Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
italics have been included in _. A correction indicated at the end
of the book has been incorporated in the text.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.
Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες έχουν περικλειστεί σε _. Το κείμενο
διορθώθηκε βάσει ενός παροράματος που αναφέρεται στο τέλος του βιβλίου.
ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΙ ΔΥΟ ΔΙΑΘΗΚΑΙ
ΠΟΛΥΒΙΟΥ Τ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΙ ΔΥΟ ΔΙΑΘΗΚΑΙ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΥΠΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΓΓΕΛΟΥ ΒΛΑΧΟΥ
(Εικόνες τον κ. Φρίξου Αριστέως)
ΑΘΗΝΑΙ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΚΤΕΝΑ
1901
ΤΗ Α. Β. Υ.
ΤΩ ΠΡΙΓΚΙΠΙ
ΝΙΚΟΛΑΩ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αναρίθμητοι συμβουλαί εδόθησαν προς τους ανθρώπους και αναρίθμητα
συμπεράσματα εκ της λογικής και της πείρας απορρέουσι καθ’ εκάστην,
τα οποία, όχι μόνον εις όσους τα ήκουσαν, αλλά και εις όσους τα
συνήγαγον, κατ' ουδέν εχρησίμευσαν.
Τα όντα θα εκλείψωσιν εκ της γης κατ' ουσίαν αμετάβλητα, ο δε
τελευταίος άνθρωπος δεν θα διαφέρη από τον πρώτον, ειμή κατά το
ένδυμα και κατά το όπλον — αμφότερα τελειοποιημένα.
Ο πρώτος Κάιν εδολοφόνησε τον αδελφόν του.
Ο τελευταίος Κάιν θ' αυτοκτονήση από ανίαν και πλήξιν, διότι ούτε
αδελφόν θα εύρη δια να δολοφονήση.
Δια τούτο συμπεράσματά τινα, τα οποία συνήγαγον εκ των πραγμάτων του
κόσμου, θεωρών άχρηστα δια τον εαυτόν μου και άχρηστα διά τους
ανθρώπους, εθεώρησα καταλληλότερον να τα κληροδοτήσω εις τον Πετεινόν
μου.
Τις οίδεν εις εποχήν, καθ' ην οι έρωτες και οι πόλεμοι διεξάγονται
εντιμώτερον και ιπποτικώτερον παρά τοις πετεινοίς, ή παρά τοις
ανθρώποις, ίσως ευεργετήσω τον Πετεινόν μου διά της αχρήστου
φιλοσοφίας μου.
ΠΟΛ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΙΜΑΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Φίλε κ. Δημητρακόπουλε
Γίνεται τωόντι δυστυχής ο άνθρωπος διά της γνώσεως; και πρέπει άρα να
πεινάση η καρδία, διά να τραφή ο νους, όπως πρέπει να μαρανθή το
άνθος, ίνα ωριμάση ο σπόρος; Άλυτον μένει και θα μείνη ίσως πάντοτε
το πρόβλημα, όσον καταφατικώς και αν απαντώσιν οι ποιηταί, όσον
αρνητικώς και αν αποφαίνονται οι επιστήμονες. Τις όμως θ' αρνηθή, ότι
πάσα, και η ελαχίστη γνώσις μας, διαλύει μίαν και μεγάλην πολλάκις
πλάνην, και ότι η μεγίστη πάντως πλάνη του τελείου αυτού, αλλά και
ατελούς συνάμα όντος, όπερ καλείται άνθρωπος, είνε η πλάνη της
επιγείου ευτυχίας; Όλη μας σχεδόν η ζωή αναλίσκεται και φθίνει εις
επιδίωξιν της ευτυχίας ταύτης. Μόλις ανοίγεται κατάπληκτος προς το
φως του βίου ο δειλός ημών οφθαλμός, και βλέπει — νομίζει ότι βλέπει
— μακράν, εις τα βάθη του κυανού ορίζοντος της ζωής, λάμπον το
φαεινόν της ευτυχίας είδωλον. Μακρός φέρει εκεί και τραχύς και
ανάντης ο δρόμος· τι πειράζει; και τι μας μέλει της οδού το μήκος και
η τραχύτης; Είμεθα νέοι, ακμαίοι και σφριγώντες. Γλυκείς, αόριστοι
και ανεπίγνωστοι πόθοι, ογκούσι τα στήθη μας και θερμή σφύζει εντός
της καρδίας ημών η άπληστος ελπίς. Εμπρός, εις κατάκτησιν του ωραίου
ειδώλου! Και τρέχομεν γοργοί και ασθμαίνοντες προς την γόησαν
εκείνην, την τόσον επαγωγόν και οιονεί προσμειδιώσαν και καλούσαν
ημάς φωτατμίδα. — Πώς; Εφθάσαμεν ήδη τόσον πλησίον της; Ναι! έν έτι
βήμα, και την συνελάβομεν εις την πρώτην καμπήν της οδού. Εκτείνομεν
την χείρα. . . την έχομεν, την εδράξαμεν! — Όχι· ηπατώμεθα παράδοξον
οπτικήν απάτην. Το επίχαρι εκείνο και θέλγον φάσμα ήλλαξε μορφήν και
μετέβαλεν όψιν· ουδ' είνε πλέον εγγύς ημών, υπό τους δακτύλους μας
αυτούς, ως επλανώμεθα πιστεύοντες προ μικρού. Απεμακρύνθη, υπεχώρησεν
εις τα βάθη του ορίζοντος, αλλά φέγγει πάντοτε, και προσμειδιά και
μας καλεί. Είνε πάντοτε η ευτυχία! Και αρχίζει πάλιν ο δρόμος ο
ταχύς, και πολλάκις επαναλαμβάνεται, καθ' όσον μεταλλάσσει προ ημών
μορφήν η γοητευτική οπτασία. Αποκάμνομεν πολλάκις τρέχοντες κατόπιν
της, προσοχθούμεν ενίοτε, ολισθαίνομεν άλλοτε και πίπτομεν. Αλλ'
εγειρόμεθα πάλιν ακάματοι και διώκομεν όση δυνάμει το μάγον όραμα, το
πάντοτε προσμειδιών και πάντοτε νέον. Πάντοτε νέον! ενώ ημάς
κατέφθασεν ήδη βραδυπατούν όπισθεν ημών το γήρας, και ήρχισε παραλύον
των ποδών ημών τα νεύρα. Δεν δυνάμεθα πλέον να τρέξωμεν, αλλά
βαδίζομεν όμως, και βαδίζομεν εκεί, εκεί πάντοτε, προς το φωσφορίζον
είδωλον ατενώς εστραμμένοι. Βαίνομεν ήδη, βραδέως, ολονέν βραδύτερον,
συρόμεθα μόλις επί της ατέρμονος οδού, αιμάσσομεν τους πόδας ημών
κατά των πετρών της, εξαντλούμεθα, και καταρρέομεν τέλος λιπόθυμοι εν
μέσω του δρόμου, μετά το έσχατον, ολιγοδρανές ημών βήμα. Μόλις έχει
την δύναμιν το στήθος ημών να εκπνεύση την υστάτην αυτού πνοήν· αλλά
το ύστατον όμως και θνήσκον ημών βλέμμα ατενίζει πάντοτε προς τον
απατηλόν εκείνον αντικατοπτρισμόν, τον ακτινοβολούντα εις τα βάθη του
ορίζοντος. Ω! αν είχομεν έτι δυνάμεις! διότι την πλάνην την έχομεν
πάντοτε, όσον και αν επλανήθημεν. Πόσοι όμως εξ ημών αναγνωρίζουσι
κατά την τελευταίαν εκείνην και μοιραίαν στιγμήν, ότι πλανηθέντες
ηυτύχησαν, ότι αυτή ακριβώς η τοσάκις επαναληφθείσα γοητεία υπήρξεν η
ευτυχία των; Πολλοί, οι πλείστοι, καταρώνται την μοίραν, ότι τους
επλάνησεν, αντί να καταρώνται αυτήν, ότι τους εξήγαγε της πλάνης. Δεν
ενθυμούνται πόσον ηυτύχουν, ότε επίστευον εις έρωτα ψευδή·
ελησμόνησαν, πόσον ήσαν ευδαίμονες, ότε υπελάμβανον αρραγή την
υπόσαθρον αφοσίωσιν ευγλώττου φιλίας, ή ελικνίζοντο υπό των ροδίνων
ονείρων της δόξης, ή ανέπλαττον κενήν μακαρίαν πλούτου και τιμών και
μεγαλείων· ουδέ συλλογίζονται πόσον αρρήτως υπήρξαν δυστυχείς, ότε η
σκυθρωπή αλήθεια ανέστη μαύρη προ των οφθαλμών των, αποκαλύπτουσα της
γυναικός την προδοσίαν, και του φίλου τον δόλον, και της δόξης τον
εμπαιγμόν, και των μεγαλείων την μηδαμινότητα.
Άλλοι, οι πλούσιοι το πνεύμα, οι περίεργοι, ζητούσι να ανατάμωσι την
στιλπνήν πομφόλυγα, ήτις περιέπεσε τυχόν εις τας σοφάς αυτών χείρας,
και εκρήγνυνται εις αράς και βλασφημίας, όταν εκείνη διαρραγή εις
ατμόν και μηδέν, ως αναλύονται εις κλαυθμούς τα περίεργα νήπια, όταν
σπαράττωσι τα χάρτινά των ανάκτορα, όπως ανεύρωσιν εντός αυτών τον
χρυσοστεφή βασιλέα. Διώκουσι την βασιλείαν των ουρανών, και
λησμονούσιν, ότι μόνον εις τους πτωχούς τω πνεύματι επεφύλαξεν αυτήν
ο Θεός.
