Η νυν Μαγνησία, η το πάλαι μέχρι των εκβολών του Πηνειού

κοινώς Σαλαμπριάς εκτεινομένη και περιλαμβάνουσα την

Όσσαν ήτοι τον Κίσσαβον, περιλαμβάνει μόνον το Πήλιον

όρος ήτοι το βουνόν της Ζαγοράς, και σχηματίζει γλώσσαν

προέχουσαν εις την θάλασσαν μεταξύ του Θερμαϊκού, ήτοι

του Θεσσαλονικού κόλπου, και του Παγασητικού, ήτοι του

κόλπου του Βώλου· έχει δε προς μεν άρκτον επί της ξηράς

όρια την μεταξύ του Πηλίου και της Όσσης κοιλάδα, ήτοι

τον κάμπον της Αγυιάς, προς δε δύσιν την Βοιβηίδα

λίμνην, την κοινώς Κάρλαν, και μικρά τίνα ριζοβούνια του

Πηλίου, δι' ων χωρίζεται από της περιοχής του Βελεστίνου

και του Αρμυρού· διαιρείται δε εκ φύσεως εις

ανατολικοβόρειον και δυτικονότειον· εκείνη μεν είναι

ορεινοτέρα, κρημνωδεστέρα, κατάφυτος καστανηών και ολίγον

καρποφόρος· αύτη δε ομαλωτέρα και ευφορωτέρα. Έχει δε όλη

η Μαγνησία 47 χωρία περιέχοντα κατοίκους 50 χιλιάδας, εξ

ων 1750 Τούρκοι· όλα δε τα χωρία είναι χριστιανικά πλην

του Βώλου και των Λεχωνιών κατοικουμένων του μεν υπό

μόνων Τούρκων, των δε υπό Τούρκων και Χριστιανών. Το

πλήθος δε των κατοίκων δεικνύει πόσον πολυάνθρωπα ήσαν

πολλά των χωρίων· το πολυανθρωπότερον δε ήτον η

Μακρυνίτσα. Παρά την είσοδον δε του κόλπου του Βώλου και

επί της παραλίας μικράς χερσονήσου, συνδεομένης εν

σχήματι αγκώνος μετά της νοτειοδυτικής άκρας της λοιπής

Μαγνησίας διά πετρώδους και δυσπροσίτου ισθμού μιας ώρας

σχεδόν μήκος έχοντος, κείνται τα Τρίκερα ή Τρίκερη.

Μάιος Την 5 μαΐου εφάνησαν προς τα παράλια των Τρικέρων και

του Αρμυρού πλοία Ύδρας και Σπετσών.

Πρό τινων ετών διέτριβεν εν Μαγνησία, σχολαρχών εν

Μηλιαίς, ο Ανθιμος Γαζής, μέλος της Αρχής των Φιλικών,

και προετοιμαστής κατ' εκείνα τα μέρη της επαναστάσεως.

