Όλα αυτά της εφαίνοντο τόσον τρομακτικώς αηδή, ώστε, χωρίς ουδέ

στιγμήν να σκεφθή, έδραμεν εις προϋπάντησιν του συζύγου της, με

την μορφήν ακτινοβόλον και γελαστήν και αισθανομένη εντός της

επικρατούν το οικείον της πλέον πνεύμα του δόλου και του ψεύδους .

. . Και παρεδόθη εις αυτό εξ ολοκλήρου, και ήρχισε να ομιλή χωρίς

να ξεύρη καλά καλά τι επρόκειτο να είπη.

― Α! τι χαρά! έκαμε τείνασα την χείρα προς τον Καρένιν και

υποδεχθείσα δι' ενός μειδιάματος τον διευθυντήν του γραφείου του

Σλιούδιν. Θα διανυκτερεύσης εδώ, βέβαια; . . . Και τόρα πηγαίνομεν

μαζί εις τους αγώνας . . . Έχω όμως υποσχεθή εις την Μπέτσυ, η

οποία πρόκειται να έλθη να με πάρη, να πάω μαζί της.

― Ω! δεν θα χωρίσω εγώ τους αχωρίστους, είπε με τον ειρωνικόν του

τόνον . . . Ο ιατρός άλλως τε μου συνιστά να περιπατώ . . . Θα

κάμω λοιπόν την πορείαν πεζή και υπολογίζω ότι θα ευρεθώ εγκαίρως

επί τόπου.

― Έχετε αρκετόν καιρόν, είπεν η Άννα . . . Θα πάρετε τσάι;

Έκρουσε τον κώδωνα.

― Φέρετε το τσάι και ειπέτε εις τον Σεριόγια ότι ο κύριος ήλθε .

. . Λοιπόν! πώς είσαι; . . .

Ο Σλιούδιν κατήλθεν εις τον εξώστην.

Η Άννα εκάθισε πλησίον του συζύγου της.

― Δεν είσαι ευδιάθετος, είπε.

― Πράγματι, απήντησεν ο Καρένιν, εδέχθην σήμερον την επίσκεψιν

του ιατρού, ο οποίος μ' εκράτησεν επί πολύ. Είμαι βέβαιος ότι θα

μου τον έστειλε κάποιος από τους φίλους μου. Τόσον πολύτιμος τοις

είνε η ζωή μου.

― Και τι σου είπεν ο ιατρός;

Τον εξήτασε δε περί της υγείας του και των ασχολιών του, του

συνέστησε ν' αναπαυθή και τον εκάλεσε να μεταβή να περάση μαζί της

ολίγον χρόνον εις την εξοχήν.

Εξεδήλωσεν όλην της την τρυφερότητα και το ενδιαφέρον, και τω

ωμίλει ζωηρώς και με κάποιαν παράδοξον λάμψιν εις τα μάτια . . .

Αλλ' ο Καρένιν δεν απέδιδε πλέον την παραμικράν σημασίαν εις τον

τόνον εκείνον.

Ήκουε μόνον τας λέξεις και ταις απέδιδε την πραγματικήν των

έννοιαν.

Απεκρίθη δε όχι ολιγώτερον εκείνης φιλόφρων και τρυφερός αν και με

κάπως ειρωνικόν τόνον.

Την στιγμήν εκείνην εισήλθεν ο Σεριόγια συνοδευόμενος υπό της

διδασκαλίσσης του.

Αν ο Καρένιν είχε την πρόνοιαν να εξετάση τα περί αυτόν

συμβαίνοντα, θα παρετήρει το πεφοβισμένον και δειλόν βλέμμα διά

του οποίου το παιδίον ητένισεν αυτόν εν αρχή και κατόπιν την

μητέρα του.

Αλλά δεν ήθελε να βλέπη τίποτε, και τίποτε δεν έβλεπεν.

― Α! τον ανθρωπάκο μου! . . . μεγαλώνει . . . Γίνεται άνδρας . .

Καλημέρα σας, μικρέ κύριε!

Έτεινε την χείρα προς το τελείως έντρομον παιδίον.

Ο Σεριόγια, όστις υπήρξε πάντοτε δειλός και αιδήμων προ του πατρός

του, αφ' ης ούτος τον ωνόμαζε νεαρόν κύριον, απέφυγε τον πατέρα

του.

Ητένισε την μητέρα του ως διά να της ζητήση προστασίαν.

Μόνον πλησίον εκείνης ησθάνετο εαυτόν καλά.

Ο Καρένιν ωμίλησε με την διδασκάλισσαν κρατούσαν το αγοράκι του

από του ώμου.

Ο Σεριόγια ησθάνθη εαυτόν τόσον δυστυχή, ώστε η Άννα κατενόησεν

ότι το παιδίον θα ανελύετο εις δάκρυα.

Ηγέρθη εν σπουδή, απέσυρε την χείρα του Καρένιν από του ώμου του,

τον ενηγκαλίσθη, τον εφίλησε, τον ωδήγησεν εις την ταράτσαν και

επέστρεψεν αμέσως.