Τας σκέψεις ταύτας μου ανεκίνησεν η ακρόασις των αποσπασμάτων των Δ ύ
ο Δ ι α θ η κ ώ ν σας, όσα είχετε την ευμένειαν να μου αναγνώσετε
πρό τινων ημερών. Συμπίπτουσιν, ως βλέπετε, κατ' ουσίαν προς την
κυρίαν ιδέαν, ήτις σας τας υπηγόρευσε· χαίρων δε παρετήρησα, ότι η
αποφθεγματική μορφή, δι' ης ενεδύσατε τας βαθείας πολλάκις και
πρωτοτύπους παρατηρήσεις σας, — μορφή ακροσφαλής ενίοτε και ανιαρά
εις τον αναγνώστην, τον αποστέργοντα συνήθως την αξιωματικήν διδαχήν
— έχει τουναντίον παρ' υμίν πολλήν την χάριν και την εγκρατή αρτιότα,
χωρίς να παραβλάπτεται εκ της αποφθεγματικής συντομίας η ευκρίνεια
των νοημάτων.
Αν η πλάνη εκείνη της ευτυχίας, περί ης έλεγον προ μικρού, και περί
της οποίας τόσα διδάσκει ευφυώς ο μαδηθείς πετεινός σας, — ο κατά
Διογένην πλατωνικός άνθρωπος — γίνεται κατ' εξαίρεσιν ενίοτε και
πράγμα, το πράγμα τούτο εύχομαι εις το βιβλίον σας. Αν δε η γνώσις —
ως την εννοεί ο ελληνικός λαός — δεν αποκλείει πάντοτε την ευτυχίαν,
έστω και εμού και υμών ευχή, επ' ευκαιρία του προσεχώς ανατέλλοντος
νέου έτους και νέου αιώνος, να καταπέση τέλος κόκκος ολίγης γνώσεως
εις τους ελέω καθολικής ψηφοφορίας άρχοντας της Ελλάδος, και κόκκος
ολίγης ευτυχίας εις τους εν αυτή ελέω φατρίας αρχομένους. Καιρός
είνε, νομίζω.
Εν Αθήναις, τη 20 Δεκεμβρίου 1900
ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΑΧΟΣ
ΜΕΡΟΣ Α'.
ΔIΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ
Η ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΣΥΜΒΟΥΛΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΕΤΕΙΝΟΝ ΜΟΥ
Άκουσέ με καλώς· απεφάσισα να μη σε φάγω, αλλά να σε καταστήσω σοφόν
μεταξύ των ομογενών σου. Δεν λέγω όμως να σε κάμω και άνθρωπον.
Πρόσεξε· να γίνης σοφός, όσον αρκεί δι' ένα πετεινόν· διότι εάν γίνης
σοφός, όσον αρκεί δι' ένα άνθρωπον, δεν θα βραδύνη η ώρα, όπου θα
βγάλης τα μάτια του διδασκάλου σου.
2
Σε εισάγω εις τον κόσμον και έχεις ανάγκην όπλων, διότι εις έκαστον
βήμα σου θα παλαίσης. Αλλά πρόσεξε μη φανερώσης εις ουδένα του
οπλισμού σου το σύστημα, διότι θα νικηθής δι' αυτού του ιδίου.
3
Θέλεις να γίνης σοφός; μάθε όσα αρκούν διά να δυσπιστής προς την
ιδίαν σου σοφίαν. Πρόσεξε όμως μη τα μάθης όλα, διότι δεν θα πιστεύης
πλέον εις τίποτε.
4
Εφ' όσον βλέπεις, ότι το κράτος του πνεύματος δεν κατισχύει των
προλήψεων και της ύλης, έκαστος δε δεν είνε υπεύθυνος διά τας ιδίας
του μόνον πράξεις, εφ' όσον ο πατήρ ερυθριά διά τον υιόν και ο υιός
διά τον πατέρα, η ευτυχία και η δυστυχία θα ήνε αι μάλλον και
ακροσφαλείς καταστάσεις του βίου.
5
Μη επιδείξης ποτέ την τιμήν σου· είνε πράγμα, το οποίον, όσω
πλειότερον εκθέτεις εις την κοινήν θέαν, τόσω μάλλον καθιστάς την
υπόστασίν του αμφίβολον.
Επιδεικνύων την τιμήν σου εις τους διαβάτας, είνε ωσάν να λέγης:
— Βεβαιώσατέ με, χριστιανοί· είνε τάχα τιμή αυτό, που έτυχε να έχω,
ή μήπως είνε τίποτε άλλο και κάμνω λάθος;
6
Μεγαλοποιείς τα προτερήματά σου; δίδεις υπονοίας, ότι έχεις ολιγώτερα
των όσων προσπαθείς να επιδείξης· μεγαλοποιείς τα ελαττώματά σου;
κινδυνεύεις να θεωρηθής ως υποκρύπτων πλειότερα.
7
Όταν ο δαίμων αποφασίζη να σε σύρη προς την καταστροφήν σου, δεν σε
ωθεί προς αυτήν· σε έλκει.
8
Ο άνθρωπος είνε παραδόξως γελοίος· καταναλίσκει ολόκληρον την
σήμερον, διά να σκεφθή τι θα πράξη αύριον.
***
Η αύριον δεν είνε ιδική σου· ανήκει ακόμη εις τον θεόν, ή εις τον
διάβολον.
9
Η ισχύς, εις την μυθολογίαν των αρχαίων εσυμβολίζετο δι' αετού·
σήμερον θα συναντήσης ισχυρούς, οίτινες, εάν είχον ιδιαιτέραν
μυθολογίαν, θα εσυμβόλιζον την ισχύν των διά μικροβίου.
10
Μη ζητήσης να μετρήσης τον έρωτα με το ωρολόγιον· δεν έχει χρόνον
ωρισμένον· όταν πάσχη, η στιγμή είνε αιών· όταν ευδαιμονή, ο αιών
είνε στιγμή.
Διά του έρωτος μόνον κατορθούται η λύσις του μεγίστου μαθηματικού
προβλήματος· να μετρηθή το απείρως σμικρόν διά του απείρως μεγάλου.
Ε, είνε αρκετόν το θαύμα τούτο, διά να μη ζητήσης και περισσότερα.
11
Θέλεις να μεταβάλης διά μιας την όψιν όλων των πραγμάτων; γίνου
εμπαθής.
12
Βλακεία: το γήρας της νεότητος. Αχρειότης: η νεότης του γήρατος.
13
Όταν βλέπης μίαν υψηλότητα, αποφασίζουσαν να κύψη ολίγον, να την
θεωρής ως ευρισκομένην χαμηλότερον και της ταπεινοτέρας ταπεινότητος.
14
Ο πλούτος δεν είνε πάντοτε πρόοδος· η πρόοδος είνε πάντοτε πλούτος.
15
Αλλοίμονόν σου όταν αρχίσης να ζης με αναμνήσεις· εγήρασες.
16
Ν' απεχθάνεσαι την γυναίκα ως υ π ο κ ε ί μ ε ν ο ν, να την λατρεύης
ως α ν τ ι κ ε ί μ ε ν ο ν, να την υποφέρης ως ρ ή μ α, και να την
καταδικάζης πάντοτε ως κ α τ η γ ο ρ ο ύ μ ε ν ο ν.
17
Να θεωρής τον ανεμοδείκτην ενός ανακτόρου χρησιμότερον ενός βασιλέως
ανικάνου· τουλάχιστον δεν έχει ανάγκην εξόδων, και στρέφεται προς όλα
τα μέρη του βασιλείου.
18
Φοβού τα τελειότερα εκ των θηρίων, και τους ημιτελείς εκ των
ανθρώπων· εκείνα καθιστά θρασύτερα η τελειότης των, τούτους
πανουργοτέρους η ατέλειά των.
19
Λάλησον και εκρίθης.
20
Από τους ανθρώπους, τους έχοντας το συμφέρον εις την θρησκείαν, να
προτιμάς πάντοτε τους έχοντας την θρησκείαν εις το συμφέρον·
τουλάχιστον οι δεύτεροι έχουν μίαν θρησκείαν, ενώ οι πρώτοι δεν έχουν
καμμίαν.
21
Όσον άσημος και αν ήσαι, πρόσεχε και εις το απλούστερον βλέμμα σου·
είνε ικανόν να δημιουργήση ολόκληρον ιστορίαν.
22
Θέλεις να πιστεύσουν ότι είσαι εγωιστής; διακήρυττε πάντοτε ότι είσαι
μετριόφρων.
23
Ανεγνώρισες την αμαρτίαν σου; ημάρτησες κατά το ήμισυ· αποπειράσαι να
την δικαιολογήσης; την εδιπλασίασες.
24
Όταν ίδης άνθρωπον θαυμάζοντα και λατρεύοντα την μορφήν του, γνώριζε
ότι αυτός αγαπάται.
25
Το γήρας δεν άρχεται απ' εκεί, όπου λευκαίνεται η κόμη, αλλ' απ'
εκεί, όπου μαυρίζει η καρδία.
26
Θ' ακούσης να λέγουν ότι ο Θεός είνε άνω, και ο Διάβολος κάτω· πλάνη·
ρίψε έν βλέμμα εντός σου, και θ' ανακαλύψης τον ένα εκ τούτων
κοιμώμενον, και τον έτερον αγρυπνούντα.
27
Το καθήκον δεν είνε λέξις, ήτις να μεταλλάση σημασίας αναλόγως της
ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρος εκάστου ανθρώπου· είνε συνθήκη
καθιερωμένη διά της συμπράξεως θείου και ανθρωπίνου νόμου, προς
διαιώνισιν της αρμονίας του κόσμου. Εάν δε και ο Θεός ακόμη εφωράτο
παραβαίνων το καθήκον του, θα εδικαιούτο ν' αποδοκιμάση αυτόν και
εκείνος ο σκώληξ της γης, διότι αφού άπαξ τον έπλασε, δεν θα είχε το
δικαίωμα να διαταράξη την ευδαιμονίαν και την ειρήνην του βίου του.
28
Η κακία των ανθρώπων είνε απέραντος και ανεξερεύνητος, ως το χάος·
είνε το αρνητικόν άπειρον του ηθικού κόσμου.
