επιρροής του περιβάλλοντος ημάς κόσμου, αλλά του περιβαλλομένου εν
ημίν, όστις, ουχί σπανίως, είνε πλειότερον του πρώτου αμείλικτος.
227
Η ώθησις προς την πρόοδον είνε μέγα ευεργέτημα διά τους δυναμένους να
προχωρήσουν· μέγα όμως έγκλημα κατά των μη στηριζομένων καλώς εις
τους πόδας των· θα ίδης πολλούς τοιούτους, πίπτοντας μετά το πρώτον
βήμα των υπό τους γέλωτας του κόσμου.
228
Η επιρροή των μεγάλων ανδρών επί του κόσμου, ουδαμού ασκείται
ισοδυνάμως, εφ' όσον ο κόσμος αποτελεί πλάστιγκα, της οποίας, όταν
ανυψούται ο είς βραχίων, συνεπάγεται την κατάπτωσιν του ετέρου.
229
Η εναλλαγή της ελπίδος με την απελπισίαν εν τη ψυχή, αποτελεί το
δεινότερον των μαρτυρίων· κάποιος μέσος όρος μεταξύ θανάτου και ζωής·
κάποιον νέον είδος ζωής, ή κάποιον νέον είδος θανάτου.
230
Θ' ακούσης να λέγουν, ότι ουχί σπανίως παρουσιάζονται τα πράγματα
εκτοπισμένα και ανακατωμένα εις τον κόσμον· εν τούτοις, μεθ' όλον το
ανακάτωμά των, αργά ή γρήγορα κατορθώνουν να ευρίσκουν την σειράν
των, και την εποχήν των, και τον τόπον των. — εφ' όσον τουλάχιστον η
γη δεν αποφασίζει να μείνη ακίνητος.
231
Ο ευγενέστερος άγριος: άνθρωπος οργιάζων υπό προσωπίδα.
232
Η κοινή γυνή είνε ο μόνος δαίμων αντάρτης, όστις φρουρεί την χρυσήν
πύλην του παραδείσου και προστατεύει την ειρήνην και την ευδαιμονίαν
του.
233
Ν' απεχθάνεσαι τον φιλάργυρον, όσον και τον βδελυρώτερον των
κακούργων· αμφότεροι κάτι θ' αφαιρέσουν από την φύσιν.
234
Οσάκις ακούεις ότι απέθανε φιλάργυρος, να πιστεύης ότι επανεδόθη κάτι
εις τον κόσμον, ότι η γη ελάφρωσεν, ότι εμεγάλωσεν η ημέρα, ότι τα
άνθη ευωδιάζουν περισσότερον, ότι ο ήλιος έγινε θερμότερος, ο ορίζων
διαυγέστερος και αι σκιαί διαφανέστεραι.
235
Η φήμη είνε η γελοιωδεστέρα θεότης, η οποία δύναται να έχη εκατό
στόματα, αλλ' οφθαλμού ούτε ίχνος έχει. Πόσοι γνωρίζουν ποίος
κατεσκεύασε τον εν Εφέσω ναόν της Αρτέμιδος; ελάχιστοι· ποίος όμως
αγνοεί, ότι τον έκαυσεν ο Ηρόστρατος;
236
Όταν γίνεται κακώς η εγχείρησις, αντί να κλείση η πληγή, ανοίγει
μεγαλειτέρα.
237
Όταν η ζηλοτυπία δεν αποτελή φρενολογικόν φαινόμενον, είνε τόσον
υψηλά, ώστε ούτε ο ποιητικώτερος έρως δύναται προς αυτήν να συγκριθή.
238
Συντελούνται πολλάκις επί της γης ολέθρου και καταστροφής έργα, διά
τα οποία θα είπης, ότι και αυτός ακόμη ο Θεός δίδει χείρα βοηθείας
εις τον Σατανάν.
239
Η πραγματική ευτυχία δεν είνε αντικειμενική, είνε υποκειμενική.
Έκαστος άνθρωπος γεννάται με την ευτυχίαν εντός του, και την
τοποθετεί όπου θέλει. Διά τούτο οι δυστυχείς, ή δεν έχουν πλέον εντός
των το πτηνόν αυτό, ή δεν ευρίσκουν πού να το τοποθετήσουν
240
Φοβού τα ακροσφαλή ύψη· από υψηλότερα θα πέσης, εις πλείονα τεμάχια
θα συντριβής.
241
Η φιλελεύθερος φύσις, ο αδαμάντινος χαρακτήρ, η απεριόριστος και
μεγάλη καρδία, μόνον διά των ιδίων δυνάμεων δύνανται ν'
αποκαταστήσωσι την ευδαιμονίαν των εν τω κόσμω τούτω· όταν συνδεθώσι
μετ' άλλης υπάρξεως, και η φύσις δεσμεύεται, και ο χαρακτήρ
αλλοιούται, και η καρδία περιορίζεται και περιστέλλεται.
