— Δεν ξέρω τίποτε. Ξέρω πως τα πόδια μου είναι λυμένα....

Εγώ ακολούθησα πάλι τον κόσμο στη μεγάλη στράτα. Ένα παράπονο,

χωρίς να το καταλάβω, πλημμύρισε τα στήθη μου. Κι όλη την ώρα

συλλογιζόμουνα το έρημο δρομαλάκι, με το άσπρο, ξερό του χώμα,

που δεν είχε ούτε δένδρα, ούτε σκιές, ούτε διαβάτες.

Συλλογιζόμουνα το νεογέννητο γαϊδουράκι, που τόδιωξε τόσο άγρια ο

αγωγιάτης και θαρρούσα πως τόβλεπα τώρα μεγαλωμένο, γεμάτο

πληγές, να σέρνη το φορτίο του στους δρόμους, υπομονετικό και

παραπονεμένο. Συλλογιζόμουνα και τον παραλυτικό, που τα πόδια του

δε βαστούσανε να τονέ φέρουν ως το λευκό δρομαλάκι και που το

κύτταζε θλιμμένος απ' τη ρίζα της πιπεριάς. Και ύστερα τον εαυτό

μου, που η ψυχή μου παράλυσε στη μέση του δρόμου και γύρισα πίσω,

χωρίς να ξέρω το γιατί. Ο άλλος κόσμος προχωρούσε χωρίς να

συλλογίζεται τίποτε. Και το δρομαλάκι έμενε πάντα έρημο, χωρίς

δένδρα, χωρίς σκιές, χωρίς διαβάτες.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ

ΤΥΦΛΟΥ

Ο Πέτρος κ' η Μαρία ήτανε δυο αδερφάκια αγαπημένα. Ποτέ δυο

πλάσματα στον κόσμο δε σταθήκανε τόσο ταιριαστά και τόσον όμορφα

ενωμένα. Ούτε μάννα με το παιδί της, ούτε καλός με την καλή του,

ούτε περιστεράκι με το ταίρι του. Ο Πέτρος κ' η Μαρία ήτανε σαν

ένα κορμί ασύγκριτα μοιρασμένο, σαν μια ζυγή ψυχούλα, σαν ένα

χαμόγελο διπλό και σαν ένα δίδυμον όνειρο. Ο ήλιος χαιρότανε να

τους βλέπη από ψηλά, το φεγγάρι αναγάλλιαζε απάνω στα ξανθά

μαλλιά τους και τα περιβόλια μεθούσανε απ' τις μυρωδιές στο

πέρασμά τους. Μονάχα ο γέρος ο Θεός, σαν έσκυβε και τους καμάρωνε

απ' τα ουράνια, μετανοούσε που είχε χωρίσει μια ψυχή σε δυο

κομμάτια και πάλι θαύμαζε το θάμα του στης ομορφιάς και της

καλοσύνης το ξαναταίριασμα.

Ο Πέτρος κ' η Μαρία είχανε μια ψυχή. Κ' η ψυχή τους είχ' ένα φως.

Και το φως των ουρανών έμπαινε και πλημμύριζε τα δυο κορμιά τους

από ένα παράθυρο. Γιατί ο Πέτρος ήτανε τυφλός κ' η Μαρία είχε δυο

μεγάλα, καταγάλανα μάτια σαν το χρώμα τουρανού και σαν το χρώμα

του νερού κάτω απ' το φεγγάρι και σαν το χρώμα των γαλάζιων

πετραδιών, που βγαίνουνε απ' το σκοτεινά βάθια της γης. Και γι'

αυτό τα μάτια της Μαρίας λάμπανε το ίδιο μέσα στο φως και μέσα

στο σκοτάδι. Κι' ο Πέτρος έβλεπε με τα μάτια της Μαρίας και ποτέ

του δεν παραπονέθηκε για τα δικά του μάτια, γιατί ποτέ δεν

κατάλαβε το στερεμό τους και γιατί η ψυχή του ήτανε πάντα

πλημμυρισμένη από φως. Το φως των ουρανών έμπαινε στις δυο

ψυχούλες απ' το ίδιο παράθυρο.

Δεν ήτανε ομορφιά στον κόσμο, που δεν την ήξερε ο Πέτρος. Αυγήν —

αυγή μόλις ανοίγανε τα μάτια τους, τα δυο τους μεγάλα καταγάλανα

μάτια, χειροπιαστοί παίρνανε τους κάμπους και τακρογιάλια.

Περνούσανε απ' τανθισμένα περιβόλια, βρέχανε τα πόδια τους στις

αμμουδιές, τριπώνανε στους ήσκιους των λαγκαδιών, σκαρφάλωναν σαν

κατσικάκια στις ψηλές κορφές και ξάπλωναν τα κορμιά τους να

ξεκουρασθούν μέσα στα ξανθά τα στάχυα του κάμπου. Κι' όλο

βλέπανε, κι' όλο βλέπανε τις ομορφιές του κόσμου με τα δυο μεγάλα

καταγάλανα μάτια τους και ποτέ δεν χόρταιναν.

