Produced by Sophia Canoni
Note:The text has hardly any accents, therefore I have accented it myself.
If you think that the rythm in the text is wrong, please accent the words
differently. Line numbers are not always in the proper arithmetic order,
e.g. 409, 618 and sometimes there are two line numbers in the same line
e.g. 89-91. Obviously, the translator has sometimes changed the order of
the original text. Rhapsody N (the battle near the ships) has not been
translated.
Kazantzakis - Kakridis' translation has been dedicated to the memory of
A. Pallis and in their prologue they write: "The greek public, the ones
that cannot read the original Iliad, have read it in the translation of
A. Pallis - Polylas translation, has a gentle text but is cold and rigid
and did not help Greeks to know Homer. Palli's Iliad was published in 1904,
and was one of the most significant works of that era; it still holds its
glory. Pallis, adhering to theories of his time that considered many lines,
scenes and whole rhapsodies spurious and that they were created by adapters
and rhapsody makers later, has ommitted more than three thousand verses".
Σημείωση: Το κείμενο έχει γραφεί σχεδόν χωρίς καθόλου τόνους, οπότε ο
τονισμός είναι δικός μου. Αν θεωρείτε ότι η μουσικότητα του κειμένου
έχει βλαφθεί, παρακαλώ τονίστε το αλλού. Οι αριθμοί των γραμμών δεν
είναι πάντοτε στη σωστή σειρά τους πχ. 409, 618, και μερικές φορές
αναγράφονται 2 σε μια γραμμή π.χ. 89-91. Προφανώς ο μεταφραστής έχει
ανακατατάξει τις γραμμές του πρωτοτύπου. Η Ραψωδία Ν (η μάχη στα πλοία)
δεν έχει μεταφραστεί.
Η μεταγενέστερη μετάφραση των Καζαντζάκη - Κακριδή έχει αφιερωθεί στην
μνήμη του Α. Πάλλη και στον πρόλογό τους αναγράφουν: «Το ελληνικό κοινό,
αυτό που δεν μπορεί να χαρεί την Ιλιάδα στο πρωτότυπο, την έχει γνωρίσει
από τη μετάφραση του Αλέξαντρου Πάλλη - η μετάφραση του Πολυλά, με πολλή
ευγένεια στο λόγο, μα ψυχρή και αλύγιστη, έχει πολύ πιο λίγο βοηθήσει
τους Έλληνες να γνωρίσουν τον Όμηρο. Του Πάλλη η Ιλιάδα εκδόθηκε στα
1904, και στάθηκε ένα από τα πιο σημαντικά έργα της εποχής· και σήμερα
ακόμα κρατάει όλη της την αξία. . . . Ο Πάλλης, ακολουθώντας θεωρίες
κυρίαρχες στον καιρό του, που νόθευαν πλήθος στίχους, σκηνές και ραψωδίες
ολόκληρες της Ιλιάδας, τάχα πώς τις είχαν πλάσει υστερότεροι διασκευαστές
και ραψωδοί, παράλειψε πάνω από τρεις χιλιάδες στίχους.»
ΑΛΕΞ. ΠΑΛΛΗ
ΜΑΛΛΙΑΡΟΥ
ΙΛΙΑΔΑ
ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΗ
ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ
THE LIVERPOOL BOOKSELLERS CO., LTD
1917
ΤΟΥ
ΞΑΚΟΥΣΤΟΥ ΜΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ
ΨΥΧΑΡΗ
Ο ΛΟΓΟΣ Ο ΣΟΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙΝ
Α
Μούσα, τραγούδα το θυμό του ξακουστού Αχιλέα,
τον έρμο! π' όλους πότισε τους Αχαιούς φαρμάκια,
και πλήθος έστειλε ψυχές λεβέντικες στον Άδη
οπλαρχηγώνε, κι' έθρεψε με τα κορμιά τους σκύλους
κι' όλα τα όρνια (του Διός έτσι είχε η γνώμη ορίσει), 5
απ' την αρχή σαν πιάστηκε με το γοργό Αχιλλέα
τ' Ατρέα ο πρωταφέντης γιος και χώρισαν οι διο τους.
Πιος τάχα λες τους έβαλε θεός να λογοφέρουν;
Του Δία ο γιος και της Λητός, που με τον Αγαμέμνο
θύμωσε κι' έρηξε κακή μες στο στρατό πανούκλα, 10
και κόσμος πέθαινε, γιατί στο λειτουργό το Χρύσα
δε θέλησε τ' Ατρέα ο γιος λίγη σπλαχνιά να δείξει.
Γιατί ήρθε αφτός στα γλήγορα των Αχαιών καράβια
να λευτερώσει θέλοντας την κόρη του, και πλούσια
είχε μαζί του ξαγορά, και κράταε στα διο χέρια
πάς στο χρυσόφτιαστο ραβδί, τ' Απόλλου τα στεφάνια,
κι' όλους τους άλλους Αχαιούς θερμοπερικαλούσε, 15
μα τα πρωτάτα πιο πολύ, τους διο τους γιους τ' Ατρέα
«Τ' Ατρέα οι γιοί κι' οι άλλοι εσείς χαλκοπλισμένοι Αργίτες,
σ' εσάς να δώσουνε οι θεοί να μπείτε στου Πριάμου
το κάστρο, και στα σπίτια σας με το καλό να σύρτε·
όμως κι' εμένα δώστε μου την κόρη μου, και πάρτε 20
την ξαγορά της, έτσι ο γιος να σας βοηθάει του Δία!»
Τότες με σέβας φώναξαν οι άλλοι Αργίτες όλοι
«πάρτε την ώρια ξαγορά, το γέρο σπλαχνιστείτε!»
μα αφτή η βουλή δεν τ' άρεσε του βασιλιά Αγαμέμνου,
μόνε τον έδιωξε άσκημα κι' είπε σφιχτό 'να λόγο 25
«Τήρα εγώ, γέρο, μη σε βρω τριγύρω στα καράβια
για τώρα ν' αργοστέκεσαι για πίσω να κοπιάσεις,
μη δε σε σώσει ούτε ραβδί ούτε θεού στεφάνι.
Την κόρη δεν τη δίνω εγώ!... παρ' όταν πια γεράσει
απ' την πατρίδα της μακριά, στο σπιτικό μου, στ' Άργος, 30
τη μέρα με τον αργαλιό, τη νύχτα στο πλεβρό μου...
Μα σύρε! μη μ' ανάφτεις πια αν θες γερός να φύγεις!»
Είπε, κι' ο γέρος σκιάχτηκε κι' αγρίκησε το λόγο.
Και πήρε με βαριά ψυχή την αμμουδιά άκρη άκρη
του πολυτάραχου γιαλού, κι' έτσι όλο με κατάρες 35
της πυκνοπλέξουδης Λητός το γιο περικαλούσε
«Άκου με, αργυροδόξαρε, εσύ που διαφεντέβεις
την Κίλλα με το τόσο βιος και το νησί της Χρύσας,
και που φυλάει την Τένεδο τ' ανίκητό σου χέρι.
Σμιθέα! αν στόλισα κι' εγώ την όμορφη εκκλησά σου,
αν σούκαψα καμιά βολά μεριά γιομάτα πάχος 40
αρνιών και τάβρων, ξάκουσ' τον τώρα μου αφτό τον πόθο·
με σαϊτιές σου οι Δαναοί τα δάκρια ας μου πλερώσουν!»
Είπε, και την κατάρα εφτύς συνάκουσε ο Απόλλος.
Και βράζοντας οχ του βουνού κατέβηκε τις ράχες,
με το δοξάρι κρεμαστό και τη σαϊτοθήκη. 45
Βρόντηξαν, όταν με θυμό τινάχτηκε, οι σαΐτες
στις πλάτες του. Και πάγαινε θολός σα μάβρη νύχτα,
Έπειτα αλάργα κάθεται απ' το στρατό και ρήχνει,
κι' άχησε ο κρότος σκιαχτερός οχ τ' αργυρό δοξάρι.
Μουλάρια πρώτα θέριζε κι' ασπροτριχάτους σκύλους, 50
μα και τους άντρες έπειτα με τις πικρές σαΐτες
βαρούσε· κι' όλο καίγανε πολλές φωτιές νεκρώνε.
Μέρες εννιά πυκνόπεφταν μες στο στρατό οι σαΐτες,
μα αφτού στις δέκα συντυχιά κηρύχνει ο Αχιλέας,
γιατί τον φώτισε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα, 55
τι θλίβουνταν τους Αχαιούς σα θώραε που πεθαίνουν.
Κι' οι κράχτες σαν τους φώναξαν και μαζωχτήκαν όλοι,
σηκώθηκε ο γοργόποδος γιος του Πηλιά κι' έτσι είπε
«Τ' Ατρέα γιε, τώρα πια εμείς θαρρώ τη στράτα πάλι
θα πάρουμε και πίσω ομπρός στα σπίτια μας θα πάμε, 60
πρώτα απ' το θάνατο αν σωθεί κανείς μας, αν είναι έτσι
να μας θερίζει ο πόλεμος και να μας τρώει η πανούκλα.
Μον έλα κάνας λειτουργός ας ρωτηθεί ή προφήτης,
ή κι' ονειράτων ξηγητής — κι' αφτά τα στέλνει ο Δίας —
που να ξηγήσει τι μαθές μας χόλιασε έτσι ο Φοίβος,
μην τούλειψε εκατοβοδιά, μην τάμα ξεχασμένο, 65
αν θέλει μαλλιαρά απ' αρνιά και τάβρους ίσως τσίκνα
να λάβει, κι' απ' το φοβερό χαμό να μας γλυτώσει.»
Έτσι είπε αφτός και κάθησε. Κι' απάνου τότε ο Κάρχας
σηκώθη, ο πιο βαθύτερος απ' τους προφήτες όλους
που κάτεχε όλα — τωρινά, στερνά, και περασμένα — 70
και με τη μαντοσύνη του, που ο γιος του Δία ο Φοίβος
τον προίκισε, έδειξε της Τριάς το δρόμο στα καράβια.
Αφτός με το σοφό του νου τους μίλησε έτσι κι' είπε
«Γιε του Πηλέα, ας θες εγώ, του Δία αγαπημένε,
να πω τ' Απόλλου το θυμό, του προφυλάχτη αφέντη, 75
καλά, στον λέω· όμως και συ ορκίσου μου και τάξε
να με βοηθήσης πρόθυμα με λόγο και κοντάρι.