― Θα επανέλθης εδώ μετά τους αγώνας;

Ναι, είπεν ο Καρένιν . . . Και ιδού η καλλονή του Πέτερχωφ, η

κόμησσα Τβερσκάια, είπε διακρίνας το κομψόν όχημα της κομήσσης

Μπέτσυ.

Αύτη δεν κατήλθε της αμάξης, μόνον ο εν πλουσία στολή ακόλουθός

της θαλαμηπόλος, με την πελερίναν του και τον μαύρον του

επιδεικτικόν πίλον, επήδησε προ της εξωτερικής κλίμακος.

― Έρχομαι! εφώνησεν η Άννα.

Ενηγκαλίσθη τον υιόν της, επλησίασε κατόπιν τον σύζυγόν της και

του έτεινε την χείρα.

― Μέγα το ευγενές σου ενδιαφέρον που ήλθες.

Ο Καρένιν ησπάσθη την χείρα της.

― Λοιπόν! ω ρεβουάρ, εξηκολούθησεν η Άννα. θα επανέλθης να πάρης

το τσάι εδώ; . . .

Και εξήλθε σφοδρά και ακτινοβολούσα.

Αλλά, μόλις έπαυσε να βλέπη τον σύζυγόν της, ησθάνθη ως κάποιον

έγκαυμα εις την θέσιν όπου την είχον θίξει τα χείλη του.

* * *

Όταν ο Καρένιν έφθασεν εις το πεδίον των ιπποδρομιών, η Άννα

ευρίσκετο εις το πλευρόν της πριγκηπίσσης Μπέτσυ, εις το

περίπτερον όπου είχε συγκεντρωθή όλη η ανωτέρα κοινωνία της

Πετρουπόλεως.

Είχε διακρίνει μακρόθεν τον σύζυγόν της.

Δύο άνδρες, ο σύζυγός της και ο εραστής της, ήσαν δι' αυτήν οι δύο

πόλοι της ζωής της, και αντελαμβάνετο την παρουσίαν αυτών άνευ της

βοηθείας εξωτερικών αισθήσεων.

Ούτω, είχε διαισθανθή την προσέγγισιν του Καρένιν εξ αποστάσεως,

και χωρίς να το θέλη . . . τον παρηκολούθει εν τω μέσω των

κυμάνσεων του πλήθους το οποίον διέσχιζε.

Τον είδε πλησιάζοντα εις το περίπτερον, ότε μεν απαντώντα με

τυπικήν μεγαλοπρέπειαν εις τους χαιρετισμούς του σεβασμού, ους τω

απηύθυναν, ότε% δε χαιρετώντα φιλικώς και αφελώς τους συναδέλφους

του.

Εγνώριζε τας συνηθείας και τας διατυπώσεις ταύτας και όλων της

απήρεσαν:

«Μόνην την ματαιότητα, τον πόθον της επιτυχίας, ιδών τι έχει μόνον

εκτός της ψυχής του, εσκέφθη, ενώ αι υψηλαί του ιδέαι, ο έρως προς

την μάθησιν, η αγάπη της θρησκείας, είναι δι' αυτόν απλούν μέσον

επιτυχίας».

Ο Καρένιν, αν και εκύτταξε προς το μέρος της συζύγου του, δεν την

ανεγνώρισε μέσα εις τα κύματα της μουσελίνας, τας ταινίας, τα

αλεξήλια και τα άνθη· αλλ' εις το βλέμμα του η Άννα κατενόησεν ότι

την ανεζήτει.

Ακριβώς δε διά τούτο προσεποιήθη ότι δεν τον διέκρινε.

― Αλέξιε Αλεξάνδροβιτς! εφώνησεν η πριγκήπισσα Μπέτσυ, καλούσα

τον Καρένιν. Αναζητείτε αναμφιβόλως την σύζηγόν σας, δεν είναι

έτσι; Ιδού την!

Το σύνηθες κρύον μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του Καρένιν.

― Υπάρχει τόση ακτινοβολία εδώ, ώστε θαμβώνεται κανείς!

απήντησεν.

Εισήλθεν εις το περίπτερον και εμειδίασε προς την σύζυγόν του,

όπως ένας σύζυγος οφείλει να μειδιά οσάκις την συναντά, εχαιρέτησε

την πριγκήπισσαν και τας λοιπάς γνωστάς του κυρίας, απευθύνων

λόγους φιλοφροσύνης προς τας δεσποινίδας και ανταλλάσσων

φιλοφρονήματα με τους άνδρας.

Αι ιπποδρομίαι δεν ενδιέφερον τον Καρένιν και ήρχισε να

περιεργάζεται τους θεατάς με τα κουρασμένα του μάτια. Το βλέμμα

του τέλος εστηρίχθη επί της Άννας.

Η μορφή της νεαράς γυναικός ήτο ωχρά και αυστηρά.

Ήτο πρωτοφανές, ότι μέσα εις το πλήθος εκείνο έβλεπεν ένα και

μόνον πλάσμα.

Το χέρι της έσφιγγε μετά συσπασμού τη βεντάλια της και συνεκράτει

την πνοήν της.

