μεταβιβάση αύριον εις την Άνναν Καρένιν, εις την εξοχήν, είπεν
εγερθείς.
Ο Καρένιν διέταξε να του φέρουν το τσάι εις το γραφείον του.
Ύπερθεν του καθίσματος του ήτο ανηρτημένη μία φωτογραφία της
Άννας.
Ο Καρένιν την περιειργάσθη.
Τα μάτια της Άννας με το ανερμήνευτον βλέμμα τον ητένιζον με ήθος
χλευαστιπόν και προπετές, όπως κατά το εσπέρας της μεταξύ των
εκμυστηρεύσεως.
Η θέα της περί την κεφαλήν της μαύρης δαντέλλας, της
παρελισσομένης καλλιτεχνικώτατα, των βαθυχρώμων μαλλιών της και
της ωραίας λευκής χειρός της γεμάτης δακτυλίους, επενήργησεν επ'
αυτού ως πρόκλησις αυθάδης.
Αφού επί στιγμήν ητένισε την φωτογραφίαν, ο Καρένιν, ερρίγησε, τα
χείλη του εκλείσθησαν, και απέστρεψε την κεφαλήν, αφέθη δε να
καταπέση επί του καθίσματός του και ήρχισε να φυλλομετρή κάποιο
βιβλίον.
* * *
Αν και η Άννα είχε πάντοτε αντικρούσει τον Βρόνσκυ μετ' οργής και
επιμονής, οσάκις τη υπεδείκνυεν ότι η θέσις της απέβαινεν
αφόρητος, την εύρισκεν ουχ' ήττον και αυτός ψευδή ουχί έντιμον και
επεθύμει να ηδύνατο να την μεταβάλη.
Επιστρέφουσα εκ των ιπποδρομίων μετά του συζύγου της, του είχεν
είπει τα πάντα, εν μια στιγμή νευρικής υπερδιεγέρσεως, και παρά το
οδυνηρόν συναίσθημα το οποίον είχε συναισθανθή, ήτο ευχαριστημένη
διότι είχε προβή εις την εκμυστήρευσιν εκείνην.
Μείνασα μόνη, ανεγνώρισεν ότι ήτο ευτυχής, ότι την φοράν αυτήν τα
πάντα πλέον θα διεφωτίζοντο, και ότι δεν θα υπήρχον πλέον ψεύδη
μεταξύ των. Δεν αμφέβαλλε δε πλέον ότι η θέσις της θα
διεκανονίζετο οριστικώς.
Η νέα αύτη φάσις της ζωής της θα ήτο ευκρινής, χωρίς αβεβαιότητας
και χωρίς υποκρισίας.
Η βάσανος, την οποίαν της εστοίχισαν αι προς τον σύζυγον
εκμυστηρεύσεις της, θα αντημείβετο διά του γενονότος, ότι του
λοιπού, τα πάντα θα ήσαν σαφή και καθαρά.
Το αυτό εσπέρας είδε τον Βρόνσκυ, αλλά δεν του ανεκοίνωσεν όσα
είχον λάβει χώραν μεταξύ αυτής και του συζύγου της, αν και η
εκμυστήρευσις αύτη θα ήτο απαραιτήτως αναγκαία όπως διαφωτισθή
τελείως η θέσις της.
Όταν εξύπνησε την επιούσαν πρώτη της σκέψις υπήρξαν οι λόγοι τους
οποίους είχεν απευθύνει προς τον σύζυγόν της και οι οποίοι της
εφάνησαν τώρα τόσον τρομεροί, ώστε δεν ηδύνατο να εννοήση πώς έσχε
το θάρρος να προφέρη λέξεις τόσον χυδαίας.
Αλλ' η εκμυστήρευσις είχε γείνει πλέον και ο Καρένιν είχεν ανέλθει
χωρίς να της είπη τίποτε.
«. . . Είδα τον Βρόνσκυ», διελογίσθη η Άννα, «και δεν του διηγήθην
τίποτε. Όταν έφυγεν ηθέλησα να τον ανακαλέσω και να του τα είπω
όλα, αλλ' εσκέφθην ότι δεν θα ειμπορούσα να του τα εξηγήσω διατί
δεν τα ωμολόγησα ταχύτερον. Διατί ηθέλησα να τα είπω και όμως δεν
το έκαμα;»
Και εις απάντησιν του ερωτήματος τούτου το δρυμύ του αίσχους
ερύθημα επορφύρωσε την μορφήν της. Εννόησε τι της έκλειε το στόμα,
και εννόησεν ότι ησθάνετο αίσχος.
Η θέσις της, η οποία την προτεραίαν της εφαίνετο τελείως
διασαφηνισμένη, παρουσιάζετο ήδη αδιέξοδος. . .
Κατελήφθη υπό τρόμου επί τω αναλογισμώ του σκανδάλου, το οποίον
δεν είχε σκεφθή.
Οσάκις δε εσκέπτετο την απόφασίν, την οποίαν θα ελάμβανεν ο
σύζυγος της, αι μάλλον μαύραι ιδέαι την κατελάμβανον ολόκληρον.
