Μια μέρα ένα βασιλόπουλο, που στο μακρυνό του βασίλειο είχε

φθάσει η φήμη της όμορφης βασιλοπούλας, πήδησε κρυφά μέσα στο

περιβόλι και αντάμωσε τη βασιλοπούλα, την ώρα που κολυμπούσε μαζή

με τους λευκούς κύκνους, μέσα στα νερά της λίμνης. Η βασιλοπούλα

τρόμαξε κ' έκρυψε το κεφάλι της κάτω απ' τη φτερούγα ενός κύκνου.

Μα μέσα στα μάτια της τα κλειστά έμεινε χαραγμένη η ζωγραφιά του

παλικαριού, με τα μακρυά ξανθά μαλλιά και τα ολόχρυσα ρούχα. Το

βασιλόπουλο, σαν είδε την ομορφιά της, θάμπωσαν τα μάτια του, και

τα πόδια του καρφώθηκαν στο χώμα. Ακούμπησε απάνω σ' ένα δένδρο

σαν λιγοθυμισμένο. Τότε τα δένδρα άρχισαν να βουίζουν δυνατά, τα

ποταμάκια να βογγούν σαν θάλασσα και τα πουλιά να φωνάζουν δυνατά

όλα μαζή. Άκουσε ο βασιλιάς τη μεγάλη ταραχή κ' έτρεξε στο

περιβόλι. Σαν είδαν τα μάτια του το βασιλόπουλο, βγήκε απ' τα

λογικά του, έγινε άγριος σαν θηρίο και με μια σφυριγματιά φώναξε

τους στρατιώτες του. Πρόσταξε τότε να δέσουν τον ξένο, που

αποκότησε να πατήση το περιβόλι του βασιλιά, και να τον πάρουνε

μακρυά από τη χώρα του να τον ρίξουν στάγρια θηοία. Κι' από το

κακό του πρόσταξε να κτίσουν ένα σιδερένιο πύργο και να κλείσουν

μέσα τη βασιλοπούλα. Η βασιλοπούλα άρχισε τα κλάματα και τα

παρακάλια, μα ο βασιλιάς δεν άλλαζε γνώμη. Σαν εκτίσθηκε ο

πύργος, έκλεισε μέσα τη βασιλοπούλα και κλείδωσε όλες τις

σιδερόπορτες και κρέμασε τα χρυσά κλειδιά στη μέση του.

Σαν εκλείσθηκε η βασιλοπούλα μέσα στον πύργο, άρχισε να την τρώη

το μαράζι. Έβγαινε απάνω στο ψηλό παράθυρο και κύτταζε μακρυά το

περιβόλι με τα μεγάλα δένδρα, τα λουλούδια και τις λίμνες, που

είχε αντικρύσει, κρυμμένη κάτω από τη φτερούγα του κύκνου, το

ωραίο βασιλόπουλο. Τα δένδρα κουνούσαν από μακρυά τις ψηλές

κορφές τους και την χαιρετούσαν, τα λουλούδια της έστελναν

χαιρετίσματα με τις πιο γλυκές μυρωδιές τους, και η λίμνη, που

γιάλιζε σαν καθρέφτης κάτω απ' τον ωραίο ήλιο, την προσκαλούσε

πάλι να λουσθή στα νερά της. Και η βασιλόπουλα έκλαιγε κι' όλο

έκλαιγε. Συλλογιζότανε το βασιλόπουλο, που η προσταγή του πατέρα

της το είχε στείλει μακρυά, να το φάνε τάγρια θηρία.

Τα δάκρυά της, που πέφτανε ζεματιστά απάνω στα μάγουλά της και

στα στήθη της, μαράνανε σιγά — σιγά τα τριαντάφυλλα και τα κρίνα

του κορμιού της. Κ' η βασιλοπούλα, σαν έβλεπε τα κάλλη της τα

μαραμένα, έκλαιε διπλά δάκρυα για το βασιλόπουλο και για τον

εαυτό της. Και τα τριαντάφυλλα και τα κρίνα του κορμιού της όλο

μαραγκιάζανε απ' τα ζεματιστά της δάκρυα. Μόνο τα ζαφείρια των

ματιών της λάμπανε πιο γλυκά μέσα στα δάκρυα.