Όταν, αφού ο Μακχότιν και ο Βρόνσκυ διεπέρασαν το μέγα διάφραγμα,

ο αξιωματικός όστις ήρχετο κατόπιν αυτών εκυλίσθη κατακέφαλα επί

του εδάφους σχεδόν ημιθανής, ψίθυρος δε φρίκης συνεκλόνισεν όλους

τους θεατάς, ο Καρένιν παρετήρησεν ότι η Άννα δεν είχεν αντιληφθή

το γεγονός και δεν κατενόει την αιτίαν της γενικής συγκινήσεως.

Μετά την παρατήρησιν ταύτην, ήρχισε να παρακολουθή την σύζυγόν του

διά πυκνοτέρων και προσεκτικωτέρων βλεμμάτων. Απερροφημένη εξ

ολοκλήρου με την θέαν του Βρόνσκυ, η Άννα ησθάνθη οπωσδήποτε το

βλέμμα εκείνο των ψυχρών οφθαλμών του συζύγου της, όστις την

παρετήρει λοξώς.

Όταν δε ο Βρόνσκυ κατέπεσεν, η Άννα ανέπεμψεν ηχηράν κραυγήν· αλλ'

ουδείς εις τούτο διείδε τι το έκτροπον. Ευθύς όμως κατόπιν η μορφή

της Άννας εξεδήλωσεν ανησυχίαν, ήτις καθίστατο εντελώς απρεπής.

Είχε λησμονήσει όλα τα προσχήματα. Εσπαράσσετο ως πτηνόν συλληφθέν

εις την παγίδα, ηγέρθη, ηθέλησε ν' αποχωρήση και επανελάμβανε προς

Μπέτσυ.

― Πάμε, πάμε! . . .

Αλλ' η Μπέτσυ δεν την ήκουε.

Κεκλιμένη προς τα έξω του κιγκλιδώματος, ωμίλει προς κάποιον

στρατηγόν.

Ο Καρένιν επλησίασε την σύζυγόν του και τη προσέφερε φιλοφρόνως

τον βραχίονα.

― Πηγαίνωμεν, αν το επιθυμείτε, είπεν.

Αλλ' η Άννα ήτο όλη αυτιά διά ν' ακούση ό,τι έλεγεν ο στρατηγός

και δεν αντελήφθη τον σύζυγόν της.

― Λέγουν ότι φθηνά θα την γλυτώση αν σπάση μόνον το ένα του πόδι,

έλεγεν ο στρατηγός. Είνε φρικώδες.

Η Άννα δεν απεκρίθη τίποτε προς τον Καρένιν, ύψωσε δε τα λορνιόν

της και εξήτασε το μέρος όπου είχε καταπέσει ο Βρόνσκυ· αλλ' ήτο

τόσον μακράν και τόσον απεφράσσετο υπό κόσμου, ώστε δεν ηδυνήθη να

διακρίνη τίποτε.

Κατεβίβασε τότε τα λορνιόν και ηθέλησε ν' απέλθη.

Αλλά την στιγμήν εκείνην, είς αξιωματικός έδραμε προς τον

αυτοκράτορα και του ανεκοίνωσε τα λαβόντα χώραν.

Η Άννα έκυψε διά να ακούση.

― Στίβα, Στίβα! εφώναξεν αίφνης διακρίνασα τον αδελφόν της.

Αλλ' ούτος δεν την ήκουσεν.

Η Άννα ηθέλησε και πάλιν να αποσυρθή.

― Σας προσφέρω άπαξ ακόμη τον βραχίονά μου αν επιθυμείτε ν'

αποχωρήσετε, είπεν ο Καρένιν.

Προσέθιξε δε την χείρα της συζύγου του.

― Η Άννα απέστρεψεν απ' αυτού το πρόσωπον μετά δυσφορίας, και

χωρίς να τον κυττάζη, του είπε:

― Όχι, όχι, αφήσατέ με, . . . μένω.

Παρετήρησε κάποιον αξιωματικόν ερχόμενον τρέχοντα εκ του μέρους

όπου είχε καταπέση ο Βρόνσκυ, και τον οποίον η Μπέτσυ εκάλει

κάμνουσα προς αυτόν νεύματα με το μανδύλι της.

Ο αξιωματικός διηγήθη ότι ο ιππεύς δεν είχε πάθει τίποτε, αλλ' ο

ίππος είχε θραύσει τας οσφύς του.

Εις τας λέξεις αυτάς η Άννα εκάθησεν εκ νέου και έκρυψε το

πρόσωπον υπό την βεντάλια της· ο Καρένιν διέκρινεν ότι έκλαιε και

ότι δεν ηδύνατο να συγκρατήση ούτε τα δάκρυα, ούτε τους λυγμούς,

οίτινες υπήγειρον τα στήθη της.

Την επλησίασε τότε ο σύζυγός της ίνα την κρύψη από τα αδιάκριτα

βλέμματα και της δώση καιρόν να συνέλθη.

― Διά τρίτην φοράν, σας προσφέρω τον βραχίονά μου, επανέλαβε.

Η Άννα τον εκύτταξε και δεν είξευρε τι ν' αποκριθή.

Η πριγκήπισσα Μπέτσυ προσήλθεν εις βοήθειάν της.

― Υπεσχέθην εις την Άνναν να την πάρω μαζύ μου εις το σπίτι, είπε

προς τον Καρένιν.