Τα μάτια του Πέτρου ήτανε γλυκά βασιλεμένα, σαν να τα χρύσωνε

πάντα ένα ομορφόνειρο. Και δεν ήτανε θάμα στη γη που δεν τόξερε ο

Πέτρος, δεν ήτανε φως, δεν ήτανε χρώμα, δεν ήτανε χάρι κι'

ομορφιά που δεν το γνώριζε. Ήξερε πώς προβάλλει ο χρυσός Ήλιος

απ' την κορφή του βουνού και πώς ροδίζουνε οι πλαγιές κ' οι

κάμποι και πώς ντύνονται τα ωραία τους στολίδια στο φίλημά του

δένδρα και λουλούδια. Ήξερε πώς προβάλλει τολοστρόγγυλο φεγγάρι

απ' τη θάλασσα και πώς ασημώνει τα ωραία νερά, που ανατριχιαζουνε

στο φως του, και τα λευκά πανάκια, που αρμενίζουνε στο πέλαγο.

Ήξερε πώς τα ξανθά τα στάχυα μοιάζουνε με τα μαλλιά της Μαρίας

και πώς γλυκοσαλεύουνε το απόβραδο με το γλυκόπνοο αεράκι. Και τι

δεν ήξερε. Ήξερε πώς κυλάει τα νερά του το ποταμάκι απάνω

στασημένια βότσαλα και πώς γλυκοκοιμώνται και ονειρεύονται τα

νούφαρα μες στα νερά της λίμνης. Τόσο που πολλές φορές, σκυμμένος

απάνω στασάλευτα νερά της, νόμισε πως είδε με τα βασιλεμένα μάτια

του καθρεφτισμένο το πρόσωπό του. Και δεν ήξερε αν ήτανε το δικό

του πρόσωπο κι' αν ήτανε της αδερφούλας του. Και τότε την

αγκάλιαζε γλυκά και της έλεγε:

— Στάσου ακόμα, γλυκειά μου αδερφή. Γιατί μ' αρέσει να βλέπω

μέσα στα νερά της λίμνης καθρεφτισμένο το πρόσωπό σου.

Τα μάτια του Πέτρου ήτανε γλυκά βασιλεμένα, σαν να τα χρύσωνε

πάντα ένα ομορφόνειρο. Και ωστόσο δεν ήτανε ομορφιά που δεν την

ήξερε. Ήξερε όλα ταστέρια με τόνομά τους και ήξερε τους δρόμους

και τα μονοπάτια τουρανού που αργοδιαβαίνονν τάστρα, ένα — ένα,

δυο — δυο, πολλά — πολλά, άλλα μονάχα και θλιβερά, άλλα δεμένα,

αγκαλιασμένα, ταίρια — ταίρια, χαρούμενα στους ήσυχους δρόμους.

Κι' απ' όλα ταστέρια καμάρωνε του Αυγερινού τη μοναξιά και

αγαπούσε τα Μαλλιά της Βερενίκης. Και με τα βασιλεμένα του μάτια

γυρισμένα προς το ουράνιο όνειρο, ρωτούσε την αδερφή του:

— Πού πάει μονάχος και περήφανος ο Αυγερινός;

Κ' η Μαρία του αποκρινότανε:

— Αλλοίμονο! Τα μάτια μας δεν ξέρουνε να μας το πούνε.

Και πάλι τη ρωτούσε ο Πέτρος :

— Τι στάζει στην καρδιά μας ο Αποσπερίτης κ' είναι γλυκό σαν

μέλι;

Κ' η Μαρία του αποκρινότανε:

— Αλλοίμονο! Τα μάτια μας δεν φθάνουνε να ιδούνε.

Ο Πέτρος λυπότανε βαθιά, που δεν ήξερε όλα ταπόκρυφα της ομορφιάς

του κόσμου. Και ρωτούσε πάλι την αδερφούλα του καρφώνοντας τα

βασιλεμένα μάτια προς τα Μαλλιά της Βερενίκης.

— Για πες μου, καλή μου αδερφούλα. Πού βρίσκεται η όμορφη

βασίλισσα;

Κ' η Μαρία, ανοίγοντας τα μεγάλα της μάτια προς τον ουρανό,

τούλεγε πάλι λυπημένα:

— Αλλοίμονο! Τα μάτια μας δεν φθάνουνε να ιδούνε ως τον έβδομο

ουρανό.

Τότε ο Πέτρος της χάιδευε τα ξανθά μαλλιά και της έλεγε:

— Σαν ανεβούνε τα ματάκια σου απάνω στάστρα, μη μ’ αφήσης μοναχό

μου. Πάρε με μαζή σου να ιδούμε την όμορφη Βερενίκη.

Η Μαρία έσκυβε τότε τα μεγάλα της μάτια και πότιζε με δάκρυα το

χορτάρι. Και μόνον αυτά δεν έβλεπε ο Πέτρος, γιατί κυλούσαν σιγά

και μυστικά στο χώμα.