Κάποιος θαρρώ θα πειραχτεί που τους Αργίτες όλους
τους ξεπερνάει σε δύναμη κι' ο λόγος του αγρικιέται.
Γιατί νικάει ο άρχοντας μ' αδύναμο αν μαλώσει, 80
και το θυμό του αν καταπιεί εκείνη εκεί την ώρα,
όμως φυλάει μες στην καρδιά το πάθος του, ως να πάρει
στερνά μια μέρα γδικιωμό. Μον τήρα αν θα με σώσεις.»
Και τότε ο φτερουγόποδος τ' απάντησε Αχιλέας
«Άφοβα πες και θαρρετά τι προφητιά κατέχεις. 85
Τι να! μα το μυριάκριβο του Δία γιο, που, Κάρχα,
περικαλιέσαι εσύ και λες της μοίρας τα γραμμένα,
άντρας κανείς, εγώ όσο ζω κι' έχω ανοιχτά τα μάτια,
στο τάζω, χέρι φονικό δε σου σηκώνει εσένα
εδώ στον κάμπο, ουδέ κι' αφτόν αν πεις τον Αγαμέμνο 90
που απ' όλους πρώτος βασιλιάς παινιέται εδώ πως είναι.»
Τότες πια θάρρεψε ο βαθύς προφήτης και τους είπε
«Δεν τούλειψε εκατοβοδιά, τάμα όχι ξεχασμένο,
μόνη αφορμή 'ναι ο λειτουργός π' αδίκησε ο αφέντης,
τι απόρριψε την ξαγορά και του βαστάει την κόρη. 95
Για τούτο ο Φοίβος συφορές μας έστειλε, κι' ακόμα
θα στείλει· και τη φονικιά πανούκλα δε θα πάψει
πριν πάλε του πατέρα της τη μαβρομάτα κόρη
απλέρωτη αξαγόραστη την ξαναδώκει πίσω,
πριν στείλουμε εκατοβοδιά και του θεού στη Χρύσα. 100
Τότ' ίσως μαλακώσει πια και ξανασάνουμ' όλοι.»
Είπε κι' αφτός και κάθησε. Και τότε ο Αγαμέμνος
τ' Ατρέα ο γιος σηκώθηκε, ο δυνατός αφέντης,
αφρίζοντας, κι' απ' το θυμό τα μάβρα σωθικά του
φουσκώναν, κι' έχυνε φωτιές το μάτι του και σπίθες.
Του Κάρχα πρώτα τούρηξε μια άγρια ματιά και τούπε 105
«Κακομηνήτη, πρόσχαρο ποτές δε μούπες λόγο!
Πάντα αγαπάει δυσάρεστα να προφητέβει ο νους σου,
κι' ένα καλό μήτ' έκανες, μήτ' είπες στη ζωή σου.
Τώρα στ' ασκέρι πάλι ομπρός λαλείς και προφητέβεις
πως τάχα τόσες συφορές για αφτό τους στέλνει ο Φοίβος, 110
τι εγώ στην πλούσια ξαγορά δεν έστερξα της κόρης,
που κάλια αυτή τον πύργο μου να μου στολίζει θέλω.
Ναι, κι' απ' τ' απάρθενό μου εγώ τήνε προκρίνω τέρι,
την Κλυταιμήστρα, τι μαθές χειρότερη δεν είναι
στα κάλλη, μήτε στο κορμί, στη γνώση, και στα χέρια. 115
Μα κι' έτσι πίσω πρόθυμα τη δίνω αν είναι ανάγκη·
δε θέλω εγώ να χάνεται, μον να σωθεί ο στρατός μας.
Κάνα άλλο εμένα όμως πρεσβιό κοιτάξτε να μου βρείτε,
αμέσως τώρα! Τεριαστό δεν είναι εγώ μονάχα
έτσι να μένω. Και θαρρώ αφτό το βλέπετ' όλοι,
πως η δική μου τώρα η νια μισέβει σ' άλλα χέρια.» 120
Μα τότε ο φτερουγόποδος τ' απάντησε Αχιλέας
«Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, αχόρταγότερ' όλων,
πώς άλλο να σου δώσουν θες πρεσβιό τα παληκάρια;
Δεν ξέρω πουθενά πολύ αμοίραγό μας πράμα.
Δοθήκανε όσα πήραμε πατώντας τόσες χώρες, 125
κι' είναι ντροπής απ' το λαό ξανά να μαζωχτούνε.
Μον άσ' την τώρα εσύ τη νια στο Φοίβο, κι' οι Αργίτες
διπλά θα σ'τα πλερώσουμε και τρίδιπλα αν ο Δίας
φέρει έτσι και κουρσέψουμε κάνα άλλο πλούσιο κάστρο.»
Τότες του κάνει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος 130
«Μη δα εσύ πούσαι γνωστικός, θεόμορφε Αχιλέα,
καμώνεσαι έτσι, κι' έφκολα δε με γελάς, δεν πείθεις.
Ή τη δική σου τάχα νια για νάχεις στην καλύβα,
με θες να κάθουμαι έτσι εγώ μ' εδώ αδιανά τα χέρια
κι' αφτή μού λες στον τόπο της ναν τήνε στείλω πίσω;
Καλά, αν μου δώσουν τα παιδιά καμιά άλλη ομορφοπούλα, 135
τέτια όπως μου ποθεί η καρδιά, ισάξια αφτής που χάνω·
αλλιώς, μονάχος τότε εγώ πηγαίνω και του Αία
ή τη δική σου παίρνω νιά, ή του Δυσσέα ακόμα
θα πάω να πάρω... κι' έπειτα ας χολοσκάει που πάθει!
Όμως αφτά κι' άλλη φορά τα ξαναμελετάμε· 140
τώρα ένα ελάτε ας ρήξουμε στη θάλασσα καράβι,
κράξτε και νάφτες διαλεχτούς, βάλτε τα βόδια μέσα,
βάλτε και την κρινόθωρη του Χρύσα θυγατέρα,
και καπετάνιος ένας μας ας σύρει απ' τους αρχόντους,
ο Αίας είτε ο Δομενιάς είτε ο σοφός Δυσσέας, 145
ή εσύ, τ' αψύτερο κορμί απ' όλους, Αχιλέα,
για να μερώσεις το θεό με των σφαχτών την τσίκνα.»
Τότες τον χαμοκοίταξε και τούπε ο Αχιλέας
«Ωχού μου αδιαντροπρόσωπε, κορμί με δίχως πίστη,
πώς λες θ' ακούσει πρόθυμα το λόγο σου κανείς μας 150
κι' ή σ' ανοιχτό πια πόλεμο θα τρέξει ή σε καρτέρι;
Τι εγώ δεν ήρθα απ' αφορμή των ασπιστάδων Τρώων
να πολεμήσω εδώ, γιατί δε μούφταιξαν εμένα·
μήτ' άλογα μου μ' άρπαξαν ποτές τους μήτε βόδια,
μήτ' έκαψάν μου τα σπαρτά και τα βαθιά περβόλια 155
κάτου στη Φτιά, γιατί πολλά στη μέση μας χωρίζουν,
θες κορφοβούνια απλόσκιωτα θες θάλασσα αφρισμένη·
Μον για δικό σου διάφορο, ξαδιάντροπε, εγώ βγήκα
μαζί σου, για να βρεις εσύ, κακόσουρτε, απ' τους Τρώες
κι' ο αδερφός σου ξεζημιά. Αφτά δεν τα θυμάσαι, 160
Μον τ' αψηφάς! Και τώρα δα με φοβερίζεις κιόλας
να πάρεις με το χέρι σου την κόρη, που για κείνη
αίμα έφτυσα και που ο στρατός μούχει χαρίσει εμένα.
Ίσο μ' εσένα μερτικό ποτές μου δεν κερδίζω
κάθε που πάρουμε καμιά των Τρώων πλούσια χώρα·
Μον όθενε αίμας και σπαθί, να! ετούτα εδώ τα χέρια 165
δουλέβουν πρώτα, μα αν γενεί και μοιρασά, εσύ παίρνεις
τα πιο πολλά, με λίγο εγώ, χωρίς παράπονο όμως,
πίσω γυρνάω, κι' ας έλιωσα τους Τρώες πολεμώντας.
Και τώρα φέβγω! τι πολύ πιο βολετό να σύρω
καλιά μου με τους λόχους μου, τι αψήφιστος νομίζω 170
εδώ πως δε θα μάσω βιος και θησαβρό μεγάλο.»
Τότες του λέει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος
«Ώρα καλή σου αν σ' έπιασε πόθος να πας! Για μένα
δε σου προσπέφτω, μη θαρρείς, να μείνεις· έχω κι' άλλους
εδώ βοηθούς μου, μάλιστα το βαθυγνώστη Δία. 175
Απ' όλους πιο σε μάχουμαι τους αρχηγούς εσένα,
τι πάντα θες λογοτριβές, θες φόνους και πολέμους.
Τάχα μου αν είσαι δυνατός, αν παλικαροσύνη
κάποιος θεός σ' την έδωκε, στη Φτιά, αν ορίζεις, σύρε
μ' όλο σου το στρατό μαζί, και πρόσταζε όσο θέλεις
τους Μυρμιδόνες· ειδέ εγώ δε νιάζουμαι αν θυμώνεις, 180
δεν τρέμω αν φέβγεις. Κι' άκουσε το λόγο που σου κραίνω·
μιας πίσω και μου τη ζητάει τη Χρυσοπούλα ο Φοίβος,
μ' αθρώπους και καράβι μου εγώ θαν του τη στείλω,
μα στο καλύβι σου θαρθώ κι' ατός μου θα σου πάρω
τη νια σου, τη ροδόσταχτη Βρισούλα, για να μάθεις 185
σαν πόσο εγώ σε ξεπερνώ, να τρέμει ακόμα κι' άλλος
όμιος μου εμένα έτσι ανοιχτά να μου προβάλνει κι' ίσος.»