― Συγγνώμην, πριγκήπισσα, της είπε με φιλόφρον μειδίαμα, αλλά

παρατηρών αυτήν κατάμματα, βλέπω ότι η Άννα υποφέρει και επιθυμώ

να έλθη μαζί μου.

Η Άννα ητένισε μετά τρόμου τον σύζυγόν της, ηγέρθη, ευπειθώς και

έλαβε τον βραχίονά του.

― Θα στείλω να λάβω ειδήσεις του και θα σου τας ανακοινώσω, είπε

χαμηλοφώνως η Μπέτσυ εις το ους αυτής.

Η Άννα δεν ανήκε πλέον εις εαυτήν και εβάδιζε στηριζομένη εις τον

βραχίονα του συζύγου της ως να ωνειρεύετο.

«. . . Εφονεύθη ή όχι; Είνε αλήθεια;

Θα έλθη ή όχι; Θα τον ίδω σήμερον;»

Έλαβε θέσιν χωρίς να προφέρη λέξιν, εις το όχημα του συζύγου της

και έμεινε σιωπηλή.

Παρ' όλα όσα συνέβησαν, ο Καρένιν δεν επέτρεψεν εαυτώ να σκεφθή

την πραγματικήν αιτίαν της ταραχής ην ησθάνετο η σύζυγός του.

Διέβλεπεν εν αυτοίς εξωτερικήν μόνον εκδήλωσιν: η Άννα είχε

παραλείψει τα προσχήματα, είχεν υπερβή τα κεκανονισμένα και

εθεώρει καθήκον του να της το υποδείξη.

Τω ήτο δύσκολον εν τούτοις να μη είπη τίποτε επί πλέον. Έσπευσε

λοιπόν να υποδείξη εις την σύζυγόν του κατά τι είχε σφάλλει.

― Οφείλω να σας παρατηρήσω . . .

«Ιδού ότι έρχεται η εξήγησις!» διελογίσθη η Άννα και εφοβήθη.

― Οφείλω να σας υποδείξω ότι η συμπεριφορά σας σήμερον υπήρξεν

απρεπής.

― Τι ευρήκατε το απρεπές εις την συμπεριφοράν μου; ηρώτησεν η

Άννα.

― Την απελπισίαν, την οποίαν δεν ηδυνήθητε να αποκρύψητε, όταν

είς εκ των ιππέων κατέπεσε.

Ανέμενε την απάντησίν της, αλλ' η Άννα εσιώπησεν ατενίζουσα

ενώπιόν του.

― Σας παρεκάλεσα ήδη να φέρεσθε ενώπιον της κοινωνίας κατά τρόπον

ώστε και αυταί αι κακαί γλώσσαι να μη ευρίσκωσι τίποτε προς

κακολογίαν. Υπήρξεν εποχή καθ' ήν ωμίλουν περί σχέσεων οικιακών·

δεν ομιλώ πλέον περί των τοιούτων σήμερον. Σήμερον ομιλώ περί

εξωτερικών μόνον σχέσεων. Συμπεριεφέρθητε κατά τρόπον απρεπή και

επιθυμώ να μη επαναληφθή τούτο.

Η Άννα δεν ήκουεν ούτε τα μισά από τα λόγια ταύτα.

Ησθάνετο φόβον και διηρωτάτο αν ήτο αληθές ότι ο Βρόνσκυ είχε

μείνει σώος και υγιής. Περί εκείνου άρα γε ο αξιωματικός είχεν

είπει ότι ο ιππεύς ήτο σώος είχε φονευθή ο ίππος;

Όταν ο Καρένιν επεράτωσε τον παραινετικόν του, η Άννα προσεποιήθη

ότι εμειδία με ήθος ειρωνικόν και δεν απεκρίθη διότι σχεδόν δεν

είχεν ακούσει τίποτε.

― Ίσως απατώμαι, είπεν εκείνος· εν τοιαύτη περιπτώσει, σας

παρακαλώ να με συγχωρήσητε.

Η Άννα ητένισε μετ' απελπισίας την παγεράν του μορφήν

― Όχι, δεν απατάσθε, είπε βραδέως . . . Δεν απατάσθε. Ευρισκόμην

εις απελπισίαν και δεν μου ήτο δυνατόν να μη ευρίσκωμαι. Σεις μου

ομιλείτε, και εγώ συλλογίζομαι μόνον εκείνον . . . Τον αγαπώ,

είμαι ερωμένη του, σας δεν δύναμαι να σας υποφέρω . . . Μου

προξενείτε φόβον . . . Σας αποστρέφομαι . . Κάμετε με ότι

επιθυμείτε . . .

Ερρίφθη είς τινα γωνίαν της αμάξης και έκλαυσεν αποκρύπτουσα το

πρόσωπόν της.

Ο Καρένιν δεν μετεκινήθη. Αλλ' η μορφή του προσέλαβε αίφνης την

επίσημον παγερότητα νεκρού και την διετήρησε μέχρι του πέρατος της

πορείας.

Όταν επλησίασαν εις την οικίαν, ο Καρένιν έστρεψε τη κεφαλήν προς

την ιδίαν πάντοτε έκφρασιν.