Εφαντάζετο ότι ο επιμελητής του Καρένιν θα προσήρχετο να την
εκδιώξη της οικίας της και να διακηρύξη εις τον κόσμον το αίσχος
της. Και διηρώτα εαυτήν πού θα μετέβαινεν όταν θα την εξεδίωκον,
και απάντησιν δεν εύρισκε.
Όταν πάλιν εσκέπτετο τον Βρόνσκυ, έλεγε καθ' εαυτήν ότι δεν την
ηγάπα πλέον, ότι ήρχιζε να την βαρύνεται, ότι δεν ήτο δυνατόν να
καταστή εξ ολοκλήρου ιδική του και να αφοσιωθή εις αυτόν, και διά
τον λόγον τούτον, διησθάνετο κάποιαν εχθρότητα προς αυτόν.
Ενόμιζεν ακόμη ότι τα λόγια, τα οποία είχεν απευθύνει προς τον
σύζυγόν της, και τα οποία επανελάμβανεν ακαταπαύστως τώρα εν τη
μνήμη της, ότι τα είχε απευθύνει εις όλον τον κόσμον και ότι όλος
ο κόσμος τα είχεν ακούσει. Δεν ηδύνατο να αποφασίση να παρατηρή
κατά πρόσωπον τους ανθρώπους που την περιεκύκλουν. Δεν ετόλμα να
καλέση διά κωδωνισμού την θαλαμηπόλον της, ακόμη δε ολιγώτερον να
κατέλθη του κοιτώνος της όπως ευρέθη αντιμέτωπος του υιού της και
της διδασκαλίσσης του.
Η καμαριέρα της, ήτις από πολλής ώρας εκαραδόκει την αφύπνησίν της
εξόπισθεν της θύρας, εισήλθεν αυτοβούλως εις της κυρίας της.
Η Άννα την ητένισε με ήθος ερωτηματικόν και εκοκκίνησεν εκ φόβου.
Η θαλαμηπόλος εδικαιολογήθη διότι είχεν εισέλθει, προφασισθείσα
ότι ενόμισεν ότι η κυρία έχει κρούσει τον κώδωνα.
Προσεκόμιζε δε μίαν ρόμπαν και ένα μπιλιέτο.
Η κόμησσα Μπέτσυ υπενθύμιζεν εις την Άνναν ότι το πρωί εκείνο θα
είχε την Λίζαν Μερλάκωφ και την βαρώνην Στολτς μετά των θαυμαστών
των, χάριν μιας παρτίδος «κρόκετ».
― «Ελάτε τουλάχιστον διά να κάμετε μίαν μελέτην ηθών και
συμπεριφοράς. Σας περιμένω», έγραφε ως κατακλείδα.
Η Άννα ανέγνωσε το σημείωμα και εστέναξεν παρατεταμένως.
― Δεν έχω ανάγκην από τίποτε, από τίποτε είπε προς την Ανούσκαν
ήτις ετακτοποίει τα φιαλίδια και της βούρτσες επί της τραπέζης του
καλλωπισμού. Πήγαινε θα ενδυθώ και θα κατέλθω. Άφες με, δεν μου
χρειάζεται τίποτε.
Η Ανούσκα εξήλθε του δωματίου, αλλ' η Άννα δεν ήρχισε την
τουαλέττα της και έμεινεν εις την αυτήν στάσιν, με την κεφαλήν και
τας χείρας χαμηλωμένας· από στιγμής εις στιγμήν ερρίγει σύσσωμος,
ως να ήθελε κάτι να είπη, είτα δε επανέπιπτεν εις την αυτήν
παθητικήν στάσιν.
Αν και ουδέποτε αμφέβαλε περί της θρησκείας, υπό τας εμπνεύσεις
της οποίας την είχεν αναθρέψει, η ιδέα του να επιζητήση παρηγορίαν
εν τη πίστει της εφαίνετο τόσον αλλόκοτος, όσον και αν επρόκειτο
να ζητήση την βοήθειαν αυτήν από τον Καρένιν . . .
Εγνώριζεν εκ των προτέρων ότι η βοήθεια της θρησκείας θα ήτο
δυνατή μόνον αν παρητείτο παντός ότι απετέλει δι' αυτήν την
πραγματικήν έννοιαν της ζωής.
Υπέφερε, και ήρχιζε μάλιστα να δοκιμάζη ποιόν τινα φόβον ενώπιον
της νέας ταύτης πνευματικής καταστάσεως, την οποίαν δεν εγνώριζεν
ακόμη.
Ησθάνετο ότι τα πάντα εντός της ψυχής της ήρχιζον να
διχοτομούνται, όπως διχοτομούνται τα αντικείμενα ενώπιον
κουρασμένων οφθαλμών.
Ενίοτε δεν εγνώριζε πλέον ούτε τι εφοβείτο ούτε τι ηύχετο και
επόθει. Δεν εγνώριζεν αν εφοβείτο ή αν ηύχετο όσα συνέβησαν ή
μόνον εκείνο που θα συνέβαινε, και δεν ηδύνατο να καθορίση σαφώς
εκείνο το οποίον πράγματι θα επόθει.
Κατήλθε της κλίνης της και ήρχισε να βηματίζη εντός του δωματίου.
― Ο καφές είνε έτοιμος, η Δεσποινίς και ο Σεριόγια περιμένουν την
Κυρίαν, είπεν η θαλαμηπόλος εισελθούσα και πάλιν.