Είπε, κι' εκείνος άναψε ν' ακούσει τέτιο λόγο,
και του διπλόφερε η καρδιά στα λογγωμένα στήθια,
ή να τραβήξει απ' το μερί το κοφτερό λεπίδι, 190
να αναστατώσει τη βουλή, το βασιλιά να σφάξει,
ή να σωπάσει την καρδιά και το θυμό να πνίξει.
Μα εκεί π' αφτά τ' ανάδεβε μες στης καρδιάς τα βάθια
κι' όξω απ' τη θήκη γύμνωνε τη σπάθα, να τη! φτάνει
η Αθηνά οχ τον ουρανό, τι στάλθηκε απ' την Ήρα, 195
που συλλογή ίση και των διο τους είχε κι' ίση αγάπη.
Και στέκει πίσω του, του αρπάει τα καστανά μαλλιά του,
σ' αφτόν μονάχα φανερή, ανέφαντη στους άλλους.
Σάστισε εκείνος και γυρνάει, κι' αναγνωρίζει αμέσως
την Αθηνά που ξάστραφταν τα φοβερά της μάτια. 200
Και κράζοντάς την της λαλεί διο φτερωμένα λόγια
«Κόρη του Δία σκιαχτερή, γιατί ήρθες τώρα πάλι;
μη θες να δεις την αψηφιά του βασιλιά Αγαμέμνου;
Εγώ 'να λόγο θα σου πω που ίσως τον δεις να γίνει·
σα γλήγορα οι περφάνιες του στον Άδη θαν τον πάνε.» 205
Τότες τ' απάντησε η θεά, του Δία η θυγατέρα
«Ήρθα οχ τον ουρανόνε εγώ να πάψω το θυμό σου,
αν θες ν' ακούσεις, κι' η θεά μ' έχει σταλμένα η Ήρα,
που συλλογή ίση και των διο σας έχει κι' ίση αγάπη.
Μον έλα πάψε! κι' άσ' τη εκεί τη σπάθα στο φηκάρι. 210
Μα αν θες με λόγια, στόλισ' τον όσο ζητά η καρδιά σου,
γιατί το λόγο που θα πω θαν τόνε δεις να γίνει·
για αφτή την προσβολή διπλά και τρίδιπλα μια μέρα
δώρα θα λάβεις· μοναχά βαστάξου κι' άκουσέ μας.»
Και τότε ο γοργοπόδαρος της απαντά Αχιλέας 215
«Ας γίνει ο λόγος σας, θεά! κιας είμαι έτσι πνιγμένος
απ' το θυμό κατάκαρδα, τι πιο καλά να γίνει·
αν τους θεούς ακούς, κι' αφτοί σού συχνακούν τον πόθο.»
Έτσι είπε, και σταμάτησε τη σταλωμένη χούφτα
πας στ' αργυρό σπαθόχερο και μέσα στο φηκάρι
έσπρωξε πάλι το σπαθί, με δίχως ν' απιθήσει 220
στον ορισμό της Αθηνάς. Και του Διός η κόρη
πίσω πετάει στον Έλυμπο, στου Δία τα παλάτια,
εκεί να σμίξει τους θεούς και τις θεές τις άλλες.
Κι' εκείνος τότες ξαναρχής γυρνάει στον Αγαμέμνο
με τις βλαστήμιες, κι' ο θυμός δεν τόνε παραιτούσε
«Α κρασοζάλιστο κορμί που σκύλας έχεις μάτια, 225
μα τ' αλαφιού καρδιά! ποτές δε σου βαστάει εσένα
να βγεις μαζί με το στρατό τους Τρώες να χτυπήσεις,
ή μετά μάς τους αρχηγούς σαν πάμε σε καρτέρι·
χάρος αφτό σου φαίνεται στο νου σου και λαχτάρα.
Α ναί, πολύ καλύτερα ν' αρπάζεις τις γυναίκες
μες στο πλατύ στρατόπεδο, κανείς σα σε πειράξει. 230
Ναί! λαοφάγος βασιλιάς, γιατί δειλούς ορίζεις·
αλλιώς, αφτή σου η αρπαγή θα σούταν κι' η στερνή σου.
Μα άκου το λόγο που θα πω, τον όρκο που θ' αμώσω.
Μα ετούτο τα ραβδί που πια ποτές κλωνιά και φύλλα
δε βγάζει μιας και κόπηκε απ' τον κορμό στο λόγγο, 235
μήτ' άθια, γιατί τούφαγε τη φλούδα και τα φύλλα
τριγύρω ο κοφτερός χαλκός, και τώρα το κρατάνε
στα χέρια οι δημογέροντες και στ' όνομα του Δία
δικάζουν το λαό, κι' αφτόν βαρύ τον έχουν όρκο,
ναι θάρθει μέρα οι Δαναοί ν' αποθυμήσουν όλοι 240
τον Αχιλέα· τότε εσύ και μ' όλο σου τον πόνο
δε θα μπορείς, σ' το λέω, καμμιά βοήθια ναν τους δώκεις,
σαν πέφτουνε απ' του Έχτορα το χέρι σκωτομένοι,
και μες στα στήθια σου η καρδιά θα λαχταράει, θα λιώνει
που ντρόπιασες το πιο γερό των Αχαιών κοντάρι.»
Είπε, και χάμου το ραβδί αγριόθυμος τινάζει 245
με χρυσοκάρφια κεντητό, κι' έπειτα πάει καθίζει.
Κι' εκείθε ο άλλος φρένιαζε. Τότες πετιέται ολόρθος
ο χρυσολάλος Νέστορας με τη γλυκιά τη γλώσσα,
που κι' από μέλι τούχυνε φωνή πιο ζαχαρένια.
Είχε ιδομένες διο γενιές ως τότες να περάσουν 250
στην Πύλο, που γεννήθηκαν πριν στα δικά του χρόνια
και μεγαλώσαν, κι' όριζε τότες γενιά των τρίτων.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε
«Ω τι κακό που πλάκωσε μεγάλο την πατρίδα!
Πώς θα πετάξει απ' τη χαρά ο Πρίαμος κι' οι γιοί του, 255
και πόσο κάθε Τρωϊκή ψυχή θ' αναγαλλιάσει,
να θε τα μάθουν όλα αφτά, πως τρώγεστε έτσι οι διο σας,
εσείς που πρώτοι στο σπαθί και στη βουλή είστε πρώτοι!
Μα να μ' ακούστε· και τους διο σάς ξεπερνάω στα χρόνια.
Γιατί στη νιότη μου έσμιξα εγώ με θεριομάχους 260
καλύτερούς σας, μα ποτές αφτοί δε μ' αψηφούσαν.
Γιατί σαν τέτιους ήρωες δεν είδα ακόμα, μήτε
θα δω σαν ένα βασιλιά Καινιά, σαν ένα Δρύα,
σαν το δεινό Πολύφημο, τον Ξάδη, τον Περίθο,
σαν το Θησιά λες πούμιαζε θεός απ' τα ουράνια. 265
Είταν εκείνοι οι πιο γεροί της γης παλικαράδες·
γεροί είτανε και με γερούς χτυπιούνταν, με βουνήσα
θεριά, κι' ο κόσμος σάστισε το πώς τα ξεπαστρέψαν.
Μ' αφτούς τότε έσμιξα κι' εγώ σαν έφτασα οχ την Πύλο,
πέρα από τόπο μακρινό, τι μ' έκραξαν μονάχοι. 270
Και πολεμούσα τότε εγώ στο μέρος τα δικό μου·
όμως δε θρέφει τώρα η γης θνητό που θα μπορούσε
να βγει μ' εκείνα τα θεριά. Τέτιοι ήρωες εμένα
στις συβουλές μου πρόσεχαν, τα λόγια μου αγρικούσαν.
Μα λέω ακούστε με κι' εσείς και δε θα μετανιώστε.
Κι' εσύ μην παίρνεις, άκου με, κι' ας δύνεσαι, την κόρη, 275
μον άσ' την μιας και δόθηκε στον Αχιλιά απ' τα' ασκέρι·
πάλε όμως με το βασιλιά κι' εσύ να λογοφέρνεις
μη θέλεις του Πηλιά γιε, κι' ενάντια να παγαίνεις.
Ίσοι δεν είμαστε όλοι μας του βασιλιά που ο Δίας
τον δόξασε και κυβερνάει βαστώντας το ραβδί του.
Αν είσαι παλικάρι εσύ, θέϊσσα αν έχεις μάννα, 280
μα σούναι αφτός ανότερος, τι πιο πολλούς ορίζει.
Μα έλα, Αγαμέμνο, πάψε εσύ! Ναι, χάρη σ' το γυρέβω,
μη το θυμό του, ας άναψε, συνεριστείς, που πάντα
σαν κάστρο αυτός ασάλεφτο μας στέκει στους πολέμους.»
Τότες του λέει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος 285
«Ναι, γέροντα, όλα γνωστικά τα μίλησες και δίκια.
Μα αφτός εδώ να πάντα του πρωτιά γυρέβει απ' όλους.
σ' όλους μας θέλει κεφαλή, να γίνεται κι' αφέντης,
σ' όλους να δίνει προσταγές, και πιος θαν τα σηκώσει;
Κι' αν οι αθάνατοι θεοί τον κάνανε αντριωμένο, 290
για αφτό του πρέπει προσβολές να χύνει κι' απ' τη γλώσσα;»
Μα τότες τον αντίσκοψε και τούπε ο Αχιλέας
«Άναντρο αλήθια θάμουνα κορμί και τιποτένιο,
αν πάντα ναι σου φώναζα, το στόμα σαν ανοίγεις·
σ' άλλους παράγγελνέ τα αφτά, δεν είναι αφτά για μένα! 295
Μα ετούτο ακόμα θα σου πω κι' εσύ στο νου σου βάλ' το. 297
Τ' άρματα δε θα πάρω εγώ να χτυπηθώ μαζί σου,
μ' εσένα εδώ είτε κι' άλλο σας. κανένα, για την κόρη,
τι εσείς τη δώκατε κι' εσείς την παίρνετέ μου πίσω·
μα απ' τ' άλλα πούχω στο γοργό και μάβρο μου καράβι 300
δε θα μ' αγγίξεις τίποτα χωρίς τη θέλησή μου.
Ειδέ έλα, αν θες, δοκίμασε, για ναν να το δουν κι' εδώ όλοι...