242
Η γυναικεία καρδία ομοιάζει προς μαλακόν σπόγγον, επί του οποίου
υπάρχει κεκολλημένον τεμάχιον λίθου· ο λίθος προκαλεί εκδοράς, ο
σπόγγος τας θωπεύει μαλακά, πολύ δε αργά κατανοείς, ότι διά της
συνεργασίας αυτής σου αφηρέθη και η τελευταία του αίματος σταγών.
243
Το σπουδαίον δεν είναι πώς να ρίψης κάτω μίαν κεφαλήν χαλασμένην,
αλλά πώς να επαναφέρης αυτήν εις την θέσιν της.
244
Υπάρχει μία περίοδος διά τους ερωτευμένους, καθ' ην οι οφθαλμοί των
ουδέν βλέπουν πέραν του προσφιλούς των όντος, και τα ώτα ουδέν
ακούουν πλειότερον της φωνής του· είνε μία εκ των καταστάσεων
εκείνων, ήτις χαρακτηρίζει τους αγγέλους εν τω ουρανώ, και επί της
γης τους ηλιθίους. Ουδέν εκ των εγκοσμίων προσελκύει την προσοχήν
των, παν δε ό,τι δεν καθηδύνει, ή δεν εκπικραίνει τας στιγμάς των,
παρέρχεται απαρατήρητον, ως πράγμα αφορών εις άλλους κόσμους,
αλλοτρίους εκείνου, εν τω οποίω ζώσι, και εκ του οποίου αντλούσι τας
μικροηδονάς και τας μικροπικρίας των.
245
Ό,τι δεν συγχωρεί η κρίσις, το συγχωρεί το αίσθημα· είνε δύο
δικαστήρια εντός σου, εκ των οποίων συνήθως το έν αναιρεί την
καταδίκην του άλλου.
246
Η φορά των πραγμάτων είνε πολύ δύσκολον να μεταβληθή, πολύ δε μάλλον
όταν τυγχάνη φύσεως κακής· παν πνεύμα, όπερ ήθελε προταχθή, όπως
παρεμποδίση τον ρουν των, συνετρίβη όσον μέγα και ισχυρόν αν ήτον·
αδιάφορον αν μετά ταύτα επεκράτησε και επέτυχε.
247
Ουρανός θυελλώδης και φλεγόμενος εκ των κεραυνών, ωκεανός εν
τρικυμία, με τα κύματα ως όρη, δεν παρέστησαν τρομερώτερον θέαμα, από
την θύελλαν και την τρικυμίαν ενός λαού.
248
Ο χρυσός είνε ο διαβολικότερος φακός, διά του οποίου θεώμενα τα
πράγματα, φαίνονται εις τους οφθαλμούς του ανθρώπου, τα μεν ανάποδα
όρθια, τα δε όρθια κατωκέφαλα.
249
Μη στηρίξης ποτέ τας ελπίδας σου εις τον ουρανόν, αφού και αυτός
ουδαμού στηρίζεται.
250
Αδικείς; ικανοποίει. Όταν βλέπω άνθρωπον πράξαντα κακόν, και
αναβάλλοντα την ικανοποίησιν του αδικηθέντος, ενθυμούμαι τον εαυτόν
μου, όταν αναβάλλω τον καθαρισμόν των υποδημάτων μου από του
βορβόρου, με την ιδέαν ότι μετά δύο βήματα θα τα λερώσω εκ νέου.
251
Δεν υπάρχει παραδοξώτερον εν τη φύσει από τον οργανισμόν του
ανθρώπου· βλέπει μίαν βάσανον καθ' ύπνους, εξυπνά έντρομος· την
υφίσταται εγρηγορών, πίπτει ήσυχα και κοιμάται.
252
Μάθε προσέτι και τούτο: ό,τι άσχημον ίδης, δεν είνε διάβολος· εάν
ούτος ήτο τόσον δυσειδής, όπως τον ζωγραφίζουν οι αγιογράφοι, θα ήτον
ακινδυνότερος και αυτών των Χερουβείμ· δεν θα είχε κανένα οπαδόν.
253
Μεταξύ των ανθρώπων δύο μεγάλοι τύποι υπάρχουσιν, υπέρτεροι πάσης
περιγραφής, προ των οποίων ιλιγγιά η αντίληψις και σκοτίζεται η
κρίσις· ο του εξόχως αγαθού και ο του εξόχως αχρείου. Αποτελούσιν
αμφότεροι δύο άπειρα, εντός των οποίων ούτε ωρισμένη διεύθυνσις
υπάρχει, ούτε σταθμός διά το βλέμμα.
254
Μέγα πράγμα είνε να προχωρής προς τα εμπρός, αλλά μέγιστον να στρέφης
ενίοτε και προς τα οπίσω το βλέμμα σου.
255
Περισσότερον φοβείσαι την συμφοράν, όταν την μετρής διά της φαντασίας
σου, παρ' όταν καταβάλλεσαι υπ' αυτής, παλαίσας σώμα προς σώμα.
256
Δεν αρκεί να δύνασαι διά να πράττης, πρέπει και να θέλης. Μόνον επί
του αξιώματος τούτου στηρίζεται η επιβολή εις τον κόσμον και το
αληθές μεγαλείον.