29
Προφύλαττε μετά προσοχής το θερμόμετρον της φιλίας, και έχε το
πάντοτε υπό τας ακτίνας του ηλίου της ευτυχίας· μη το θέσης υπό
σκιάν, διότι θα θραυσθή.
30
Μη πιστεύης ότι θ' αγαπάς ισοβίως· εάν συνέβαινε τούτο, η γη θα ήτο
φωτεινοτέρα και του ηλίου, και θα είχομεν ρόδα και κατά τον χειμώνα.
31
Η ευσυνειδησία του παντοπώλου ζυγίζεται ακριβέστερον μόνον δια της
ιδίας του πλάστιγγος.
32
Όταν σου ομιλούν περί γυναικός πανούργου, πίστευε, χωρίς να την ίδης,
ότι δεν είνε πλέον ωραία.
33
Υπάρχει και κάτι χειρότερον από το σκότος των οφθαλμών· το μίσος,
σκότος της ψυχής.
34
Όταν ίδης άνθρωπον, αρχίζοντα να επιδεικνύη την αξίαν του, μη δίδης
πλέον προσοχήν εις αυτόν· την έχασε.
35
Θα ίδης πολλά μεγαλουργήματα εις την φύσιν, τα οποία θα σε
καταπλήξουν· το άπειρον, ο ήλιος, οι αστέρες εις τον ουρανόν, και εις
την γην. . . η γυνή όταν λέγη ψεύματα.
36
Η στιγμή της πραγματικής ησυχίας σου δεν είνε εκείνη, καθ' ην
κοιμάσαι συ, αλλ' εκείνη, καθ' ην κοιμάται η συνείδησίς σου.
37
Μη σε ενθουσιάζη η πρόωρος πνευματική ανάπτυξις· πλησίον της ίσταται
απειλητικόν το πρόωρον γήρας.
38
Εφ' όσον έχης στόμαχον και σάρκας, η απόλυτος αρετή είνε αυτόχρημα
ουτοπία.
39
Μη πιστεύης ότι η επαγωγότης του λόγου είνε ιδιοφυία μόνον· είνε και
σοφίας είδος, έστω και αν ο λαλών δεν λέγει μεγάλα πράγματα.
40
Μη μακαρίζης πάντοτε την ευτυχίαν· διότι η ευτυχία του ενός, είνε
κατά γενικόν κανόνα απόρροια της δυστυχίας κάποιου άλλου.
41
Να μη υβρίσης ποτέ τον δημοσιογράφον· είνε φιλόπονος εργάτης, σπείρων
δι' ημέρας και νυκτός, και δρέπων εν τέλει καρπούς, πολύ
διαφορετικούς εκείνων, ους έσπειρεν· ανοίγει τους οφθαλμούς άλλων και
χάνει τους ιδικούς του· ελευθερώνει χείρας και τον πνίγουν· παρέχει
τέλος την ευγενεστέραν τροφήν εις τους άλλους, και συνηθέστατα
δειπνεί με την ευτελεστέραν. Μάρτυς αιώνιος, του οποίου και η
αποτυχία είνε μαρτύριον, και ο θρίαμβος μαρτύριον.
42
Αγάπα τον χορόν· είνε η λογική των ποδών.
43
Η τραγωδία μιας αδυναμίας, είνε πολύ υψηλοτέρα και δεινοτέρα από την
τραγωδίαν μιας ανάγκης· ουδείς πόλεμος διεξήχθη πεισματωδέστερον από
τον Τρωικόν, και πολύ συνηθέστερον συνέβη να κομματιασθούν δύο
πεινασμένοι δι' έν βλέμμα, παρά δι' έν καρβέλιον.
44
Έχε εμπιστοσύνην εις την λεγομένην θ ε ί α ν ο ι κ ο ν ο μ ί α ν·
δεν αφίνει τίποτε ίνα χαθή επί της γης· είνε μήτηρ φιλόστοργος, τόσον
διά την διαιώνισιν του χρυσού, όσον και διά την διαιώνισιν των τ ε ν
ε κ έ δ ω ν.
45
Μη παραδεχθής ποτέ ότι η ιστορία διδάσκει· είνε ανόητος ιδέα. Εάν η
ιστορία εδίδασκε, δεν θα ήτον η μία σελίς της αντιγραφή της άλλης.
46
Το παρελθόν είνε κτήμα των παρελθόντων, και το μέλλον είνε κτήμα των
μελλόντων. Το παρόν μόνον είνε ιδικόν σου, εφ' όσον δε έχεις αγρόν
καλλιεργήσιμον, είνε ανοησία να χάνης τον καιρόν σου καταπατών
αγρούς, ανήκοντας εις άλλους.
47
Όταν ακούης αλήθειαν, ήτις, μόλις προφερομένη, αναγνωρίζεται παρ'
όλων, έσο βέβαιος, ότι δεν είνε προωρισμένη να εξασκήση μεγάλην
επιρροήν επί της τύχης της ανθρωπότητος.
48
Μη φοβηθής ποτέ την ειμαρμένην είνε η μάλλον θρασύδειλος θεότης, εξ
όσων εφιλοξένησεν ο ουρανός, ή συνέλαβεν η ανθρωπίνη φαντασία.
Επιτίθεται κατά της αδυναμίας και της δειλίας, και υποχωρεί προ της
δυνάμεως και του θράσους. Η αυθάδεια την καταπλήττει και την τρέπει
εις φυγήν. Ομοιάζει με τον θρασύδειλον κύνα, όστις σου επιτίθεται
άνευ λόγου, αρκεί δε μόνον να προσποιηθής, ότι κύπτεις ίνα λάβης
λίθον εκ της γης, διά να φύγη ουρλιαζόμενος.
49
Προσευχήθητι και οργίασε κατόπιν, διά να εννοήσης τι εστι προσευχή·
οργίασε και προσευχήθητι, διά να εννοήσης τι εστι όργιον.
50
Ουδέποτε ν' αμφιβάλης, ότι η αύριον δεν βραδύνει επί πολύ διά τα
έθνη, τα προωρισμένα να ζήσουν.
51
Μη αποπειραθής ματαίως ν' ανακαλύψης το μυστήριον της Δόξης· είνε
φίλτρον μαγικόν, το οποίον άλλοτε παρασκευάζεται με τα ακριβώτερα
βότανα, και άλλοτε με καθαρό νερό.
52
Απόφευγε την πρώτην λέξιν και επιφύλασσε πάντοτε δια τον εαυτόν σου
την τελευταίαν· ουδέποτε δε να λαλής πριν εξημερώση, όσον και αν ήσαι
βέβαιος ότι και τούτο θα γίνη.
53
Υποπτεύου πάντοτε τον θόρυβον· πίθος πλήρης ουδέποτε θορυβεί· ο
κενός, ορχήστρα ολόκληρος.
54
Μη εμπιστεύεσαι εις την όρασιν του ανθρώπου· σπανιώτατα
αντιλαμβάνεται όπως βλέπει· συνηθέστατα βλέπει όπως αντιλαμβάνεται.
55
Ουδέποτε προς μέτρησιν της ηθικής του άλλου να μεταχειρισθής την
ιδικήν σου· διότι τόσω μείζονα εμπιστοσύνην έχεις εις το μέτρον σου
τούτο, όσω περισσότερον τυγχάνει βεβλαμμένον και ελλειπές.
56
Η ψυχή της μεγάλης τέχνης δεν είνε όγκος, όστις δύναται να προσπέση
εις τας αισθήσεις σου ευθύς αμέσως· είνε έν σημείον ελάχιστον· σου
διέφυγε το σημείον αυτό; σου διέφυγεν ολόκληρος η ψυχή της· δεν
ενόησες τίποτε.
57
Ξεύρεις; αι γυναίκες κλαίουν συνήθως, αλλά μη δίδης εις τούτο
προσοχήν πάντοτε. Εάν οι κροκόδειλοι εγνώριζον πώς κλαίουν αι
γυναίκες, βλέποντες κανένα κλαίοντα μεταξύ αυτών, θα έλεγον προς
χλευασμόν του:
— Κύτταξε! αυτός ο κροκόδειλος κλαίει σαν γυναίκα.
58
Μη εμπιστεύεσαι εις τας χείρας, όσον επιμελώς και αν εκαθαρίσθησαν
από μιας κηλίδος·
έφτιασε και το λελέκι
άλλην μια φωληάν παρέκει,
μα δεν πρόφθασε να μείνη
και τη λέρωσε κ' εκείνη!
59
Ν' αγαπήσης άπαξ, είνε αίσθημα· ν' αγαπήσης δις, είνε τέχνη· ν'
αγαπήσης τρις, είνε έξις· τετράκις, ανισορροπία· και πέραν; — ω θεέ
μου!. . .
60
Υπάρχουσι καταπλήξεις, υπάρχουσι κεραυνοβόλα θεάματα, προ των οποίων
δύνασαι να βάλης ένα στεναγμόν. Αλλ' υπάρχουσι και κεραυνοί, οίτινες
σε μεταβάλλουσιν εν ακαρεί εις ψυχρόν και αναίσθητον αυτόματον,
αφαιρούντες εν τέλει και αυτού του άλγους την συναίσθησιν. Το πνεύμα
παύει τότε λειτουργούν, η δε καρδία μεταπίπτει διά της
υπερευαισθησίας εις την εντελή αναισθησίαν. Τη αληθεία όμως, η
τοιαύτη ακαριαία άμβλυνσις του αισθητικού, αποτελεί μεγίστην
ευεργεσίαν εκ μέρους της φύσεως, αποτελεί ασπίδα ισχυράν κατά των
υπολοίπων πληγών, ας δύναται να καταφέρη· εξακολούθητικώς ο αγρίως
διεγερθείς περιβάλλων σε κόσμος, και κηρύξας αμείλικτον πόλεμον κατά
του περιβαλλομένου εν σοι. Εις την περίστασιν ταύτην, η αναισθησία
είνε αληθής ηρωισμός.