το μάβρο σου αίμα γλήγορα θα βάψει το κοντάρι.»
Έτσι σα μάλωσαν οι διο με θυμωμένα λόγια,
σηκώθηκαν, κι' η συντυχιά χωρίζει στα καράβια. 305
Κι' ο Αχιλέας πάγαινε των καλυβιών το δρόμο
αντάμα με τον Πάτροκλο και τους δικούς του αθρώπους·
κι' ο Αγαμέμνος έρηξε στη θάλασσα 'να πλοίο,
και λαμνοκόπους διάλεξε ως είκοσι ανομάτους,
κι' έμπασε μέσα τα σφαχτά του Φοίβου, και κατόπι
έφερε μέσα κι' έκατσε την ώρια Χρυσοπούλα· 310
και μέσα τέλος αρχηγός μπήκε ο σοφός Δυσσέας.
Μπήκαν λοιπόν κι' αρμένιζαν αφτοί στο κύμα απάνου.
κι' ο γιός ' Ατρέα πρόσταξε να παστεφτεί τ' ασκέρι
κι' αφτοί καλοπαστρέβουνταν και στο γιαλό πετούσαν
τις λέρες, κι' έσφαζαν σωστά βοϊδότραγα του Φοίβου 315
κοντά στην πολυτάραχη ακρογιαλιά· κι' η τσίκνα
στριφοκλωθούσε, στον καπνό τριγύρω, ως στα ουράνια.
Τέτιες αφτοί είχανε δουλιές μες στον πλατύ τον κάμπο.
Και την αμάχη ο βασιλιάς δεν ξέχανε απ' την ώρα
που στη βουλή φοβέρισε τον ξακουστό Αχιλέα,
μον τον Ταρθύβη φώναξε και το γοργό Βρυβάδη, 320
που κράχτες του και παραγιούς τους είχε μπιστεμένους
«Αμέτε στ' Αχιλέα οι διο, και μέσα απ' την καλύβα
πάρτε απ' το χέρι τ' όμορφο και φέρτε μου κορίτσι.
Μα αν δεν τη δώσει, ξεκινώ με πιο πολλούς, κι' ατός μου
την παίρνω εγώ. Σαν πιο βαρύ θαν τούρθει αφτό νομίζω...» 325
Έτσι είπε και τους έστειλε με θυμωμένα λόγια.
Κι' άθελα οι κράχτες τράβηξαν σιμά σιμά την άκρη
του στειροτρύγητου γιαλού, και στο καραβοστάσι
των Μυρμιδόνων φτάσανε κι' ως τις καλύβες πέρα.
Κι ήβραν αφτόν που κάθουνταν κοντά σ' ένα καλύβι
και πλοίο του, ουδέ χάρηκε μπροστά του σαν τους είδε. 330
Μα εκείνοι ομπρός στον αρχηγό με δείλια και με σέβας
σταθήκανε, ουδέ τούκραιναν κι' ουδέ τον χαιρετούσαν.
Μα αφτός στο νου του τόνιωσε γιατί ήρθαν και τους είπε
«Καλό στους κράχτες, των θεών κι' αντρών μαντατοφόρους!
Σιμώστε... δε μου φταίτε εσείς, μου φταίει ο Αγαμέμνος 335
που για την κρινομάγουλη σάς στέλνει βρυσοπούλα.
Μον έλα, θεογέννητε Πάτροκλε, βγάλ' την κόρη
και δώσ' τη τους να τήνε παν. Κι' ας είναι αφτοί μαρτύροι
μπρος στους αθάνατους θεούς και στους θνητούς αθρώπους
και στο σκληρό το βασιλιά, αν καμιά μέρα πάλι 340
μ' έχουν ανάγκη απ' άσκημη λαχτάρα να γλιτώσω
τα' ασκέρι. Τι ζαβώθηκε και πήρε δρόμο εκείνος,
μηδέ κατέχει μια σταλιά να δει κι' ομπρός και πίσω,
πώς θαν του πολεμά άβλαβο τα' ασκέρι στα καράβια.»
Είπε, κι' ακούει ο Πάτροκλος τα λόγια του συντρόφου, 345
και βγάζει τη ροδόθωρη κοπέλα απ' το καλύβι
και τους τη δίνει ναν την παν. Κι' αφτοί γυρνούσαν πίσω
στον κάμπο, κι' άθελα μαζί κι' η κόρη περπατούσε.
Κι' ο Αχιλέας τότε ομπρός καθίζει στ' ακρογιάλι
παράμερα, κι' έκλαιγε εκεί, απ' τους συντρόφους χώρια, 350
αλάργα προς τα πέλαγα θωρώντας. Και τα χέρια
άπλωσε και τη μάννα του συχνοπερικαλούσε
«Μάννα μου, αφού με γέννησες και λιγοχρονισμένο,
ας είταν καν του Κρόνου ο γιος, ο βροντορήχτης Δίας,
να με τιμούσε· μόνε αφτός σταλιά δε με λογιάζει.
Γιατί τ' Ατρέα τώρα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους, 355
μεγάλο μούκανε άδικο· γιατί με βιά μού πήρε
κι' έχει τη νια μου που πρεσβιό μούχε ο στρατός χαρίσει.»
Είπε θρηνώντας, κι' άκουσε τα λόγια η κυρά μάννα,
πούταν στα βάθια του γιαλού στου γέρου της πατέρα,
και βγήκε σαν αντάρα εφτύς απ' το ψαρύ το κύμα
και στο πλεβρό του κάθησε. Κι' ενώ δακρολογούσε, 360
τον χάιδεψε έτσι τρυφερά και τούπε αγαπημένα
«Τι κλαις, παιδί μου; τι κακό σου πίκρανε τα σπλάχνα;
Πες το, να ξέρουμε κι' οι διο, και μυστικό μην τόχεις.»
Τότες με βαριοστεναγμούς της είπε ο Αχιλέας
«Ξέρεις — τι να σ' τα λέω αφτά; — και τάχα δεν τα ξέρεις; 365
Πέρα στη Θήβα πήγαμε, στ' Αητιού την πολιτεία,
που την κουρσέψαμε, κι' εδώ το φέραμε το πράμα.
Αφτό το μοίρασε ο στρατός με δίκιο ανάμεσό του,
και χώρισαν του βασιλιά την ώρια Χρυσοπούλα.
Ο Χρύσας τότε, ο λειτουργός του προφυλάχτη Απόλλου, 370
ήρθε από πέρα ως στα γοργά των Αχαιών καράβια
να λεφτερώσει θέλοντας την κόρη του, και πλούσια
είχε μαζί του ξαγορά, και κράταε στα διά χέρια,
πάς στο χρυσόφτιαστο ραβδί, τ' Απόλλου τα στεφάνια,
κι' όλους τους άλλους Αχαιούς θερμοπερικαλούσε,
μα τα πρωτάτα πιο πολύ, τους διο τους γιους τ' Ατρέα. 375
Τότες με σέβας φώναξαν οι άλλοι Αργίτες όλοι
πάρτε την ώρια ξαγορά, το γέρο σπλαχνιστείτε!'
μα αφτή η βουλή δεν τ' άρεσε του βασιλιά Αγαμέμνου,
μόνε τον έδιωξε άσκημα κι' είπε σφιχτό 'να λόγο.
Έτσι οργισμένος έφυγε ο γέρος πίσω πάλι, 380
κι' ο Φοίβος τότες ξάκουσε του γέρου την κατάρα,
τι είταν αγαπημένος του πολύ, και στους Αργίτες
έρηξε αρρώστια φοβερή, που απανωτοί οι στρατιώτες
πεθαίναν, κι' έπεφταν παντού οι θεϊκές σαΐτες
μέσα στον κάμπο τον πλατύ. Μας λέει τότε ο προφήτης,
σαν που τους κάτεχε βαθιά, τους ορισμούς τ' Απόλλου. 385
Πρώτος προβάλλω εφτύς εγώ το Φοίβο να μερώσουν·
μα πήρε ο βασιλιάς φωτιά, κι' όρθιος μεμιάς πετιέται
και μια φοβέρα μούρηξε που κι' είναι κανωμένη.
Τι με καράβια παν τη μια στη Χρύσα οι μαβρομάτες
Αργίτες έχοντας μαζί για το θεό σφαχτάρια, 390
και την κοπέλα οι Δαναοί που μούδωκαν εμένα,
ήρθαν πολιώρα οι κράχτες του και πίσω μού την πήραν.
Μα βόηθα, μάννα, εσύ, αν μπορείς, τον αντριωμένο γιο σου.
Σύρε να πάς στον Έλυμπο και να περικαλέσεις
το Δία, αν την καρδιά άλλοτες, ή μ' έργατα ή με λόγο, 395
μια στάλα του τη γλύκανες. Γιατί στο σπιτικό μας
σ' άκουσα εγώ πολλές φορές να λες και να παινιέσαι
πως δα το μαβροσύγνεφο του Κρόνου γιο, μονάχη
μες στους θεούς, τον γλύτωσες απ' άσκημη λαχτάρα,
τότες που θέλανε οι θεοί οι άλλοι — ο Ποσειδώνας,
η Ήρα, κι' η θεά Αθήνα — ναν τόνε τριχοδέσουν. 400
Μα απ' τις τριχιές εσύ, θεά, ναν τον γλυτώσεις πήγες.
κι' απάνου φώναξες γοργά τον εκατοχεράτο,
που Μυριοδύναμο οι θεοί τον λεν — οι άντρες όμως
Αιγαίο — γιατί στη δύναμη νικάει και το γονιό του·
αφτός στο Δία κάθησε σιμά καμαρωμένος, 405
κι' εκείνοι χέρι τράβηξαν απ' τον πολύ τους φόβο.
Μα θύμισέ του τώρα αφτά, και κάτσε εκεί, και πιάσ' του
το γόνα, μήπως τους οχτρούς θελήσει να βοηθήσει,
κι' εκείνους γύρω στο γιαλό και στο καραβοστάσι
ναν τους στρυμώξει με σφαγή μεγάλη, τους Αργίτες,
που έτσι να νιώσουν τ' όφελος του βασιλιά τους όλοι, 410
και έτσι να δει το κρίμας του κι' ο γιος τ' Ατρέα ακόμα
που ντρόπιασε το πιο γερό των Αχαιών κοντάρι.»
