.

Κι' οι θεογέννητοι αρχηγοί γοργά, κι' ο γιος τ' Ατρέα, 445

τους λόχους τους παράταζαν, κι' η Αθήνα μαζί τους

με την αγέραστη άλιωτη τη μυριοπλούσια ασπίδα,

που ως εκατό της κρέμουνταν μαλαματένια κρόσα

καλοπλεμένα, ως εκατό βοδιώνε το καθένα,

μ' αφτή στα χέρια αστραφτερή τ' ασκέρι δρασκελούσε 450

και γκάρδιωνε τους Αχαιούς στον πόλεμο να πάνε

μες στην ψυχή αναστύλωσε του καθενός το θάρρος,

που έτσι χωρίς αποκοπή να πολεμάν και σφάζουν·

κι' άξαφνα πιο γλυκιά ολωνών τους ήρθε τότε η μάχη

παρά να παν στην ποθητή πατρίδα με τα πλοία.

Κι' όπως φουντώνει αχόρταγη φωτιά μεγάλο δάσος 455

στα κορφοβούνια, και θωρείς τη λάμψη μίλια αλάργα,

όμια άστραφτε ως στον ουρανό περνώντας τον αιθέρα

κι' η λάμψη απ' το θεόσταλτο χαλκό σα ροβολούσαν.

Πώς και πετάμενων πουλιών αμέτρητα κοπάδια,

κύκνοι λεφκοί μακρόλαιμοι για γερανοί για χήνες, 460

γύρω απ' του Κάϋστρου τα νερά, μες στ' Ασινό λιβάδι,

καμαρωμένα εδώ κι' εκεί πετούν φτεροκοπώντας,

και το λιβάδι απ' τις φωνές βουήζει σαν καθίζουν·

έτσι έθνη χύνουνταν πολλά κι' αφτών οχ τις καλύβες

στον κάμπο το Σκαμαντρινό, κι' η γης βροντοβολούσε 465

κάτου απ' τα πόδια, σκιαχτερή κι' αφτών και των αλόγων

Και στέκουν στο Σκαμαντρινό ανθόστρωτο λιβάδι,

χιλιάδες, σαν της άνοιξης τα λούλουδα και φύλλα.

Και σα μεγάλα σύγνεφα μυιγώνε σωρεφτώνε

που πλημμυρούν την άνοιξη σε προβατήσα στάνη, 470

τότες που γύρω ξεχειλάει το γάλα στις καρδάρες,

τόσοι στον κάμπο στέκουνταν κι' οι Δαναοί στους Τρώες

αγνάντια, και δεν έβλεπαν την ώρα ναν τους σκίσουν.

Κι' όπως γιδάδες έφκολα πλατιά γιδιών κοπάδια

τα ξεχωρίζουν στη βοσκή σαν ανακατωθούνε, 475

έτσι κι' αφτούς παράταζαν κι' οι καπετάνιοι απ' τό 'να

κι' απ' τ' άλλο μέρος, για να παν στη μάχη· και στο κέντρο

ο Αγαμέμνος, μιάζοντας του Ποσειδού στα στήθια,

στην όψη και στην κεφαλή με τον κεραβνοκράτη

του Κρόνου γιο, στη λεβεντιά με το γοργό τον Άρη.

Σαν τάβρο που όλα ξεπερνάει τα βόδια στο κοπάδι 480

κι' απ' όλες ξεχωρίζεται στη στάνη τις γελάδες,

τέτιονε ο Δίας έκανε κι' αφτόν τη μέρα εκείνη,

ξεχωριστό κατάλαμπρο στων αρχηγών τη μέση.

Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες —

θέαινες είστε, κι' είστε εκεί και ξέρετε τα πάντα, 485

μα φήμες μόνο ακούμε εμείς χωρίς να βλέπουμε έργα —

πιοί στρατηγοί των Αχαιών και πιοι είταν βασιλιάδες.