Τα μάτια του Πέτρου ήτανε πάντα γλυκά βασιλεμένα. Κι' ωστόσο δεν

ήτανε ομορφιά κι' αγάπη που δεν την ήξερε. Ήξερε ακόμα πώς

σφικτοπεριπλέκεται ο μαύρος ο κισσός ολόγυρα στολόχλωρο κορμί του

γεροπλάτανου και ολόγυρα στο κάτασπρο το μάρμαρο μιανής αρχαίας

κολώνας. Και σφίγγοντας την αδερφούλα του στην αγκαλιά του, της

έλεγε γλυκά και λυπημένα:

— Πόσο μοιάζω κ' εγώ το σκοτεινό περιπλοκάδι του κισσού....

Ένα πρωί ανοιξιάτικο, που η πλάση αλάκερη πεντοβολούσε απ' τις

μυρωδιές, μέσα σ' ένα δροσάτο φως, τα περιβόλια κ' οι ακρογιαλιές

δεν είδανε τον Πέτρο και τη Μαρία. Ο Πέτρος ήτανε βαρυά πεσμένος

στο στρώμα. Όλο το κορμάκι του έκαιγε σαν το καμίνι, το κούτελό

του ήτανε σαν πέτρα πυρωμένη απ' τον ήλιο του Θεριστή και τα

μεγάλα του ξανθά μαλλιά μοιάζανε σαν φλόγες, που καίγανε αλύπητα

τωραίο του κεφάλι.

Δίπλα του η Μαρία τον παράστεκε βουβή και πικραμένη. Τα μεγάλα,

καταγάλανα μάτια της, που ποτέ δεν είχανε βασιλέψει για να

βλέπουνε τις ομορφιές του κόσμου, βασιλεμένα τώρα προς το χώμα,

στάζανε δάκρυα μυστικά.

Μα τώρα το φως έμπαινε από άλλο παράθυρο στις δυο ζυγές ψυχούλες.

Τώρα η Μαρία έβλεπε με τα μάτια του τυφλού. Κι ο Πέτρος μέσα στο

καμίνι που τον έκαιγε, μιλούσε με μια φωνή περίσσια γλυκειά, με

μια φωνή δροσιά γεμάτη. Γιατί ο Πέτρος έβλεπε τώρα άλλες ομορφιές

και θάματα που δεν τα είχανε ιδεί ακόμα. Και μιλούσε γι' άλλα

λουλούδια κι' άλλα χρώματα, μιλούσε για κορφοβούνια και κάμπους

που δεν τους είχε πατήσει το πόδι τους. Μιλούσε για ποταμάκια και

νερά και λίμνες που δεν είχανε καθρεφτίσει ως τώρα το πρόσωπό

τους. Και μια ουράνια χαρά ήτανε χυμένη στο πρόσωπό του κ' ένα

φως χρυσογάλαζο έλουζε τα βασιλεμένα μάτια του. Και καθώς μιλούσε

έπιασε σφικτά το χέρι της αδερφούλας του και της είπε:

— Έλα τώρα να σου πω μυστικά, πού πάει μονάχος μες στη γαλάζια

σιγαλιά ο Αυγερινός, και τι μας στάζει στην καρδιά μας ο

Αποσπερίτης κ' είναι γλυκό σαν μέλι. Κ' έλα τώρα, αδερφούλα μου

γλυκειά, να σου δείξω την όμορφη βασίλισσα, τη χρυσομάλλα

Βερενίκη, μέσα στο φως του έβδομου ουρανού....

Κ' η φωνή του σβύστηκε γλυκά, σαν στάλαγμα νερού με στου νερού

τον ύπνο.

Η Μαρία έγυρε απάνω του και τα μεγάλα καταγάλανα μάτια της γίνανε

συννεφιασμένοι ουρανοί και χύσανε καταρράκτες δάκρυα να σβύσουνε

τη φλόγα πούκαιγε τον αδερφό της. Τα δάκρυά της σβύσανε τη φλόγα

του κι' ο Πέτρος έγινε κρύος σαν το μάρμαρο. Η Μαρία τον έσφιξε

στην αγκαλιά της και τα χείλια της σαλέψανε μ' ένα παράπονο, που

δε στάθηκε παρόμοιο στη γη. Και του είπε, κυττάζοντας τα

βασιλεμένα μάτια του:

— Αλλοίμονο! γλυκέ μου. Πόσο μοιάζω κ' εγώ με το σκοτεινό

περιπλοκάδι του κισσού, που αγκαλιάζει το κρύο το μάρμαρο.

Η Μαρία δε σήκωσε πια τα μάτια της να ιδή καμμιάν ομορφιά του

κόσμου. Τώρα έβλεπε με τα μάτια του Πέτρου. Κ’ έβλεπε τις

ομορφιές που κανένα μάτι δεν τις βλέπει....

ΟΜΟΡΦΟΣ

ΚΟΣΜΟΣ

Ήτανε οι δυο αγαπημένοι στον ανθισμένο κάμπο. Απάνω τους ήταν ο

Ήλιος, γύρω τους η Άνοιξη και κάτω απ' τα πόδια τους η Θάλασσα.