Ένα βράδυ καλοκαιριάτικο, που καθότανε στο παράθυρο η

βασιλοπούλα, ένα τραγούδι γλυκό ακούστηκε μέσα στη σιγαλιά του

φεγγαριού. Η βασιλόπουλα ανατρίχιασε. Γνώρισε τη φωνή που είχε

πρωτακούσει μέσα στα νερά της λίμνης, κρυμμένη κάτω απ' τη

φτερούγα του κύκνου. Οι ανθρώποι του βασιλιά, που είχαν πάρει το

ξένο βασιλόπουλο να το ρίξουν στα θηρία, λυπήθηκαν τα νειάτα του,

το πήρανε μακρυά, όξω από τα σύνορα της χώρας, και του χαρίσανε

τη ζωή. Και το βασιλόπουλο ξεκίνησε πάλι, διάβηκε όρη και βουνά,

διάβηκε θάλασσες και ποτάμια κ' έφτασε ένα δειλινό στο μαγεμένο

περιβόλι. Τα δένδρα σαν το είδαν από μακρυά, μετανόησαν που το

είχανε προδώσει με το βουητό τους, το λυπηθήκανε και τούδειξαν

μακρυά, στην κορυφή του βουνού, το σιδερένιο πύργο, που ήταν

κλεισμένη η βασιλοπούλα.

Σαν ετελείωσε το γλυκό τραγούδι, η βασιλόπουλα έσκυψε απ' το ψηλό

παράθυρο και τα δάκρυά της στάζανε κάτω στο χώμα. Το φεγγάρι

φιλούσε τα δάκρυά της και τάκανε μαργαριτάρια. Τότε το

βασιλόπουλο σήκωσε ψηλά τα μάτια του και είδε δυο ζαφείρια. να

λάμπουν, σαν άστρα, μέσα στο σκοτάδι του παραθυριού. Και σαν τα

είδε είπε μέσα του:

— Αυτά είναι τα μάτια της αγαπημένης μου.

Ζύγωσε τότε κάτω απ' το ψηλό παράθυρο και είπε με μια φωνή, που

πέταξε απ' τα χείλη του σαν τραγούδι, μέσα στη σιγαλιά του

φεγγαριού.

— Μέρες και μήνες περπατώ στο φως και στο σκοτάδι, για να σας

βρώ, γλυκά μου μάτια. Πέρασα βουνά και θάλασσες, διάβηκα ποτάμια

και γκρεμνούς. Ρίξε τα ξανθά σου τα μαλλιά, αγάπη μου, κάν' τα

σκάλα τα μαλλιά σου, νανεβώ και να πεθάνω στα πόδια σου. Γιατί

είμαι αποσταμένος από το δρόμο και θέλω να κοιμηθώ για πάντα σιμά

σου.

Η βασιλοπούλα δεν αποκρίθηκε. Γύρισε και είδε τα τριαντάφυλλα και

τα κρίνα του κορμιού της, που τάχαν μαράνει τα δάκρυά της. Και

τότε την έπιασε ένα παράπονο κ' έκλεισε το παράθυρό της. Δεν είχε

πια τριαντάφυλλα και κρίνα να χαρίση στον αγαπημένο της.

Κλείσθηκε μέσα στον πύργο και τα δάκρυά της τρέχανε ποτάμι απάνω

στα μαραμένα λουλούδια του κορμιού της.

Το βασιλόπουλο σαν είδε κ' έκλεισε το παράθυρο είπε μέσα του:

— Πέρασαν χρόνια και καιροί και η αγαπημένη μου με ξέχασε.