Ειδέ τα πλήθη εγώ να πω και ναν τα νοματίσω,

κι' αν είχα δέκα στόματα και γλώσσες δε μπορούσα,

κι' αν άσπαστη είχα τη λαλιά και σίδερο τα στήθια. 490

Όμως θα πω τους αρχηγούς και χώρια κάθε αρμάδα.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Γ

Σαν έσαξε κάθε αρχηγός τους λόχους τους δικούς του,

οι Τρώες με φωνή κι' αχό σαν όρνια ροβολούσαν,

όπως στον ουρανό αψηλά οι γερανοί φωνάζουν,

π' αφού σωθούνε από βαριά βροχή κι' ανεμοζάλη,

κοπάδι στ' Ωκιανού πετάν με λαλητά το ρέμα 5

φέρνοντας φόνους κι' όλεθρο μακριά στους Σπιθαμένιους·

πόλεμο εκεί αρχινούν κακό μόλις χαράξει η μέρα.

Ήσυχοι οι άλλοι βάδιζαν παλικαριά γιομάτοι,

οι Δαναοί, μ' απόφαση στη μάχη να βοηθιούνται.

Κι' όπως ο νότος καταχνιά στα ραχοβούνια απλώνει, 10

καταραμένη απ' τους βοσκούς, καλή για νυχτοκλέφτη,

κι' όσονε δρόμο πάει πετριά τόσο θωράει το μάτι·

έτσι ενώ βάδιζαν πυκνή σηκώνουνταν η σκόνη

κάτου απ' τα πόδια, και γοργά διαβαίνανε τον κάμπο.

Και σα ζυγώσανε οι στρατοί με τ' άρματα στα χέρια, 15

των Τρώων είταν κεφαλή ο παινεμένος Πάρης,

φορώντας παρδαλόπροβια στους ώμους και δοξάρι

και σπάθα· και κοντάρια διο χαλκοπλισμένα σιώντας

προκάλναε τάχα ομπρός να βγουν τα πρώτα παληκάρια

των Αχαιών κι' αντίκρυ του να μετρηθούν στη μάχη. 20

Και τότε ο πολεμόχαρος Μενέλας σαν τον είδε

που τρανταχτά δρασκέλιζε ολόμπροστα απ' τους άλλους,

χάρηκε σάμπως λέοντας που βρίσκει ένα μεγάλο

κόματο, ή διπλοκέρατο ζαρκάδι ή αγριογίδι,

πεινώντας· τι μ' απόφαση το χάφτει κι' αν ακόμα 25

τον διώχνουν τα γοργά σκυλιά κι' οι νιοι οι παλικαράδες·

έτσι ο Μενέλας χάρηκε σαν είδε το λεβέντη

Αλέξαντρο — τι είπε στο νου «θα γδικιωθώ τον κλέφτη!» —

και χάμου αμέσως πήδηξε με τ' άρματα οχ τ' αμάξι.

Μα μόλις ο θεόμορφος Αλέξαντρος τον είδε 30

μες στους προμάχους άξαφνα, τον πιάνει λες αντράλα,

και πίσω ως στους συντρόφους του κολώνει μη την πάθει.

Πώς ο διαβάτης του βουνού τη λαγκαδιά σα βλέπει

δαγκάρα οχιά, ξανάστροφα τραβιέται τρομασμένος,

και πίσω φέβγει και χλωμιά τα μάγουλά του βάφει· 35

έτσι κι' αφτός φοβήθηκε τον καστανό Μενέλα

και πίσω χώθηκε ξανά μες στο σωρό των Τρώων.

Και σαν τον είδε ο Έχτορας, του λέει πικρά δυο λόγια

«Βρε σκύλο-Πάρη, ομορφονιέ, γυναικολυσσασμένε,

ξελογιαστή, που νάχε πας δίχως παντριά και κλήρο! 40

Κάλια κι' αφτό, και θάμαστε πολύ πιο κερδισμένοι,

παρά που σ' αναθεματάει και σ' αγριοβλέπει ο κόσμος.

Πώς θα γελάνε οι Δαναοί, πούλεγαν δα πως είσαι

κάποιος γενναίος αρχηγός σαν είδαν τη θωριά σου

την όμορφη ... μα πού καρδιά και παλικαροσύνη! 45

Μωρέ χαράς στον ήρωα που μούπαιρνε καράβια

και το γιαλό ταξίδεβε με φίλους της καρδιάς του,

κι' έσμιγε μ' αλλοχωριανούς, κι' από μακριά οχ τα ξένα

γυναίκα εδώ μας έφερνε αγγελοκαμωμένη,

συγγένισσα παλικαριών, για συφορά μεγάλη

του τόπου κι' όλου του λαού και του γερογονιού του, 50

για αιώνια των οχτρών χαρά, πίκρα μου πάντα εμένα!