61
Τρέμε, δυστυχή, τον ηθικόν θάνατον· είνε τόσον τρομερώτερος του
φυσικού, ώστε η ανάστασις των ζώντων είνε έργον πολύ μεγαλείτερον από
την ανάστασιν των νεκρών· εάν εδοξάσθη ο Ιησούς, εδοξάσθη μόνον διά
το πρώτον.
62
Αληθώς η δυσκολωτέρα γνώσις, είνε η γνώσις σεαυτού.
Νομίζω μάλιστα, ότι εν όλω τω δικαίω του ηδύνατο να θεωρηθή ως
μεγαλοφυής και ο μωρός ακόμη εκείνος, όστις θα εξύπνα μίαν πρωίαν και
θα έλεγεν εις τον υπηρέτην του:
— Φίλε μου, σε αποβάλλω της υπηρεσίας μου, διότι, διά να υπηρετής
άνθρωπον σαν εμέ, ή πολύ ανόητος πρέπει να ήσαι, ή πολύ αχρείος!
63
Η καρδία· μέλος των εντοσθίων σου, αιωνίως αιχμάλωτον, σύρον μόνον
σε, και συρόμενον από όλους τους άλλους.
64
Ο Θεός· το ηθικόν στήριγμα της συνειδήσεώς σου, παρά του οποίου
σπανίως ζητείς συγγνώμην διά την χθες, πάντοτε όμως αναθέτεις εις
αυτόν την φροντίδα της αύριον. Με την σήμερον, ο Θεός δεν έχει
καμμίαν σχέσιν.
65
Όταν συναντάς έρωτα πολύ θερμόν και ολίγον ειλικρινή, να του
συμβουλεύης ψυχρολουσίας και νοσοκομείον.
66
Ούτε υπάρχει, ούτε θα υπάρξη εν τω κόσμω ισότης· υπάρχει όμως και
πρέπει να υπάρχη ισορροπία, ήτις, κατά θείαν πρόνοιαν, έχει
διακανονισθή ούτως, ώστε να επιτυγχάνεται και δι' αυτής της
ανισότητος.
67
Όταν βλέπης, ότι ο βασιλεύς κάμνει τον ένα μόνον να μειδιά, έσο
βέβαιος, ότι πέριξ χίλιοι κλαίουν.
68
Απόφευγε όρνιθα την οποίαν δεν αγαπάς· ουδέν ανιαρώτερον από την
αφοσίωσιν και από τα κακαρίσματά της.
69
Σεβάσθητι τα δάκρυα του πρώτου έρωτος υπέρ πάντα τα άλλα·
εμπερικλείουσιν ολόκληρον το μυστήριον της δημιουργίας και της
διαιωνίσεως της ζωικής ύλης· εκείνα λαλούσιν ευγλωττότερον της
γλώσσης, εκείνα ισχύουσιν, όπως καταστήσωσι τον κόσμον αιώνιον και
ευδαίμονα.
Οι αδάμαντες της γης είνε το πρώτον ερωτικόν δάκρυ των πρωτοπλάστων·
δύναταί τις να είπη, ότι εις το δάκρυ τούτο ρευστοποιείται η ψυχή
ολόκληρος, όπως συνελκύση ασφαλέστερον την ύλην προς την ύλην, όπως
εμφυσήση αληθή ζωήν και σφρίγος εις το τέως αυτόματον, του ανοίξη, ως
διά μαγείας, την χρυσήν πύλην του ναού της φύσεως, και φέρη αυτό
γονυπετές προ του βωμού του Αιωνίου.
70
Ουδεμία πράξις υπάρχει, την οποίαν δεν περιβάλλει κατά συνθήκην έν
ιδεώδες· ουδέ το έγκλημα εξαιρείται.
71
Όταν βλέπης, ότι μία αλήθεια αρχίζει να προκαλή οργήν ή τρόμον,
πίστευε ότι το ήμισυ του προορισμού της έχει ήδη εκπληρωθή.
72
Κατά τα φαινόμενα ούτε ο Θεός ευνοεί πάντοτε τον αθώον, διότι αν
ήθελε να τον σώση από τον κεραυνόν, θα έρριπτεν αυτόν μετά την
βροντήν. Αλλά δεν θέλει· ρίπτει τον κεραυνόν, φονεύει και τον αθώον,
κατόπιν δε βροντά, ως εάν λέγη:
— Κάπου εφόνευσα άνθρωπον· πηγαίνετε να τον εύρετε και να τον
κλαύσετε!
73
Θέλεις να μετρήσης καλήτερον τους οδόντας του διαβόλου; κάμε τον να
γελάση.
74
Και η απόλυτος αλήθεια καταντά ουτοπία, εφ' όσον χίλιοι έχουν επί του
αυτού αντικειμένου χιλίας ιδέας. Βλέπεις τον ήλιον; την ύπαρξίν του
παραδέχονται όλα τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων. Ε, αν και συ ακόμη
αποφασίσης να τον αρνηθής, ο δίσκος του πρέπει να θεωρηθή ηλαττωμένος
κατά το τοσάκις δισεκατομμυριοστόν.
75
Πρόσεχε· δεν είνε ηρωισμός να ρίπτης δυο πτώματα εις έν λεπτόν·
ηρωισμός είνε να τ' ανεγείρης.
76
Φοβού τας πληγάς των φίλων· αυτοί γνωρίζουν που πονείς περισσότερον.
Μη φοβού τας επιδημίας και τους λιμούς· είνε οξείς, αλλά παρέρχονται·
αι χειρότεραι νόσοι είνε αι ενδημικαί.
77
Εάν δυνηθής, αρκέσθητι μόνον εις την ιδέαν της απολαύσεως, είνε η
διαρκεστέρα απόλαυσις.
78
Έχει και η καρδία την φιλοσοφίαν της, — ο οίκτος· έχει και την
ποίησίν της — ο έρως· έχει και την παραφροσύνην της, — το μίσος.
79
Και η υπερβολή της ηδονής σου, γλυκεία οδύνη· και η υπερβολή της
οδύνης σου, ηδονή πικρά.
80
Ο ευγενέστερος προορισμός του θάλπους είνε, όταν το έχης, να το
παρέχης και εις τους άλλους· διότι εάν ο ήλιος εκράτει την θερμότητα
και το φως δι' εαυτόν, και ήτο τόσον εγωιστής, ουδέν ον θα ευρίσκετο
σήμερον διά ν' ανυψώση προς αυτόν το βλέμμα, διά να τον θαυμάση και
του αναγνωρίση την ευεργεσίαν.
81
Παρά να δύνασαι να πράξης το καλόν και να μη θέλης, είνε προτιμώτερον
να θέλης και να μη δύνασαι.
82
Ασφαλεστέραν θεώρει την στέγην της καλύβης σου, επί θεμελίου ιδικού
σου, παρά την στέγην του μεγάρου σου, επί θεμελίου δανεικού.
83
Κεφαλή γυμνή έξωθεν, ημπορεί και να μη προδοθή· αλλά κεφαλή γυμνή
έσωθεν, όσον και αν κρυφθή, θα προδοθή.
Η κεφαλή είνε το μόνον πράγμα εν τω κόσμω, του οποίου τα έσω
φαίνονται καλήτερον από τα έξω.
84
Η γη δεν ενέκλεισεν εις τους κόλπους της αδάμαντα πολυτιμώτερον, ούτε
η θάλασσα μαργαρίτην, από το δάκρυ, το κυλιόμενον εκ των οφθαλμών
ευτυχούς ανθρώπου διά την δυστυχίαν του άλλου.
85
Εάν ακούσης να λέγουν, ότι η τιμή είνε και χρήμα και πλούτος, μη το
πιστεύσης· πλούτος, είνε δι' εκείνους πού την έχουν· χρήμα, δι'
εκείνους που την έχασαν.
86
Εις δύο περιστάσεις δεν επιτρέπεται η δειλία· εις τον πόλεμον και εις
τον έρωτα.
87
Η Δουλεία είνε κατάστασις, την οποίαν αισθάνεται βαθύτερον η καρδία,
παρ' όσον την αντιλαμβάνεται ο νους· διά τούτο γεννά περισσότερα
αισθήματα, παρά ιδέας.
88
Μία μεγάλη γυνή, επιβάλλεται πλειότερον από ένα μέγαν άνδρα εις
πνεύμα, και ασκεί τόσω μείζονα επί της κρίσεως βαρύτητα, όσω μείζονα
ελαφρότητα ανέμενέ τις εξ αυτής.
89
Εάν ερωτήσης ανθρώπους, τι προτιμούν; να παραδώσουν την ψυχήν των εις
ένα διάβολον με πορφύραν, ή εις ένα άγγελον με κουρέλια; Όλοι τον
διάβολον θα προτιμήσουν.
90
Να βδελύττεσαι και να φοβήσαι ολιγώτερον τον αχρείον, που είνε και
δεν φαίνεται, από τον αχρείον, που είνε και φαίνεται.
91
Θαύμαζε τους καλούς τρόπους, αλλά μη τους εμπιστεύεσαι πάντοτε· εις
το τρυφερώτερον πόδι απαντώνται συνήθως οι σκληρότεροι κάλοι.
92
Η νυξ είνε καλός σύμβουλος, αλλά διά τους έχοντας εις την ψυχήν των
ημέραν· διά τους έχοντας όμως και εις την ψυχήν των νύκτα, είνε
ολέθριος σύμβουλος.
93
Μη υποχρεώσης την ψυχήν σου να αισθανθή ακούσιον αίσθημα· ζητείς να
διεγείρης τρικυμίαν εις ένα ωκεανόν με τον δάκτυλον.
94
Και καθήμενος και μηδέν πράττων ακόμη, κουράζεις τους άλλους· θέλεις
να μη τους κουράζης ποτέ; ύβριζε.
95
Από την αλήθειαν, ήτις λέγεται όταν δεν πρέπει, να προτιμάς και αυτό
το ψεύδος, το οποίον λέγεται όταν πρέπει.