― Ο Σεριόγια; Τι κάμνει ο Σεριόγια; είπεν η Άννα μετά θέρμης,
αναμνησθείσα διά πρώτην φοράν ότι είχεν υιόν.
Η σκέψις του τέκνου της απέσπασεν αποτόμως την Άνναν από της
αδιεξόδου θέσεως εν τη οποία ησθάνετο εαυτήν. Ανελογίσθη την
αποστολήν της μητρός, ήτις ζη χάριν του υιού της και μόνον
ειλικρινή εν μέρει αλλά λίαν μεγαλοποιημένην, ην είχεν επιβάλει
εαυτή κατά τα τελευταία ταύτα έτη, και διείδε μετά χαράς ότι
εύρισκεν εν αυτή ποιάν τινα δύναμιν ανεξάρτητον της θέσεως εις ήν
ευρίσκετο εν σχέσει προς τον σύζυγόν της και τον Βρόνσκυ. Η
δύναμις δε εκείνη ήτο ο υιός της.
Οιαδήποτε και αν απέβαινεν η θέσις της, δεν θα ηδύνατο ποτέ να
εγκαταλείψη τον υιόν της.
Και αν ο σύζυγός της την απεδίωκεν ή την ανεκήρυττεν άτιμον, και
αν ακόμη ο έρως του Βρόνσκυ την εγκατελίμπανε (αντεμετώπισε και
αύθις το ενδεχόμενον τούτο μετά πικρίας και τύψεως), ουδέποτε θα
παρητείτο, ουδέποτε θα απηρνείτο το τέκνον της . . .
Ενεδύθη εν σπουδή, κατήλθε, και με βήμα σταθερόν εισήλθεν εις το
σαλόνι όπου είχε παραταθή ο καφές και όπου την ανέμενεν ο Σεριόγια
και η παιδαγωγός του.
Ο Σεριόγια, ενδεδυμένος κατάλευκα, ίστατο παρά την τράπεζαν
ενώπιον του καθρέπτου και έπαιζε με τάνθη που είχε φέρει από τον
κήπον. Έμενε δε εκεί με την κεφαλήν και την ράχιν κυρτωμένην, με
μίαν έκφρασιν συγκεντρωμένης προσοχής, ην εγνώριζεν εκείνη και η
οποία τον προσομοίαζε με τον πατέρα του.
Η Άννα εδράξατο του Σεριόγια από του ώμου, τον ητένισε και με ύφος
τρυφερόν μάλλον παρά αυστηρόν, όπερ ετάραξεν άμα και ηυχαρίστησε
το παιδίον, και κατόπιν το εφίλησε.
«. . . Μήπως δεν ημπορώ να μη το αγαπώ;» διελογίσθη διερευνώσα το
φαιδρόν βλέμμα του παιδίου. «. . . Μήπως πρόκειται να συνταχθή με
τον πατέρα του διά να με τιμωρήσουν; Μήπως δεν θα αισθανθώσιν
έλεος δι' εμέ; . . .»
Τα δάκρυα κατέρρεον επί των παρειών της· διά να τα κρύψη ηνωρθώθη
αποτόμως και έσπευσεν εις την ταράτσαν.
― Μήπως δεν θα με συγχωρήσουν; μήπως δεν θα εννοήσουν ποτέ ότι
δεν ηδύνατο να γείνη διαφορετικά; διελογίσθη.
Εισήλθε και πάλιν εις το δωμάτιόν της και εδήλωσεν εις την
παιδαγωγόν και τους υπηρέτας ότι ανεχώρει το αυτό εσπέρας διά
Μόσχαν, και ήρχιζε να συσκευάζη τας αποσκευάς της.
* * *
Εις όλα τα δωμάτια της επαύλεως επηγαινοήρχοντο θυρωροί, κηπουροί
και υπηρέται μετακομίζοντες διάφορα αντικείμενα. Τα ερμάρια και αι
σκευοθήκαι είχον ανοιχθή . . . επί του δαπέδου εσύροντο
ξεδιπλωμέναι εφημερίδες· δύο κιβώτια, σάκκοι και δέματα και
κύλινδροι είχον ήδη τοποθετηθή εντός του αντιθαλάμου. Η άμαξα των
Καρένιν και δύο αγοραία αμάξια ανέμενον προ της εξωτερικής
κλίμακος.
Η Άννα, ήτις εν τω πυρετώ της αναχωρήσεως είχε λησμονήσει κάπως
τας απασχολούσας αυτήν σκέψεις, επλήρου τον ταξειδιωτικόν της
σάκκον, όταν η θαλαμηπόλος της επέστησε την προσοχήν αυτής επί
τινος οχήματος, το οποίον επλησίαζεν.
Εκύτταξεν εκ του παραθύρου και διέκρινε τον ταχυδρόμον του Καρένιν
κρούοντα την θύραν της εισόδου.
― Πήγαινε και ρώτησε τι είνε, είπεν.
Εκάθησε δ' επί του ανακλιντήρος με τας χείρας επί των γονάτων και
έτοιμη διά τα πάντα.
Ο υπηρέτης προσεκόμισεν ογκώδες πακέτο· η επιγραφή προήρχετο εκ
μέρους του Καρένιν.