257
Ουδέν των ανθρωπίνων έμεινέ ποτε άνευ μυστικής τίνος τιμωρίας ή
μυστικής ικανοποιήσεως· η κακία, όσον και αν έζησεν, απέθανεν· η
αρετή, όσον και αν απέθανεν, ανέζησεν.
258
Εάν υπάρχουσι στιγμαί, καθ' ας πρέπει να θαυμάζη τις εαυτόν, είνε
εκείναι, καθ' ας υφίστασαι έν μαρτύριον, χωρίς να παραφρονήσης. Η δε
ιδέα του Σίλλερ, ότι, «όταν εις τοιαύτην περίστασιν δεν χάση τις τον
νουν του, σημαίνει ότι δεν έχει νουν διά να χάση», δεν είνε καθόλου
ορθή.
259
Φρόντισε να έχης αξίαν, αλλά και να σου την αναγνωρίζουν· και ο
ηλιθιότερος των ανθρώπων ημπορεί με μίαν μωρίαν του να σου καταστρέψη
εργασίαν δεκαετηρίδων ολοκλήρων.
260
Ο ασθενής χαρακτήρ και το ασθενές πνεύμα δεν συλλαμβάνουν τίποτε·
επλάσθησαν διά να συλλαμβάνωνται αιωνίως. Τα τοιαύτα όντα έχουσιν
ιδιαιτέραν μυθολογίαν, ένθα εξεικονίζονται οι θεοί των ως υποζύγια,
συρόμενα και τυπτόμενα επί της σπονδυλικής στήλης υπό των παθών των.
261
Η αθεΐα είνε επιστήμη και αυτής της θεολατρείας αψηλοτέρα, άθεος δε,
χωρίς βαθείας θεολογικάς γνώσεις, εξευτελίζει τον τίτλον.
262
Οι άνθρωποι όχι μόνον δεν είνε οι ίδιοι, αλλά διαφέρουσι πολλάκις
κατά τεράστιον λόγον και διίστανται και απόστασιν δυσυπολόγιστον.
Διότι, νομίζω, ουδείς μαθηματικός υπολογισμός δύναται ν' ανεύρη την
διαφοράν μεταξύ δύο ανθρώπων, του ενός μεθυομένου επί τη θέα του
αίματος, και του ετέρου λιποθυμούντος εκ φρίκης.
263
Η ατομική του ανθρώπου ανατροφή, δεν είνε αποτέλεσμα διδασκαλίας,
αλλ' αυτόχρημα λογικής· οι δε επιβαλλόμενοι τύποι, οι αποτελούντες
τους λεγομένους «καλούς τρόπους», είνε συνηθέστατα απόρροια ανησίας,
ασυγγνώστου διά σωφρονούντας ανθρώπους, και μάλιστα όταν επιβάλλωνται
ως κοινωνικαί ανάγκαι.
264
Δεν θα έσφαλέ τις εάν έλεγεν, ότι οι λεγόμενοι «καλοί τρόποι» τόσω
μάλλον θεωρούνται αναγκαίοι, όσω πλειότερον ανόητοι είνε.
265
Η πρόοδος δεν υπήρξε ποτέ από του πρώτου βήματός της επιτυχία· εξ
εναντίας, όσω μείζονας δυσκολίας απήντησε, και όσω τραχυτέραν και
σκολιωτέραν οδόν ηύρυνε, κατά τοσούτον υπήρξε και αξιοθαύμαστος, κατά
τοσούτον και θετικωτέρα.
266
Η ηθική δύναμις, αφ' ης εκπηγάζει το μεγαλείον, είνέ τι ένθεον,
εδρεύον εν τη ψυχή και ουχί εν τω χρηματοκιβωτίω, και απολύτως
ανεξάρτητον των μέσων, άτινα ο εξωτερικός κόσμος διαθέτει προς την
ανάπτυξιν και την δράσιν του.
267
Όταν θελήσης να πράξης κάτι μέγα, ουδέποτε σου λείπει η ευκαιρία.
268
Ότι το ήμισυ εκάστης γενεάς είνε ευεργετικόν και αγωνίζεσαι υπέρ του
άλλου ημίσεως, είνε φαινόμενον πασιφανές· αλλ' ότι το παθητικόν
ήμισυ, τείνει πολλάκις εις την ματαίωσιν του ευεργετικού αγώνος του
πρώτου, δεν είνε πασιφανές δι' όλους· από τους μεν δεν συμφέρει να
κατανοηθή, από τους δε διαλανθάνει, και ούτως η δρώσα μερίς ομοιάζει
προς μηχανήν κεκορεσμένην ατμού, ήτις, ή οπισθοδρομεί, ή έχει κάτωθεν
άφρακτον δικλείδα, διά της οποίας ο ατμός ματαίως χάνεται, η δε
μηχανή παραμένει συνήθως αδρανής και ακίνητος.