Και τότες δάκρια χύνοντας απολογιέται η Θέτη
«Αχ γιε μου, τι σ' ανάθρεφα τον πικρογεννημένο;
Ας ζούσες δίχως καν καημούς και δάκρια στα καράβια, 415
αφού κοντέβει η ώρα σου, πολύ μακριά δεν είναι.
Μον τώρα πιο λιγόζωος και πιο πικρός απ' όλους
μούγινες. . . θάτανε η στιγμή κακή σα σε γεννούσα.
Μα αφτό το λόγο σου να πω του βροντορήχτη Δία
μόνη θα πάω στον Έλυμπο το χιονοσκεπασμένο, 420
μήπως πειστεί. Μον κάθου εσύ εδώ στα πλοία τώρα,
και βάστα πάντα το θυμό και μην αγγίζεις μάχη.
Τι τούχουνε στον Ωκιανό τραπέζι οι Αιθιόποι,
και πήγε ο Δίας απ' τα ψες κι' όλοι οι θεοί μαζί του·
όμως σε μέρες δώδεκα πάλι είναι να γυρίσει, 425
και τότες στο χαλκόστρωτο τον πύργο του θα τρέξω
να πέσω ομπρός στα πόδια του, και θαν τον πείσω θέλω!»
Έτσι είπε κι' έφυγε, κι' αφτόν τον άφισε στον κάμπο
γιομάτο οργή που τ' άρπαξαν με ζόρι κι' άθελά του
την ομορφοζωσμένη νιά. 430
Και τότες ο Δυσσέας
στη Χρύσα ζύγωνε μαζί με τα σφαχτά τ' Απόλλου.
Και μπαίνοντας μες το βαθύ λιμάνι, τα πανιά τους
διπλώνουν και μες στο γοργό καράβι τ' απιθώνουν,
και το κατάρτι στρώνουνε στην κοίτη ξαμολώντας
τα ξάρτια, κι' ως πιο μέσα εκεί στ' αραξοβόλι λάμνουν. 435
Κι' όξω τα βάρια ρήχνουνε και δένουν την πρυμάτσα,
όξω κι' ατοί τους βγαίνουνε πάς στου γιαλού την άκρη,
και βγάζουν όξω τα σφαχτά που φέρνανε του Φοίβου,
κι' η Χρυσοπούλα όξω πηδάει μέσα απ' το τρεχαντήρι.
Και φέρνοντάς την στο βωμό ο γνωστικός Δυσσέας, 440
στα χέρια του γερο-γονιού τη δίνει και του κάνει
«Γέρο, στη Χρύσα ο βασιλιάς με στέλνει να σου φέρω
την κόρη, κι' εκατοβοδιά να σφάξουμε του Φοίβου,
για ναν του σπλαχνιστεί η καρδιά τους Αχαιούς που τώρα
στον κάμπο πολυστέναχτες τους έστειλε λαχτάρες.» 445
Είπε, και του την έδωκε στα χέρια· το παιδί του
το πήρε ο γέρος με χαρά. Κι' αφτοί τριγύρω αμέσως
στον ομορφόχτιστο βωμό αράδιασαν τα βόδια,
κι' έπειτα χερονίφτηκαν και πήραν τα κριθάρια.
Τότες παράκληση άρχισε ο Χρύσας ναν τους κάνει 450
με δυνατόφωνη λαλιά και χέρια σηκωμένα
«Άκου με, αργυροδόξαρε, εσύ που διαφεντέβεις
την Κίλλα με το τόσο βιος και το νησί της Χρύσας,
και που φυλάει την Τένεδο τ' ανίκητό σου χέρι.
Κι' άλλοτες πριν συνάκουσες την προσεφκή μου εμένα,
και για το δίκιο μου έστρεξες των Αχαιών τ' ασκέρι
και παίδεψες σπαραχτικά· και τώρα πάλι, Απόλλο, 455
περικαλώ σε, ακόμα αφτόν τον πόθο ξάκουσέ μου·
λυπήσου πια τους Αχαιούς και διώξε την πανούκλα.»
Είπε, και την παράκληση ξακούει ο γιος του Δία.
Έτσι σαν είπαν δέηση κριθάρι πασπαλώντας,
πρώτα σηκώνουν των βοδιών τις κεφαλές, τα σφάζουν,
τα γδέρνουν, κόβουν τα νεφρά, και τα διπλοτυλίγουν 460
με σκέπη, και τα συγυρνάν μ' από παντού κομμάτια.
Κι' απάνου ο γέρος τάκαιγε σε σκίζες περιχώντας
ξανθό κρασί· κι' οι νιοι κοντά πεντόσουγλα κρατούσαν.
Απέ η φωτιά σα χώνεψε και φάγανε τα σπλάχνα,
λιανίζουν τ' άλλα κρέατα και τα περνάν στις σούγλες, 465
τα ψήνουν όμορφα, όμορφα κι' απ' τη φωτιά τα βγάζουν,
Και τη δουλιά σαν τέλιωσαν και τοίμασαν τραπέζι,
τρων, και δε λείπει τίποτα που να ποθεί η καρδιά τους.
Τέλος σα χόρτασαν καλά γερό με φαγοπότι,
πιάνουν οι νιοι κι' εφτύς πιοτό γιομίζουν τα κροντήρια 470
ίσα ως στα χείλια, κι' έπειτα γύρω κερνάν να πιούνε,
αφού τ' Απόλλου τούσταξαν με τα ποτήρια πρώτα.
Έτσι όλη μέρα με χαρές μαλάκωναν το Φοίβο,
του προφυλάχτη ψέλνοντας και το χαριτωμένο
δοξολογώντας γιατρεφτή· κι' άκουγε αφτός με γλύκα.
Κι' ο ήλιος σα βασίλεψε και πήρε το σκοτάδι, 475
τότες στου ξύλου πλάγιασαν κοντά το παλαμάρι.
Κι' έφεξε η ροδοδάχτυλη νυχτοθρεμένη Αβγούλα,
και τότες πια τα πρύμισαν πίσω να παν στον κάμπο.
Κι' ο Φοίβος τους ξαπόστειλε ένα αγεράκι πρύμο,
κι' εφτύς οι νάφτες έστησαν απάνου το κατάρτι 480
και τ' άσπρο ανοίξανε πανί, και το πανί στη μέση
απ' τον αγέρα φούσκωσε, και γύρω στην καρίνα
αχούσε σαν αρμένιζαν τ' αφροντυμένο κύμα,
κι' έτρεχε το καράβι ομπρός οργώνοντας το κύμα.
Και πια σαν ήρθαν στον πλατύ των Αχαιώνε κάμπο,
τράβηξαν όξω στην ξηρά το μελανό καράβι, 485
ψηλά στον άμμο, με μακριά το στήλωσαν φαλάγγια,
κι' ατοί τους γύρω σκόρπισαν στα πλοία και καλύβια.
Ωστόσο εκείνος κάθουνταν στα πλοία χολιασμένος
ο γιος ο φτερουγόποδος του ξακουστού Πηλέα,
δίχως σε προεστών βουλή ποτές του να ζυγώνει, 490
δίχως να πάει σε πόλεμο, μον τούλιωναν τα σπλάχνα
πούμενε αφτού, και τις σφαγές ποθούσε και τις μάχες.
Μα τέλος πια σαν πέρασαν ως μέρες διο και δέκα,
να κι' οι παντοτινοί θεοί στον Έλυμπο γυρνούσαν
όλοι μαζί, κι' ομπρός ομπρός ο Δίας περπατούσε. 495
Κι' η Θέτη τις παραγγελιές δεν ξέχασε του γιου της,
Μον βγαίνει μέσα απ' του γιαλού το κύμα, κι' ανεβαίνει
πρωΐ πρωΐ στον Έλυμπο και στα μεγάλα ουράνια.
Και βρήκε χώρια απ' τους λοιπούς θεούς το γιο του Κρόνου
πας στου μυριόκορφου βουνού την άκρη καθισμένο.
Και έκαστε ομπρός του, τούπιασε με το ζερβύ της χέρι 500
το γόνα, και με το δεξύ τού αγγίζει το πηγούνι
κι' έτσι τον πρωταφέντη γιο περικαλάει του Κρόνου
«Αφέντη Δία, αν άλλοτες μες στους θεούς με λόγο
ή μ' έργο εγώ σ' ωφέλησα, αχ κάνε μου μια χάρη!
Βόηθα τα γιο μου... αφτός ζωή στον κόσμο σαν τους άλλους 505
δεν έχει, μα κι' ο βασιλιάς, τ' Ατρέα ο γιος, να τώρα
μεγάλο τούκανε άδικο· γιατί με βιά του πήρε
κι' έχει τη νια του που πρεσβιό τούχε ο στρατός χαρίσει.
Μα εσύ καν Δία, βόηθα τον, βαθύβουλε Ελυμπήσε,
κι' ως τότες δίνε δύναμη στους Τρώες, δίνε νίκες,
ως που στο γιο μου οι Δαναοί να παν και να προσπέσουν.» 510
Είπε, μα δεν της έκρινε ο συγνεφοσυνάχτης,
Μον ώρα κάθουνταν πολλή δίχως να βγάζει λέξη.
Κι' η Θέτη καθώς τούπιασε το γόνα, το βαστούσε
πάντα σφιχτά, και ξαναρχής δεφτέρωσε το λόγο
«Πες πια το ναι έτσι αληθινά και τάξ' το μου, ή κι' αρνήσου —
και τι σε μέλει αν αρνηθείς; — να μάθω θέλω εμένα 515
πόσο πιο λίγο απ' τους λοιπούς θεούς με λογαριάζεις.»
Τότες βαριά στενάζοντας της είπε ο γιος του Κρόνου
«Κακές, πολύ κακές δουλιές μ' ανοίγεις με την Ήρα,
και σύχυσες, σα με κεντάει με τα πικρά της λόγια·
που κι' έτσι εκείνη αδιάκοπα μπρος στους θεούς μαλώνει 520
και μου φωνάζει πως βοηθάω τους Τρώες στους πολέμους.