― Ο ταχυδρόμος έχει διαταγήν να περιμείνη απάντησιν, είπεν.
― Καλώς, απήντησεν η Άννα.
Μόλις δε ο υπηρέτης εξήλθεν, ήνοιξε το δέμα διά των τρεμόντων
δακτύλων της. Η δέσμη των τραπεζογραμματίων, συγκρατουμένων διά
μικράς ταινίας, ωλίσθησεν επί του παρκέτου. Ανέσυρε την επιστολήν
και ήρχισε να την αναγινώσκη από το τέλος.
«. . . Έκαμα όλας τας προετοιμασίας διά την επάνοδόν σας και
αποδίδω μεγίστην σημασίαν εις την ικανοποίησιν της τελευταίας μου
αξιώσεως . . .»
Ανέγνω τα προηγούμενα, κατόπιν τα όπισθεν, ανέγνω το όλον, έπειτα
και εκ δευτέρου ολόκληρον την επιστολήν εξ αρχής. Όταν δε
ετελείωσεν, ησθάνθη ότι εκρύωνε και ότι την εβάρυνε δυστύχημα πολύ
τρομερώτερον και των χειρίστων της προβλέψεων.
Το πρωί μεταμελείτο διότι είχεν ομολογήσει τα πάντα εις τον
σύζυγόν της· και τι δεν θα έδιδε διά να δυνηθή να πάρη πίσω τα
λόγια της εκείνα! . . . Η επιστολή του Καρένιν απεδέχετο ότι τα
λόγια εκείνα δεν είχον προφερθή και της παρείχεν υπό την έποψιν
ταύτην πλήρη ικανοποίησιν. Η επιστολή ουχ ήττον εκείνη της
κατέφερε κτύπημα πολύ οδυνηρότερον αφ' όσον θα ηδύνατο να αναμένη.
«. . . Έχει δίκαιον, έχει δίκαιον», είπεν. «Έχει πάντοτε δίκαιον,
είνε χριστιανός, είνε μεγαλόψυχος! . . . Ναι, κατ' επιφάνειαν,
αλλ' εν τη πραγματικότητι είνε άνθρωπος ευτελής και ποταπός! Και
αυτό το γνωρίζω μόνη εγώ . . . Όλος ο κόσμος τον ονομάζει άνθρωπον
ευσεβή, ηθικόν, πνευματώδη, τίμιον, κανείς δεν βλέπει όσα είδον
εγώ εν αυτώ. Δεν γνωρίζουν πως, επί οκτώ έτη, απέπνιξε την ζωήν
μου, απέπνιξε παν ό,τι υπήρχεν εντός μου ζωντανόν, ότι ουδέ μίαν
καν φοράν δεν του επήλθεν η ιδέα ότι είμαι γυναίκα ζωντανή έχουσα
ανάγκην έρωτος . . . Δεν γνωρίζει κανείς ότι κατά πάσαν στιγμήν με
προσέβαλε και έμενεν ευχαριστημένος εξ εαυτού . . . Μη δεν
προσεπάθησα δι' όλων μου των δυνάμεων να εύρω μίαν δικαιολογίαν
εις το είδος της ζωής, το οποίον μοι επέβαλλε; . . . Μη δεν
προσεπάθησα να τον αγαπήσω, να αγαπήσω τον υιόν μου όταν πλέον δεν
ηδυνάμην να αγαπώ τον σύζυγον; . . . Ο χρόνος επήλθε και κατενόησα
ότι δεν δύναμαι πλέον να αυταπατώμαι, ότι είμαι πλάσμα ζωντανόν
και ότι δεν είνε ιδικόν μου σφάλμα αν ο Θεός με διέπλασε τοιαύτην,
ώστε να έχω απόλυτον ανάγκην έρωτος και ζωής» . . .
«. . . Και τώρα; Θα προτιμούσα να σκοτώση και εμένα και αυτόν . .
. Θα υπέφερα τα πάντα, θα συνεχώρουν τα πάντα . . . Αλλ' όχι . . .
Πώς δεν εμάντευσα τι απόφασιν επρόκειτο να λάβη; Ώφειλα να γνωρίζω
ότι θα ενήργει σύμφωνα προς τον ευτελή του χαρακτήρα . . . Θα
νικήση αυτός και θα πέσω εγώ. Θα με εξευτελίση ακόμη περισσότερον
. . .»
«Δ ύ ν α σ θ ε - μ ό ν η - σ α ς - ν α - π ρ ο ΐ δ η τ ε - τ ι -
σ α ς - α ν α μ έ ν ε ι, σ α ς - κ α ι - τ ο ν - υ ι ό ν - σ α ς»,
επανέλαβε καθ' εαυτήν αναμιμνησκομένη της επιστολής του συζύγου
της.
«. . . Με απειλεί να μου αρπάση τον υιόν μου, και αναμφιβόλως,
σύμφωνα με τους ηλιθίους των νόμους, δύναται να το κάμη . . . Αλλά
μήπως δεν γνωρίζω διατί μου κάμνει την απειλήν ταύτην; . . . Δεν
πιστεύει εις την αγάπην μου προς το παιδί μου ή περιφρονεί το
αίσθημα αυτό, το οποίον πάντοτε εχλεύαζε· γνωρίζει όμως ότι δεν θα
εγκαταλείψω τον υιόν μου, ότι δεν δύναμαι να τον εγκαταλείψω.