269
Πολύ περίεργος είνε η διαδοχή των πραγμάτων και των όντων εις τον
κόσμον τούτον, αλλ' είνε φαινομενική μόνον· αλλάσσουσι πράγματι
θέσεις από αιώνος εις αιώνα και από στιγμής εις στιγμήν αλλ' εάν ήτο
δυνατόν να ενσαρκωθώσιν οι αιώνες και να θεωρήσωσιν αλλήλους,
ταχύτατα θ' ανεγνώριζεν ο πατήρ τον υιόν, και ο υιός τον πατέρα.
270
Η τιμή δεν διαφεύγει τόσον εύκολα από τους όνυχας της γυναικός, όταν
ευρίσκεται καλώς εδρεωμένη εκεί, όπου την έταξεν ο Θεός — ή ο
διάβολος, διότι περί τούτου υπάρχουν και κάποιαι αμφιβολίαι. Είνε
ιδέα· το να κλαπή δε μία ιδέα τόσον εύκολα, σημαίνει ότι δεν
ευρίσκεται εντός του κρανίου, αλλά κυματίζει επάνω από τα πτερά του
καπελλίνου.
271
Το καλόν πνεύμα ομοιάζει με το καλόν βιολί· όσω παλαιότερον γίνεται,
τόσω και ωραιότερα παίζει.
272
Όταν ίδης πολύπλοκα συστήματα, να τα θεωρής πάντοτε ως αποτελούντα
κίνδυνον διαλύσεως, παρά συναρμογής. Μη λησμονής, ότι δύο πλάκες
περιείχον τους νόμους των Εβραίων, και δώδεκα πίνακες εν τω
Καπιτωλίω, τους νόμους των Ρωμαίων.
273
Την χαράν τότε θα αισθανθής βαθυτέραν, όταν την εννοήσης ως
βραχυτέραν.
274
Φευ! ποίαν ποινήν φρικτήν επέβαλεν ο Θεός εις τον άνθρωπον. Έδωκεν ως
μέτρον της ηδονής του την στιγμήν, και ως μέτρον της οδύνης του τον
αιώνα. Απαίσιον μετρικόν σύστημα, καθ' ο το απείρως μέγα κέκτηται ως
πολλοστόν το απείρως σμικρόν.
275
Ουδέποτε ο ανήρ εδείχθη τόσον εμφύτως μύστης της αισθητικής, όσον η
γυνή· με την διαφοράν, ότι την κρίσιν αυτής διέπει βαθεία αίσθησις,
όπερ σημαίνει, ότι την αίσθησίν της δεν διέπει βαθεία κρίσις.
276
Μεγαλειτέραν δυσκολίαν θα δοκιμάσης, εάν επιχειρήσης να δείξης ότι
δεν αγαπάς, όταν αγαπάς, παρ' ότι αγαπάς, όταν δεν αγαπάς.
277
Το βιβλίον, και εις όσους δεν ενέκυψαν εις αυτό, και εις όσους δεν το
ήγγισαν, προκαλεί πάντοτε είδος τι σεβασμού, μη προκαλουμένου εις τον
κόσμον, ουδ' απ' αυτό το ακαταγώνιστον μυστήριον του πλούτου και της
ισχύος.
278
Εάν υπάρχη ευγενεστέρα συγγένεια και επαφή μεταξύ των ανθρωπίνων
πνευμάτων, είνε εκείνη, καθ' ην η σοφία του ενός μεταδίδεται εις το
έτερον, καθ' ην το έν εργάζεται και εξαντλείται, όπως καταστήση το
άλλο ακμαιότερον και σοφώτερον, χάριν κοινού σκοπού και κοινής
πατρίδος.
279
Ω, το κακό είνε κρυφό και άγνωστο μυστήριο,
κόκκος μικρός κι' αόρατος, που στην καρδιά μας κρύβεται,
μα σαν ξεσπάση μια φορά αφίνει δηλητήριο,
που κι' ένας κόσμος απ' αυτό χαλιέται και συντρίβεται.
280
Έν παροδικόν και επιπόλαιον συναίσθημα, στηριζόμενον εις μίαν
πτερόεσσαν ανάμνησιν, είνε ικανόν πολλάκις να καθηδύνη και την
πικροτέραν πραγματικότητα.
281
Το μέγα, εν όσω δήποτε ελαχίστω και αν ευρέθη εσφηνωμένον, πάντοτε
εθαυματούργησε και ενίκησεν· η νίκη του ήτον αυτής της φύσεως νίκη,
ουδεμία δε πίεσις ηδυνήθη ποτέ να τα εξισώση.
282
Οσάκις το αγαθόν ερμηνεύθη και εχειρίσθη κακώς, υπήρξε το
μεγαλείτερον όργανον της καταστροφής· κατέστρεψε διά της
εμπιστοσύνης.
283
Απόφευγε τας αβασανίστους πεποιθήσεις· όταν μία τοιαύτη ριζωθή εις
την ψυχήν σου, δεν θ' αποσπασθή, ειμή μετ' αυτής.
284
Η ανθρωπίνη ψυχολογία αναστρέφεται πολλάκις τοσούτον παραδόξως, ώστε
και η υπερβολή της λύπης να εκδηλούται διά γελώτων, και η υπερβολή
της χαράς διά δακρύων.