Λοιπόν δε θα σταθείς μπροστά στο βασιλιά Μενέλα;

Θάβλεπες τίνου αντρός βαστάς τη λυγερή γυναίκα...

Δε θα φελούσε η λύρα σου και της θεάς τα δώρα,

τα κάλλη αφτά και τα σγουρά, σα σ' έστρωνε στο χώμα. 55

Έχε όμως χάρη π' άκακα τάχουν τα σπλάχνα οι Τρώες·

αλλιώς, θα σε ξεπάστρεβαν με τα λιθάρια ως τώρα,

για να ξοφλήσουν τους καημούς που τόσους σου χρωστάνε.»

Και τότε ο θεοκάμωτος απολογιέται Πάρης

«Έχτορα, αφού με μάλωσες όχι άδικα, μον δίκια...

Πάντα η καρδιά σου 'ναι σκληρή σαν το μπαλτά όταν σκίζει 60

λέφκας κορμό, και την ορμή πληθαίνει του τεχνίτη

που καραβόξυλο όμορφα την πελεκάει να φτιάσει·

έτσι καρδιά άσπλαχνη κι' εσύ έχεις στα στήθια μέσα.

Μη μου χτυπάς τα ζηλεφτά της Αφροδίτης δώρα·

δεν είναι δα ακατάδεχτα τα τιμημένα δώρα 65

που μας χαρίζουνε οι θεοί... ειδέ κανείς μονάχος

δεν τ' αποχτάει. Μα αν τώρα θες να πολεμήσω, ας είναι,

πες τους, των άλλων Αχαιών και Τρώων, να καθήσουν

και βάλτε εμένα με το γιο τ' Ατρέα εκεί στη μέση

για τη Λενιό κι' όλο το βιος να χτυπηθούμε οι δυο μας. 70

Κι' όποιος νικήσει και φανεί πιο άξιος, τη γυναίκα

κι' όλο ας το πάρει λέω το βιος κι' ας πάει στο σπιτικό του

τότες ν' αμώστε οι άλλοι σας όρκους πιστούς αγάπης,

και χαίρεστε την Τροία εσείς, κι' εκείνοι πίσω ας πάνε

στ' Άργος που θρέφει ομορφονιές και ζηλεφτά πουλάρια.» 75

Είπε, κι' εκείνος χάρηκε σαν άκουσε το λόγο,

και μες στους Τρώες τρέχοντας τους λόχους σταματούσε,

τ' όπλο απ' τη μέση σφίγγοντας. Και στάθηκαν οι λόχοι.

Μα άρχισαν κείθε οι Δαναοί ναν τόνε σημαδέβουν,

και σαϊτιές του ρήχνανε και τον πετροβολούσαν. 80

Τότε έκραξε με μια φωνή μεγάλη ο Αγαμέμνος

«Σταθείτε, παλικάρια μου! Αργίτες, μη βαράτε!

Σα να ζητάει ο Έχτορας να μας μιλήσει κάτι.»

Έτσι είπε, κι' απ' τον πόλεμο κρατιούνται αφτοί, κι' αμέσως

σωπαίνουν. Τότε ο Έχτορας και των διονών τους είπε 85

«Τρώες, ακουστέ με, κι' εσείς, Αργίτες παινεμένοι,

τι λέει ο Πάρης π' αφορμή μάς στάθηκε διαμάχης.

Προβάλλει οι Τρώες οι λοιποί κι' όλοι οι Αργίτες τώρα

τα μυριοπλούμιστα άρματα ναν τ' απιθώσουν χάμου,

κι' ατός του με το μαχητή Μενέλα μες στη μέση 90

για τη Λενιό κι' όλο το βιος να χτυπηθούν μονάχοι·

κι' όπιος νικήσει και φανεί πιο άξιος, τη γυναίκα

κι' όλο ας το πάρει λέει το βιος κι' ας πάει στο σπιτικό του·

κι' οι άλλοι εμείς ν' αμώσουμε όρκους πιστούς αγάπης.»