Ούτος καιροφυλακτών εκίνησεν εις επανάστασιν επί τω

εμφανισμώ των ρηθέντων πλοίων, ήτοι την 7, τους

κατοικούντας την Μαγνησίαν Χριστιανούς, εξ ων οι μεν

επροοιμίασαν σκοτώσαντες τον διοικητήν τινων χωρίων

επανερχόμενον έκ τινος επί συλλήψει υπόπτων προεστώτων

περιοδίας, οι δε εκινήθησαν υπό τον Κυριακόν Μπαστέκην

κατά των κατοικούντων τα Λεχώνια Τούρκων, και όλους

σχεδόν, ως 600, εξωλόθρευσαν. Πληγωθέντος δε του

Μπαστέκη, ανεδείχθη διάδοχος το πρωτοπαλλήκαρόν του ο

Κοντονίκος. Εκείθεν εστράτευσαν οι Έλληνες εις

πολιορκίαν του Βώλου, βοηθούμενοι υπό των ρηθέντων

πλοίων καί τινων τρικεριωτικών· και οι μεν

εστρατοπέδευσαν παρά το φρούριον, οι δε επί τινος λόφου

πυραμοειδούς, κοινώς καλουμένου εξ αιτίας του σχήματός

του «Πιλάφ - Τεπέ», σκοπεύοντες να κόψωσι διά της

κατοχής εκείνης της θέσεως πάσαν συγκοινωνίαν του

πολιορκουμένου Βώλου και του Βελεστίνου και Αρμυρού·

εσύστησαν δε συγχρόνως και τοπικήν διοίκησιν, Β ο υ λ ή ν

- Θ ε τ τ α λ ο μ α γ ν η σ ί α ς, εδρεύουσαν όπου το

δεύτερον στρατόπεδον· μετ' ολίγον δε έστησαν και τρίτον

πλησιέστερον του Βελεστίνου, εν τω αγίω Γεωργίω, και

πλήρεις θάρρους και ελπίδων ώρμησαν άλλοι διά της

πεδιάδος και άλλοι διά των βουνών εις Βελεστίνον, τον

επάτησαν, τον έκαυσαν, ηνάγκασαν τους εν αυτώ Τούρκους

να κλεισθώσιν εντός τεσσάρων πύργων, κειμένων εν μέσω

ευρυχώρων αυλογύρων, και μηδενός εναντιουμένου εδόθησαν

όλοι εις αρπαγήν και εις κραιπάλην. Κατά την έφοδον δε

ταύτην επληγώθη ο Κοντονίκος, ον διεδέχθη ο Παναγιώτης

Μπαστέκης. Αλλ' οι έγκλειστοι, βλέποντες την παράλυσιν

των Ελλήνων, εθαρρύνθησαν τόσον, ώστε 60 μόνον έφιπποι

εξήλθαν, και διαβάντες διά μέσου των Ελλήνων χιλίων

όντων όλοι αβλαβείς έγειναν άφαντοι· μετά δέ τινας ώρας

η καθημένη επί τινος υψώματος ελληνική σκοπιά ανήγγειλεν,

ότι στράτευμα πολύ εφαίνετο επί της οδού της Λαρίσσης

ερχόμενον προς τον Βελεστίνον. Πανικός τότε φόβος

κατέλαβε τους Έλληνας· όλοι εγκατέλειψαν την κωμόπολιν

και έτρεχαν προς το εν τω αγίω Γεωργίω στρατόπεδον·

βλέποντες δε και οι εν τοις πύργοις Τούρκοι τους εχθρούς

των φεύγοντας επέπεσαν, τους κατεδίωξαν μέχρι του

στρατοπέδου και εσκότωσαν 60· οι δε λοιποί, υποπτεύοντες

ότι και εν τω στρατοπέδω δεν ήσαν ασφαλείς,

διεσκορπίσθησαν κακήν κακώς. Μετά τέσσαρας δε ή πέντε

ημέρας εχύθησαν εντός της Χερσονήσου πολυάριθμα τουρκικά

στρατεύματα υπό τον Μαχμούτπασαν Δράμαλην, διέλυσαν την

πολιορκίαν του Εώλου, κατέστρεψαν τα χωρία Κανάλια και

Κύπουρνα, έπεσαν εις Μακρυνίτσαν, εκυρίευσαν το επάνω

μέρος αυτής φυγόντων των κατοίκων, εκυρίευσαν μετά ταύτα

και το κάτω, επάτησαν και άλλα χωρία, έκαυσαν, ήρπασαν,

εφόνευσαν, ηχμαλώτευσαν, και οι δυστυχείς Χριστιανοί

κατέφευγαν πανταχόθεν προς το Τρίκερη. Ο δε Δράμαλης,

αφήσας στράτευμα εις φύλαξιν του Βώλου, επανήλθεν εις

Λάρισσαν· αλλά, μαθών ότι εσυστήθη εκ νέου ελληνικόν

στρατόπεδον κατά το Μαλάχι πλησίον των Λεχωνίων,

ωπισθοδρόμησε, συνήψε μάχην, ενίκησε και κατεδίωξε τους

εχθρούς του μέχρι του ισθμού των Τρικέρων, όπου ευρών

αντίστασιν επανήλθεν εις Λάρισσαν. Μόλις δε απηλλάχθησαν

οι Έλληνες του δεινού τούτου εχθρού, και εσύστησαν πάλιν

άλλο στρατόπεδον εν Λιθοκάστρω, πλησίον του μεγάλου

χωρίου της Αργαλεστής, και έμειναν έκτοτε ανεπηρέαστοι,

διότι ο Δράμαλης εθεώρει το μεν νεοσύστατον στρατόπεδον

μικρού λόγου άξιον, την δε Μαγνησίαν υπεξούσιον· και τω

όντι τέσσαρα μόνον χωρία, ο Λαύκος, το Προμίρι· η

Αργαλεστή και τα Τρίκερη δεν είχαν προσκυνήσει·

περιείχαν δε ψυχάς οκτακισχιλίας.