285
Συμβαίνει πολλάκις να φαντάζεσαι πράγμά τι, και να λέγης: —
«Βεβαίως· αυτό είνε δυνατόν να γίνη». Συμβαίνει δε να το βλέπης
πραγματοποιούμενον, και να λέγης: — «Α, αυτό είνε αδύνατον»
286
Τα ημιτελή έργα καθιστώσιν οικτροτέραν την όψιν του κόσμου· ουδέν δε
ευάρεστον προσθέτουν εις την ποικιλίαν αυτού, ούτε ελαττώνουν τας
ανάγκας του· πολλάκις μάλιστα τας διπλασιάζουν.
287
Θέλεις να σε αγαπήση περισσότερον η ερωμένη σου; κάμε την να
πιστεύση, ότι δυνατόν και να παύσης να την αγαπάς· πρόσεξε όμως μη
σου παίξη το ίδιον παιγνίδιον, διότι την έχασες.
288
Οσάκις ο άνθρωπος το αποφασίση με τα σωστά του, υπερβαίνει και αυτήν
την φύσιν εις το μυστήριον.
289
Εάν ηδύνατο ο ευτυχής να είπη διατί είνε ευτυχής, και ο δυστυχής
διατί είνε δυστυχής, έσο βέβαιος, ότι και η ευτυχία και η δυστυχία θα
ήσαν τόσον γνωσταί εις τον κόσμον, ώστε θα καθίσταντο άγνωστοι εις
αυτόν. Διότι η ευτυχία και η δυστυχία, είνε τα μόνα πράγματα, τα
οποία, όταν γίνουν τελείως γνωστά, είνε ωσάν να μένουν άγνωστα.
290
Δεν ηξεύρω πώς εσκέφθη ο πρώτος άνθρωπος, ο αποφασίσας να καλύψη το
πρόσωπόν του υπό προσωπίδα· όπως δήποτε όμως και αν εσκέφθη, φαίνεται
ότι είχε την αρίστην ιδέαν περί της αξιοπρεπείας και του προορισμού
του ανθρώπου.
291
Όταν και αυτή η τρέλλα είνε αναγκαία δι' όλους, ο πραγματικώς τρελλός
είνε εκείνος που κάμνει τον φρόνιμον.
292
Είνε ευκολώτερον να γεμίσης με χρήμα τα θηλάκια ενός σπατάλου, παρά
ενός επαίτου.
293
Ο προορισμός του μεγαλείου είνε να φαίνεται· μεγαλείον κρυπτόμενον,
θεώρει κατώτερον και της ασημότητος εκείνης, ήτις προσπαθεί να υπερβή
τα ελεεινά όριά της.
294
Και αυτή η ηθική έχει τα όριά της, πέραν των οποίων προβαίνουσα,
περιπίπτει εις άλλην κατηγορίαν, ήτις, δεν ηξεύρωμεν εάν ημπορή να
κληθή ανηθικότης, της αρκεί όμως ότι δεν λέγεται ηθική.
295
Η ηθική δεν θέλει φρουράν· μόλις εννοήση τοιαύτην, δραπετεύει.
296
Η μεγαλειτέρα δύναμις της γυναικός είνε αυτή η αδυναμία της.
297
— Αγαπάς; — Ναι. — Είσαι άγγελος. Και ανταγαπάσαι;
— Όχι. — Ε, λοιπόν είσαι και κτήνος.
298
Θέλεις να ήσαι ευτυχής; γνώριζε πώς να ήσαι, και τούτο αρκεί διά να
γίνης.
299
Μη αναπτύσσης μακράς θεωρίας περί τιμής εις τους ανθρώπους·
ματαιοπονείς· όσοι έχουν ανάγκην αυτών, δεν θα τας εννοήσουν· όσοι θα
τας εννοήσουν, δεν έχουν την ανάγκην των.
300
Οι λαοί δεν αποθνήσκουν ευκόλως· νεκροφανείας μόνον υφίστανται και
επανέρχονται εις την ζωήν — αρκεί να μη ενταφιασθώσι ζώντες.
Δ'.
301
Άκουσον, ω Πετεινέ, και τούτο. Να μη επαίρεσαι ούτε διά το στέμμα
σου, ούτε διά την λαμπρότητα των πτερών σου· η ειμαρμένη είνε συνήθως
τοσούτον ανεπιτηδεία και βιαστική, ώστε, αποσπώσα έν στέμμα από μίαν
κεφαλήν, το αποσπά ενίοτε μαζύ με το δέρμα.
302
Όταν διέλθης από την καλύβην ενός σοφού, και από το μέγαρον ενός
ηλιθίου, και ίδης γίγαντας να εισέρχωνται εις την καλύβην και νάννους
εις το μέγαρον, δύνασαι να κραυγάσης, ως ο Αρχιμήδης: — Εύρον! εύρον!