― Μάλιστα, αλλ' αξιώ να σεβασθήτε τα καθήκοντα μέχρι της ημέρας,

― η φωνή του έτρεμεν ― καθ' ήν θα λάβω μέτρα προς άμυναν της τιμής

μου και τα οποία θα σας ανακοινώσω.

Κατήλθε πρώτος του κουπέ και την εβοήθησε να κατέλθη.

Επί τη θέα δε των υπηρετών, της έθλιψε την χείρα, επέβη και αύθις

της αμάξης και απήλθεν εις την πόλιν.

Ολίγας κατόπιν στιγμάς, είς θαλαμηπόλος της πριγκηπίσσης Μπέτσυ

έφερε προς την Άνναν το ακόλουθον σημείωμα:

«Έστειλα και εζήτησα πληροφορίας εις του Αλεξίου· μου γράφει ότι

είναι καλά, αλλ' ευρίσκεται εις απόγνωσιν».

«Θα έλθη εις την συνέντευξιν!» διελογίσθη η Άννα . . . «τι καλά

που έκαμα να τα ομολογήσω όλα! . . .»

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

Όταν η Άννα και ο Καρένιν έφθασαν προ της θύρας της εξοχικής

οικίας, εβοήθησεν ούτος την σύζυγόν του να κατέλθη της αμάξης, και

καταβαλών νέον εφ' εαυτού αγώνα, την απεχαιρέτησε με την συνήθη

του φιλόφρονα λεπτότητα και της είπεν ότι θα της ανεκοίνου την

εποιούσαν την απόφασίν του.

οι λόγοι της Άννας, οίτινες είχον επιβεβαιώση τας τολμηροτέρας των

υπονοιών αυτού, ενέβαλον εις την καρδίαν οξύτατον άλγος. Αλλ' όταν

επανευρέθη μόνος εντός της αμάξης, ο Καρένιν, προς ιδίαν του

έκπληξιν και προς άκραν του ευχαρίστησιν, συνησθάνθη ότι είχε

τελείως απελευθερωθή απασών των αμφιβολιών και των αλγηδόνων της

ζηλοτυπίας, αίτινες τόσον τον είχον βασανίσει.

― Μία γυνή διεφθαρμένη, άνευ τιμής, άνευ καρδίας, άνευ θρησκείας!

Το κατενόησα πάντοτε, το έβλεπα πάντοτε, αν και εβίαζον εμαυτόν εξ

οίκτου προς αυτήν, να δεικνύω ότι απατώμαι διά λογαριασμόν της!

Ενόμισε πράγματι, ότι είχε πάντοτε κρίνει την Άνναν υπό τοιούτο

φως.

Ανεμνήσθη λεπτομερείας της προηγουμένης συμβιώσεώς των,

λεπτομερείας αι οποίαι άλλοτε δεν του είχον φανή αξιόμεμπτοι, και

αίτινες κατά την ώραν εκείνην, τω υπεδείκνυον φανερά, ότι πάντοτε

υπήρξε γυνή διεφθαρμένη.

«. . . Διέπραξα σφάλμα συνδέσας την ζωήν μου με την ιδικήν της·

αλλ' εν τη πλάνη μου ταύτη ουδέν το κακόν υπάρχει, διά τούτο

ακριβώς δεν πρέπει να είμαι δυστυχής . . .

«. . . Δεν είμαι εγώ ο ένοχος» εξηκολούθησεν, «ένοχος είνε αυτή! .

. . Αλλ' είνε μηδέν πλέον δι' εμέ, ουδ' υφίσταται καν πλέον δι'

εμέ!»

Η νέα τύχη της Άννας και του υιού της, ως προς τον οποίον τα

αισθήματά του είχον επίσης μεταβληθή ως και προς εκείνην, έπαυσε

τοιουτοτρόπως να τον απασχολή.

Το μόνον όπερ απησχόλει το πνεύμα του κατά την στιγμήν αυτήν, ήτο

ο τρόπος κατά τον οποίον θα ηδύνατο ν' αποσείση μετ' άκρας

αξιοπρεπείας, και συνεπώς, μετ' άκρας δικαιοσύνης, τον βόρβορον,

διά του οποίου τον είχε ρυπάνει κατά την πτώσιν της, διά να δυνηθή

να συνεχίση την δραστηρίαν την έντιμον και την χρήσιμον ζωήν του.

― Δεν δύναμαι να είμαι δυστυχής εγώ, διότι μία αξία περιφρονήσεως

γυνή διέπραξεν έν σφάλμα! Οφείλω μόνον να προσπαθήσω να εύρω την

καλλιτέραν διέξοδον όπως εξέλθω της τρομεράς θέσεως, εις την

οποίαν με ενέβαλεν η γυνή αύτη. Και την διέξοδον αυτήν θα την εύρω

. . . Δεν είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος . . .

Και διά της φαντασίας του τότε διήλθεν ολόκληρος σειρά ιστορικών

ονομάτων . . . Την παρηκολούθησε δε από του περιφήμου Μενελάου

μέχρι της ατελευτήτου παρελάσεως συζύγων απατηθέντων εις τας

ανωτάτας κοινωνικάς τάξεις της Ρωσσίας: . . .