Από του πορθμού των Τρικέρων και του στομίου του μαλιακού

κόλπου, αντικρύ της Λοκρίδος, της Βοιωτίας και της

Αττικής μέχρι των Πρασιών (πόρτο Ράφτη) παρατείνεται

νοτειοανατολικώς η μακρά και στενή νήσος Εύβοια,

κοινότερον Εύριπος, μήκος έχουσα 160 μιλίων από του

ακρωτηρίου Κηναίου (Λιθάδας) μέχρι Γεραιστού

(Πλατανιστού), μέγιστον δε πλάτος 40 από Χαλκίδος μέχρι

Κούμης. Η νήσος αύτη χωρίζεται της ξηράς διά πορθμού,

πλάτος έχοντος επί μεν του προς τον Γεραιστόν στόματος

34 μιλίων, επί δε του προς το Κήναιον τριών. Ο

τερπνότατος ούτος και μακρύς πορθμός, πού μεν πλατύς,

πού δε στενός, κάπου δε φαινόμενος κλειστός και

σχηματίζων λίμνην, καθίσταται στενότατος προς την

Χαλκίδα. Επί δε της πλησίον Βοιωτικής γης έκειτο η

Αυλίς, όθεν απέπλευσε τα πάλαι εις Τρωάδα ο πολυάριθμος

και πανελλήνιος εκείνος στόλος. Εν μέσω δε του

στενοτάτου μέρους του πορθμού αναδύει βράχος διχοτομών

τον πορθμόν, εφ' ου εκτίσθη πυργοειδές οχύρωμα· και το

μεν προς την Βοιωτίαν είναι πλατύτερον και ρηχότερον, το

δε προς την Χαλκίδα στενότερον και βαθύτερον, δι' ο και

ευπλευστότερον· ζευγνύεται δε ο βράχος μετ' εκείνης μεν

διά λιθίνης γεφύρας, ως 70 ποδών το μήκος, μετά ταύτης

δε διά ξυλίνης και κινητής κατά το ήμισυ μόνον μακράς· η

υποκάτωθεν δε ρύμη της περιφήμου παλιρροίας κατατέρπει

την όρασιν και την ακοήν. Κείται δε η πόλις αύτη, η

θεωρουμένη παρά τοις αρχαίοις και παρ' ημίν ούσα

μητρόπολις της νήσου, επί της άκρας πλατείας γλώσσης,

όλη περιτετειχισμένη, και φέρουσα εισέτι τα σύμβολα του

αγίου Μάρκου επί του τείχους· και η μεν ανατολική πλευρά

της χωρίζεται της ξηράς διά τινος χαρακώματος, αι δε

τρεις άλλαι είναι θαλασσόβρεκτοι· εκείθεν δε του

προαστείου υπό Χριστιανών κατοικουμένου περιεχαράκωσαν

οι Τούρκοι επί της επαναστάσεως ικανήν γην χρήσιμον εις

βοσκήν. Τόσω δε σημαντική εθεωρείτο πάντοτε η περί ης ο

λόγος πόλις διά την θέσιν της, ώστε π έ δ α ς - τ η ς -

Ε λ λ ά δ ο ς εκάλει ταύτην και την Κόρινθον Φίλιππος ο

Μακεδών, ε π ι δ έ σ μ ο υ ς δε συμπεριλαμβανομένης και

της Δημητριάδος, ως κυρίας των προς τα Τέμπη παρόδων, οι

μεταγενέστεροι του Φιλίππου. Αντικρύ δε τη Χαλκίδος επί

της Βοιωτικής ξηράς και επί λόφου 130 ποδών ύψος έχοντος

κείται το φρούριον του Καραμπαμπά, επέχον τόπον

ακροπόλεως ως υπερκείμενον της Χαλκίδος. Τω όντι ο

κύριος αυτού είναι και κύριος αυτής. Θαυμάσιος είναι ο

έμπροσθεν της Χαλκίδος κυκλοειδής και όλος φαινόμενος

ανείσοδος λιμήν. Δύο φρούρια είχε προ της επαναστάσεως η

νήσος, το της Χαλκίδος, και το της Καρύστου τα προς τον

Γεραιστόν, υπό τα όρος της Όχης, το κοινώς άγιον Ηλίαν,

διά την επί της κορυφής του εκκλησίαν του προφήτου· εν

ουδετέρω δε των φρουρίων επετρέπετο επί τουρκοκρατίας

διαμονή Χριστιανών.