Και αν οι διαβάται σ' ερωτήσωσι τι εύρες, δείξε και απάντησε:
— Το μέγιστον εν τω ελαχίστω, και το ελάχιστον εν τω μεγίστω.
303
Εκτίμα ό,τι έχεις· συνήθως απολαμβάνομεν ενός αγαθού όταν δεν
δυνάμεθα να το εκτιμήσωμεν, και το εκτιμώμεν, όταν δεν δυνάμεθα να το
απολαύσωμεν.
***
Ό,τι έχεις είνε πάντοτε αγαθόν, αρκεί να γνωρίζης πώς να το έχης.
304
Εάν ο έρως δεν εγεννάτο προ των θεών, αναμφιβόλως το θείον θα
συνελάμβανε την ιδέαν της δημιουργίας του, από το σύνολον της εικόνος
εκείνης, την οποίαν επαρουσίασαν στιγμαίως ο Οδυσσεύς και ο Κύκλωψ, ο
είς φερόμενος υπό την κοιλίαν του κριού, ο δ' έτερος ψηλαφών και μη
ευρίσκων τίποτε· εικών πανούργου, γίγαντος και τυφλού. Ιδού ο Έρως.
305
Λέγουν, ότι αι υψηλοτέραι κορυφαί αποσπώσι τον κεραυνόν· είνε αληθές,
αλλά συ μη φοβήσαι ν' ανέλθης. Διά να σου ρίψη ο άλλος τον κεραυνόν,
πρέπει να ήνε υψηλότερον σού· φρόντιζε λοιπόν να τον υπερβής.
306
Το τελειότερον των μέχρι νυν εφευρεθέντων όπλων παρά του ανθρώπου,
είνε η λογική του· είνε το μόνον όπλον, διά του οποίου επιτίθεται
ισχυρότερον, και αμύνεται ασφαλέστερον.
307
Εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν δύνασαι να μετρήσης ακριβέστερον του
έρωτός σου το μέγεθος, ειμή όταν λαμβάνης τα μέτρα του, διά να
κατασκευάσης το φέρετρόν σου.
308
Εάν έχης εντός σου τον δαίμονα της μεγαλοφυίας, ουδαμού θα εύρης
θέσιν κατάλληλον διά να σταθής· κ' εάν δεν υπάρχη οδός, διά να σε
ωθήση ούτος προς τα εμπρός, δεν θα ησυχάση πριν σε διαρρήξη.
309
Όταν βλέπης ότι νυκτώνει, τρέμε· δεν παρέρχεται εκάστη νυξ δι' όλους
τους ανθρώπους· είνε αδύνατον να μη παραμείνη επί ενός τουλάχιστον
μετώπου.
310
Η συμφορά είνε φιλοσοφία σιωπηλή.
311
Βεβαίως δεν βασιλεύει επιτυχώς επί ενός λαού, ο μη βασιλεύων εαυτού.
312
Εάν συμβή να εκλέξης μεταξύ ενός, θαυμάζοντος την υπερτέραν της
ιδικής του κακίαν, και ενός, μισούντος την υπερτέραν της ιδικής του
αρετήν, να προτιμήσης πάντοτε τον πρώτον, ως ειλικρινέστερον.
313
Διά πάσαν περίπτωσιν έν και έν κάμνουν δύο· τούτο λέγεται π ρ ό σ θ ε
σ ι ς. Όταν όμως εφαρμόζεται ο αυτός κανών και εις τον γάμον, τούτο
λέγεται δ ι α ί ρ ε σ ι ς.
314
Το ψεύδος ενέχει τόσον γόητρον, ώστε, όταν δειχθή ως αλήθεια, ουδείς
λόγος γίνεται πλέον περί αυτού.
***
Το ψεύδος ενέχει τα μυστήριον της αμφιβολίας, το οποίον δεν έχει μία
πασιφανής αλήθεια· είνε περιβεβλημένον με σκιόφως, το οποίον του
προσδίδει την επιβολήν του κατά τα ήμισυ αγνώστου, και του κατά το
ήμισυ γνωστού.
315
Ο καλήτερος στρατηγός δι' έν στράτευμα είνε η ιδέα.
316
Δεν θα εύρης ελεεινότερον φαινόμενον εις την φύσιν από το παράκαιρον·
εν τούτοις και τούτο επροστατεύθη από την Σοφίαν, ήτις διέπει τον
κόσμον, διότι του εδώρησε την ορμητικότητα εκείνην, ης στερείται το
ομαλώς εξελισσόμενον, το μη φοβούμενον διά την επαύριον, της οποίας
την γονιμότητα έχει εξασφαλίση από της προτεραίας.
317
Και ισόβιοι στρατηγοί απεστρατεύθησαν· ισόβιοι έξεις ουδέποτε.
318
Διά την γυναίκα καλόν είνε ό,τι την ευαρεστεί, κακόν, ό,τι δεν την
κολακεύει.
319
Η τιμή είνε τοσούτον ισχυρά, αλλά και τοσούτον εύθραυστος, ώστε, ενώ
όρος πίπτον επ' αυτής αδυνατεί να την κλονήση, μία θριξ την
καταρρίπτει εις άπειρα τεμάχια.