Έτσι είπε, κι' όλοι σώπασαν οι άλλοι δίχως λέξη. 95

Μα πρόβαλε ο πολεμιστής Μενέλας και τους είπε

«Κι' εμένα τώρα ακούστε με! τι πιο πολύ η δική μου

καρδιά πικραίνεται. Θαρρώ πως να χωρίστε τώρα

οι διο σας πια, γιατί πολλά περάσατε μαρτύρια

για τη δική μου διαφορά και τ' άδικο του Πάρη. 100

Κι' όπιου μας είναι εδώ απ' τους διο γραφτό του να πεθάνει,

ας πέσει! μόνε οι άλλοι σας αμέσως να χωρίστε.

Πρόβατο φέρτε ολόασπρο και προβατίνα μάβρη,

του Ήλιου και της Γης, κι' εμείς ένα άλλο για το Δία.

Φέρτε όμως και τον Πρίαμο, ατός του για ν' αμώσει 105

τον όρκο, τι είναι αψήφιστοι, με δίχως πίστη, οι γιοί του,

μήπως τους όρκους του Διός αλόγιαστα πατήσουν.

Πάντα αλαφρόμιαλοι είναι οι νιοί, μα μ' όσους τύχει ο γέρος,

ο γέρος βλέπει πίσω του, βλέπει κι' ομπρός του ο γέρος,

πώς πιο καλύτερα η δουλιά να βγει και για τους διο τους.» 110

Είπε, κι' εκείνοι χάρηκαν, οι Δαναοί κι' οι Τρώες,

με την ολπίδα απ' τους σκληρούς πολέμους να γλυτώσουν.

Σταίνουν αράδες τ' άλογα, και βγαίνουνε απ' τ' αμάξια,

έπειτα βγάζουν τ' άρματα κι' εκεί τ' αφίνουν χάμου,

σιμά κι' οι διο, και λίγη γης τους χώριζε στη μέση. 115

Κι' ο Έχτορας τότε έστειλε διο κράχτες μες στη χώρα

να φέρουν γλήγορα τ' αρνιά, το γέροντα να κράξουν.

Κι' ο Αγαμέμνος πρόσταξε τον κράχτη του Ταρθύβη

να πάει στα πλοία τα γοργά και το σφαχτό να φέρει·

κι' ο κράχτης πρόθυμα άκουσε του βασιλιά το λόγο. 120

Τότες η Ίριδα πετάει την είδηση να δώκει

στην αρχοντόκορμη Λενιό, με μια της αντραδέρφη,

τη Λαοδίκη, μιάζοντας, του Ελικά το τέρι,

την πιο όμορφη του βασιλιά Πριάμου τις κοπέλες.

Κι' έφτασε, και στον αργαλιό την ήβρε που μεγάλο 125

σκουτί τότε έφαινε διπλό, αλικοπλουμισμένο

με ξόμπλια που ζουγράφιζαν των διο στρατών τα πάθια,

που τόσα με τον πόλεμο για λόγου της τραβούσαν.

Κι' η γληγορόποδη Ίριδα σιμώνει και την κράζει

«Για σήκω, νύφη μου καλή, κι' έλα να δεις κομάτι 130

δουλιές, που δε σ' τις βάνει ο νους, των Αχαιών και Τρώων·

που πρώτα αφτοί σφαζόντουσαν δίχως σπλαχνιά στον κάμπο

κι' άγριο διψούσαν πόλεμο, μα τώρα χωρίς μάχες

ήσυχοι στέκουν, στις λαμπρές ακουμπισμένοι ασπίδες,

κι' έχουν σιμά τους μες στη γης μπηγμένα τα κοντάρια. 135

Και τώρα ο πολεμόχαρος Μενέλας με τον Πάρη

για σένα παν να χτυπηθούν με τα μακριά κοντάρια,

κι' όπιος νικήσει, τέρι του αφτός θα σε κερδίσει.»

Είπε, κι' αποθυμιά γλυκιά μες στην ψυχή της χύνει

τον πρώτο για τον άντρα της, τη Σπάρτη, τους γονιούς της. 140

Και ρήχνει απάνου βιαστικά την κάτασπρή της μπόλια,

κι' απ' το γιατάκι ξεκινάει στα δάκρια βουτημένη,

όχι μονάχη, πάγαιναν μαζί διο παρακόρες,

η Αίθρα η κόρη του Πιθιά, κι' η καστανιά Κλυμένη.

Κι' απέ σε λίγο σώσανε κοντά στο Ζερβοπόρτι. 145

Κι' εκεί είταν — με τον Πρίαμο, τον Πάνθο, το Θυμοίτη.