Έν των σημαντικωτέρων χωρίων της Ευβοίας είναι η Λίμνη,

αντικρύ του οπουντίου κόλπου, ήτοι του κόλπου του

Ταλαντίου. Οι πρόκριτοι του χωρίου τούτου έχοντος καί

τινα πλοία, και άλλων τινών χωρίων, μαθόντες τα κατά την

Ανατολικήν Ελλάδα, απεφάσισαν να υψώσωσι την

επαναστατικην σημαίαν, και συνενοήθησαν μετά των

Τρικεριωτών. Τας αρχάς δε του μαΐου οι καλοί ούτοι

γείτονες ήλθαν εις βοήθειάν των, φέροντες τέσσαρα πλοία,

πολεμεφόδια καί τινας στρατιώτας υπό τον Βαρούσαν

Ανδρίτσου. Βλέποντες οι εν Ευβοία Τούρκοι όσα συνέβησαν

πλησίον αυτών, υπώπτευαν μεν απόβασιν εις την νήσον των,

αλλά τόσον δεν υπώπτευαν τους εντοπίους Χριστιανούς,

ώστε θέλοντες να φυλάξωσι παραλίους τινάς θέσεις, ως τα

Κανάτια και τον άγιον Νικόλαον, παρέλαβαν συναγωνιστάς

πολλούς Χριστιανούς. Ιδόντες δε ερχόμενα τα τρικεριωτικά

πλοία προς εκείνα τα παράλια ήρχισαν να τα τουφεκίζωσιν·

αντετουφέκισαν τότε και οι καιροφυλακτούντες Λίμνιοι και

οι των γειτονικών χωρίων, και ούτως ήρχισε και εκεί ο

αγών. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν κατά την πρώτην ταύτην

σύγκρουσιν, απέβησαν και οι επί των πλοίων,

συγκατεδίωξαν τους εχθρούς, εφόνευσαν ολίγους, και

ηνάγκασαν τους λοιπούς να φύγωσιν. Μετά δε την φυγήν των

συνήλθαν οι πρόκριτοι πολλών χωρίων εις Ξηροχώρι,

διώρισαν τρεις οπλαρχηγούς, τον Βερούσην Μουστανάν, τον

Νικολόν Ζαγωριανόν και τον Γιαννιόν Χαλκιάν, συνέλεξαν

2000 εντοπίους ενόπλους, και τους απέστειλαν τους μεν

διά ξηράς τους δε διά θαλάσσης εις αποκλεισμόν της

Χαλκίδος διά της συμπράξεως και των πλοίων των Τρικέρων

και της Λίμνης· αλλ' οι εν τω φρουρίω τούτω Τούρκοι

εξήλθαν και συνήψαν μάχην κατά τον Τροχόν διαρκέσασαν

πανήμερον. Οι Έλληνες ετράπησαν· και πρώτον μεν κατέλαβαν

το Δερβένι, εκείθεν δε μετέβησαν εις την παραθαλάσσιον

θέσιν Βρυσάκια, όπου και ωχυρώθησαν· έμειναν δε εις

αποκλεισμόν τα εντόπια πλοία της Λίμνης· αλλ' επειδή

ήσαν μικρά και αδύνατα, επεκράτει δε εν τω στρατοπέδω

δυσαρέσκεια κατά του Βερούση, τούτον μεν απέβαλαν και

τον αντικατέστησαν προσωρινώς υπό του Σταύρου Βασιλείου

Τομαρά, μετά ταύτα δε υπό του συμπολίτου των Αγγελή

Νικολάου Γοβρίνα, ανδρός γενναίου, εμπειροπολέμου και

φιλοπάτριδος· εμίσθωσαν δε και μετέφεραν εκ του λιμένος

της αγίας Μαρίνας ως δυνατώτερον και καταλληλότερον διά

τον αποκλεισμόν της Χαλκίδος, τo πλοίον του Αλεξανδρή

Κριεζή υδραίου. Κατ' εκείνας τας ημέρας, ό εστι τον

μάιον, ήλθεν εις Εύβοιαν και ετέθη υπό τας διαταγάς του

Αγγελή και ο Νικόλαος Κριεζώτης Ευβοεύς, μετερχόμενος εν

Ασία το ποιμενικόν έργον.