320
Ουδέποτε να δίδης πολλήν προσοχήν εις τας θεωρίας· η ιστορία των
πραγμάτων είνε πολύ διαφορετική των θεωριών, — αίτινες αυτό τούτο
αποδεικνύουσιν: ότι δεν υπάρχει θεωρίας ανάγκη, όπου τα πράγματα
λαλούσι, και λειτουργούσιν ομαλώς και κανονικώς.
321
Το συναίσθημα της τιμής υπήρξε πάντοτε αιτία μεγίστων κακών· αλλά τα
κακά ταύτα, όσην και αν προεκάλεσαν βλάβην και διατάραξιν εις την
κοινωνικήν ισορροπίαν, κατ' ουσίαν εξησφάλισαν αυτήν πλειότερον.
322
Η ανθρωπίνη διάνοια είνε ωχρόν κάτοπτρον των συναισθημάτων της ψυχής,
μηδέν δυναμένη να εξεικονίση εκ τούτων, διά τούτο, εγκαταλείποντες
την ιστορίαν των θειοτέρων εμπνεύσεων, κατατριβόμεθα συνηθέστατα με
τα επεισόδια, αποπειρώμενοι να επιδείξωμεν την δύναμίν μας εκεί, ένθα
μόνον την αδυναμίαν μας αποδεικνύομεν.
323
Εάν σου είνε πεπρωμένον να κινήσης τον οίκτον ή τον γέλωτα του
κόσμου, να προτιμήσης τον οίκτον· καλήτερον θύμα, παρά σαλτιμπάγκος.
324
Και αυτή η ήττα, ηρωικώς υφισταμένη, αναγορεύει τον ηττηθέντα ήρωα,
ίσως υπέρτερον και του νικητού.
325
Νεάζομεν; διευθύνομεν το βλέμμα προς τα εμπρός· γηράσκομεν; στρέφομεν
αυτό προς τα οπίσω· ουδείς βλέπει προ των ποδών του, διά τούτο δε οι
πλείστοι καθ' έκαστον βήμα μας, σκοντάπτομεν και εις τα απλούστερα
πράγματα.
326
Ο έρως είνε η λυδία λίθος της ψυχής.
327
Όταν θ' αρχίσης ν' αγαπάς, πρόσεξε καλώς, και θ' ακούσης εντός σου
μίαν άλλην φωνήν, ήτις θα σου ομιλήση διά πρώτην φοράν πολύ παράδοξα
πράγματα. Είνε αυτός ο έρως, ο οποίος θα σου λέγη:
— Εγώ είμαι η νόσος σου, και το πάθος σου είμαι εγώ· αλλά σου
περιβάλλω τούτο με τόσην γοητείαν, ώστε ημπορείς ν' απορρίψης πάσαν
άλλην ηδονήν, διά να βασανίζεσαι αιωνίως από την γλυκείαν μου οδύνην,
την οποίαν, ούτε θα θελήσης, εάν δυνηθής, να την αποφύγης, ούτε θα
δυνηθής, εάν το θελήσης.
328
Η γυνή μόνον όταν δεν θέλει δεν απατά τον άνδρα· σπουδαίον μόνον είνε
το πώς να μη θέλη.
329
Δεν είνε τόσον αυτοκτονία το να φονεύης εκουσίως το άτομόν σου, όσον
το να καταβιβάζης αυτό κατωτέρω της αξίας του.
330
Όπου βλέπεις στέφανον δάφνης, αμφίβαλε· όπου βλέπεις ακάνθινον
στέφανον, πίστευε· περισσοτέραι άκανθαι έστεψαν την αληθή δόξαν, παρά
δάφναι.
331
Τα ελευθέρια ήθη είνε οι φρουροί των αυστηρών.
332
Η δας δεν είνε μόνον διά να καίη, αλλά και διά να φωτίζη· το ζήτημα
είνε πώς να γνωρίζη τις από πού να την κρατή.
33
Οσάκις οι φιλόσοφοι έκλαυσαν διά τας συμφοράς του κόσμου, και ο
κόσμος δεν εβράδυνε να κλαύση διά τας ιδικάς των·
334
Ο εγκέφαλος του ανθρώπου είνε τόσον παράδοξος και τόσον εκτός των
φυσικών νόμων, ώστε, ενώ χείμαρρος συμφοράς αδυνατεί να τον κλονήση,
δύναται να κατορθώση τούτο έν απλούστατον δάκρυ.
335
Άνευ του έρωτος, ο ιερεύς δεν έφερε πάντοτε την ευτυχίαν· και άνευ
του ιερέως όμως, την έφερε πάντοτε ο έρως.
336
Οι τύποι και η ουσία των πραγμάτων εναλλάσσουσι τας θέσεις των εις
τοσούτω αισθητόν βαθμόν, ώστε προς τήρησιν τούτων και περιφρόνησιν
εκείνης, καταναλίσκεται όλη η ζωή και όλη η δύναμις του ανθρωπίνου
πνεύματος.