το Λάμπο, τ' Άρη ξακουστό βλαστάρι, τον Κλυτίο,

τον Ικετά — ο Αντήνορας κι' ο Ουκαλέγος, άντρες

με νου κι' οι διο και πρόκριτοι, στον πύργο καθισμένοι.

Σα γέροι, πια δεν πήγαιναν στις μάχες, μα ρητόροι 150

σπουδαίοι, σα διο λες τσίντζικες που κάθουνται σε δέντρο

και μες στο δάσος με φωνή λαλούν κατιφεδένια·

τέτιοι στον πύργο κάθουνταν κι' οι προεστοί των Τρώων.

Αφτοί σαν είδαν τη Λενιό π' ανέβαινε τον πύργο,

μίλησε ο ένας τ' αλλουνού αγάλια αγάλια κι' είπε 155

«Όχι! για πλάσμα σαν κι' αφτή δεν είναι κατηγόρια

τόσον καιρό που σφάζονται οι Δαναοί κι' οι Τρώες!

Αλήθια αθάνατη θεά λες είναι σαν τη βλέπεις.

Μα κι' έτσι ας πάει, και μ' όλα της τα κάλλη, πίσω στ' Άργος

με τα καράβια τα γοργά, πάρα στερνά να μείνει

και να μας φέρνει συφορές κι' εμάς και των παιδιών μας.» 160

Έτσι είπανε, κι' ο Πρίαμος φωνάζει την Ελένη

«Πέρασε εδώθες, κόρη μου, και κάθησε κοντά μου

να δεις τον πρώτονε άντρα σου, τους φίλους, τους δικούς σου —

τίποτα εσύ δε μούφταιξες, πάρα οι θεοί μου φταίνε

που μούστειλαν τον πόλεμο και τα πολλά του δάκρια — 165

κι' εκείνο το θεόρατο για πες μου εκεί τον άντρα,

πιος νάναι αφτός ο Δαναός, σφανταχτερός μεγάλος.

Σ' ανάστημα, κι' άλλοι είναι εκεί και πιο αψηλοί· μα τέτιο

λεβέντη ακόμα εγώ ποτές δεν είδα, μήτε τόσο

αρχοντικό ναι, βασιλιάς μα την αλήθια μιάζει.» 170

Τότες τ' απάντησε η Λενιό, η λατρεφτή γυναίκα

«Σε κλαίει, καλέ μου πεθερέ, σε συμπονά η ψυχή μου . . .

Αχ άμποτε έτσι θάνατο κακό να προτιμούσα,

τότες που ξέκοψα κι' εδώ μαζί ήρθα με το γιο σου,

κι' άφισα σπίτι και δικούς κι' απάρθενή μου κόρη

και τόσες μου συντρόφισσες, λαχταριστές νυφούλες! 175

Όμως δε γένηκε ... για αφτό και λιώνω μες στα δάκρια.

Όσο για αφτό που με ρωτάς, εγώ να σ' το ξηγήσω.

Αφτός εκεί είναι ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος,

δίκιος αντάμα βασιλιάς κι' ακοντιστής παράξιος·

κουνιάδο εγώ η κακόσουρτη έναν καιρό τον είχα.» 180

Είπε, κι' ο γέρος τον τηράει με θιαμασμό και κράζει

«Ω καλομοίρη ζηλεφτέ πλουτόθρεφτε Αγαμέμνο,

πόσους αλήθια Δαναούς ορίζει η δύναμή σου!

Και στην αμπελωτή Φρυγιά μούτυχε εγώ να σύρω,

και Φρύγες είδα αμέτρητους με παρδαλά πουλάρια, 185

του ξακουσμένου Μύγδονα και του Οτριά τ' ασκέρια

που τότες είχαν σύνοδο στου Σαγγαριού τους όχτους·

τι πήγα εκεί βοηθός κι' εγώ κι' ενώθηκα μαζί τους

το χρόνο που οι αντρόκαρδες πλακώσανε Αμαζόνες·

μα τόσοι σαν τους Δαναούς δεν είταν μήτε εκείνοι.» 190

Και το Δυσσέα βλέποντας ξαναρωτάει ο γέρος

«Τήρα κι' εκείνον, κόρη μου, και πες μου αφτός πιος είναι.

Δεν έχει την κορμοστασά του βασιλιά Αγαμέμνου,

μα φαίνεται σαν πιο φαρδύς στις πλάτες και στα στήθια.