Αν και το κατά της Χαλκίδος σχέδιον δεν ευδοκίμησεν, η

προ μικρού όμως αναφθείσα λαμπάς της επαναστάσεως εν

Ευβοία δεν εσβέσθη διά την αποτυχίαν ταύτην ή την

δύναμιν του εχθρού· ολίγον όμως έλειψε να σβεσθή διά την

διχόνοιαν των Ελλήνων, ελθόντων κατ' αυτάς τας πρώτας

ημέρας εις αλληλομαχίαν, διότι ο προ ολίγου αποβληθείς

της αρχηγίας Βερούσης, ξενολογήσας τετρακοσίους, ήλθεν

εις Λίμνην επί σκοπώ να την καύση προς εκδίκησιν· αλλ'

απέτυχε και έφυγε χάρις εις τον αρχηγόν Αγγελήν και εις

τον συναγωνιστήν του Κριεζώτην. Μετά τα συμβάντα ταύτα,

ό εστι κατά τον ιούνιον, οι εν Χαλκίδι Τούρκοι

εστράτευσαν πάλιν κατά των εν Βρυσακίοις Ελλήνων,

σύροντες κανόνια, τους συνήντησαν εις Μάνικα, παράλιον

θέσιν μίαν ώραν μακράν του φρουρίου, και επολέμησαν όλην

την ημέραν. Οι Έλληνες, βοηθούμενοι υπό των πλοίων,

έθραυσαν τους εχθρούς φονεύσαντες και πληγώσαντες σχεδόν

100· εξ αυτών δε εφονεύθησαν 11 και επληγώθησαν 15. Μετά

δε την μάχην ταύτην οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις Χαλκίδα,

οι δε Έλληνες εις το στρατόπεδον.

Μετά την επανάστασιν της Ευβοίας όλη η Ανατολική Ελλάς

ήτον εις πλήρη επανάστασιν και εις την κατοχήν των

Ελλήνων εκτός τινων εν αυτή φρουρίων και των πόλεων

Πατρατσικίου και Ζητουνίου.