96
Αυτό θα ειπή αγών της ζωής· ζητείς κάτι επιμόνως από τον ουρανόν,
καθ' ην στιγμήν ευρίσκεται προ των ποδών σου, και σκοντάπτων επ'
αυτού, ή το συντρίβεις, ή συντρίβεσαι ο ίδιος.
97
Ο χρυσός είνε ο ισχυρότερος μαγνήτης, όστις έλκει ό,τι αντικρύση προς
αυτόν. Να ήσαι βέβαιος, ότι εάν ο ήλιος δεν είχε το χρώμα του,
ηλιακόν σύστημα δεν θα υπήρχεν· ουδείς πλανήτης θα τον υπήκουε και θα
εστρέφετο περί αυτόν.
98
Αίσχος· το μόνον αθάνατον, το οποίον δημιουργεί ο θνητός.
99
Ουδείς υπάρχει πράγματι δυστυχής· όλοι, όσοι φαίνονται τοιούτοι,
νομίζουν πρώτον ότι είνε, και κατόπιν γίνονται.
100
Φοβού τους όνυχας και ρόδα φέροντας.
Β'.
101
Δύναται και η ουρά σου ν' απαστράπτη εις τον ήλιον, και το στέμμα σου
να θαυμάζεται· εφ' όσον έτι δεν ελάλησες, δεν έδειξες τι πετεινός
είσαι.
102
Οσάκις συναντήσης σοφόν καθ' οδόν, σταμάτησέ τον και ερώτα:
Τι προετίμας, ω σοφέ; να σου δώσω 100 χιλιάδας νέων δραχμών, ή να σου
εμπνεύσω 100 χιλιάδας νέων ιδεών; Ή ακόμη τι προετίμας; να
εσφετερίζεσο έν εκατομμύριον δραχμών από ένα τραπεζίτην, ή έν
εκατομμύριον ξένων ιδεών από ένα φιλόσοφον, με την βεβαιότητα, ότι
δεν θα σε εννοήση κανείς;. . . . Μη λαμβάνης τον κόπον ν' απαντήσης,
διότι την απάντησίν σου την μαντεύω· ποσάκις δεν επώλησες ιδέας αντί
δραχμών, και ποσάκις δεν παρεκάλεσες τον Θεόν, ίνα σου εμβάλη εις την
κεφαλήν εκατομμύρια ιδεών, διά να τας πωλήσης αντί ολίγων δεκάδων
δραχμών, αφού δεν έστερξεν εις τας ικεσίας σου, ίνα εμβάλη εις τα
θηλάκιά σου εκατομμύρια δραχμών, και να μη σου αφήση εις την κεφαλήν
ουδεμίαν άλλην ιδέαν, ειμή την ιδέαν μόνον. . . .ότι είσαι
εκατομμυριούχος! Βλέπεις λοιπόν, ω σοφέ, αυτό το χαρτονόμισμα το
ξεσχισμένον, το λερωμένον, το βρωμερόν; η βρώμα του αποτελεί το
ελιξίριον της μακροβιότητος και της αθανασίας· πολλοί εβλάβησαν από
χρήσιν βρωμερών βιβλίων, από χρήσιν όμως βρωμερών χαρτονομισμάτων
ουδείς. Με τούτο ημπορείς, όσον κτήνος και αν ήσαι, να εγείρης ένα
ανδριάντα εις την γελοίαν ύπαρξίν σου, να τον ίδης ζων τοποθετούμενον
εις το άκρον μιας οδού, φερούσης το όνομά σου, και να διαιωνίσης διά
του λίθου ξύλινον ον, μεταξύ του οποίου και σού η μόνη διαφορά
υπάρχει, ότι το ξύλον επλήρωνε και ανηγείρετο ο λίθος!
103
Το Μεγαλείον έχει όρια, πέραν των οποίων, ή γελοίον αποβαίνει, ή
ειδεχθές.
104
Εξέλεγχε πάντοτε την Αιδώ· ομοιάζει με τα πολύτιμα προσόντα· όσω
μάλλον εκλείπει, τόσον και πολλαπλασιάζεται η α π ο μ ί μ η σ ι ς
της.
105
Η φύσις κατέχει και τα αντίδοτα όλων των δηλητηρίων της· το δυστύχημα
όμως είνε, ότι είνε δύσκολος η ανεύρεσις αυτών.
106
Μέγας νους μετά μεγάλης καρδίας, ανέρχεται μέχρι της Αρετής διά να
την φθάση.
Μέγας νους μετά μικράς καρδίας, ανέρχεται μέχρι της Αρετής· διά να
την κρημνίση.
Μικρός νους μετά μεγάλης καρδίας, καταβιβάζει την Αρετήν μέχρις
εαυτού διά να την φθάση.
Μικρός νους μετά μικράς καρδίας, καταβιβάζει την Αρετήν μέχρις εαυτού
διά να την συντρίψη.
107
Θέλεις να κρίνης την εργασίαν του άλλου ασφαλέστερον; δοκίμασε πρώτον
αν ημπορής να την κάμης, και ερώτησε τον εαυτόν σου διατί δεν την
έκαμες.
108
Μη δίδης ποτέ πίστιν εις τα χρώματα· και τα δηλητήρια ανθούσιν, αλλά
τα άνθη των φονεύουσι ταχύτερον.
109
Ουδέποτε θα δυνηθής να εννοήσης και τούτο· πώς υπάρχουν άνθρωποι
αναμιγνυόμενοι εις ξένα όνειρα, μολονότι δεν εξώφλησαν ακόμη με τα
ιδικά των.
110
Ποτέ μη λέγης τι είσαι· δεν θα σε πιστεύση κανείς, ουδ' εάν
κατηγορήσης σεαυτόν. Ο κόσμος τείνει εις το να έχη συνήθως περί σου
πολύ διάφορον ιδέαν της ιδικής σου.
111
Όταν αγαπήσης και ανταγαπηθής, ερώτησε τον εαυτόν σου: — Τι
πλειότερον εγνώρισε και απήλαυσεν ο Μαθουσάλας από το έντομον εκείνο,
το καλούμενον Εφήμερον, του οποίου ο βίος άρχεται με την ανατολήν του
ηλίου και εκλείπτει με την δύσιν του;
112
Όταν σε πάρη ο κατήφορος, και εις τον Παράδεισον αν ταξειδεύσης, θ'
ακούσης περισσοτέρας κακολογίας επανερχόμενος, παρ' όσας θα ήκουες
εάν εταξείδευες εις αυτήν την Κόλασιν.
113
Το μεγαλείτερον ελάττωμα είνε η προσπάθεια προς απόκρυψιν ενός
ελαττώματος· αντί ν' αλλάξης όψιν, παρουσιάζεις αυτήν με έν ελάττωμα
επί πλέον.
114
Και το γελοίον έχει όρια, πέραν των οποίων αποβαίνει συμπαθές.
115
Η γυνή ορκιζομένη, θάπτει ζώντας και εκθάπτει νεκρούς μετά τοσαύτης
ευκολίας, ώστε ο έρως δι' αυτήν καταντά νεκροθάπτης αυτόχρημα.
116
Μη θαυμάζης τον ταώ· έχει χρυσάς πτέρυγας, αλλά μυαουρίζει ως η γάτα·
προτίμησε την γάταν, η οποία δεν μιμείται κανέν άλλο ζώον.
117
Ο ενθουσιασμός είνε σύμπτωμα, μαρτυρούν αναβίωσιν και αναγέννησιν.
118
Ο Γολγοθάς της Τέχνης έχει δυο ατραπούς, οδηγούσας εις την αυτήν
κορυφήν· από την μίαν ανέρχονται διά να σταυρωθούν, κι από την άλλην
διά να πάρουν τον αέρα των· και συμβαίνει συνήθως οι μεν πρώτοι να
σταυρούνται, οι δε δεύτεροι να φαίνωνται εις τον κόσμον
περιβεβλημένοι την αίγλην του αγίου Πνεύματος και τον στέφανον του
μαρτυρίου.
119
Αγάπα τα άνθη· είνε το σιωπηλόν και άγραφον ευαγγέλιον της φύσεως.
120
Δεν υπάρχει θέσις οικτροτέρα δι' ένα άνδρα, από το πλευρόν γυναικός,
παρ' ης δανείζεται το όνομά του, έστω και αν λέγεται «ο σύζυγος της
Βασιλίσσης». Όταν του απονέμεις τον τίτλον του είνε ωσάν να λέγης εις
τους άλλους:
« — Ησυχάσετε, δεν είνε κ α ν ε ί ς.»
121
Μεσονύκτιον· η τελευταία θωπεία της χθες, και το πρώτον ράπισμα της
αύριον.
122
Μη πιστεύσης ποτέ, ότι η καρδία δεν έχει και ολίγον πνεύμα· το πνεύμα
όμως είνε ανηλεές· δεν έχει ούτε ίχνος καρδίας.
123
Αλλοίμονον εις εκείνον, όστις εσυνείθισε να βλέπη όλα τα πράγματα
ανάποδα· θα καταγγείλη επί εσχάτη προδοσία κατά της φύσεως και τον
εαυτόν του ακόμη, όταν αποφασίση να εννοήση, ότι περιπατεί με την
κεφαλήν άνω και με τους πόδας κάτω.
124
Απόφευγε την αυταπάτην· είνε η οικτροτέρα κωμωδία της ανθρωπίνης
ψυχής.
125
Ο έρως ή αιθήρ θα ήνε, ή βόρβορος.
126
Εις τον κόσμον αυτόν ουδέποτε θα εννοήσης διατί υπάρχουν τόσα
πράγματα απαίσια, περιβαλλόμενα με το αισιώτερον κάλυμμα.
Και ακόμη δεν θα εννοήσης, διατί ο ήλιος αντανακλάται και εις τον
βόρβορον ούτε διατί ο βόρβορος αποξηραινόμενος, ανέρχεται ως
κονιορτός μέχρι του αιθέρος.