Γνωρίζει ότι άνευ του υιού μου, δεν θα δυνηθώ να ζήσω ούτε και
μετ' εκείνου που αγαπώ, και ότι, αν εγκαταλίμπανα τον υιόν μου, θα
ήμην η ευτελεστέρα και η πιο τιποτένια των γυναικών! Το γνωρίζει.
Γνωρίζει ακόμη ότι δεν δύναμαι να υποχωρήσω εις τον πόθον του. .
.»
«Η - ζ ω ή - μ α ς - π ρ έ π ε ι - ν α - ε ί ν α ι - κ α τ' -
ε π ι φ ά ν ε ι α - ό π ω ς - κ α ι - π ρ ό τ ε ρ ο ν.»
Η φράσις αύτη της επιστολής του Καρένιν της επανήλθε επίσης εις
την μνήμην.
«. . . Η ζωή αυτή υπήρξε πάντοτε δυσφόρητος, κατά δε τους
τελευταίους χρόνους είχε καταστή απεχθής. Τι θα είνε τόρα; Το
γνωρίζει, το εννοεί αυτός καλά! Γνωρίζει ότι δεν δύναμαι να
μετανοήσω διά τον έρωτά μου, όστις αποτελεί αυτήν μου την ζωήν
ολόκληρον. Γνωρίζει ότι απόρροια όλων αυτών θα είναι το ψεύδος,
αλλά πρέπει να εξακολουθήση να με βασανίζη . . .
«Τον γνωρίζω, γνωρίζω ότι ζη εντός του ψεύδους όπως το ψάρι εντός
του ύδατος. Όχι, δεν θα του παράσχω αυτήν την απόλαυσιν . , . Θα
σχίσω τον πέπλον αυτόν του ψεύδους εντός του οποίου υπόσχεται να
με φυλακίση· ας συμβή ότι τύχη, όλα είναι προτιμότερα από το
ψεύδος και την διπροσωπίαν . . .
«. . . Αλλά, πώς να ενεργήσω; τι να πράξω; Θεέ μου Θεέ μου Υπήρξε
ποτε γυναίκα όσον εγώ δυστυχής;»
Επλησίασεν εις την τράπεζάν της διά να γράψη, αλλά δε ηδυνήθη·
εσταύρωσε τας χείρας, αφήκε την κεφαλήν της να καταπέση και
έκλαυσε μετά λυγμών, με το στήθος ανατινασόμενον όπως κλαίουν τα
παιδιά . . .
Έκλαιε διότι διέβλεπεν ότι η ελπίς να διευκρυνισθή η θέσις της
είχε χαθή διά παντός.
Εγνώριζεν ότι όλα θα παρέμενον όποια και εις το παρελθόν, και
ακόμη χειρότερα.
Ησθάνετο ότι η θέσις, ην κατείχεν εν τω κόσμω, και η οποία το πρωί
της εφαίνετο ασήμαντος, της επίεζε δυνατά την καρδιά και ότι δεν
θα είχε το θάρρος να την ανταλλάξη με την επαίσχυντον θέσιν μιας
γυναικός που εγκαταλείπει τον σύζυγόν της και τον υιόν της διά να
ζήση μετά του εραστού της. . .
Ησθάνετο ότι, παρ' όλας τας αγωνιώδεις της προσπαθείας δεν θα
καθίστατο ποτέ κυρία της καταστάσεώς της και ότι ουδέποτε θα
εγνώριζε την ελευθερίαν εν τω έρωτι, αλλά θα παρέμενεν αείποτε η
γυνή η ένοχος, ζώσα υπό την απειλήν ν' αποκαλυφθή, η γυνή η
απατώσα τον σύζυγόν της μετ' ανδρός ανεξαρτήτου, του οποίου δεν
δύναται να συμμερισθή την ζωήν . . . Εγνώριζεν ότι εκεί θα
κατέληγον τα πράγματα, αλλά το πεπρωμένον της ήτο τόσον τρομερόν,
ώστε δεν ηδύνατο να το αντιμετωπίση, και έκλαιεν αδιαπαύστως, όπως
κλαίουν τα τιμωρημένα παιδιά.
Τα βήματα του πλησιάζοντος υπηρέτου την ανεκάλεσαν εις την
πραγματικότητα.
Υπεκρίθη δε ότι έγραφε διά να κρύψη την μορφήν της.
― Ο ταχυδρόμος του κυρίου περιμένει την απάντησιν.
― Την απάντησιν; Ναι . . . να περιμένη, θα κωδωνίσω . . .
― «. . .Τι ειμπορώ να του γράψω; Τι δύναμαι ν' αποφασίσω
ολομόναχη; Τι γνωρίζω; Τι επιθυμώ; Τι αγαπώ; . . .»
Ησθάνθη και πάλιν ότι τα πάντα εντός της ψυχής της ήρχιζον να
διχάζονται. Και εφοβήθη εκ νέου από το αίσθημα αυτό και ήρπασε το
πρώτον παρουσιασθέν πρόσχημα ίνα ενεργήση, διά ν' αποδιώξη τας
πλημμυρούσας της σκέψεις.