Διάβηκα ποτάμια και γκρεμνούς, πέρασα βουνά και θάλασσες για να

την ανταμώσω. Καλλίτερα να μη με είχαν σπλαχνισθή οι ανθρώποι του

βασιλιά, καλλίτερα να με είχανε φάει τάγρια θηρία.

Η βασιλοπούλα, μέσα στα δάκρυά της, θυμήθηκε τη νεράιδα, που

'ρχότανε κάθε άνοιξι στωραίο περιβόλι και ράντιζε τα μαραμένα τα

λουλούδια μ' ένα μαγικό νερό και τα λουλούδια ξανανθίζανε με την

πρώτη τους δροσιά. Κ' έλεγε μέσα της:

— Νάχα το αθάνατο νερό, που ανασταίνει τα λουλούδια. Τότε θα

κρεμούσα τα μαλλιά μου απ' το παράθυρο και θα τάκανα σκάλα νανεβή

ο αγαπημένος μου...

Και όλο έκλαιγε, μέσα στο σκοτάδι.

Το βασιλόπουλο τράβηξε κατά τα μάτια του.

— Θα πάρω πάλι τα γκρεμνά και τα ποτάμια, θα διαβώ τις θάλασσες

και τα βουνά, να φύγω μακρυά απ' την κακιά μου αγάπη.

Και τράβηξε πάλι μακρυά απ' το σιδερένιο πύργο.

Σαν περνούσε από το μεγάλο περιβόλι, κοντοστάθηκε και κύτταξε τα

ψηλά δένδρα. Τα πόδια του τρέμανε και δεν μπορούσε πια να

περπατήση.

Τότε τα ψηλά δένδρα τον λυπηθήκανε, μετανόησαν που τον είχαν

προδώσει με το βουητό τους, και το ψηλό το κυπαρίσσι, που άγγιζε

με την κορφή του το φεγγάρι, τούγνεψε από ψηλά και του είπε:

— Σαν θέλης να ξανάβρης την αγάπη σου, βάλε ατσάλι στην καρδιά

και σίδερο στα πόδια και τράβα το μονοπάτι που ανεβαίνει στο

βουνό.

Το βασιλόπουλο αναστέναξε.

— Μέρες και νύχτες περπατώ, ματώσανε τα πόδια μου από το δρόμο

και ράγισε η καρδιά μου απ' τους αναστεναγμούς. Και τώρα που

βρήκα την αγάπη μου, η αγάπη μου δε με θέλει. Και τώρα πού να

πάγω να την εύρω;

Το κυπαρίσσι του ξανείπε πάλι;

— Βάλε σίδερο στα πόδια σου και πάρε το μονοπάτι που ανεβαίνει

στο βουνό. Τράβα ολοένα κατά εκεί που βγαίνει ο ήλιος. Μέρες και

μήνες θα ιδής τον ήλιο ν' ανατέλλη και ολοένα θα κυνηγάς το κάθε

του φανέρωμα. Βουνά και κάμπους θα περάσης, βράχους και γκρεμνά.

Και σαν ιδής τον ήλιο να βγαίνη στεφανωμένος με τριαντάφυλλα,

εκεί θα σταματησης. Απάνω σένα βουναλάκι, που θα ιδής να

πρασινίζουν δάφνες και μυρτιές, θα ξανοίξης μια βρύσι μαρμαρένια.

Το νερό στάζει απ' τη μαρμαρένια βρύσι σαν δάκρυο.

Το βασιλόπουλο αναστέναξε.

— Κακά δένδρα είναι, είπε μέσα του, και γελούνε με τον πόνο μου.

Εγώ θα καθήσω να ξεψυχήσω εδώ, κάτω απ’ το σιδερένιο πύργο.