Μόνε τραβήξου τώρα εσύ μήπως σε νιώσει η Ήρα,
κι' εγώ θαν τα φροντίσω αφτά να γίνουνε. Όμως στάσου
να σκύψω το κεφάλι μου, για να συχάσει ο νους σου.
Δεν έχω πιο σημαντικό με τους θεούς σημάδι, 525
τι το φυλάω ασάλεφτο κι' αληθινό, και πάντα
θα γίνει ότι κι' αν τάξω εγώ κουνώντας το κεφάλι.»
Έτσι είπε ο Δίας, και κουνάει τα μελανά του φρύδια,
και γύρω στο θεοτικό κεφάλι ανασαλέβουν
τ' αθάνατα του τα σγουρά, κι' ο βούναρος τραντάζει. 530
Έτσι σαν τα μιλήσανε, χωρίζουνται. Κι' η Θέτη
πηδά απ' τ' ολόφωτο βουνό μες στου γιαλού τα βάθια,
κι' ο Δίας πάει στον πύργο του. Κι' όλοι οι θεοί μπροστά του
αντάμα προσηκώθηκαν απ' τα καθίσματά τους,
μήτε αποκότησε κανείς να μείνει σαν τον είδαν 535
που σίμωνε, μον όλοι τους στέκουν μπροστά του ολόρθοι.
Τότε έτσι ο Δίας κάθησε στο θρόνο του. Κι' η Ήρα
τον είδε κι' ένιωσε βουλές πως σκάρωσε μαζί του
η Θέτη, του θαλασσινού η θυγατέρα γέρου,
κι' εφτύς με λόγια αγγιχτικά να του μιλάει αρχίζει
«Με πιόν, μαργιόλε, απ' τους θεούς είχες κουβέντες πάλι; 540
Πάντα αγαπάς, σα βρίσκουμαι μακριά, ν' αποφασίζεις
κρυφά από μένα, και ποτές δε βάσταξε η ψυχή σου
νάρθεις μονάχος να μου πεις μια λέξη απ' τις δουλιές σου.»
Τότες της είπε των θεών κι' ανθρώπωνε ο πατέρας
«Ήρα, δα κάθε μου σκοπό να μάθεις μην τ' ολπίζεις· 545
θαρρώ θαν τόβρεις δύσκολο κι' ας σ' έχω και γυναίκα.
Μα αν είναι τίποτα σωστό ν' ακούσεις, από σένα
δε θαν το μάθει πριν κανείς, μήτε θεός μήτ' άντρας·
μα κι' ότι θέλω απ' τους θεούς να λογαριάσω χώρια,
αφτό μην το ψιλορωτάς, μην το συχνοξετάζεις.» 550
Τότες του λέει η δέσποινα, η μαρμαρόλαιμη Ήρα
«Καλέ, τι κάθεσαι και λες, γιε φοβερέ του Κρόνου;
Και τόσο δα δε σ' αρωτώ, δε σε ζαλίζω ως τώρα,
μόνε ότι θέλεις, ήσυχος μπορείς και συλλογιέσαι.
Όμως πολύ είμαι ανήσυχη μη σ' έπεισε ν' αλλάξεις 555
η Θέτη, του θαλασσινού η θυγατέρα
γέρου·
τι ήρθε κοντά σου σύνταχα και σούπιασε το γόνα,
και μ' όρκο εσύ της έταξες, το βλέπω, να βοηθήσεις
τον Αχιλιά, και Δαναούς πολλούς να ξολοθρέψεις.»
Τότες γυρνάει του Κρόνου ο γιος και με θυμό της κάνει 560
«Καημένη, δε σε ξεγελώ, μον πάντα κάτι νιώθεις.
Όμως δε βγάζεις τίποτα, μον που θα με κρυώσεις
χειρότερα· και πιο πολύ αφτό θα σου κοστίσει.
Τάχα κι' αν έγινε ότι λες, θα πει πως έτσι θέλω.
Μον κάτσε κάτου φρόνιμα κι' αγρίκα μου τα λόγια, 565
μη σηκωθώ, κι' όλοι οι θεοί που βρίσκουνται εδώ γύρω
δε σε γλυτώνουν, έτσι εγώ χουφτιάσω τα μαλλιά σου.»
Είπε, και σκιάχτηκε η κυρά, η γελαδόματη Ήρα,
και την καρδιά της έσφιξε πια λέξη να μη βγάλει.
Βαριόμησαν εκεί οι Θεοί στου Δία το παλάτι, 570
κι' άρχισε πρώτα ο Ήφαιστος, ο ξακουστός τεχνίτης,
ναν τους μιλάει, και πάσκιζε τη μάννα να βοηθήσει
«Α πια θα γίνει μισερή κι' ασήκωτη η ζωή μας,
αν έτσι οι διο σας σκούζετε εδώ σαν καρακάξες
και πιάνεστε για τους θνητούς! Και το ξεφάντωμά μας 575
γλύκα δε θάχει πια καμιά, τι πήρε η φαγομάρα.
Τη μάννα εγώ περικαλώ, καθώς κι' αφτή το νιώθει,
νάναι καλή και μαλακιά με τον πατέρα Δία,
μην πιάσει τα μαλώματα ξανά, και μας χαλάσει
κι' εμάς το φαγοπότι μας. Γιατί μπορεί, σα θέλει, 580
να μας πετάξει απ' τα θρονιά ο κεραβνοτινάχτης
του Κρόνου γιός· τι είναι πολύ πιο δυνατός απ' όλους.
Μα εσύ με λόγια μαλακά καλόπιανέ τον, μάννα,
και τότε εφτύς πονετικό θαν τόνε δεις μαζί μας.»
Έτσι είπε, και στης μάννας του σηκώνεται και βάζει 585
τα χέρια πλουμιστό καφκί, και της λαλεί διο λόγια
«Κάνε, μαννούλα, απομονή, και μ' όλη σου την πίκρα,
μήπως σε δουν τα μάτια μου, που σ' αγαπάω, στρωμένη
στο ξύλο, και δε θα μπορώ να σε βοηθήσω τότες
κι' ας λαχταρίζω. Σα βαρύ ν' αντιφερθείς του Δία.
Τι ζήτησα κι' άλλη φορά εγώ να σε βοηθήσω, 590
μα από το πόδι μ' άρπαξε και μ' έρηξε ίσα κάτου
οχ το κατώφλι τ' ουρανού· κι' ολημερύς γυρνούσα,
και πια σα βράδιασε, έπεσα πας στο νησί της Λήμνος,
είχα δεν είχα πια ψυχή· πρόθυμα τότε αμέσως,
σαν έπεσα, με πήρανε να με νιαστούνε οι Σίντες.»
Είπε, και χαμογέλασε του Κρόνου η θυγατέρα, 595
και μες το χαμογέλιο της απ' το παιδί της παίρνει
στα χέρια το καφκί. Κι' αφτός νεχτάρι ζαχαρένιο
απ' το κροντήρι βγάζοντας, δεξά κερνούσε γύρω
και τους λοιπούς αθάνατους. Και πιάνουν κάτι γέλια
τους τρισμακάριστους θεούς!... ατέλιωτα, σαν είδαν
να συρταφέρνει ο Ήφαιστος κουτσολαχανιασμένος. 600
Έτσι όλη μέρα τρώγανε ώστε να πέσει ο Ήλιος,
και τάχανε όλα όσα ζητάει καλό 'να φαγοπότι,
λαγούτο θες πεντάμορφο που το βαρούσε ο Φοίβος,
θες Μούσες που τραγούδιζαν με χάρη αράδα αράδα.
Του ήλιου τέλος βούτηξαν οι φωτεινές αχτίδες, 605
και τότες μέσα κίνησαν να παν και να πλαγιάσουν,
οπούχε του του καθενός χτισμένα ο ξακουσμένος
πρωτοτεχνίτης Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη·
κι' ο Δίας ο αστραπεφτής ο συγνεφοσυνάχτης
στο στρώμα πάγαινε κι' αφτός, όπου κοιμούνταν πάντα, 610
ύπνος σαν τούρχουνταν γλυκός. Απάνου εκεί γυρμένος
κοιμούνταν, κι' η χρυσόθρονη θεά κοντά του, η Ήρα.
Β
Κι' οι άλλοι αθρώποι και θεοί κοιμούντανε όλη νύχτα,
μα ο Δίας δεν τη χαίρουνταν του ύπνου τη γλυκάδα,
Μον μες στο νου του ανάδεβε το πώς στον Αχιλέα
δόξα να δώκει, και πολλούς να σφάξει στα καράβια.
Κι' αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του· 5
να στείλει τον Ψεφτόνειρο στον Αγαμέμνο κάτου.
Και κράζοντας τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια
«Κάνε, Ψεφτόνειρε, να πάς στ' Αργίτικα καράβια.
Να τρέξεις στην καλύβα εφτύς του βασιλιά Αγαμέμνου,
κι' όλα σωστά ναν του τα πεις, καθώς σ' τα παραγγέλνω. 10
Πες του να κράξει στ' άρματα όλο τα' ασκέρι αμέσως,
που τώρα την πλατύδρομη μπορεί να πάρει Τροία,
γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διο γνώμες,
τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
όλους η Ήρα, και καημοί τους Τρώες καρτεράνε.» 15
Είπε, και τρέχει ο Όνειρος σαν άκουσε το λόγο,
και χέρι χέρι ως στα γοργά καράβια κατεβαίνει
κι' εκεί τραβάει κατά το γιο του ξακουσμένου Ατρέα.
Και κοιμισμένο μέσα εκεί τον βρήκε στην καλύβα,
κι' ύπνος αθάνατος παντού είταν χυμένος γύρω.
Κι' απάνου απ' το κεφάλι του πάει στέκει, με του Νηλέα 20
όμοιος το γιό, που πιο πολύ απ' όλους τους αρχόντους
τόνε τιμούσε ο βασιλιάς· έτσι αλλαγμένος τότες
του μίλησε ο Ψεφτόνειρος και τούπε αφτά τα λόγια
«Κοιμάσαι, γιε του μαχητή, του φημισμένου Ατρέα;
Όλη τη νύχτα ο προεστός δεν πρέπει να κοιμάται,
πούχει πολλά να νιάζεται, λαούς να διαφεντέβει. 25
Μον γλήγορα άκου με· έρχουμαι σταλμένος απ' το Δία,
που κι' απ' αλάργα σε πονάει και σ' ακριβοφροντίζει.