Και είπε ο Αγαπημένος:

— Τι χρειάζεται η Άνοιξη στην αγάπη μας; Όλα τα χρώματα του

κάμπου, όλα τα παιγνιδίσματα των κλώνων κι’ όλες οι ευωδιές των

λουλουδιών είναι ταιριασμένα απάνω στην αγαπημένη μου. Λίγη

μαλακιά χλόη μας φθάνει για κρεββάτι μας.

Κι' ο Θεός άκουσε τα λόγια του Αγαπημένου. Όλα τα χρώματα σβύσανε

τριγύρω τους, τα δένδρα πέσανε κάτω ξερά, τα λουλούδια μαραθήκανε

και τα πουλιά βουβάθηκαν. Λίγη χλόη έμεινε κάτω απ' τα πόδια

τους.

Ο Ήλιος φιλούσε ακόμα από ψηλά το αγκάλιασμά τους. Και είπε πάλι

ο Αγαπημένος:

— Τι χρειάζεται ο Ήλιος στην αγάπη μας; Τα μαλλιά της αγαπημένης

μου λάμπουνε ευγενικώτερα και το στήθος της με ζεσταίνει πιο

γλυκά απ' τον Ήλιο. Έν' άστρο ας μείνη ψηλά να μας παραστέκη.

Κι' ο Θεός άκουσε τα λόγια του Αγαπημένου. Ο Ήλιος έσβυσε απάνω

στο στερέωμα κ' ένα άστρο, γλυκό σαν την Αφροδίτη, έλαμψε στο

γαλάζιον αιθέρα, απάνω απ' το αγκάλιασμά τους.

Κι' ο Αγαπημένος έσφιξε την αγάπη του απάνω στο στήθος του και

κάρφωσε τα μάτια του απάνω στα δικά της. Και είπε πάλι ο

Αγαπημένος:

— Τι χρειάζεται η πλατειά Θάλασσα στην αγάπη μας; Τα μάτια της

αγαπημένης μου είναι ο πιο πλατύς Ωκεανός. Και μέσα στα βάθη του

πλέει άφθαστο ένα χρυσοπράσινο νησάκι. Τι χρειάζεται η πλατειά

Θάλασσα στην αγάπη μας;

Κι' ο Θεός άκουσε τα λόγια του Αγαπημένου. Και η πλατειά θάλασσα

στέρεψε κάτω απ' τα πόδια τους.

Οι δυο αγαπημένοι ξαπλώθηκαν απάνω στη μαλακιά χλόη. Το μοναχικό

άστρο φώτιζε από ψηλά το αγκάλιασμά τους μ' ένα ζηλόφθονο φως.

Δυο λευκοί άγγελοι, που σχίζανε το στερέωμα απ' Ανατολή σε Δύση,

σταμάτησαν ξαφνισμένοι απάνω απ' τους αγαπημένους το γλήγορο

πέταγμα και ζύγιασαν τα φτερά τους.

Ο ένας άγγελος είπε στον άλλον:

— Τι όμορφος κόσμος!...

Και τίναξαν πάλι τις φτερούγες τους και τράβηξαν το δρόμο τους

απ' Ανατολή σε Δύση.

ΤΟ ΦΙΛΙ

Οι βιολιτζήδες κατέβαιναν απ' το βουνό, με τα όργανα τυλιγμένα

μέσα σε μαβιές, πάνινες θήκες, κάτω απ' τη μασχάλη, σκονισμένοι,

βιαστικοί, να φθάσουν κάτω στο γυαλό. Γύριζαν ψηλά απ' το χωριό

ξενυχτισμένοι σε ξεφαντώματα.

Ο γέρω — Μπούμας ο περαματζής, μέσα στη μικρή του φελούκα,

ακουμπισμένος στην κουπαστή, με το αρμίδι στα τρεμουλιαστά του

χέρια, ακολουθούσε, με τα μεγάλα θαλασσιά μάτια του, ένα κοπάδι

τρελλούς σπάρους, που τριγύριζαν γύρω στο δόλωμά του. Το μάτι

του, παίζοντας ανάμεσα στερηάς και θάλασσας, πήρε τα παλικάρια

που ροβολούσαν απ' το βουνό. Μάζεψε το αρμίδι του, έβαλε τη

λαγουδέρα στο τιμόνι, πήρε το αγκουρέτο μες στη βάρκα, ζύγωσε τη

βάρκα στη σκάλα κι' άρχισε να λύνη το μεγάλο κόκκινο πανί.

Οι βιολιτζήδες πήδησαν μες στη βάρκα.

— Άλα, γέρο! Πήρε να φρεσκάρη. Αβάρα να φεύγουμε...

Το πανί φούσκωσε λασκάδο. Η φελούκα γλύστρησε επάνω στα βραδυνά

νερά. Ο περαματζής, καθισμένος απάνω στην κουπαστή της πρύμης,

έστριψε ένα τσιγάρο, κουμαντάροντας με το ζερβί γόνατο τη

λαγουδέρα, πατώντας με το δεξί πόδι πεισματικά την άκρη της

σκότας. Το αεράκι, φρεσκάροντας ολοένα, ανέμιζε τα μακρυά, άσπρα

του μαλλιά σαν μιαν άσπρη σημαία ειρήνης ψηλά στην πρύμη. Η βάρκα

πήγαινε γεμάτα κατά τον κάβο αντίπερα, λάσκα το μεγάλο κόκκινο

πανί.