Και δεν θα εννοήσης ακόμη, ούτε το δάκρυ της χαράς, ούτε το μειδίαμα
της λύπης· ούτε την διαφοράν του στεναγμού της οδύνης από του
στεναγμού της ηδονής.
Και δεν θα εννοήσης, ούτε διατί η φύσις αποδεικνύεται ενιατού και
προς εαυτήν ανειλικρινής και ψευδομένη· παρουσιάζει ζώα με μοναδικήν
υπόστασιν και ανθρώπους με διπλήν· σε θωπεύουν διά του βλέμματος,
καθ' ην στιγμήν διά της ψυχής των σε καταξεσχίζουν· ωκεανούς, υπό την
λείαν των οποίων και χαρίεσσαν επιφάνειαν, κρύπτεται μαύρη άβυσσος με
μυρίους θανάτους.
127
Ολόκληρος ο βίος είνε έν όνειρον, από το οποίον αφυπνιζόμεθα, όταν
πίπτωμεν ίνα κοιμηθώμεν διά παντός.
128
Την στιγμήν όπου ο διάβολος θα εννοήση ότι έχει κέρατα, τα χερουβείμ
θα του παραχωρήσουν την θέσιν των.
129
Συνήθως καταναλίσκουν οι άνθρωποι τα τρία τέταρτα του βίου των, προς
συντομωτέραν εξόφλησιν του υπολοίπου τετάρτου.
130
Λαοί δούλοι εξιδανίκευσαν την δουλείαν των, και λαοί ελεύθεροι
κατεσπίλωσαν την ελευθερίαν των· εάν εκαλείσο να εκλέξης μεταξύ
τοιαύτης δουλείας και τοιαύτης ελευθερίας, απάντησε ανενδοιάστως, ότι
προτιμάς σκότος μετά συνειδήσεως, παρά φως μετ' ασυνειδησίας.
131
Δύνασαι να ήσαι αχθοφόρος, δύνασαι να ήσαι βασιλεύς· δύνασαι ν'
αποφύγης όλας τας διατάξεις του Ποινικού Νόμου· διά τον Ηθικόν Νόμον
είσαι πάντοτε υπόδικος.
132
Όταν βλέπης λαόν, όστις βαδίζει προς τον θάνατον άδων, πίστευε ότι
βαδίζει προς την ζωήν.
133
Ουδείς θα κηρυχθή πολέμιός σου, εάν πρώτον δεν αναγνωρίση την αξίαν
σου· περί τούτου έσο βέβαιος.
134
Αναγινώσκων διαρκώς περί της ευτυχίας του άλλου θα πλήξης· ουδέποτε
όμως θα κουρασθής παρακολουθών την δυστυχίαν του.
135
Διά την αληθώς ερώσαν γυναίκα ουδέν είνε αδύνατον· είνε ικανή να
ονειρευθή, ότι ανατρέπει και το σύμπαν, διά να ίδη πριν εξυπνήση, ότι
δίδει εις αυτό πνοήν εκ της πνοής του εραστού της, και ότι κατορθώνει
ν' αναφλέξη εκ νέου τον ήλιον με ένα σπινθήρα του έρωτός της.
136
Πρόσεξε και εις τον οκνηρόν· η αργία του είνε έν είδος ηδονής, και
όταν ακόμη συνοδεύεται από τας αναποφεύκτους στενοχωρίας της.
137
Μη επικαλεσθής ματαίως την ψυχράν λογικήν, όπου η ψυχή σου θα λαλήση
ευγλώττως· δεν θα σε υπακούση.
138
Εκ της χαράς του άλλου, προσθέτεις εις την λύπην σου λύπην και εκ της
λύπης του άλλου, εις την λύπην σου χαράν.
139
Όσω στον κόσμον βλέπωμεν ποδόγυρον,
κι' όσω ακόμη έχωμεν πατρίδα,
το ράσσον δεν θα φτιάνη τον καλόγηρον,
ούτε τον μασκαράν η προσωπίδα.
140
Απόφευγε τους εμπόρους των μεγάλων εκδουλεύσεων· είνε λαθρέμποροι
δηλητηρίων.
141
Μάθε και κατά τι διαφέρει η γυνή της γάτας: ότι η μεν γάτα είνε γυνή
με ουράν, η δε γυνή, γάτα χωρίς ουράν.
142
Η σήμερον είνε μία σφην μεταξύ της χθες και της αύριον· είνε δηλαδή
μία στιγμή ελαχίστη, μεταξύ δύο απείρων.
143
Η ηθική δύναμις, αφ' ης εκπηγάζει και εξαρτάται το μεγαλείον, είνε τι
ένθεον, εδρεύον εν τη ψυχή, και απολύτως ανεξάρτητον των μέσων, άτινα
ο εξωτερικός κόσμος διαθέτει προς την ανάπτυξιν και την δράσιν του.
144
Δύο, αντιθέτου φύσεως όντα, δεν στρέφονται όπισθέν των· ο λύκος και ο
αθώος άνθρωπος. Θέλεις να πλήξης επιτυχέστερον; ελθέ εκ των νώτων.
145
Όσω μάλλον πεπωρωμένη είνε μία καρδία, τοσούτον και ιλιγγιά προ της
ιδέας του θανάτου· θα έλεγέ τις, ότι φοβείται μήπως ο θάνατος
αποσβέση το αίσχος της.
146
Ολιγώτερον φαίνεσαι, ολιγώτερον υβρίζεσαι· είς φιλικός χαιρετισμός,
ισοδυναμεί πολλάκις προς δέκα εχθρικάς ύβρεις.
147
Η τύχη σου είνε έργον των χειρών σου· εάν δε συμβαίνη να λαμβάνη
ταχυτέραν ή βραδυτέραν φοράν, τούτο δεν είνε συμπτωματικόν· εξαρτάται
από μυρίας συγκεκριμένας αιτίας, απορρεούσας και ταύτας συνήθως εκ
της ιδίας θελήσεώς σου.
148
Η Ειρήνη είνε το ιλαρόν προσωπείον του Πολέμου· ο Πόλεμος, το
τραγικόν προσωπείον της Ειρήνης.
149
Οι μάρτυρες της ιδέας είνε κατά το μάλλον και ήττον ισότιμοι·
αδιάφορον ποία υπήρξεν η ιδέα των και ποία η επί της ανθρωπότητος
επιρροή της.
150
Όταν ίδης σύζυγον, ανησυχούντα διά την πίστιν της γυναικός του,
λάλησε εις το ους του: — Ηλίθιε! θέλεις να κοιμάσαι ήσυχος; αφαίρεσε
ολίγα πτερά από το καπελλίνον της συζύγου σου, και πρόσθεσε τα εις
την ψυχήν της.
151
Ούτε ο ήλιος τυφλώνει ταχύτερον τους οφθαλμούς σου, από την λάμψιν,
την οποίαν διαβλέπεις εις τον εαυτόν σου.
152
Τα έθνη δεν φονεύονται, ούτε διά της πείνης, ούτε διά των χρεωκοπιών,
ούτε διά της ήττης· φονεύονται διά της ιδέας.
153
Είνε παράδοξος ο έρως, πολύ παράδοξος κατάστασις· μεταφέρει τον
άνθρωπον ακαριαίως εκ της περιωπής του αγγέλου εις την του θηρίου·
κάλλιον ειπείν, συγχέει τας δύο ταύτας ιδιότητας εις βαθμόν
ακατανόητον και επικίνδυνον· προξενεί λύπην και χαίρει· ενίοτε
προξενών χαράν, ευρίσκει ηδονήν μη συμμεριζόμενος αυτήν· πολλάκις
δημιουργεί μόνος την δυστυχίαν, και άλλοτε κενώει την κύλικα της
ευδαιμονίας μέχρι πυθμένος, μόνον και μόνον, όπως αναζητήση εν αυτή
την μυστηριώδη κόκον της δυστυχίας. Είνε είς περιπλανώμενος παράφρων,
όστις ουδέν άλλο ζητεί, ή την εξόντωσιν εαυτού διά παντός μέσου, και
ούτινος η γη της επαγγελίας είνε συνήθως το πλησιέστερον
νεκροταφείον.
154
Πιστεύεται, ότι διά του οίνου λησμονεί ο άνθρωπος τας συμφοράς του.
Έσο βέβαιος ότι εάν ο οίνος έλειπεν από τον κόσμον, ουδέποτε ο
άνθρωπος θα είχεν ανάγκην αυτού, διά να λησμονήση τας συμφοράς του.
155
Το μέγα ονόμαζε μέγα, και το μικρόν ονόμαζε μικρόν· μη επιχειρήσης
όμως να τα περιγράψης, διότι θα σμικρύνης το πολύ μέγα, και θα
μεγαλώσης το πολύ μικρόν.
156
Η αυτοκτονία δεν είναι αποτέλεσμα δειλίας και απελπισίας· είνε το
θάρρος των δειλών, και η ελπίς των απηλπισμένων.
157
Ο ανήρ φαινομενικώς είνε ο σύζυγος της γυναικός· κυρίως είνε το υ π
ο σ υ ζ ύ γ ι ον της.
158
Το κάλλος υπήρξε πάντοτε η ασφαλεστέρα παγίς του ανθρωπίνου
πνεύματος, ταυτοχρόνως δε και το ταχύτερον όχημα, όπερ έσυρεν αυτό
διά δρόμου καταπληκτικού επί της οδού της προόδου.
159
Το κακόν είνε μία άβυσσος απύθμενος, εις τα χείλη της οποίας φύονται
τα μεθυστικότερα και περικαλλέστερα άνθη.
160
Καλλονή άνευ πνεύματος, θέλγει διαβαίνουσα· πνεύμα άνευ καλλονής,
θέλγει παραμένον.