— Μήνες θα κάτσης γονατιστός, ξαναείπε το κυπαρίσσι, ως που να

γεμίσης το σταμνί σου. Και σαν το γεμίσης θα ξεκινήσης πάλι, με

της νύκτας το δρόμο, θα πάρης πάλι βουνά και λόγγους και θα

γυρίσης πίσω. Σαν γυρίσης ζωντανός, η βασιλοπούλα θα γίνη δική

σου.

Το βασιλόπουλο γύρισε και κύτταξε τα ματωμένα του ποδάρια και τα

κουρελιασμένα του ρούχα, ύστερα σήκωσε τα μάτια του και κύτταξε

το μονοπάτι που σκαρφάλωνε στην κορφή του ψηλού βουνού. Και το

πήρανε τα κλάματα.

— Αλλοίμονο! είπε. Τα πόδια μου δε με βαστάνε πια. Θα καθήσω εδώ

να ξεψυχήσω.

Παρακάλεσε το χάρο ναρθή να το γλυτώση απ' τα βάσανά του. Μα ο

χάρος δεν ερχότανε. Τότε πήρε το ραβδί του, σηκώθηκε με κόπο απ'

το χώμα και ξεκίνησε στον καινούριο δρόμο.

Τα λουλούδια και οι κύκνοι του περιβολιού τον βλέπανε, που

ανέβαινε το έρημο μονοπάτι. Ύστερα τον εχάσανε. Και ρώτησαν τα

λουλούδια κ' οι κύκνοι τα ψηλότερα δένδρα:

— Περπατάει ακόμα;

Τα ψηλότερα δένδρα, που τον βλέπανε να κατεβαίνη μια ρεματιά,

αποκρίθηκαν:

— Περπατάει. Ταγκάθια κ' οι πέτρες του μάτωσαν τα ποδάρια· μα

περπατάει ακόμα.

Ύστερα, σαν ανέβηκε στην κορφή του βουνού και χάθηκε πίσω απ' τα

ψηλά έλατα, τα δένδρα δεν τον βλέπανε πια. Και ρώτησαν τα δένδρα

το ψηλό το κυπαρίσσι:

— Περπατάει ακόμα;

Το ψηλό το κυπαρίσσι, που έβλεπε πίσω απ' το βουνό, το μεγάλο

κάμπο, αποκρίθηκε:

— Το χορτάρι που πατεί γίνεται κόκκινο απ' το αίμα των ποδαριών

του μα περπατάει ακόμα.

Ύστερα τον έχασε και το ψηλό το κυπαρίσσι, που έβλεπε το μακρυνό

κάμπο.

Και είπανε όλα τα δένδρα μαζή και τα λουλούδια κ' οι κύκνοι:

— Τι να γίνεται το δυστυχισμένο το βασιλόπουλο!...

Και τα πήρε ένα παράπονο, γιατί τώρα μετανοούσαν που το

μαρτύρησαν στον βασιλιά.

Τότε το κυπαρρίσι ρώτησε ένα συννεφάκι κόκκινο που περνούσε δίπλα

του:

— Μην είδες το βασιλόπουλο;

Και το συννεφάκι του αποκρίθηκε:

— Το είδα που περνούσε ένα άγριο ποτάμι. Και τα νερά του

ποταμιύυ γινήκανε πιο κόκκινα από μένα. Και σαν επέρασε το

ποτάμι, πήρε πάλι τα βράχια και τα γκρεμνά.

— Περπατεί ακόμα; ρώτησε το κυπαρίσσι φοβισμένο.

— Περπατεί... είπε το συννεφάκι και πέρασε. Ολοένα περπατεί...

III

Η γιαγιά ακούμπησε ήσυχα το κεφάλι της στην καρέκλα, πήρε βαθιά

την αναπνοή της και σταμάτησε. Έτσι έκανε κάποτε τα νάζια της η

γιαγιά και σταματούσε στη μέση του παραμυθιού. Ήθελε χάδια και

παρακάλια. Σαν πέρασε λίγη ώρα την εσκούντησα και της χάιδεψα τα

γόνατα.