337
Θέλεις να γράφης; όρεξιν να έχης και γράφεις ό,τι θέλεις· ο κόσμος
περιέχει άπειρα ζητήματα, ή, διά να ήμαι ακριβέστερος, ολόκληρος ο
κόσμος είνε ζήτημα.
338
Όπου ακούεις στόμαχον διεγειρόμενον, τρέμε· ο στόμαχος είνε η λογική
των λαών.
339
Η οδύνη, είνε πολύ υψηλοτέρα της ηδονής· η ηδονή είνε ειδύλλιον, αλλ'
η οδύνη είνε εποποιία.
340
Δύναται και η ουσιαστική ελευθερία να καταλυθή, αλλά να ζη το ιδεώδες
της· όταν όμως καταλύεται το ιδεώδες αυτής, η ελευθερία είνε και της
δουλείας χειροτέρα.
341
Όταν βλέπης επαίτην άνευ χειρών, μη ερωτάς ποίος είνε και από πού
έρχεται· ελέει αυτόν αφειδώς· δύο χείρες ολιγώτερον, δύο χιλιάδες
καλά περισσότερον εις τον κόσμον.
342
Θετικώτερον και μάλλον αναμφισβήτητον σύμπτωμα της σήψεως ενός λαού
είνε, ότι εκάστη πληγή, αντί να προκαλή άλγος γίνεται δεκτή
αναισθήτως.
343
Ο πανικός είνε η άρνησις του ενθουσιασμού· μέθη και ο είς, μέθη και ο
έτερος· πτερά ο είς και ταχύτητα θυέλλης, πτερά ο έτερος και ταχύτητα
ανέμου· συντρίμματα ο είς έμπροσθεν, ναυάγια ο έτερος όπισθεν.
344
Η Δουλεία υπήρξε πάντοτε η αχάριστος κόρη της Ελευθερίας, ο δε
άνθρωπος, μόλις αισθάνεται τας χείρας του ελευθέρας, ουδέν άλλο
πράττει, ή να σφυρηλατή, διά παντός υλικού, δεσμά.
345
Όταν η σοφία αρχίζη να λέγεται ανία και πλήξις, είνε μυριάκις
προτιμωτέρα μία μετριότης, ήτις ανακουφίζει το πνεύμα, έστω και αν
διδάσκη ολιγώτερα.
346
Θέλεις να ήσαι βέβαιος ότι θ' αγαπηθής ειλικρινώς από μίαν γυναίκα;
μη την ζητήσης εντός του περιβόλου της ζωής, ανάμεινέ την παρά την
πύλην, εισερχομένην ή εξερχομένην, αδιάφορον· εκεί θ' ανταλλάξητε την
ειλικρινεστέραν χειραψίαν.
347
Μη παραξενευθής διότι το κακόν υπερισχύει εις τον κόσμον· αιτία
τούτου είνε αυτός ο θεός, όστις έχει ακατανόητον αδυναμίαν προς τον
διάβολον και του κάμνει τρομεράς παραχωρήσεις. Πρόσεξε εις τους
εξιλασμούς των θρησκειών· ουδέποτε ηννοήθησαν τοιούτοι, άνευ του
αίματος, ή των δακρύων του αθώου.
348
Είνε κοινώς παραδεδειγμένη η θεωρία, ότι τα έθνη γηράσκουσιν όπως τα
άτομα.
Πώς συμβαίνει όμως να θεωρήται ως γηραλέον έν έθνος, αποτελούμενον
από νέους ανθρώπους; φαίνεται, ότι η ζωή και το σφρίγος, τα
διαπνέοντα την ψυχήν ενός εκάστου ατόμου, δεν είνε ομοφυή και
ομοούσια με την ζωήν και το σφρίγος του άλλου· συναντώμενα δε εν
κοινή δράσει, παράγουσι κάτι αρνητικόν και αποκρουστικόν, αποτελούν
εν συνόλω διαρκή εξουδετέρωσιν πάσης ενωτικής δυνάμεως· θα έλεγέ τις,
ότι είνε νέφη, ετερωνύμως ηλεκτρισμένα, άτινα, συναντώμενα προς
κοινήν δράσιν, αντί να ρίψωσιν από κοινού σκιάν ευεργετικήν επί του
συνόλου, ρίπτουσιν ένα κεραυνόν.
Τούτο μαρτυρεί, ότι ο λεγόμενος εκφυλισμός των λαών, έχει μεγάλην
διαφοράν από τον εκφυλισμόν των ατόμων.
349
Η ελευθερία του πολίτου έγκειται εις την ελευθερίαν του πνεύματός
του· δούλος με ελεύθερον πνεύμα, ευρίσκεται εις υψηλοτέραν ηθικήν
σφαίραν, από ελεύθερον με πνεύμα δούλου.
350
Πολιτική με κ ό μ μ α, — έθνος με τ ε λ ε ί α ν.
351
Ο έρως είνε και νόσος και φάρμακον· άλλοτε καθιστά τους υγιείς
ασθενείς, άλλοτε τους ασθενείς υγιείς.
352