161
Σοφός εβραίος παραβάλλει τον οίνον προς τον φίλον, υποστηρίζων ότι ο
παλαιότερος είνε και ο καλήτερος. Δεν προσέθηκεν όμως, ότι οι
παλαιότεροι φίλοι γίνονται και οι ασπονδότεροι εχθροί μας, όπως ο
παλαιότερος οίνος μεταβάλλεται εις το δριμύτερον όξος, όταν ο
διάβολος αποφασίση να βουτήση την ουράν του εις το βαρέλιον του
οινοπώλου
162
Από της αναγνωρίσεως μιας αληθείας, μέχρι της επικρατήσεως αυτής,
εμεσολάβησε πάντοτε χάος, όπερ, ουχί σπανίως, επληρώθη διά πτωμάτων.
163
Μη εμπιστεύεσαι εις όλα τα τελείως δικαιολογημένα πράγματα· συμβαίνει
και το δίκαιον να μη ήνε πάντοτε τελείως δικαιολογημένον, και το
δικαιολογημένον να μη ήνε τελείως δίκαιον.
164
Όταν ακούης τοκογλύφον, τρέμε· ουδεμία πληγή δύναται να συγκριθή προς
αυτόν. Αι επτά πληγαί της Αιγύπτου, κατέστρεψαν τα επ' αυτής, αλλ'
αφήκαν την Αίγυπτον. Ο Θεός ελησμόνησε τον τοκογλύφον· ούτος θα
κατέτρωγε και αυτήν την Αίγυπτον, και θα κατέπινε τον Νείλον διά να
την χωνεύση.
165
Η αληθής σοφία παρουσιάζει τόσον παραδόξους ιδιοτροπίας, ώστε
αναγκάζεσαι να πιστεύης ότι, άνευ αυτών, ουδέν δικαίωμα θα είχεν επί
του τίτλου της.
166
Η αφροσύνη ως αδυναμία, είνέ τι οικτρόν· αλλ' η αφροσύνη ως δύναμις,
είνε πράγμα τρομερόν.
167
Έσο μεγαλόψυχυς και μη απελπίζεσαι ποτέ· διά τας μεγάλας ψυχάς
υπάρχει πανταχού στάδιον αναγνωρίσεως και νίκης.
168
Και από τον σίδηρον και από τον μόλυβδον ακόμη, ο χρυσός επήνεγκε τας
ασφαλεστέρας και ταχυτέρας καταστροφάς επί της γης.
169
Μη λαβάνης υπ' όψιν σου τους εραστάς· έχουσι πολύ μαραδόξους ιδέας·
εάν ηδύναντο να πλάσωσι τον κόσμον εκ δευτέρου, θα έπλαττον αντί
ανθρώπου μίαν γιγάντιον καρδίαν, και άνωθεν αυτής θα προσεκόλλων μιαν
κεφαλήν, έχουσαν μόνον οφθαλμούς διά να βλέπη, και χείλη διά να φιλή.
170
Το κακόν δεν έχει απόλυτον βάρος· ζυγίζεται διά της χειρός του
διαπράξαντος αυτό.
171
Όταν ο Θεός κλείη τους οφθαλμούς, ο Διάβολος ανοίγει τους ιδικούς
του. Τούτο είνε βεβαιωμένον· αμφίβολον μόνον είνε το ζήτημα της
προτεραιότητος· κοιμάται ο Θεός, διότι γνωρίζει ότι θα αγρυπνήση ο
Διάβολος, ή βλέπει ο Διάβολος, διότι κοιμάται ο Θεός; θα μου επιτραπή
να πιστεύσω εις το πρώτον.
172
Όταν ίδης άνδρα, αποφασίζοντα να π ρ ο σ θ έ σ η εις την πλευράν του
το ελλείπον μέρος της, πείσθητι ότι συνέλαβε την χειρίστην έννοιαν
της π ρ ο σ θ έ σ ε ω ς.
173
Δεν υπάρχει υψηλότερον αίσθημα από την μετάνοιαν και την συγγνώμην·
τελείται μία μεταμόρφωσις εν τη ψυχή ένθεος, την οποίαν εν τη φύσει
συμβολίζει η μεταμόρφωσις της κάμπης εις χρυσαλίδα, ήτις,
αναλαμβάνουσα αιθερίας πτέρυγας, σπεύδει και καταφιλεί ικέτις το
άνθος, του οποίου το φύλλον είχε καταφάγη, η δε χρυσαλίς της σήμερον
ζητεί συγγνώμην διά τον σκώληκα της χθες.
174
Αγωνίζου, κοπίαζε, μαρτύρει εν ανάγκη· αλλά τρέμε την απόλυτον
ανάπαυσιν και την ησυχίαν, διότι και ταύτα ονομάζονται θάνατος· ο δε
θάνατος, όταν καταβάλλη διά του απλέτου φωτός, είνε τρομερώτερος,
παρ' όταν καταβάλλη διά του σκότους.
175
Η πύλη του Παραδείσου και η οπή της Κολάσεως ευρίσκονται πλειότερον
συνορεύουσαι, παρ' όσον συνήθως τας φαντάζονται οι άνθρωποι.
176
Η ψυχή είνε ακόρεστος εις την συναίσθησιν του ιδανικού, πάντοτε δε
ζητεί ν' αντλή αυτό και εκεί ακόμη, ένθα γνωρίζει ότι πράγματι δεν
υπάρχει.
177
Ουδέποτε ν' αποπειραθής, όπως καταστής ακριβής τιμητής της αρετής και
της κακίας, ουδέ να βάλης πρώτος του αναθέματος τον λίθον· διότι ο
λίθος ούτος ευρίσκεται μεν ευκόλως εις την γωνίαν εκάστης οδού, αλλά
πλησίον αυτού ευρίσκεται πάντοτε και μία πέτρα σκανδάλου. Υπάρχει δε
τοιαύτη ομοιότης μεταξύ των δύο τούτων, ώστε πολλάκις αντί να ρίψης
τον λίθον, ρίπτεις την πέτραν, ήτις έχει την ελαστικότητα,
πίπτουσα,να επανέρχεται συνήθως κατά της ιδίας κεφαλής σου.
178
Όταν η πατρίς ευρίσκεται εν πενία, ο πλούτος σου μηδέν· όταν η πατρίς
ευπορή, και η πενία σου θησαυρός.
179
Πρόσεχε εις τας χείρας των κυβερνώντων· είνε το κάτοπτρον της
καταστάσεως της χώρας.
180
Περιόριζε το βλέμμα σου εις το να βλέπης όπου βαδίζεις· διότι, όταν
το σώμα σου βαίνη προς τα εμπρός και η κεφαλή σου στρέφεται προς τα
οπίσω, αλλοίμονον και εις το σώμα και εις την κεφαλήν.
181
Λόγος στηλώνει την ψυχήν και λόγος την κρημνίζει.
182
Μη περιφρονής την στέγην σου· είνε ολόκληρος βιβλιοθήκη· έκαστον
κεραμίδι αυτής αποτελεί ανά έν μυθιστόρημα της οικίας σου.
183
Όσω πλειότερον δυστυχείς είμεθα, τόσω μάλλον πιστεύομεν, ότι η
ευτυχία προωρίσθη δι' ημάς.
184
Και η ισχυρά κρίσις, όταν συμβαίνη να οδηγή εις τα άκρα, καθίσταται
πολυτέλεια ανωφελής.
Ο ορθολογισμός και η ουτοπία τόσον παραλλήλως βαίνουσιν, ώστε η
ελαχίστη παρεκτροπή αρκεί ίνα ρίψη τούτον εις την τροχιάν εκείνης.
185
Ο Θεός δεν σε αφίνει ποτέ να χαθής· τούτο είνε αληθές· αλλά την
υποχρέωσιν ανταποδίδεις ίσην, διότι και συ δεν αφίνεις ποτέ ίνα χαθή
ο Θεός σου.
Μεταξύ Θεού και όντων υπάρχει μία ηθική αλληλεγγύη· όταν αύτη
εκλείψη, και τα όντα μένουσιν άνευ θεού, αλλά και ο θεός άνευ όντων.
186
Όταν διαψεύδωνται τα όνειρά σου, τότε τα αναπολείς λεπτομερέστερον·
όταν πραγματοποιούνται τα λησμονείς όλα.
187
Και αυτό το σμικρόν μεγαλώνει αρκετά, όταν γνωρίζη να εκτιμήση το
μέγα.
188
Δεν ηδυνήθην ποτέ να εννοήσω τον επί πατραγαθία εγωισμόν· απορώ δε
πώς ευρίσκονται άνθρωποι, αναπαυόμενοι επί δαφνών ξηρών και ανηκουσών
εις άλλους, χωρίς να τας αισθάνωνται ενοχλητικώς τριζούσας και
διαμαρτυρομένας υπό την ράχην των.
189
Φρονήσεως δείγμα είνε και το να γελάσης πρώτος διά την αφροσύνην σου,
πριν γελάσουν οι άλλοι.
190
Δύνασαι να ήσαι όσον θέλεις σοφός, όσον θέλεις μέγας διά τον εαυτόν
σου, όσον θέλεις σιδηρούς· δύνασαι να αισθάνεσαι κόσμον ολόκληρον
εντός σου, απειλούντα να διαρρήξη της ψυχής σου το περίβλημα και να
κατακτήση τον κόσμον, όστις σε περιβάλλει· δύναται η γη να διατηρή
επί σειράν χιλιετηρίδων κεκρυμμένον εις τα σπλάγχνα της τον σκληρόν
και άκαμπτον σίδηρον· εφ' όσον η σκαπάνη δεν διασχίζει το κέλυφός
της, και δεν εκθάπτει αυτόν, ο σίδηρος θα παραμείνη αιωνίως αφανής
και ακατέργαστος και άχρηστος διά τον κόσμον. Η ώθησις είνε το παν·
δόσε τοιαύτην και ενίκησες και τον κόσμον και την φύσιν.
191
Η θετικωτέρα εκδήλωσις της σοφίας του Θεού, δεν είνε ούτε ο έρως,
ούτε η φιλία, ούτε η μνημοσύνη· είνε η λήθη.
192
Προτίμα ν' αγωνίζεσαι ισοβίως διά να φθάσης την Αρετήν, παρά να την
καταβιβάζης, και ιππεύων επί των νώτων της, να την μεταχειρίζεσαι ως
υποζύγιον κατά τας ορέξεις και τας ανάγκας σου.