— Έλα, γιαγιά, πες μας τώρα, περπατεί ακόμα το βασιλόπουλο;

Η γιαγιά δεν μιλούσε. Μόνο μας κύτταζε με κάτι μάτια παράξενα.

Σηκωθήκαμε όλοι και την τριγυρίσαμε. Άλλος της χάιδευε τις

πλάτες, άλλος τάσπρα της μαλλιά κι’ άλλος τα γόνατά της. Εγώ την

έβλεπα στα μάτια και την παρακαλούσα.

— Έλα, γιαγιακούλα, άφησε τώρα τα νάζια σου, πες μας τι έκανε το

βασιλόπουλο. Περπατεί ακόμα;

Η γιαγιά μας κύτταζε με τα μάτια ανοικτά, χωρίς να μας μιλή. Η

ματιά της όμως ήτανε παράξενη και μας έκανε φόβο. Ά! χωρίς άλλο,

κάτι θάπαθε το βασιλόπουλο και δεν ήθελε η γιαγιά να μας το πη...

— Πες το, γιαγιά, πες μας το. Πέθανε το βασιλόπουλο;

Η γιαγιά δεν μιλούσε. Η γιαγιά δεν εμίλησε καθόλου εκείνη τη

βραδειά. Ήτανε βαριά άρρωστη. Ήλθαν και την πήραν στο κρεββάτι

της. Έτρεξαν οι γιατροί, μαζεύτηκαν όλοι γύρω της. Μα η γιαγιά

δεν εμίλησε. Μέρες πολλές δεν έβγαλε λόγο. Καθότανε σαν πεθαμένη

στο κρεββάτι της και μόνο κινούσε κάποτε — κάποτε το δεξί της

χέρι στον αέρα, για να ζητήση κάτι.

Εγώ έμπαινα κρυφά στην κάμαρά της, της έπιανα το χέρι της και το

φιλούσα.

— Γιαγιά! άνοιξε το στόμα σου, γιαγιά, και πες μου τι έγινε το

βασιλόπουλο. Πες μου το εμένα κρυφά. Δεν θα το μαρτυρήσω σε

κανένα,

Του κάκου. Η γιαγιά δεν ήθελε να μου πη τίποτε...

Ύστερα από λίγες μέρες έκλεισε τα μάτια της και πέθανε. Ήρθαν και

την πήρανε με ψαλμωδίες και λιβανητά. Πήγαινα κ' εγώ πίσω, με τα

δάκρυα στα μάτια. Η γιαγιά έφευγε για πάντα κ' έπαιρνε μαζή της

το μυστικό. Το πήρε μαζή της κάτω από τα ψηλά κυπαρίσσια.

Ποτέ μου δεν έμαθα το τέλος του παραμυθιού. Ρώτησα κόσμο και

κόσμο, μα κανένας δεν ήξερε να μου πη τίποτε.

Η γιαγιά κοιμάται ακόμη κάτω από μια μαρμαρένια πλάκα, φαγωμένη

από τον καιρό, κιτρινισμένη απ' τα χρόνια.

Όλα τα μνήματα τριγύρω είναι βουβά. Μα κάποια φωνούλα αντηχεί

κάποτε απάνω στο κυπαρίσσι τους, κάποιο μουρμούρισμα κλαδιών τα

ζωντανεύει. Το πιο βουβό μνήμα είναι το μνήμα της γιαγιάς.

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ, Ο ΦΤΩΧΟΣ

ΚΑΙ Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

Στο μεγάλο δρόμο, απάνω στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, κάθεται ένας

ζητιάνος. Δίπλα του είναι ξαπλωμένος ένας μαύρος, μαλλιαρός

σκύλος. Ο σκύλος του ζητιάνου.

Ο ήλιος πυρώνει από ψηλά τον άνθρωπο και το σκύλο, απάνω στα

λευκά μάρμαρα.