— Γεια σου, γέρο, είπε το Φλάουτο, ένα παλιόπαιδο αμούστακο και

αδιάντροπο, πειράζοντας το γέρο.

Το Μπουζούκι και το Βιολί, δύο μεσόκοποι χλωμοί και κομμένοι από

το ξενύχτι και το κρασί, πάσχιζαν να πάρουν κανέναν ύπνο,

ακουμπώντας με χασμουρητά στην τεντωμένη σκότα.

— Γεια σου, γερω — μπαμπαλή! ξαναφώναξε το Φλάουτο. Καλά

κουμαντάρεις. Βάρδα μονάχα μη τσακίσης την ξέρα...

Ο γέρος τράβηξε το τσιγάρο του, έβγαλ' ένα σύννεφο καπνό από το

στόμα και τα ρουθούνια, κυττάζοντας με περιφρόνηση το παλιόπαιδο·

το πανί άρχισε να παίζη, σε λίγο κρεμάστηκε σαν κουρέλι. Το

Μπουζούκι και το Βιολί, που τους έλειψε το ακουμπιστήρι,

ξυπνήσανε μαχμουρλήδες. Το αεράκι ξεψύχησε ολότελα. Ο γέρος

κύτταξε ολόγυρά του και κάτι μουρμούρισε μέσα του.

— Κάλμα, πανάθεμάτην! είπε σε λίγο δυνατώτερα.

Έξαφνα γυρίζοντας στο Φλάουτο:

— Να, γρουσούζη! είπε φασκελώνοντάς τον.

Το Μπουζούκι και το Βιολί τινάχτηκαν φουρκισμένοι, παίρνοντας το

μέρος του παιδιού.

— Γέρο, μέτρα τα λόγια σου! είπαν κ' οι δυο με ένα στόμα,

ζυγώνοντας άγρια το γέρο.

— Γέρο — ξεκουτιάρη! πρόσθεσε παίρνοντας θάρρος το Φλάουτο.

Ο γέρος έδωκε τόπο της οργής. Μάζεψε το πανί, πήρε μέσα το φλόκο

κ' έβαλε τα κουπιά στους σκαρμούς, Οι βιολιτζήδες τα γύρισαν κι'

άρχισαν πάλι τα πειράγματα.

— Έλα, γέρο — πατέρα, άσε τώρα τα κουπιά και παίξε μας κανένα

σκοπό, να θυμηθής τα ντέρτια σου, ως που να βγάλη η στεριά! είπε

το Βιολί.

— Έλα γέρα, πάρε το φλάουτο και φύσα! επρόσθεσε το παιδί,

δίνοντάς του με καμώματα το όργανο και γελώντας κάτω από την άχνα

του μουστακιού του.

Οι άλλοι ξεράθηκαν στα γέλοια.

Ο γέρος πέταξε το κουπιά και τινάχτηκε μπροστά στον πάγκο, ίσιος

τώρα σαν λαμπάδα, με τα μάτια σπιθόβολα, με το μεγάλο μέτωπο

φωτισμένο.

Οι άλλοι τραβήχτηκαν φοβισμένοι, σαν να τους έσκιαξε το κίνημα το

ανδρειωμένο του γέρον, ολόρθου ανάμεσό τους μέσα στη γαλήνη του

βασιλέματος.

— Το φλάουτο, βρε ζαγάρι, φέρτο δω το φλάουτο...

Και του άρπαξε τόργανο από τα χέρια. Το παιδί θάρρεψε πως θα του

το τσακίση στο κεφάλι.

— Το φλάουτο, βρε ζαγάρια ! Ο γέρο — Μπούμας δεν τα σκιάζεται τα

όργανα. Τούτη η τέχνη τονέ γέρασε τον Μπούμα!...

Τόνομα του Μπούμα έπεσε σαν αστροπελέκι μες στη σιγαλιά του

κοιμισμένου γιαλού. Οι βιολιτζήδες κιτρίνισαν. Η φωνή τους

εκόλλησε στο λαρύγγι. Ανασηκώθηκαν ξαφνιασμένοι σαν να περνούσαν

μπροστά τους τα Άγια Μυστήρια.

— Ο Μπούμας! μουρμούρισαν κυττάζοντας ο ένας τον άλλον.

Ο τρανός τεχνίτης εφάνταζε μπροστά τους, μεγάλος και

παντοδύναμος, κρατώντας ακόμη στα χέρια του τη δύναμη που ράγιζε

τα λιθάρια και ημέρευε τα θηρία.