Τάχει βαλμένα κατά γης τα πλουμιστά άρματά του, 195

και πηγαινόρχεται κοντά στους λόχους σα μπροστάρης.

Έτσι ναι μιάζει, ακούρεφτο σαν κριάρι που διαβαίνει

κοπάδι λες αρίφνητο απ' άσπρες προβατίνες.»

Τότες τ' απάντησε η Λενιό, του Δία η θυγατέρα

«Αφτόν τον λεν πολύξερο Δυσσέα του Λαέρτη. 200

Στο Θιάκι, ένα πετρόνησο, γεννήθηκε, και ξέρει

θες πονηριές κάθε λογής θες δύσκολες σοφίες.»

Γυρνάει τότε ο Αντήνορας και της Λενιός της κάνει

«Ναι, κόρη μου, πολύ σωστά το λόγο αφτό τον είπες.

Γιατί ήρθε μια φορά κι' εδώ ο θεϊκός Δυσσέας, 205

σταλμένος με το βασιλιά Μενέλα απ' αφορμή σου.

Κι' έγινα εγώ προστάτης τους, τους φίλεψα στο σπίτι,

κι' είδα τη γνώμη και των διο και τις βαθιές τους σκέψες.

Τότες σαν πήγαν κι' έσμιξαν τη συντυχιά των Τρώων,

όρθιοι, τους ώμους πιο αψηλά τους κράταε ο Μενέλας· 210

κάθουνταν, και πιο αρχοντικός φαινότανε ο Δυσσέας.

Κι' όταν απέ έφτασε η στιγμή στο πλήθος να λαλήσουν,

τότε ο Μενέλας γλήγορα και λίγα μίλαε λόγια,

μα λίγα και καλά, επειδής πολύλογος δεν είταν

και φωνακλάς μωρόγλωσσος ... ή σαν πιο νιος στα χρόνια. 215

Μα ολόρθος σαν τινάζουνταν ο γνωστικός Δυσσέας,

έστεκε, χάμου βλέποντας, με μάτια στυλωμένα

στη γης, και το ραβδί μπροστά για πίσω δεν κουνούσε,

παρά το βάσταε ασάλεφτο σαν άπραχτος κανένας·

λες είταν άθρωπος ζαβός, ξεκουτιασμένος έτσι. 220

Μα τη μεγάλη όμως φωνή σαν έχυνε απ' τα στήθια

κι' οι λόγοι τούβγαιναν πυκνοί σα χιόνια το χειμώνα,

θνητό δεν είχε πουθενά να φτάνει το Δυσσέα.

Τότ' όχι! δεν τον βλέπαμε με τόση καταφρόνια.»

Τρίτο τον Αία βλέποντας ρωτάει ο γέρος πάλι 225

«Κι' αφτός πιος είναι ο Δαναός, ο αψηλός κι' ασίκης,

που στο κεφάλι ξεπερνάει τους άλλους και στους ώμους;»

Τότες τ' απάντησε η Λενιό με το συρτό φουστάνι

«Ο γίγας Αίας είναι αφτός, των Αχαιώνε πύργος.

Και κοίτα εκεί το Δομενιά που στέκει απ' τ' άλλο μέρος 230

όμιος μ' αθάνατο θεό στων λόχων του τη μέση

με γύρω του των Κρητικών τα πρώτα παλικάρια.

Συχνά τον φιλοξένεβε ο καστανός Μενέλας

σπίτι μας, πέρα οχ το νησί σαν έρχουνταν της Κρήτης.

Και τώρα αχ! όλους βλέπω εγώ τους άλλους καπετάνιους

όσους γνωρίζω και να πω κατέχω τ' όνομά τους· 235

μα διο δε βρίσκω μοναχά, τον αλογοτεχνίτη

τον Κάστορα και το γερό στους γρόθους Πολυδέφκη,

τους διο μου σύσπλαχνους που μια μας γέννησε μητέρα.

Καν απ' τη λουλουδόστρωτη δε βγήκαν Λακωνία,

καν φτάσανε ως εδώ κι' αφτοί με τα θαλάσσια πλοία, 240

μα τώρα στων αντρών δε θεν τη μάχη να προβάλουν

σα ντροπιασμένοι απ' τις πολλές πομπές μου κι' ατιμίες.»

Ιλιάδα · 第 2 / 26 段