«. . . Πρέπει να ίδω τον Βρόνσκυ . . . Αυτός μόνος θα δυνηθή να
μου είπη τι οφείλω να πράξω. . .»
Επλησίασε δε αποφασιστικώς εις την τράπεζαν και έγραψε προς τον
σύζυγόν της:
«Έ λ α β ο ν - τ η ν - ε π ι σ τ ο λ ή ν - σ α ς. Α.»
* * *
Επλησίαζεν η έκτη ώρα, και, διά να φθάση επακριβώς εις την
συνέντευξιν, την οποίαν του είχεν ορίσει η Άννα, χωρίς ν'
αναγνωρισθή, ο Βρόνσκυ απέστειλεν οπίσω τους ίππους και επέβη της
ταξειδιωτικής αμάξης του Γιασβίν.
Εις τον ηνίοχον έδωκε την διαταγήν να προχωρήση ολοταχώς.
«Ζη καλά κανείς, ναι, είναι ωραία η ευζωία!» διελογίσθη.
Άλλοτε, είχε πολλάκις δοκιμάσει το ευχάριστον αυτό συναίσθημα της
φυσικής ευεξίας, αλλ' ουδέποτε ακόμη δεν είχε τόσον αγαπήσει το
ίδιόν του άτομον, όσον την στιγμήν αυτήν.
― Γρηγορώτερα, γρηγορώτερα! εφώναξε προς τον ηνίοχον.
Προέβαλε την κεφαλήν από της θυρίδος, εξήγαγε τρία ρούβλια και τα
έθεσεν εις την χείρα του ηνιόχου . . . Ούτος εψηλάφησε το
χαρτονόμισμα, είτα δε ηκούσθη ο συριγμός του μαστιγίου και η άμαξα
ώρμησε πτερωτή επί του λιθοστρώτου.
«. . . Εκτός αυτής της ευτυχίας, ουδενός άλλου έχω ανάγκην!»
εσκέφθη ο Βρόνσκυ αναπολών εν τη φαντασία του την Άνναν όπως την
είχεν ίδει κατά την τελευταίαν του συνέντευξιν.
«. . . Και την αγαπώ κάθε μέρα περισσότερον . . . Αλλ' ιδού ο
κήπος της αγροικίας Βρέδε».
Ηκολούθησε την μεγάλην δενδροστοιχίαν όπου δεν διέκρινε κανένα,
αλλά παρατηρήσας προς τα δεξιά του, αντίκρυσε την Άνναν.
Η μορφή της εκάλυπτετο ορμητικώς διά πέπλου, αλλ' ο νέος περιέβαλε
δι' ενός χαρμοσύνου βλέμματος το βάδισμά της, την κλίσιν των ώμων
και την στάσιν της κεφαλής, ήτις εχαρακτήριζε την νεαράν γυναίκα.
Και ανησθάνθη μετά μείζονος εντάσεως την χάριν του σώματός της,
από των ελαστικών κινήσεων των κνημών αυτής μέχρι του ρυθμικού
αναπαλμού των πνευμόνων της και κάποιος ηδυπαθής γαργαλισμός
προσεθώπευσε τα χείλη του.
Όταν επλησίασε την Άνναν, του έθλιψεν αύτη δυνατά την χείρα.
― Δεν θα μου θυμώσης διότι σε έκαμα να έλθης, είχα ανάγκην να σε
ίδω. . .
Η σοβαρά και αυστηρά πτυχή των χειλέων της Άννας, ην ο Βρόνσκυ
διέκρινεν όπισθεν της καλύπτρας της μετέβαλεν αποτόμως την
ευδιαθεσίαν του.
― Εγώ, να σου θυμώσω! . . . Αλλά πώς ήλθες; Και πού θα πάμε;
― Ολίγον ενδιαφέρει, είπεν εκείνη στηρίζουσα την χείρα της επί
του βραχίονος του νέου. Πάμε να σε συμβουλευθώ.
Ο Βρόνσκυ ενόησεν ότι κάτι σοβαρόν είχεν επισυμβή.
― Τι συνέβη; τι συνέβη! ηρώτησεν.
Εκείνη έκαμεν ολίγα βήματα χωρίς να αποκριθή, συγκεντρούσα το
θάρρος της· είτα δε, εσταμάτησε:
― Δεν σου είπα χθες, ήρχισε ζωηρώς και με διακοπτομένην πνοήν . .
. Δεν σου είπα χθες, ότι επιστρέφουσα από τας ιπποδρομίας μετά του
Αλεξίου Αλεξάνδροβιτς, του τα είπα όλα . . . Του είπα ότι δεν
δύναμαι πλέον να είμαι σύζυγός του, ότι . . . Τα είπα όλα!
Την ήκουε κύπτων αθέλητα δι' ολοκλήρου του αναστήματός του, ως να
ήθελε να μετριάση δι' αυτήν το αλγεινόν της θέσεώς της. Αλλά μόλις
του αφηγήθη τα διατρέξαντα, ηνωρθώθη και η μορφή του προσέλαβεν
έκφρασιν υπερήφανον και αυστηράν.