193
Υπερηφάνεια: έπαρσις υπό μορφήν υποφερτήν· έπαρσις: υπερηφάνεια υπό
μορφήν ανυπόφορον.
194
Ο συκοφάντης ομοιάζει με τον σκύλλον εκείνον, όστις εν ώρα νυκτός
υλακτεί σκιάς εις το μέσον ενός χωρίου· μετά τινας στιγμάς όλοι οι
σκύλλοι ευρίσκονται επί ποδός.
195
Οι άνθρωποι, προβαίνοντες επί τα πρόσω, κρατούν δύο σκαπάνας· με την
μίαν ανοίγουν τον δρόμον, όπου θα πατήσουν, με την άλλην μεταβάλλουν
εις χάος τον δρόμον, όπου επάτησαν. Ιδού διατί πάσα οπισθοδρόμησις
αποτελεί κατακρημνισμόν.
196
Η ευτυχία και η δυστυχία είνε τόσον ακατανόητοι, ώστε συνήθως
επιβάλλονται και κυριεύουσι της ψυχής διά του μυστηρίου των μάλλον,
παρά διά της ουσίας των.
197
Να ήσαι βέβαιος, ότι το απόλυτον βάρος της κεφαλής είνε πάντοτε το
αυτό, ουδέν δε προσθέτει ο Διάβολος επί πλέον εις το μέτωπον ενός
συζύγου· ό,τι φαίνεται ότι προσθέτει εκεί, το έχει αφαιρέση
απλούστατα εκ του εγκεφάλου.
198
Ομιλούν περί ανθρώπων πωλούντων την συνείδησίν των· ουτοπία· — είνε
εμπόρευμα η συνείδησις, το οποίον τότε επώλησεν ο άνθρωπος, ότε
έπαυσε να το έχη.
199
Ολόκληρος η φύσις είνε έρως· και ο δημιουργός θεός είνε έρως και η
ζωή εξ έρωτος πηγάζει, αλλά και ο θάνατος θα κατενικάτο άνευ του
έρωτος.
200
Πάσα ανθρωπίνη πράξις, όσον μεγάλη και αν ήνε, δεν θέλει τίποτε άλλο
διά να εξευτελισθή, παρά μίαν επανάληψιν.
Γ'.
201
Εάν εύρης τινάς εκ των σκέψεών μου, ή και όλας ταύτας ανοήτους, μη
τας απορρίψης ασυζητητεί. Διά του ψεύδους ερευνάται ασφαλέστερον η
αλήθεια.
***
Δίδε προσοχήν πάντοτε και εις την μεγαλειτέραν ανοησίαν. Ο Νεύτων από
την πτώσιν ενός σάπιου μήλου ανεκάλυψε τον παγκόσμιον νόμον· βλέπεις
λοιπόν, ότι έν σάπιον μήλον κατώρθωσεν, ό,τι δεν θα κατώρθωνον όλα τα
γερά μαζευμένα.
202
Η αγαθοεργία είνε ευρύτατον πλαίσιον, υπό το οποίον δύνασαι να
περάσης οίαν δήποτε εικόνα θέλης.
203
Αρετή επιδεικνυομένη, είνε εύσχημον προσωπείον της χειρίστης κακίας·
όταν συναντηθής μετ' αυτής, προσκύνησέ την ως αρετήν, και φεύγε
μίλια.
***
Αληθής αρετή είνε εκείνη, την οποίαν δεν βλέπεις.
204
Υπάρχουν άνθρωποι, οίτινες προσκυνούντες χλευάζουν, και ασπαζόμενοι
δάκνουν, και μειδιώντες δηλητηριάζουν· τοιαύτα πρόσωπα οι ποιηταί
καλούσι πρόσωπα κυνός, και οι χημικοί καλούσι χάλκινα.
205
Θέλεις να πεισθής εάν σε αγαπά η ερωμένη σου; Ερώτησέ την πόσους
ηγάπησε πριν σε γνωρίση. Όσω πλειοτέρους σού αριθμήση, τόσω και
ειλικρινέστερου σε αγαπά.
206
Είνε μεγαλειτέρα η εντροπή των γονέων, όταν βλέπουν τα τέκνα των
κατώτερά των, παρ' όταν ούτοι δεικνύωνται κατώτεροι αυτών.
207
Ο ανήρ μέχρι των 30 ετών αγαπά την γυναίκα διά τον έρωτα· εκείθεν,
αγαπά τον έρωτα διά την γυναίκα.
208
Έκλεγε την ευτυχίαν σου· ευτυχία, ήτις πνίγεται εις τον κόρον, δεν
είνε ευτυχία.
209
Το συναίσθημα του θαυμασμού και της καταπλήξεως, οφείλεται μάλλον εις
την σπάνην ενός γεγονότος, παρά εις την πραγματικήν του αξίαν.
Είμαι βέβαιος, ότι και αυτή η μωρία θα ήτο μέγα πράγμα, εάν
διηγκωνίζεσο με τους μεγαλοφυείς, όπως με τους στραγαλατζήδες.
210
Και η μελαγχολία, η ήρεμος και φυσική, ενέχει ηδονάς αρρήτους, από
τας οποίας δύναταί τις ν' αντλήση ολοκλήρων ωρών γοητείαν και
απόλαυσιν.
211
Μη επαναπαύεσαι ποτέ εις την σοφίαν· είνε το επικινδυνωδέστερον όπλον
κατά της ανθρωπότητος, όταν χειρίζεται αδεξίως· λαμπάς, ήτις φωτίζει,
ή κατακαίει.
212
Τόλμη: πτέρυγες διά το μεγαλείον, — βάραθρον διά την σμικρότητα.
213
Δύνασαι να λυτρωθής από τας έξεις της σαρκός, εφ' όσον η σαρξ σου
γηράσκει· εφ' όσον όμως γηράσκει το πνεύμα σου, αι έξεις σου
προσκολλώνται εις αυτό ισχυρώτερον.
214
Η παρατηρουμένη μεταξύ των όντων και των πραγμάτων διαφορά, είνε
εντελώς επιπολαία· η δε λεγομένη ποικιλία της φύσεως είνε απλούστατα
μία αιωνία μονοτονία, την οποίαν δεν προφθάνει ν' αντιληφθή ο
άνθρωπος, διότι είνε τόσον βραχύβιον ον, ώστε, μόλις ανοίγει τους
οφθαλμούς, τους κλείει διά παντός.
215
Δύνασαι να ίδης πίπτοντα τον κεραυνόν, και να είπης: «Μπα! αυτό είνε
όλον;» Ουδέποτε όμως εθεώρησες άνευ δέους την μεμακρυσμένην αστραπήν,
ήτις τον προήγγειλεν.
216
Είνε τόσον περίεργον και τόσον ασύλληπτον πράγμα ο βίος, ώστε και μία
χιόνος νιφάς, πίπτουσα εις το τζάμι του παραθύρου σου και μη πίπτουσα
εις το πλαίσιον, πίπτουσα εδώ και μη πίπτουσα εκεί, δύναται ν'
αποτελέση ακαριαίως συνθήκην, από την οποίαν εξαρτάται η ψυχολογία
μιας στιγμής της ζωής σου.
217
Τρομερόν διά την τύχην ενός λαού, να έχη πόδας παραλύτους και κεφαλήν
υγιά· αλλ' είνε ασυγκρίτως τρομερώτερον, να έχη υγιείς πόδας και
κεφαλήν παράλυτον.
218
Δύο τινά παραμένουν αθάνατα διά τον νουν του ανθρώπου· ο Θεός εις τον
ουρανόν, και η μεγάλη Ιδέα επί της γης· ό,τι δε διετέθη κατ' αυτών,
εις ουδέν άλλο συνέβαλεν, ή εις την ιδίαν εξόντωσίν του.
219
Αι έκτακτοι περιστάσεις γεννώσι τας εκτάκτους φύσεις, και αι συνήθεις
τας συνήθεις· αλλοίμονον δε εις τον άνθρωπον της γαλήνης, όστις
εγεννήθη εν τρικυμία· και εις τον άνθρωπον της τρικυμίας, όστις
εγεννήθη εν γαλήνη· ο πρώτος ασφυκτεί, ο δεύτερος πνίγεται.
220
Η βία είνε μηδέν ως έργον εξοντώσεως, η καταστολής μιας γεννωμένης
ιδέας· η ιδέα μόνον διά της ιδέας καταπολεμείται.
221
Η Ανάγκη είνε ο άξων, περί τον οποίον όλα μεταβάλλουσιν όψιν,
ουδέποτε δε υπό το κράτος αυτής ηδυνήθη να εύρη ηχώ η Αλήθεια, και να
μετρηθή η Αρετή διά του χρυσού μέτρου, το οποίον έρριψε μεν εξ
αγαθότητος ο Θεός εκ του ουρανού, αλλ' ο επί της γης αντίπαλος αυτού
αφήρεσεν επιτηδείως εκ των χειρών του ανθρώπου και έκοψε δι' αυτού
νομίσματα.
222
Το δένδρον της ελευθερίας έχει όρια, άνω των οποίων υψούμενον,
αποβαίνει αυθάδεια προς τον ουρανόν, όστις το ραίνει διά της δρόσου
του, και προς την γην, ήτις το εγέννησε και το βαστάζει εις τους
κόλπους της.
223
Υπάρχουν και αλήθειαι ψευδοφανείς· υπάρχουν και ψεύδη αληθοφανή· η δε
λογική μιας ιδέας, δεν συμβαίνει να ήνε πάντοτε και ιδέα της λογικής.
224
Η αθωότης, και διεφθαρμένη εάν ήνε, δύναται να τύχη συγγνώμης· η
διαφθορά όμως, όσον αθώα και εάν ήνε, ουδέποτε
225
Όταν ο στόμαχος παίζη βιολί, ο εγκέφαλος αρχίζει πολύ κακόν χορόν.
226