Ο άνθρωπος είναι ντυμένος στα κουρέλια. Το πρόσωπό του είναι

χλωμό, αρρωστιάρικο και παραπονεμένο. Ο σκύλος έχει ένα

γυαλιστερό, παστρικό τρίχωμα, που τον σκεπάζει ως τα ρουθούνια.

Το μούτρο του είναι εύθυμο και γελαστό, και το μάτια του

γυαλίζουν κάτω απ' τα πυκνά του φρύδια.

Ο ήλιος πυρώνει από ψηλά τον άνθρωπο και το σκύλο και ζητεί να

τους ομορφήνη και τους δύο. Ο ζητιάνος όμως φαίνεται σαν να

κρυώνη, και το φως, που τον λούζει, τον κάνει ασχημότερο. Ο

σκύλος χαίρεται το φως μέσα στη γούνα του, και το μαλλί του

γυαλίζει σαν μετάξι.

Απ' τη μεγάλη πόρτα του μεγάρου βγήκε μια παχουλή υπηρέτρια, με

κόκκινα δροσερά μάγουλα. Έδωκε με καλωσύνη μια φέτα ψωμί κ' ένα

κομμάτι κρέας στο ζητιάνο και πέταξε με περιφρόνησι ένα κόκκαλο

στο σκύλο.

Ο άνθρωπος πήρε το κομμάτι το κρέας, με ντροπή, κι αναστέναξε,

σαν να τούδιναν φαρμάκι. Άρχισε να μασάη χωρίς όρεξι, με συχνούς

αναστεναγμούς και με κομμένα λόγια. Ο σκύλος άρπαξε το κόκκαλο με

λαχτάρα, κούνησε την ουρά του, τώβαλε ανάμεσα στα μπροστινά του

πόδια κι' άρχισε να το ροκανίζη μ' ευτυχία.

Ο ήλιος πύρωνε από ψηλά τον άνθρωπο και το σκύλο. Οι διαβάτες

περνούσαν βιαστικοί μπροστά τους. Πού και πού κανένας έρριχνε μια

πεντάρα στο δίσκο του ζητιάνου και κυττάζοντας το σκύλο, που

τούφραζε το δρόμο, μουρμούριζε μέσα του: «Να χαθής, βρωμόσκυλο».

Ο ζητιάνος έπαιρνε το έλεος του διαβάτη κι' όλο αναστέναζε. Ο

σκύλος άκουε τις βρισιές του κι' όλο κουνούσε την ουρά του....

Ένας μάγκας, καθισμένος σταυροπόδι στο πεζοδρόμιο, κύτταζε με δυο

μεγάλα γαλανά μάτια τον άνθρωπο και το σκύλο. Άξαφνα άρχισε να

γελάη μοναχός του: «Για κύττα! είπε. Ένας πλούσιος κ' ένας

φτωχός!...»

Ο ήλιος πύρωνε από ψηλά και τους τρεις! Τον πλούσιο, τον φτωχό

και τον φιλόσοφο.

ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ

ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Στις όχθες ενός μακρυνού ποταμού, πέρα και πέρα από τις χώρες των

ανθρώπων, βασίλευε πάντα η μεγάλη και αγνώριστη χαρά — έτσι λέει

ένα παλαιό παραμύθι. Το νερό αργοκίνητο, χωρίς μουρμουρητά ή

παράπονα, περνούσε αφλοίσβητο ανάμεσα στις πρασινάδες. Κάτω από

τον ήλιο ο Ποταμός φορούσε τα χρυσάφια του και στολιζότανε με

διαμάντια και με ζαφείρια· κάτω από το φεγγάρι έβαζε τασημένια

του και φορούσε τα οπάλια και τα μαργαριτάρια του· μέσα στο

σκοτάδι της νύκτας ντυνότανε τα μαύρα του βελούδα, κεντημένα με

χρυσά άστρα. Και πάντα εκυλούσε ο Γερο — Ποταμός με την αργή

γαλήνη μιας βασιλικής ευτυχίας. Έτσι λέει ένα παλαιό παραμύθι.