«. . . Δαρδάλωφ, Πολτάβσκυ, πρίγκηψ Καριμπάνωφ, κόμης Πασκούδιν,

Ντραμ . . . Ναι, και ο Ντραμ επίσης, ένας άνθρωπος τόσον έντιμος,

τόσον πνευματώδης . . . και ο Σιμιένωφ, και ο Τσαγγούιν, και ο

Σεγγόνιν . . .»

«. . . Είνε αληθές ότι κάποιος γελοίος ηλίθιος πίπτει εφ' όλων των

ανθρώπων αυτών, αλλ' ουδέποτε διέκρινα εν τη ατυχία των άλλο τι

από απλήν δυστυχίαν, και επάλαισα και εγώ κατά της δυστυχίας

ταύτης», διελογίσθη ο Καρένιν, αν και ηπατήθη εις το ζήτημα τούτο.

Ουδέποτε είχε παλαίσει κατά τοιούτου είδους ατυχημάτων, και εξ

εναντίας, εξετίμα εαυτόν τόσον πλειότερον όσον έβαινεν αυξανόμενος

ο αριθμός των γυναικών που απατώσι τους συζύγους των.

«. . . Είνε ατύχημα, το οποίον ημπορεί να συμβή εις κάθε άνθρωπον,

και το ατύχημα τούτο έπληξε και εμέ . . . Πρόκειται μόνον να

υποστώ το πάθημα μου υπό τας αρίστας κατά το δυνατόν συνθήκας. .

.»

Ήρχισε να αναλύη εν πάση λεπτομερεία τας ενεργείας των ανδρών της

γνωριμίας του, οίτινες είχον ευρεθή εις την ιδικήν του θέσιν.

«. . . Ο Δαριάνωφ εκτυπήθη εν μονομαχία . . .»

― Τι θα εκέρδιζα προκαλών αυτόν;

Ο Καρένιν ανελογίσθη την νύκτα, ην θα διήρχετο προ της μονομαχίας,

κατόπιν το περίστροφον διευθυνόμενον κατ' αυτού, ερρίγησε και

κατενόησε ότι δεν έπρεπε να αποστείλη τον μάρτυρά του.

«. . . Ας δεχθώμεν ότι μανθάνω σκοποβολήν . . . ιδού εγώ επί του

πεδίου της τιμής, πιέζω την σκανδάλην», εσκέπτετο κλείων τους

οφθαλμούς, «και . . . τον σκοτώνω . . .

Έσεισε την κεφαλήν διά να αποδιώξη τας τρελλάς αυτάς ιδέας.

«. . . Ποία έννοια ενυπάρχει εις την δολοφονίαν ενός ανθρώπου

ανοσιουργούντος όπως καθορισθώσιν αι σχέσεις μου προς την

εγκληματήσασαν γυναίκα μου και τον υιόν μου; . . . Και μετά τούτο

θα ευρισκόμην πάλιν εις την ανάγκην να επιζητήσω μίαν λύσιν. Αλλά

το περισσότερον προφανές, το πιθανώτερον, το έξω πάσης αμφιβολίας,

είτε εγώ θα φονευθώ ή θα τραυματισθώ! . . . εγώ, ο αθώος, θύμα,

νεκρός ή τραυματίας . . . Αυτό είνε πολύ περισσότερον ηλίθιον.

Αποτρέψας τοιουτοτρόπως την πιθανότητα μιας μονομαχίας, ο Καρένιν

ήρχισε να εξετάζη το ενδεχόμενον του διαζυγίου, ετέρας δηλαδή

διεξόδου, την οποίαν είχον προτιμήσει μερικοί εκ των απατηθέντων

συζύγων, καθ' όσον ενεθυμείτο.

Η επιδίωξις του διαζυγίου δεν θα ήτο δυνατόν να έχη άλλο τι

αποτέλεσμα πλην μιας σκανδαλώδους δίκης, ήτις θα απετέλει εύρημα

διά τους εχθρούς του και δι' όλους εκείνους, οίτινες ουδέν άλλο

επεζήτουν, παρά να υποβιβάσουν την υψηλήν θέσιν, ην κατείχεν ούτος

εν τω κόσμω.

Εκτός δε τούτου, κατά την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν, ήτο

προφανές ότι η σύζυγός του θραύσασα πλέον τους προς αυτόν δεσμούς

της, θα συνεδέετο στενώς μετά του εραστού της.

Αλλ' εν τη ψυχή του Καρένιν, παρά την περιφρονητικήν αδιαφορίαν,

ην ενόμιζεν ότι ησθάνετο διά την Άνναν, διετηρείτο πάντοτε κάποιον

αίσθημα· ο πόθος να την εμποδίση να νυμφευθή τον Βρόνσκυ, διότι

δεν ήθελε να αποκομίση εκείνη κέρδος εκ του ιδίου της σφάλματος.

Εκτός όμως του πλήρους διαζυγίου, θα ηδύνατο να ενεργήση όπως ο

Καριμπάνωφ, ο Πασκούδιν και ο αγαθός εκείνος Ντραμ, να χωριστή

δηλαδή της συζύγου του, ― διελογίσθη επίσης όταν κατεπραΰνθη η

πρώτη του έξαψις.