Ο γέρος έβαλε τα δάκτυλα στις τρύπες του φλάουτου, τώφερε

ανάλαφρα στο στόμα και κόλλησε τα χείλη του απάνω του σ' ένα φιλί

μεθυσμένο, γεμάτο γλύκα και τρεμούλα. Σαράντα χρόνια είχαν να

φιληθούν ο γέρο — Μπούμας με το φλάουτο. Τα χείλη του δεν

ξεκόλλησαν από πάνω. Και από το φιλί εκείνο χύθηκε γύρω του κ'

επλημμύρησε τον ήσυχον αέρα μια αρμονία ανήκουστη. Ένα μέλι

χρυσοκίτρινο άρχισε να στάζη από τα λιγωμένα σύννεφα του

βασιλέματος στα αέρινα βουνά, στις γαλάζιες στεριές περίγυρα, στα

βαθυκοιμισμένα νερά, κ' ένα λίγωμα θανάτου κράτησε την αναπνοή

του απέραντου θόλου. Ο γέρος, όρθιος, ακούνητος, φιλούσε, φιλούσε

ολοένα το μαγεμένο στόμα. Και η βάρκα, με το πανί λασκάδο, χωρίς

καμμιά πνοή περίγυρα, άρχισε να σχίζη το κύμα, βουβό στην πλώρη

της, να μακραίνη μαγεμένη απ' τη στεριά και να χάνεται στο χρυσό

χάος του πελάγου. Σε λίγο μόνο τα μεγάλα μαλλιά του γέρου

ανέμιζαν, σαν σβύσιμο αφρού, ανάμεσα στα μαγεμένα νησιά...

ΤΟ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ι

Εμείς τα παιδιά ξέραμε πολλά πράγματα. Είχαμε ταξιδέψει σε

μεγάλες πολιτείες, είχαμε πάει στα μουσεία, που έχουν μέσα

αραδιασμένα όλα τα πιο παράξενα πράματα του κόσμου, πηγαίναμε στα

μεγάλα θέατρα, που βγαίναν' ανθρώποι, ντυμένοι με παράξενα ρούχα,

και μιλούσαν και μάλλωναν και σκότωνε ο ένας τον άλλον και

κλαίγανε και γελούσαν και κάποτε χόρευαν κ' έκαναν ό,τι μπορεί να

φαντασθή άνθρωπος. Είχαμε ιδεί και τους ζωολογικούς κήπους με όλα

τα παράξενα ζώα και τα πουλιά που έχει ο κόσμος. Ξέραμε και

γράμματα εμείς, και ο δάσκαλος, απάνω στη δασκαλοκαθέδρα, μας

μάθαινε την ιστορία, μας έλεγε για τους μεγάλους βασιλιάδες και

τους μεγάλους πολέμους, για τους θεούς τους αρχαίους, που

χάθηκαν, για τους ήρωες τους ξακουστούς, για τους μαρμαρένιους

ναούς, που κοίτονται τώρα γκρεμισμένοι τριγύρω μας και.... τι δεν

μας έλεγε!...

Η γιαγιά η κακομοίρα δεν ήξερε τίποτε απ' όλα αυτά. Δεν είχε

ταξιδέψει στης μεγάλες πολιτείες, ούτε ήξερε τα μουσεία, ούτε

είχε πάει ποτέ της στα θέατρα, μόνο καθότανε πάντα στο σπίτι κ'

έξαινε τη ρόκα της. Ούτε γράμματα ήξερε, ούτε ιστορία, ούτε την

έμελε για τίποτε απ' όλα τα πράματα που λένε οι δάσκαλοι. Μα η

γιαγιά ήξερε άλλα πράματα, που δεν τα ξέραμε εμείς. Αυτή ήξερε

κάτι βασιλιάδες, που δεν μοιάζανε με τους άλλους τους δικούς μας,

βασιλιάδες με πλούσια παράξενα ρούχα, που είχαν τα βασίλειά τους

σε χώρες μακρυνές και όμορφες. Ήξερε βασιλοπούλες, που ήσαν

κλεισμένες σε κρυσταλλένια παλάτια, μάγισσες με χρυσά δακτυλίδια,

που παίρνανε τη ζωή του ανθρώπου, σαν τα φορούσε, και άλλες που

είχαν πάλι μαγικές βέργες κι' ανάσταιναν τους πεθαμένους. Ήξερε

νεράιδες που παίρνουν τη μιλιά του ανθρώπου, ήξερε δράκους και

καλλικάντζαρους και μαγικά βοτάνια, που κάνανε κάθε λογής

θαύματα. Και όλα αυτά τα είχε ιδεί με τα μάτια της και τάχε

πιάσει με τα χέρια της. Και τι δεν είχε ιδεί! Είχε ιδεί παλάτια

θεμελιωμένα μέσα στα νερά, κι' άλλα παλάτια που έμπαινες μέσα και

δεν ήτανε ψυχή κι' άξαφνα στρωνότανε μπροστά σου ένα τραπέζι με

όλα τα καλά του κόσμου κ' έτρωγες κ' έπινες και ύστερα πάλι το

τραπέζι χανότανε από μπροστά σου. Είχε ιδεί περιβόλια με

φουντωμένα δένδρα, που κάνανε χρυσά φρούτα, και λίμνες, που άμα

έσκυβες απάνω στα νερά τους, έβλεπες κάτω βασίλεια αλάκερα με

σπίτια και καμπαναριά και περιβόλια, και άμα κύτταζες πολύ, μια

λάμια σε τραβούσε κάτω στα βάθη και δεν ξανάβγαινες πια. Και τι

δεν είχανε ιδεί τα μάτια της!