Στις όχθες του ποταμού οι μεγάλες λεύκες εσάλευαν πάντα

καμαρωμένες απάνω στα υπερήφανα κορμιά τους. Και όλο ψήλωναν

ρουφώντας με τις ψηλές κορφές τους το πρωτόλουβο φως του ουρανού

και όλο κατέβαιναν ζητώντας από τα σπλάχνα της γης τις απόκρυφες

δροσιές. Τα σπάρτα τα πρόσχαρα όλο γελούσαν και όλο παιγνίδιζαν

μες τις τρελλές ακτίνες κι' όλο πλουμίζονταν και καμάρωναν. Κ' οι

καλαμιές λύγιζαν πάντα παιγνιδιάρες κ' ερωτικές και τώρα έσκυβαν·

και καθρεφτίζοντο στα βασιλικά νερά και τώρα πάλι πεισμωμένες

τίναζαν με νάζι τα κορμάκια τους και γελούσαν με τα γαργαλίσματα

της αύρας. Κι' ο Γέρο — Ποταμός κυλούσε ταργοκίνητα νερά του,

πέρα και πέρα από τις χώρες των ανθρώπων, με μια βασιλική

ευτυχία.

Κάτω από τα γέρικα κορμιά των δένδρων καινούργια φύτρα

εχαιρετούσαν κάθε άνοιξι το μεγάλον ήλιο. Και οι μαννάδες τους

έσκυβαν στοργικά και τους εμουρμούριζαν το παλαιό τραγούδι της

ευτυχίας. Μα ένα καινούργιο φύτρο — λέει το παραμύθι — έσκασε ένα

δειλινό και πρόβαλε ανάμεσα από τη μαλακή χλόη. Ήταν μια μικρούλα

λεύκα που δεν έμοιαζε με τις άλλες. Και όταν μεγάλωσε κ' εψήλωσε,

μονάχη της ξεχωριστή σ' ένα ψήλωμα της ρεματιάς, οι άλλες λεύκες

και τα σπάρτα και οι καλαμιές και τα χαμολούλουδα την κύτταξαν

παράξενα. Γιατί η καινούργια λεύκα δεν έμοιαζε με τα άλλα δένδρα,

δεν είχε τα σημάδια των αδερφών της, ούτε στο κορμί της το

παράξενο, ούτε στο αγκάλιασμα των κλαδιών της, ούτε στο σάλεμα

των ψηλών κλώνων, όταν οι αγαπημένοι άνεμοι πετούσαν τρελλοί να

χαιρετήσουν το Γέρο — Ποταμό με τα ευτυχισμένα τα παιδιά του.

Η καινούργια λεύκα ήταν ένα δένδρο που αγαπούσε να παίρνη

ανθρώπινες μορφές. Το κορμί της λιγνό και λυγερό σάλευε με

ανθρώπινα κινήματα και τα κλαδιά της άπλωναν στον αέρα σα δυο

χέρια που ζητούσαν ν' αγκαλιάσουν τις σιωπηλές σκιές που

ανέβαιναν από τα αργοκίνητα νερά. Η κορυφή της, καθώς εφούντωνε

απάνω από το γυμνό κορμί της, έγερνε σαν κεφάλι γυναίκας με

μεγάλα ξέπλεκα μαλλιά και όλο έσκυβε λυπητερά κατά την γη και όλο

ψήλωνε απελπιστικά προς τον ουρανό. Και όταν φυσούσε ο δυνατός

βορηάς, η λεύκα βογγούσε με ανθρώπινο βογγητό· και όταν έπαιρνε η

δυνατή νοτιά, από μέσα από τα κλαδιά της έβγαιναν ανθρώπινα

αναφυλλητά· και όταν έπεφτε το σκοτάδι και τα άλλα δένδρα έγερναν

το ένα στην αγκαλιά του άλλου, αυτή μονάχη και ξεχωριστή εφάνταζε

σαν ψηλό φάντασμα, άγρυπνο και καταραμένο, χωρίς ύπνο, που άπλωνε

πάντα και όλο άπλωνε δυο μεγάλα χέρια ν' αγκαλιάση τις φοβισμένες

σκιές που έφευγαν κ' εγλυστρούσαν απάνω στα νερά του ποταμού.