Να κράξεις είπε στ' άρματα όλο τ' ασκέρι αμέσως,
που τώρα την πλατύδρομη μπορείς να πάρεις Τροία,
γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διο γνώμες, 30
τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
όλους η Ήρα, και καημοί προσμένουνε απ' το Δία
τους Τρώες. Μον θυμήσου τα, και τήρα μη σε πιάσει
αλησμονιά όταν σηκωθείς απ' το βαθύ τον ύπνο.»
Έτσι είπε κι' έφυγε, κ' αφτού τον άφισε μονάχο 35
μ' ελπίδες μέσα στην καρδιά που να γενούν δεν είταν.
Έλεγε τάχα πως θα μπει μονήμερα στην Τροία...
τυφλός! και δε φαντάζουνταν σαν τι δουλιές ο Δίας
λογάριαζε. Τι είχε σκοπό στους Αχαιούς και Τρώες
να στείλει ακόμα στεναγμούς και πίκρες και πολέμους. 40
Και ξύπνησε, κι' η θεϊκιά φωνή είτανε χυμένη
γύρω, κι' ορθός κάθεται, και βάζει το πανώριο
σκουτί, καινούργιο μαλακό, και την πλατιά του κάπα,
κι' ώρια αμποδένει σάνταλα στα παχουλά του πόδια,
κι' ασημοκάρφωτη κρεμάει γύρω στους ώμους σπάθα· 45
έτσι, κρατώντας το ραβδί το γονικό στα χέρια,
τ' άλιωτο πάντα, κίνησε για το καραβοστάσι.
Και σαν ανέβηκε η θεά στον Έλυμπο, η Αβγούλα,
στο Δία κι' όλους τους θεούς να πει πως ξημερώνει,
προστάζει τους καλόφωνους τους κράχτες να φωνάξουν 50
σε συντυχιά τους Αχαιούς με τις θρεμένες χήτες.
Κι' αφτοί λαλούσαν, κι' έτρεχε το πλήθος χέρι χέρι.
Και πρώτα οργάνιζε βουλή των δυνατών αρχόντων
κοντά στου γερο-Νέστορα το μελανό καράβι.
Κι' αφού τους έκραξε, έστησε βαθιά βουλή μαζί τους 55
«Ακούστε, αδρέφια. Ο Όνειρος μου φάνηκε ήρθε τάχα
μες στην αθάνατη νυχτιά, στον ύπνο που κοιμόμουν,
κι' απ' όλους πιο του Νέστορα, του βασιλιά απ' την Πύλο,
λες θάμιαζε στο πρόσωπο, στ' ανάστημα, στα χρόνια.
Κι' ήρθε από πάνου στάθηκε στην κεφαλή μου κι' είπε
«'Κοιμάσαι, γιε του μαχητή, του φημισμένου Ατρέα; 60
Όλη τη νύχτα ο προεστός δεν πρέπει να κοιμάται,
πούχει πολλά να νιάζεται, λαούς να διαφεντέβει.
Μον γλήγορα άκου με· έρχουμαι σταλμένος απ' το Δία,
που κι' απ' αλάργα σε πονάει και σ' ακριβοφροντίζει.
Να κράξεις είπε στ' άρματα όλο τον λόχο αμέσως, 65
που τώρα την πλατύδρομη μπορείς να πάρεις Τροία,
γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διο γνώμες,
τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
όλους η Ήρα, και καημοί προσμένουνε απ' το Δία
τους Τρώες. Μον θυμήσου τα.' Κι' εκείνος έτσι φέβγει 70
πετώντας, και ξυπνάω εγώ απ' το γλυκό τον ύπνο.
Μον πάμε, κι' ίσως βγάλουμε στον πόλεμο τ' ασκέρι.
Μα πρώτα με τα λόγια εγώ λέω ναν τους δοκιμάσω
όπως τεριάζει, και θα πω να φέβγουμε απ' την Τροία
μαζί με τα πολύσκαρμα καράβια. Μον τηράτε,
εσείς τότε άλλος απ' αλλού ναν τους κρατήστε πίσω.» 75
Είπε και κάθησε. Κι' εφτύς σηκώθηκε κατόπι
ναν τους μιλήσει ο βασιλιάς της αμμουδάτης Πύλος.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε
«Αδρέφια, πρώτοι οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι,
αν άλλος μας τέτιο όνειρο πες είχε δει, να πούμε 80
είναι ψεφτιά, και πιο πολύ και να τραβάμε χέρι·
μα τώρα τόδε τ' όνειρο αφτός που εδώ παινιέται
πως είναι ανότερος πολύ απ' όλους τους Αργίτες.
Μον πάμε, κι' ίσως βγάλουμε στον πόλεμο τ' ασκέρι.»
Είπε, και πρώτος κίνησε απ' τη βουλή να σύρει.
Κι' οι άλλοι σηκωθήκανε κατά τη συβουλή του, 85
οι ραβδοφόροι προεστοί. Και πρόστρεχε τ' ασκέρι.
Κ' όπως παγαίνουν σύννεφα πυκνώνε μελισσώνε,
που βγαίνουν κι' όλο βγαίνουνε μέσα από κούφια πέτρα,
και στοίβες στοίβες στους ανθούς της άνοιξης πετάνε,
κι' εδώθες τρέχει ένας σωρός και τρέχει εκείθες άλλος· 90
έτσι σωροί κι' αφτών πολλοί κοπαδιαστοί απ' τα πλοία
κι' απ' τις καλύβες τρέχανε στη συντυχιά να πάνε,
μπρος στ' ακρογιάλι τ' αψηλό. Κι' η Φήμη ανάμεσό τους
φούντωσε και να περπατάν τους κένταε, η μηνήτρα
του Δία, και μαζέβουνταν. Και βούηζε το μεϊντάνι,
βογγούσε κάτωθες κι' η γης καθώς τοποθετιούνταν, 95
κι' είταν αντάρα και φωνή. Κι' εννιά διαλαλητάδες
τους έσκουζαν να κάτσουν πια και τη φωνή να πάψουν,
ίσως ακούσουν τους τρανούς αρχόντους τι θα πούνε.
Με κόπο κάθησε ο λαός, μα στα καθίσματά τους
σύχασαν τέλος κι' έμειναν.
Και τότε ο Αγαμέμνος
σηκώθηκε με το ραβδί το γονικό στα χέρια,
ψιλόφτιαστη Ηφαιστοδουλιά. Αφτός τόχε δοσμένα
στο Δία, τον αφέντη γιο του Κρόνου, πάλε ο Δίας
τόδωκε στον αργοφονιά Ερμή, τον αγωγιάτη,
και πάλε αφτός στον Πέλοπα, τεχνίτη αμαξολάτη, 105
κι' ο Πέλοπας στον βασιλιά τόσων λαών Ατρέα·
τ' άφισε αφτός πεθαίνοντας στο μυριοπλούσιο Θιέστη·
στον Αγαμέμνο τ' άφισε κι' εκείνος, που έχοντάς το,
να βασιλέβει σε πολλά νησά και στ' Άργος όλο.
Ακουμπισμένος πας σ'αφτό λόγο να βγάλει αρχίζει 110
«Βλαστάρια τ' Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια,
ο Δίας μ' έχωσε βαθιά μες σε ζημιά μεγάλη,
ο έρμος! πριν που μούταξε κουνώντας το κεφάλι,
πως πριν μισέψω εγώ από δω, την Τρια θα την κουρσέψω,
και τώρα γέλασμα κακό βουλήθηκε στο νου του,
και στ' Άργος πίσω μού μηνάει να σύρω ντροπιασμένος 115
κι' ας έχασα τόσο λαό ... μα φαίνεται πως έτσι
το θέλει ο παντοδύναμος του Κρόνου γιος, που ως τώρα
πολλών χωρώνε γκρέμισε, κι' ακόμα θα γκρεμίσει,
τα κάστρα· τι στο χέρι του να κάνει ότι τ' αρέσει.
Τι είναι ντροπής ν' ακούσουνε αφτό και τα παιδιά μας,
έτσι άδικα τέτιος λαός των Αχαιών και τόσος 120
να πολεμά ανωφέλεφτο σεφέρι με μια χούφτα
μονάχα οχτρούς, κι' άκρη καμιά δε φάνηκε ως στα τώρα.
Τι μια στιγμή αν πες θέλαμε οι Δαναοί και οι Τρώες
να φιλιωθούμε, κι' έτσι οι δυο να μετρηθούμε χώρια,
οι Τρώες κάτου να στρωθούν όσοι είναι χωραΐτες, 125
και πάλε εμείς σε δεκαριές πες α θε χωριστούμε
και διάλεγε ναν την κερνάει μια μιά κι' από 'ναν Τρώα,
θάμεναν δεκαριές πολλές χωρίς τον κεραστή τους.
Σαν τόσο πιο πολλούς εγώ τους κάνω τους δικούς μας
απ' τους οχτρούς που' κάθουνται στο κάστρο· μα από χώρες 130
βοηθοί πολλές τους ήρθανε, στρατός κονταρομάχος,
που μου ζαβώνουν τους σκοπούς και μ' όλο μου τον πόθο
να πάρω δεν μ' αφήνουνε τη μυριοπλούσια Τροία.
Εννιά πια χρόνια πέρασαν του Δία, και των πλοίων
έλιωσαν τώρα τα σκοινιά και σάπισαν τα ξύλα, 135
και θα μας κάθουνται κλειστές οι δόλιες μας γυναίκες
με τα παιδιά να καρτεράν, κι' εμάς ατέλιωτη έτσι
μένει η δουλιά μας που ως εδώ μας έφερε στα ξένα.
Μον όλοι ελάτε! ας κάνουμε όπως εγώ προστάξω.
Ας φύγουμε με τα γοργά καράβια στην πατρίδα, 140
τι πια δεν το κουρσέβουμε το ξακουσμένο κάστρο.»
Έτσι είπε, κι' όλων την καρδιά την άγγιξε στα στήθια,
όσοι απ' το πλήθος της βουλής δεν τ' άκουσαν τα λόγια.