Εμείς δεν ξέραμε τίποτε απ' όλα αυτά. Όχι εμείς μονάχα, αλλ' ούτε

ο πατέρας, που είχε ταξιδέψει όλον τον κόσμο, τα ήξερε, ούτε ο

δάσκαλος, που είχε διαβάσει όλα τα βιβλία. Και γι' αυτό, το

βράδυ, όταν μαζευόμαστε τριγύρω της, η γιαγιά μάς τάλεγε όλα αυτά

και άλλα τόσα ακόμα και τελειωμό δεν είχαν. Κ' εμείς της λέγαμε:

— Τα είδες με τα μάτια σου, γιαγιά;

Κ' εκείνη μας έλεγε:

— Τα είδα με τα μάτια μου, όπως σας βλέπω τώρα.

Και όταν άρχιζε η γλώσσα της και μιλούσε, τότε αρχίζαμε κ' εμείς

και τα βλέπαμε, όπως τα είδε κ' εκείνη. Και όταν την άλλη μέρα

πηγαίναμε στο σχολείο και μας έλεγε ο δάσκαλος για τους

βασιλιάδες τους δικούς του και τους πολέμους των βιβλίων, δεν

βλέπαμε τίποτε μπροστά μας. Και λέγαμε κρυφά αναμεταξύ μας:

— Αυτά που λέει ο δάσκαλος είνε παραμύθια.

Ένα βράδυ φορτωθήκαμε πάλι τη γιαγιά. Τι χάδια και τι φιλιά της

κάναμε!

— Δεν μπορώ, παιδιά μου, μας είπε, θα πάω να πέσω.

Ήτανε γρηά, μα έκανε τα νάζια της η γιαγιακούλα. Ήθελε να την

παρακαλούνε και να την χαϊδεύουν.

— Έλα, γιαγιακούλα, πες μας κανένα παραμύθι, απ' αυτά που είδες

με τα μάτια σου.

— Δεν ξέρω, παιδιά μου, είπε πάλι η γιαγιά, σας τα είπα όλα. Δεν

έχω πια άλλα.

Μας λυπότανε όμως η γιαγιά, δεν μας χαλούσε χατήρι. Κάθησε,

συλλογίστηκε λιγάκι, σαν να πετούσε ο νους της στα περασμένα,

αναστέναξε και άρχισε το παραμύθι, όπως πάντα.

— Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας.

Στριμωχθήκαμε όλοι γύρω της κ' εγώ ακούμπησα σαν πάντα στα γόνατά

της και την κύτταζα στα μάτια.

ΙΙ

— Μια φορά κ' έναν καιρό ήτανε μια μεγάλη βασίλισσα...

— Την είδες με τα μάτια σου, γιαγιά;..

— Την είδα, παιδάκια μου. Μια μεγάλη βασίλισσα, ώμορφη σαν την

αυγή. Το βασίλειό της ήτανε ωραίο και πλούσιο. Χρόνια και χρόνια

ήθελες να ταξιδέψης για να φθάσης από την μιαν άκρη στην άλλη. Κ'

είχε το βασίλειό της όλα τα καλά του κόσμου κι' όλες τις ομορφιές

της πλάσης. Από όλες της τις χώρες φορτώματα φθάνανε το χρυσάφι,

τασήμι και τατίμητα πετράδια και όσα καλά έβγαζε στεριά και

θάλασσα, φορτώματα φθάνανε στα πόδια της βασίλισσας, Κ' η

βασίλισσα, που ήταν καλόκαρδη και πονετική, χάριζε όλα της τα

πλούτη στους φτωχούς. Και πάλι τίποτε δεν της έλειπε. Μα με όλα

της τα καλά, η βασίλισσα είχε έναν πόνο στην καρδιά, γιατί δεν

είχε αποκτήσει παιδί. Ο βασιλιάς ο άνδρας της την έβλεπε και του

καιγότανε η καρδιά του. Έφερε όλους τους γιατρούς και τους μάγους

του βασιλείου, μα κανένας δεν μπόρεσε να την γιατρέψη. Κ' η

βασίλισσα έκλαιγε μερόνυχτα και τα μάτια της είχαν μαραθή από τον

πόνο και την αγρύπνια.

Η βασίλισσα καθότανε όλη την ήμερα μέσα στο μεγάλο περιβόλι του

παλατιού κ' έκλαιγε τον πόνο της. Όμοιο περιβόλι δεν είχε

μεταγίνει στον κόσμο. Όλου του κόσμου τα λουλούδια, απ' τους πιο

μακρυνούς τόπους κι' απ' τις αλαργινώτερες χώρες, φύτρωναν πλάι —

πλάι εκεί μέσα και σκόρπιζαν μυρωδιές παράξενες και μεθυστικές.

Και όλης της γης τα δένδρα, με τους πιο πλούσιους και ωραίους

καρπούς, εφούντωναν και δροσολογούσαν μέσα στο απέραντο περιβόλι.