― Ναι, ναι, προτιμώτερον αυτό, μυριάκις προτιμώτερον! Κατανοώ
πόσον υπήρξε σκληρόν . . .
Αλλ' η Άννα δεν ήκουε τους λόγους του· ανεγίνωσκε τας σκέψεις
αυτού εν τη εκφράσει της μορφής του. Δεν ηδύνατο να εννοήση ότι η
έκφρασις εκείνη αντινάκλα την πρώτην σκέψιν του Βρόνσκυ, την
ανάγκην της μονομαχίας. Ουδέποτε είχεν αναλογισθή το τοιούτον
ενδεχόμενον και ηρμήνευσεν όλως διαφορετικά την αυστηρότητα της
εκφράσεώς του.
Η Άννα ήλπιζεν ότι η συνέντευξις εκείνη θα μετεμόρφωνε την θέσιν
των και θα την έσωζεν.
«. . . Αν μου είπη, όταν θα του τα διηγηθώ όλα, σταθερώς, μετά
πάθους και άνευ στιγμής δισταγμού: ― «Εγκατάλειψον τα πάντα και
ακολούθει με!», θα εγκαταλείψω τον υιόν μου και θα τον ακολουθήσω.
. .
Αλλ' η εξομολόγησίς της δεν παρήγαγεν επί του Βρόνσκυ την
εντύπωσιν, ην ανέμενεν· εφάνη ως να είχεν αισθανθή προσβολήν.
― Δεν υπήρξε δύσκολον δι' εμέ, είπε με τόνον οργίλον . . . ήλθεν
αφ' εαυτού.
Ανέσυρε δε την επιστολήν, ην ο σύζυγός της τη είχε γράψει την
πρωίαν, και την έτεινε προς τον Βρόνσκυ:
― Ιδού, παρατήρησον . . .
― Εννοώ, εννοώ! είπεν εκείνος διακόπτων αυτήν.
Έλαβε δε την επιστολήν, αλλά δεν την ανέγνωσε και προσεπάθησε να
καθησυχάση την Άνναν.
― Έν και μόνον εζήτουν, έν και μόνον ηυχόμην, να σε ίδω
απαλλασσομένην της θέσεως αυτής ίνα δυνηθώ να αφιερώσω εις την
ευτυχίαν σου ολόκληρον την ζωήν μου.
― Διατί μου το λέγεις αυτό; εφώνησεν η Άννα, μήπως δύναμαι να
αμφιβάλλω; . . . Αν αμφέβαλα . . .
Εις τον Βρόνσκυ εφάνη ότι οι οφθαλμοί της, υπό τον πέπλον, τον
παρετήρουν με αλλόκοτον οργήν.
― Είπον . . . επανέλαβεν η Άννα, ότι δεν θέλω να αμφιβάλλω περί
σου· αλλά, διάβασε τι μου γράφει . . .
Εσιώπησε και πάλιν.
Ο Βρόνσκυ, αναγινώσκων την επιστολήν, όπως κατά την αναγγελίαν της
ρήξεως της Άννας με τον σύζυγόν της, ακουσίως όμως, αφέθη να
κυριαρχηθή υπό της σκέψεως των ιδίων του σχέσεων προς τον
προσβληθέντα σύζυγον.
Κρατών ανά χείρας την επιστολήν εκείνην, ανελογίζετο χωρίς να το
θέλη την πρόκλησιν, ην θα εύρισκεν εις την οικίαν του, και,
κατόπιν, την μονομαχίαν, οπότε θα επυροβόλει εις τον αέρα με το
αυτό εκείνο άφροντι και αγέρωχον ύφος, όπερ είχε την στιγμήν
εκείνην, προτείνων τα στήθη του εις τας σφαίρας προσβληθέντος
συζύγου.
Όταν δ' ετελείωσε την ανάγνωσιν, ύψωσε τους οφθαλμούς προς αυτήν
και το βλέμμα του εστερείτο αποφασιστικότητος.
Η Άννα κατεννόησεν αμέσως, ότι είχεν ήδη αναμετρήσει την θέσιν των
και ότι δεν της απεκάλυπτεν ολόκληρον την σκέψιν του.
Αντελήφθη ότι και η τελευταία ελπίς της διελύετο.
Δεν ανέμενε δε τοιούτο τι παρ' αυτού.
― Βλέπεις τι άνθρωπος είνε; είπε διά φωνής τρεμούσης . . . .
Δύναται . . .
― Συγγώμην, αλλ' αυτό μ' ευχαριστεί, διέκοψεν ο Βρόνσκυ . . .
Φανού επιεικής, άφες με να τελειώσω, προσέθηκεν ικετεύων αυτήν διά
του βλέμματος . . . Χαίρω, διότι τα πράγματα δεν ειμπορούν να
μείνουν στάσιμα, όπως το φαντάζεται.
― Διατί όχι; είπεν η Άννα συγκρατούσα τα δάκρυα της.
Δεν απέδιδε πλέον καμμίαν σημασίαν εις τους Βρόνσκυ· συνησθάνετο
ότι η τύχη της, κατά την γνώμην του, ήτο αναπότρεπτος· τα πράγματα
δεν ηδύναντο να συνεχισθώσιν όπως πρότερον· αλλά της ωμίλει υπό
όλως διάφορον πνεύμα.