Από τότε που η λεύκα με την ανθρώπινη ψυχή εφύτρωσε μονάχη και

ξεχωριστή σ' ένα ψήλωμα της ρεματιάς, από τότε — λέει το παλαιό

παραμύθι — η χαρά χάθηκε από τις όχθες του ποταμού. Τα δένδρα

μαράζωσαν γύρω της, από ένα πόνον που δεν τον είχανε γνωρίσει

ποτέ τους. Οι άλλες λεύκες τίναζαν τα ξερά και μαραμένα φύλλα

τους σαν δάκρυα μέσα στο ήσυχο το ρέμα· τα σπάρτα ξέχασαν τα

χαρωπά παιγνιδίσματα με τις χρυσές ακτίνες και μόνο ταγκαθωτά

φύλλα τους έτριζαν λυπητερά με τις άγριες πνοές· οι καλαμιές, σαν

γερόντισσες ξερακιανές, τρέκλιζαν με τις αύρες που τους ζητούσαν

ερωτικά παιγνίδια, γαργαλίζοντας τα χλωμά και στεγνωμένα φύλλα

τους. Μόνο η λεύκα, που έπαιρνε ανθρώπινες μορφές, βασίλευε σαν

φάντασμα απάνω από τις πένθιμες όχθες. Και όλο κινούσε δυο μεγάλα

χέρια ν' αγκαλιάση τις φοβισμένες σκιές που γλυστρούσαν απάνω στα

νερά και όλο σήκωνε το απελπισμένο κεφάλι προς τον ουρανό.

Ταργοκίνητα νερά διάβαιναν σιωπηλά κάτω από τη θλίψη των δένδρων·

ο Γέρο — Ποταμός φούσκωνε τα νερά του από μιαν απόκρυφη θλίψη. Τα

νερά του έτρεχαν τώρα φαρμακωμένα και μάραιναν τα νέα φύτρα και

μονάχα οι ρίζες της παράξενης λεύκας ρουφούσαν αχόρταγα το

φαρμακωμένο νερό και απάνω από τις θλιμμένες όχθες δυο μεγάλα

απελπισμένα χέρια σάλευαν, γυρεύοντας ν' αγκαλιάσουν τις

τρομαγμένες σκιές.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Σελ.

Η Βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια.......3

Το Βασιλόπουλο που χαμογελούσε.......17

Το αγαπημένο αντρόγυνο...............21

Ο γάμος της πεντάμορφης..............23

Η εκδίκηση του καμπούρη..............25

Ψεύτρα αγάπη.........................27

Η Πολιτεία της σιωπής................31

Η στερνή αγάπη της Δροσούλας.........36

Η καρδιά της κούκλας.................40

Ο Καμπούρης..........................48

Η αγάπη του σκιάχτρου................51

Ο ανθρώπινος πόνος...................54

Ο προφήτης ..........................58

Οι μενεξέδες.........................62

Το δρομαλάκι της ευτυχίας............64

Τα μάτια του τυφλού..................69

Όμορφος κόσμος ......................74

Το φιλί..............................76

Το ατέλειωτο παραμύθι ...............79

Ο πλούσιος, ο φτωχός και ο φιλόσοφος.91

Στις όχθες του ποταμού ..............93

End of Project Gutenberg's The shepherdess with the pearls, by Pavlos Nirvanas

Η βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια και άλλες μικρές ιστορίες · 第 5 / 5 段