Ποταμάκια μικρά και χαριτωμένα περνούσαν γύρω στις ρίζες των

ψηλών δένδρων και μικρές λίμνες, σπαρμένες μέσα στην πρασινάδα,

καθρέφτιζαν τα πυκνόφυλλα κλαδιά με τους χρυσούς καρπούς. Και τα

φιδωτά δρομαλάκια του περιβολιού ήσαν στρωμένα με ψιλή άμμο, από

διαμάντια και ζαφείρια, που λαμποκοπούσαν στον ήλιο με χίλια

χρώματα. Τα πουλιά τραγουδούσαν αδιάκοπα μέσα στα φύλλα, άλλα την

ημέρα κι' άλλα τη νύκτα στο φως του φεγγαριού, και οι κάτασπροι

κύκνοι ταξίδευαν αργά και καμαρωτά, σαν μικρά καραβάκια μ'

απλωμένα πανιά απάνω στις λίμνες. Όλα ήσαν χαρούμενα και γελαστά

μέσα στο μεγάλο περιβόλι και μόνο η ωραία βασίλισσα είχε τον πόνο

της, ανάμεσα στην ξένη χαρά, και τα δάκρυά της έσταζαν σαν δροσιά

απάνω στα φύλλα των λουλουδιών.

Τα δένδρα και τα λουλούδια ήξεραν τον πόνο της. Οι λίμνες και τα

ποταμάκια γνώριζαν τον καϋμό της. Τα πουλάκια απάνω απ' τα κλαδιά

και οι κύκνοι μέσα απ' τα νερά μια μέρα, που είχε κλάψει πολύ, τη

συμπόνεσαν κ' έσκυψαν πονετικά απάνω της. Και της είπαν όλα μαζή:

— Μη κλαις, όμορφη βασίλισσα. Εμείς θα σου χαρίσωμε μια

βασιλοπούλα, που τα κάλλη της δε μετασταθήκανε στον κόσμο.

Η όμορφη βασίλισσα αναστέναξε βαθιά και δεν εμίλησε. Της φάνηκε

πως ονειρεύεται.

Μια κατακόκκινη τριανταφυλλιά της είπε τότε:

— Εγώ θα της χαρίσω τα μάγουλά της.

Μια ανθισμένη βυσσινιά έσκυψε τα κλαδιά της και της είπε στο

αυτί:

— Κ' εγώ τα χειλάκια της.

Ένα λευκό κρίνο περήφανο είπε:

— Κ' εγώ με τα φύλλα μου θα πλάσω το κορμάκι της.

Τα διαμάντια και τα ζαφείρια από τα φιδωτά δρομαλάκια της είπαν:

— Εμείς θα της χαρίσωμε δυο μάτια, που θα λάμπουν περισσότερο

από μας.

Από μέσα από μια μουριά, ένα μικρό σκουληκάκι είπε σιγαλά:

— Εγώ είμαι ο μικρός ανυφαντής, που ρουφάω τις αχτίδες του ήλιου

και του φεγγαριού. Εγώ θα της υφάνω τα μαλλάκια της.

Ένα πουλάκι, που κελαϊδούσε τη νύκτα με το φεγγάρι, είπε

τραγουδιστά:

— Εγώ θα κτίσω τη φωληά μου μέσα στα στήθια της και θα κελαϊδώ

τα πιο γλυκά τραγούδια μου.

Οι κύκνοι από μέσα απ' τη λίμνη, που δεν είχανε μιλήσει ως τώρα,

τίναξαν το φτερά τους και είπανε:

— Εμείς θα της δώσωμε το περπάτημά της.

Και το ψηλό το κυπαρίσι, που μιλούσε με τα σύννεφα, λύγισε με

χάρι το κορμί του και είπε:

— Κ' εγώ θα της δώσω τον αέρα του κορμιού της.

Τότε μια αχτίδα, που γλύστρησε ανάμεσα από τα φύλλα, έπεσε απάνω

στα δάκρυα της όμορφης βασίλισσας, και τα δάκρυά της άστραψαν σαν

διαμαντόπετρες.

— Εγώ είμαι η ψυχή της βασιλοπούλας, είπε η αχτίδα.

Και τα δάκρυα της όμορφης βασίλισσας στέγνωσαν στα ματόκλαδά της,

και τα χείλια της χαμογέλασαν πρώτη φορά μέσα στο μεγάλο

περιβόλι.

Την άλλη άνοιξι η όμορφη βασίλισσα γέννησε μια βασιλοπούλα, που η

ομορφιά της δεν είχε μετασταθή στον κόσμο. Σαν εμεγάλωσε η

βασιλοπούλα, αγάπησε τωραίο περιβόλι με τα μεγάλα δένδρα, τα

ωραία λουλούδια, τις λίμνες, τα ποταμάκια, τα χαριτωμένα πουλιά

και τους λευκούς κύκνους. Όλη την ημέρα η όμορφη βασιλοπούλα

σεργιανούσε μέσα στο μεγάλο περιβόλι και μιλούσε με τα λουλούδια

και τα πουλιά, γιατί ήξερε τη γλώσσα τους.

Η βοσκοπούλα με τα μαργαριτάρια και άλλες μικρές ιστορίες · 第 4 / 5 段