― Δεν δύναται να συνεχισθή η κατάστασις αυτή. Ελπίζω ― εταράχθη
και ηρυθρίασεν, ― ελπίζω ότι θα μου επιτρέψης να διακανονίσω εγώ
την ζωήν σου! . . . Αύριον . . .
Δεν τον αφήκε να τελειώση.
― Και ο υιός μου; εφώναξεν. Ανέγνωσες τι γράφει; . . . Οφείλω να
εγκαταλείψω τον υιόν μου, αλλ' ούτε δύναμαι ούτε θέλω να χωρισθώ
απ' αυτού.
― Αλλά, παρακαλώ, τι είνε προτιμότερον: να εγκαταλείψης τον υιόν
σου ή να συνεχίσης την ταπεινωτικήν αυτήν κατάστασιν;
― Διά ποίον είνε ταπεινωτική;
― Δι' όλους μας, αλλά κυρίως . . .
― Λέγεις ταπεινωτική . . . Μη το λέγεις αυτό! Τα λόγια αυτά δεν
έχουν καμμίαν έννοιαν δι' εμέ . . .
Η φωνή της έτρεμε.
Δεν ήθελε να του επιτρέψη να λέγη ό,τι δεν ήτο αληθές . . . έν
μόνον της απέμενεν, ο έρως του, και ήθελε να την αγαπά.
― Κατενόησον ότι αφ' ης ημέρας σε ηγάπησα, τα πάντα μετεβλήθησαν
δι' εμέ. Έν μόνον μου μένει εν τω κόσμω: ο έρως σου· η απόλαυσίς
του με ανυψώνει τόσον, με κάμνει να αισθάνωμαι εμαυτήν τόσον
ισχυράν, ώστε τίποτε δεν δύναται να με ταπεινώση! Είμαι βεβαία
περί της θέσεώς μου! Είμαι υπερήφανος δι' αυτήν, διότι . . .
Δεν επεράτωσε την φράσιν της· δάκρυα αίσχους και απογνώσεως
απέπνιξαν την φωνήν της. Ανεκόπη και κατελήφθη υπό λυγμών.
― Αλλά κ' εκείνος ενόησεν ότι κάτι του έσφιγγε τον λάρυγγα, και,
διά πρώτην φοράν εις την ζωήν του, ησθάνθη ότι ήτο έτοιμος να
κλαύση . . . Δεν θα ηδύνατο να εκφράση εκείνο που τον ετάραττε
τόσον, ησθάνετο οίκτον προς αυτήν και κατενόει ότι δεν ηδύνατο να
την απαλλάξη της θέσεως εις ην είχε περιστή. Εγνώριζε δε συνάμα
ότι αυτός ο ίδιος ήτο η αιτία της συμφοράς της και ότι είχε κακώς
ενεργήσει.
― Δεν θα ηδυνάμεθα άρα γε να επιτύχωμεν το διαζύγιον;
Εκείνη δεν απεκρίθη. Έσεισε μόνον την κεφαλήν.
― Δεν θα ηδύνασο ν' απαγάγης τον υιόν σου, να εγκαταλείψης τον
σύζυγον;
― Ναι, αλλ' όλα ταύτα εξαρτώνται από αυτόν . . . Εγώ τόρα οφείλω
να επιστρέψω πλησίον του, είπεν εκείνη διά φωνής ξηράς.
Το προαίσθημά της ότι τα πάντα θα συνεχίζοντο όπως και πρότερον
δεν την είχεν απατήσει.
― Την Τρίτην θα μεταβώ εις Πετρούπολιν και θ' αποφασισθώσι τα
πάντα, είπεν ο Βρόνσκυ.
― Ναι, απεκρίθη εκείνη. Αλλ' ας μη ομιλώμεν πλέον περί αυτού.
Η άμαξα της Άννας, ην είχεν αφήσει διατάξασα τον ηνίοχον να
επανέλθη να την παραλάβη, επέστρεφε την στιγμήν εκείνην.
Η Άννα απεχαιρέτησε τον Βρόνσκυ και επέστρεψεν εις την οικίαν της.
* * *
Απησχολημένος εις εργασίαν μετά του αρχιγραμματέως του, ο Καρένιν
ελησμόνει ότι ήτο η ημέρα καθ' ήν είχε διατάξει την Άνναν να
επιστρέψη εις Πετρούπολιν. Εξεπλάγη δε και δυσηρεστήθη μάλλον όταν
ο υπηρέτης προσήλθε να του αναγγείλη την άφιξιν της συζύγου του.
Η Άννα είχεν αφιχθή κατά την πρώτην πρωινήν ώραν, είχε δε ζητήσει
την άμαξαν τηλεγραφικώς και υπέθετεν ότι ο Καρένιν είχε λάβει
γνώσιν της επανόδου της.
Η Άννα διέταξε τον θαλαμηπόλον να αναγγείλη την άφιξίν της, είτα
δε εισήλθεν εις το δωμάτιόν της και ήρχισε να λύη τας αποσκευάς
της, πεπεισμένη ότι ο Καρένιν θα ήρχετο εις συνάντησίν της. Μία
όμως παρήλθεν ώρα και εκείνος δεν παρουσιάσθη.