Αλλά και το μέτρον αυτό θα προυκάλει επίσης σκάνδαλον, και προ

πάντων, όπως το διαζύγιον, θα έρριπτε την Άνναν εις τας αγκάλας

του εραστού της.

«. . . Όχι! αυτό είνε αδύνατον, αδύνατον!» είπεν υψηλοφώνως· «είνε

αδύνατον να καταστώ εγώ δυστυχής, αυτή όμως και εκείνος δεν πρέπει

να γίνωσιν ευτυχείς!»

Η ζηλοτυπία η οποία τον είχε βασανίσει κατά την περίοδον της

αβεβαιότητος, εξηφανίσθη, αλλ' είχεν αντικατασταθή υπό ετέρου

συναισθήματος· υπό του πόθου όχι μόνον να μη θριαμβεύση η Άννα,

αλλά και να υποστή την ποινήν, ην απήτει το παράπτωμά της.

Και δεν απεδέχετο μεν κατά βάθος το τελευταίον τούτο συναίσθημα,

αλλ' εις τα έγκατα της ψυχής του ηύχετο να τιμωρηθή εκείνη διότι

είχε διαταράξει την γαλήνην του και την τιμήν του.

Αφού εξήτασεν εκ νέου την διά μονομαχίας λύσιν, το διαζύγιον ή τον

χωρισμόν, και τα απέκρουσεν εκ νέου ο Καρένιν κατέληξεν εις το

συμπέρασμα ότι δι' αυτόν μία διέξοδος υπήρχε· να κρατήση την

σύζυγόν του, να κρύψη από τα μάτια του κόσμου πάντα όσα είχον

λάβει χώρα, να προσφύγη εις όλα τα αναγκαία μέσα όπως διασπάση τας

σχέσεις της Άννας και του Βρόνσκυ και προπάντων. ― δεν το ωμολόγει

τούτο, ― όπως την τιμωρήση.

«. . . Θα τη διακηρύξω την απόφασίν μου, θα την κάμω να εννοήση,

ότι αφ' ού εζύγισεν ωρίμως την οδυνηράν θέσιν ην εδημιούργησεν εις

την οικογένειάν μας, η αρίστη διέξοδος δι' αμφότερα τα μέρη, είνε

το «εξωτικόν» σ τ ά τ ο υ ― κ β ο. ― Θα της είπω ότι είμαι έτοιμος

να υπογράψω την τοιαύτην διευθέτησιν υπό τον ρητόν όρον, ότι και

αυτή θα υποταχθή εις την θέλησίν μου, δηλαδή ότι θα διαρρήξη πάντα

δεσμόν προς τον εραστήν της. . .»

Όταν δε η απόφασις αύτη ελήφθη οριστικώς υπό του Καρένιν, ευρήκεν

ούτος και κάποιον ανώτερον λόγον προς υποστήριξίν της.

«. . . Συμμορφούμενος προς την απόφασιν ταύτην, ακολουθώ

πληρέστατα και τα παραγγέλματα της θρησκείας», διελογίσθη . . .

«Αυτός είνε ο μόνος τρόπος, όστις μοι επιτρέπει να μη αποδιώξω

βιαίως την ένοχον γυναίκα και να της παράσχω την διευκόλυνσιν της

αποτίσεως του εγκλήματός της, όσον δε βαρύ και αν είνε το καθήκον

όπερ επιβάλλω εις εμαυτόν, θα θυσιάσω οπωσδήποτε μέρος των

δυνάμεών μου χάριν της αναμορφώσεως και της σωτηρίας της . . .»

Καίτοι ο Καρένιν κατενόει, ότι ουδεμίαν ηδύνατο ν' ασκήση

επίδρασιν ηθικήν επί της συζύγου του, ότι εξ όλων του των προς

αναμόρφωσιν και ανάπλασίν της προσπαθειών του, θα εξεπορεύετο

ψεύδος μόνον, . . . καίτοι κατά το διάστημα των τρομερών αυτών

ωρών της ζωής του ουδ' επί στιγμήν είχε διαλογισθή να ζητήση

συμβουλάς από την θρησκείαν, αφ' ης στιγμής η απόφασίς του

εταυτίζετο προς τας απαιτήσεις της χριστιανικής ηθικής, ενόμισεν

ουχ ήττον ότι η θρησκευτική αύτη κύρωσις τω παρείχε πλήρη

ικανοποίησιν, και τον επαρηγόρει μάλιστα κατά τι . . .

Ήτο ευτυχής διαλογιζόμενος ότι, κατά στιγμήν τόσον κρίσιμον,

ουδείς θα ηδύνατο να είπη ότι δεν ενήργησε σύμφωνα προς τα

παραγέλματα της θρησκείας, της οποίας την σημαίαν εκράτει τόσον

υψηλά, εν τω μέσω της γενικής παγερότητος και αδιαφορίας.

Εξακολουθών να εξετάζη τας νέας λεπτομερείας, ο Καρένιν διηρωτήθη

διατί τάχα αι μετά της Άννας σχέσεις του δεν θα ηδύναντο να

αποκατασταθώσιν οίαι και κατά το παρελθόν.