Κι' η συντυχιά κουνήθηκε σαν κύματα μεγάλα
μες στο Νικάριο πέλαγος, όταν ξεσπάει σιρόκος 145
ή όταν νοτιά απ' τα σύγνεφα του Δία και το δέρνει.
Κι' όπως πλακώνει απόσπερος και το βαθύ χωράφι
φυσσομανώντας το κουνά και σκύβουνε τ' αστάχια,
έτσι άκρη ως άκρη σάλεψε ολόκληρο το πλήθος.
Και τρέχανε μ' οχλοβουή στα πλοία, κι' από κάτου 150
απ' τα ποδάρια ως αψηλά ο κουρνιαχτός πηδούσε,
κι' έσκουζε ο ένας τ' άλλου εφτύς ν' αδράξουν τα καράβια
και ναν τα ρήξουν στο γιαλό, και πάστρεβαν τ' αβλάκια
κι' ως στα ουράνια ανέβαινε το σκούξιμο, ζητώντας
πίσω να πάνε, κι' έβγαζαν των πλοίων τα φαλάγγια.
Τότε οι Αργίτες θάφεβγαν κι' ας είταν άγραφτό τους, 155
ανίσως και της Αθήνας δεν της λαλούσε η Ήρα
«Ωχού μου, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα,
έτσι λοιπόν οι Δαναοί θα φύγουν στου πελάγου
τα στήθια απάνου τα πλατιά, να πάνε πίσω στ' Άργος,
και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώωνε θ' αφίσουν 160
και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι απ' αφορμή της
στην Τροία Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ' την πατρίδα;
Μα σύρε τώρα ως στο στρατό των Αχαιών, και τήρα
μην τους αφήσεις στο γιαλό να σέρνουν τα καράβια.» 165
Είπε, κι' αγρίκησε η θεά, του Δία η θυγατέρα,
κι' απ' του Ελύμπου με σπουδή κατέβηκε τις άκρες
κι' ήρθε σε λίγο ως στα γοργά των Αχαιών καράβια
Και το Δυσσέα βρήκε εκεί, άντρα σοφό σα Δία,
πούστεκε δίχως τ' άφταστο καλόδετο καράβι 170
ν' αγγίζει, τι είχε στην καρδιά φαρμάκι και στα σπλάχνα.
Εκεί σιμά του στάθηκε του Δία η κόρη κι' είπε
«Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε· Δυσσέα,
έτσι λοιπόν στα σπίτια σας, στο πατρικό σας χώμα,
θα φύγετε, και στα γοργά καράβια θα ριχτείτε, 175
και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώων θενά αφίστε
και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι εδώ στην Τροία
για δάφτη Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ' την πατρίδα;
Μον τρέχα τώρα μέσα εσύ στους λόχους και μη στέκεις,
κι' αμπόδιζε έναν ένανε με πειστικά σου λόγια 180
και μην αφίνεις στο γιαλό να ρήχνουν τα καράβια.»
Ένιωσε εκείνος τη φωνή πως η θεά λαλούσε,
και τρέχει, πέρα ρήχνοντας την κάπα· κι' ο Βρυβάδης
την πήρε, ο κράχτης ο Θιακός, που πάγαινε μαζί του·
κι' ατός του τρέχοντας κοντά στον Αγαμέμνο, παίρνει 185
εφτύς το γονικό ραβδί απ' τ' αρχηγού τα χέρια,
τ' άλιωτο πάντα, και περνάει τα πλοία πέρα δώθες.
Κι' όπιο σημαντικό αρχηγό ή πρόκριτο απαντούσε,
σίμωνε και με φιλικά τόνε σταμάταε λόγια
«Ντροπής σου, αδρέφι, να δειλιάς σαν πρόστυχος! Μον κάθου 190
κι' εσύ ήσυχος, περιόριζε και τ' άλλα παλικάρια.
Τι δεν καλοκατέχουμε ακόμα σαν τι πράμα
έχει στο νου τ' Ατρέα ο γιος· μας δοκιμάζει τώρα,
μα θα παιδέψει γλήγορα των Αχαιών τα' ασκέρι.
Ότο είπε μέσα στη βουλή δεν τ' αγρικήσαμε όλοι.
Μήπως θυμώσει ο βασιλιάς τηράξτε και μας βλάψει, 195
κι' είναι ο θυμός του φοβερός, και τούδωκε εξουσία
ο Δίας, και τον αγαπάει αφτόνε ο γιος του Κρόνου.»
Μα όπιο θωρούσε απ' το λαό να σκούζει, του τραβούσε
μια δυο ραβδιές, και τούλεγε με θυμωμένα λόγια
«Βρε μη κουνιέσαι κι' άκουγε τους άλλους τι θα πούνε, 200
πούναι απ' τα σένα ανότεροι! Εσύ δειλός κι' ανάξιος,
μες στη βουλή αλογάριαστος, αψήφιστος στη μάχη.
Δε θα ορίσουμε όλοι δα εδώ, μικροί μεγάλοι.
Κακό 'ναι η πολυκεφαλιά· μια κεφαλή μονάχα,
ένας ας είναι βασιλιάς, σ' αφτόν που ο γιος του Κρόνου
αρχής ραβδί του χάρισε και νόμους για να κρίνει.» 205
Έτσι λοιπόν τους πρόσταζε και πίσω τους βαρούσε,
και πάλι αφτοί στη συντυχιά προστρέχανε απ' τα πλοία
κι' απ' τις καλύβες με βουή, παρόμια σαν το κύμα
του πολυτάραχου γιαλού, που σ' ακρογιάλι απάνου
μεγάλο κοματιάζεται κι' η θάλασσα μουγκρίζει. 210
Κι' οι άλλοι κάθουντ' ήσυχοι στις θέσεις τους και μένουν,
μονάχα ακόμα ο φαφλατάς Θερσίτης θορυβούσε,
πούξερε πάντα ένα σωρό παλάβρες ν' αραδιάζει,
και με τους πρώτους τάβαζε, τρελά με δίχως τάξη,
ότι θα κάνει νόμιζε τους άλλους να γελάσουν. 215
Άλλο πιο μισερό κορμί δεν ήρθε πέρα απ' τ' Άργος.
Είταν αλλίθωρος, κουτσός απ' τόνα πόδι, μ' ώμους
γυρτούς που μέσα πέφτανε στα στήθια, με χουνήσο
κεφάλι, μόλις λιγοστές πασπαλισμένο τρίχες.
Αφτόνε πιο τον μάχουνταν απ' όλους ο Δυσσέας 220
κι' ο Αχιλιάς· γιατί μ' αφτούς φιλονεικούσε πάντα.
Και τότες πάλι με φωνή μεγάλη βλαστημούσε
τον Αγαμέμνο· κι' άκουγαν τα λόγια μ' αναγούλα
οι Δαναοί, και θύμωναν στα βάθια της καρδιάς τους.
Μα αφτός με βροντερές φωνές δεν έπαβε να σκούζει
«Τ' Ατρέα γιε, τι φταίξαμε και πάλι; τι σου λείπει; 225
Γιομάτο το καλύβι σου μαθές χαλκό, γυναίκες
έχεις πολλές και διαλεχτές, που πρώτα πρώτα εσένα
σ' τις δίνουμε άμα μπούμε εμείς σε κάνα πλούσιο κάστρο.
Ή το χρυσάφι ακόμα θες που τύχει να μας φέρει
και κάνας Τρώας προεστός για ξαγορά του γιου του, 230
που εγώ δεμένονε ή κανείς εδώ τον έφερε άλλος,
ή καμιά κόρη πούφερε ναν την κρατήσει χώρια
και μόνος ναν τη χαίρεται και ναν την αγκαλιάζει;
Είσαι αρχηγός μας κι' άπρεπο να μας ποτίζεις πίκρες.
Ά κολοκύθες, σίχαμα του κόσμου, Αργιτοπούλες, 235
όχι πια Αργίτες, πάρτε βρε τα πλοία να τραβάμε,
κι' ας μένει αφτός το βιος του εδώ κι' ας το ζεσταίνει μόνος,
κι' έτσι θα μάθει κι' αν εμείς φελάμε ή δε φελάμε.
Πού τώρα ακόμα πρόσβαλε τον Αχιλιά, έναν άντρα
πιο δυνατό του και πολύ· τι το πρεσβιό του πήγε
και τ' άρπαξε με το στανιό. Μα αλήθια αφτός δεν έχει 240
λίγη, Αγαμέμνο, μέσα του χολή, μον παραβλέπει·
αλλιώς, αφτή σου η αρπαγή θενάταν κι' η στερνή σου.»
Όμως εκεί τον αρχηγό που τον κακολογούσε,
να κι' ο Δυσσέας στη στιγμή προφταίνει και του ρήχνει
μια άγρια ματιά, και με θυμό τού σταματάει τη γλώσσα 245
«Θερσίτη παλαβόστομε, που ξέρεις να φωνάζεις,
στάσου, και μόνος μη ζητάς μ' εμάς να λογοφέρνεις!
Γιατί από σένα λέω εγώ κορμί πιο σιχαμένο
εδώ κανένα με τους γιους δεν άραξε τ' Ατρέα,
και δε σου πάει τους αρχηγούς νάχεις εσύ στο στόμα, 250
κι' όλο για κείνους μ' άτσαλα να ρητορέβεις λόγια,
και στα πανιά να στέκεσαι μη βρεις καιρό να φύγεις.
Πώς θάβγει ακόμα αφτή η δουλιά κανείς δεν καλοξέρει,
αν για καλό μας ή κακό θ' αφίναμε την Τροία. 253
Μον ένα λόγο θα σου πω που θα τον δεις να γίνει. 257
Έτσι αν σε τύχω άλλη φορά σαν τώρα να σαλιάζεις,
δε θέλω το κεφάλι μου στους ώμους πια να στέκει,
ή πίσω ζωντανό να βρω στο σπίτι το παιδί μου, 260
αν δε σε πιάσω κι' όλα σου τα ρούχα αν δεν σ'τα βγάλω —
την κάπα, το πουκάμισο, κι' όσα φοράς στη φύση —
και μ' άσκημο απ' τη συντυχιά στυλιάρι αν δε σε διώξω,
που έτσι κλαμένος και γυμνός να τρέχεις στα καράβια.»