Αναντιρρήτως, δεν θα του ήτο δυνατόν να τη αποδίδη την εκτίμησιν

και την αγάπην, ην έτρεφε προς αυτήν πρότερον, αλλά δεν υπήρχε δι'

αυτόν λόγος να συντρίψη την ιδίαν του ζωήν και να παράσχη, διότι

εκείνη είχε δειχθή γυνή κακή και άπιστος.

«. . . Ναι, ο χρόνος, που όλα τα διευθετίζει, θα παρέλθη και αι

σχέσεις μας θα επαναγίνωσιν οποίαι υπήρξαν και πρότερον»,

διελογίσθη ο Καρένιν, «θα επαναγίνωσι δηλαδή τοιαύται, ώστε η ζωή

μου να μη ευρίσκεται πλέον εν διαταραχή. Αυτή οφείλει να είνε

δυστυχής, αλλ' εγώ είμαι αθώος και διά τούτο εγώ δεν πρέπει να

είμαι δυστυχής!»

* * *

Πλησιάζων προς την Πετρούπολιν, ο Καρένιν εσταμάτησεν οριστικώς

εις το σχέδιον τούτο και συνέθεσεν εντός της κεφαλής του την

επιστολήν, ην θα έγραφε προς την σύζυγόν του.

Όταν απήλθεν εις τον αντιθάλαμον όπου ευρίσκετο ο θυρωρός, έρριψε

βλέμμα επί των επιστολών και των επισήμων εγγράφων των ελθόντων εκ

του υπουργείου και διέταξε να μεταφερθώσιν εις το γραφείον του.

― Μη δεχθήτε κανένα, είπε προς τον θυρωρόν.

Έκαμε δις τον γύρον του δωματίου, εσταμάτησε προ τον μεγάλου του

γραφείου, επί του οποίου ο θαλαμηπόλος του είχεν ήδη ανάψει έξ

λαμπάδας και εκάθησε τακτοποιήσας τα επί της τραπέζης του

αντικείμενα.

Εστήριξεν είτα αμφοτέρους τους αγκώνας του επί του γραφείου,

εσκέφθη επί στιγμήν και ήρχισε να γράφη χωρίς ουδέ εφ' άπαξ να

διακοπή.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«. . . Κατά την τελευταίαν μας συνάντησιν, σας ανακοίνωσα την

πρόθεσίν μου όπως σας καταστήσω γνωστήν την απόφασίν μου.

«Ιδού η απόφασίς μου: οιαιδήποτε και αν υπήρξαν αι πράξεις σας,

δεν θεωρώ εμαυτόν έχοντα το δικαίωμα να θραύσω τους δεσμούς, διά

των οποίων δύναμις ανωτέρα μας έχει συνδέσει.

«Η οικογένεια δεν δύναται να καταστραφή διά του πείσματος, διά της

ασεβείας ή και διά του πταίσματος ακόμη ενός των συμβληθέντων, και

η ζωή μας οφείλει να εξακολουθήση βαδίζουσα όπως και κατά το

παρελθόν. Αναγκαίον δε τούτο και δι' εμέ, και διά σας και διά τον

υιόν μας.

«Είμαι βέβαιος ότι μεταμελείσθε τώρα διά το δώσαν αφορμήν εις την

επιστολήν ταύτην και ότι θα με βοηθήσετε προς ολοκληρωτικήν

απόσβεσιν των αιτίων της διαστάσεώς μας και προς λήθην του

παρελθόντος. Εν εναντία περιπτώσει, δύνασθε μόνη σας να προΐδητε

τι σας αναμένει, σας και τον υιόν σας.

«Ελπίζω ότι θα δυνηθώ να σας αναπτύξω πάντα ταύτα εν

λεπτομερείαις, όταν θα επανιδωθώμεν.

«Επειδή η περίοδος της αγροτικής διαμονής εγγίζει εις το τέλος

της, σας παρακαλώ να επανέλθητε εις Πετρούπολιν όσον το ταχύτερον,

ουχί δε βραδύτερον της τρίτης.

«Θα δώσω όλας τας αναγκαίας διαταγάς. Σας υποδεικνύω δε, ότι

αποδίδω μεγάλην σημασίαν εις την ικανοποίησιν της τελευταίας μου

ταύτης αξιώσεως.

«Αλέξιος Καρένιν».

«Υ. Γ. ― Εσωκλείω τα χρήματα, τα οποία πιθανόν να σας χρειασθούν

διά τας δαπάνας σας».

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ανέγνωσε και αύθις την επιστολήν και ευρέθη ευχαριστημένος εξ

αυτής· δεν ευρήκεν εν αυτή ούτε μίαν καν λέξιν σκληράν, ούτε μίαν

καν μορφήν, αλλά και ουδεμίαν καν συγκαταβατικότητα.

Εδίπλωσε τον έγγραφον χάρτην, τον ελείανε δι' ογκώδους

χαρτοκοπτήρος εξ ελεφαντόδοντος, ετοποθέτησε τα χαρτονομίσματα

εντός του φακέλλου και εκωδώνισε καλών ένα υπηρέτην.

Άννα Καρένιν · 第 6 / 19 段