Τα σπέρματα της Φιλικής Εταιρίας πεσόντα εν καιρώ εις την

γην της Μακεδονίας, εκαρποφόρησαν. Καθ' ον χρόνον

εξερράγη η ελληνική επανάστασις η Θεσσαλονίκη ετέλει εν

ελλείψει πασά υπό μουτεσελήμην, τον Ισούφμπεην, άνθρωπον

καχεντρεχή και αιμοβόρον. Ούτος λαβών αφορμήν να

υποπτεύση, ότι ήσαν συνωμόται και εντός και εκτός της

Θεσσαλονίκης, και εν αυτώ τω αγίω Όρει, εκάλεσε τους

προεστώτας των υπό την δικαιοδοσίαν του επαρχιών,

σκοπεύων να ζητήση κατά την τουρκικήν συνήθειαν ομήρους

εις ασφάλειαν, ίσως δε και να κρατήση αυτούς· αλλ' οι

προεστώτες, εν γνώσει όσων εμελετώντο, δεν υπήγαν·

απέστειλαν δε δευτερεύοντάς τινας, και εκ της τάξεως

αυτών εδόθησαν οι ζητηθέντες όμηροι. Τούτο επηύξησε τας

υποψίας της τουρκικής Αρχής. Το μέρος δε το υπέρ παν άλλο

ανησυχάζον τον Ισούφμπεην ήτο το άγιον Όρος, όπου ο

Εμμανουήλ Παπάς, προεστώς των Σερρών και θερμός οπαδός

της Φιλικής Εταιρίας, είχε πολλούς και ισχυρούς

προσηλύτους· αλλ' επειδή δυνάμει αρχαίων προνομίων

απηγορεύετο η είσοδος οθωμανικών στρατευμάτων, ο

Ισούφμπεης έστειλε κατ' αρχάς στρατεύματα μόνον προς τον

ισθμόν του αγίου Όρους, μεγάλως ενοχλούντα τους

κατοίκους των μερών εκείνων· ηθέλησε μετά ταύτα να πιάση

και τους προεστώτας του Πολυγύρου, πρωτευούσης των

Χασίκων χωρίων, ως υποκινούντας ταραχάς, και διέταξε να

στρατεύσωσι προς την ρηθείσαν κωμόπολιν ο μεν αρχηγός

της πολιτοφυλακής της Παζαρούδας, Τσιρίμπασης, μετά 500

διά των ορέων, ο δε ταμίας του Ισούφπασα των Σερρών

Χασάναγας, ο διοικών τα Χάσικα χωρία, μετ' άλλων 500 διά

της πεδιάδος, και

Μάιος εισελθόντες την 17 μαΐου να συλλάβωσι τους προεστώτας, ν'

αφοπλίσωσι τους κατοίκους, και να ενδιαμείνωσιν· αλλ' οι

προεστώτες, μαθόντες όσα ετεκταίνοντο, εξήλθαν την 16

αναθέσαντες εις άλλους την προμήθειαν των αναγκαίων

τροφών και καταλυμάτων του ερχομένου στρατού. Την

εσπέραν δε της αυτής ημέρας στρατιώται του διοικητού της

κωμοπόλεως περιφερόμενοι ύβριζαν τους προστυχόντας, και

ετουφέκισαν καί τινας νέους. Το περιστατικόν τούτο και οι

απειλητικοί των Τούρκων λόγοι, έτι δε και φόνοι συμβάντες

σποράδην εντός του πασαληκίου, έδωκαν αφορμήν να

πιστεύσωσιν οι κάτοικοι, ότι όλοι θ' απέθνησκαν εν

στόματι μαχαίρας επί της εισόδου των στρατευμάτων. Εις

πρόληψιν δε του κακού έδραξαν τα όπλα, επάτησαν το

διοικητήριον την επαύριον, εφόνευσαν τον διοικητήν και

τους περί αυτόν 18 στρατιώτας και εστράτευσαν αυθημερόν

εις προφύλαξιν της κωμοπόλεως, οι μεν κατά του

Τσιρίμπαση, οι δε κατά του Χασάναγα, και ούτως ηνάγκασαν

αμφοτέρους να οπισθοδρομήσωσι. Ταύτα μαθών ο

μουτεσελίμης της Θεσσαλονίκης έγεινε θηρίον· εσούβλισε

τους δυστυχείς ομήρους των επαρχιών, και απεκεφάλισε τον

επίσκοπον Κυτρών, τον Χριστόδουλον Μπαλάνον, τον Χρήστον

Μενεξέν και τον Κυδωνιάτην· δισχιλίους δε άλλους

Χριστιανούς εφυλάκισεν εν τω ναώ και τη αυλή της

μητροπόλεως και εγύμνωσε πολλάς οικίας. Είχαν δε οι

Τούρκοι συμπράκτορας θερμούς εν ταις αθεμιτουργίαις τους

κατοικούντας την πόλιν πολυαρίθμους Εβραίους

οπλοφορήσαντας και αυτούς κατά των Χριστιανών. Αλλά τα

κακά ταύτα εξήψαν αντί να σβέσωσι την αποστασίαν· διότι

κατά το παράδειγμα του Πολυγύρου όλα τα χωρία της

επαρχίας και άλλα κατόπιν αυτών έδραξαν τα όπλα, και

πανταχόθεν συνέρρευσαν στρατεύματα, εξ ων εσυστήθησαν δύο

στρατόπεδα, το μεν εκ Μαδεμοχωρι?? και Μοναχών εξελθόντων

του αγίου Όρους υπό τας διαταγάς του Παπά, όστις

ανηγορεύθη α ρ χ η γ ό ς - κ α ι - π ρ ο σ τ ά τ η ς -

τ η ς - Μ α κ ε δ ο ν ί α ς, το δε εκ Χασικοχωρητών και

Κασσανδρέων υπό τον οπλαρχηγόν Χάψαν Κασσανδρέα. Τα δύο

δε ταύτα στρατόπεδα πολλάκις αψιμαχήσαντα προς τους

εχθρούς υπερίσχυσαν· το υπό τον Χάψαν μάλιστα επροχώρησε

μέχρι της Καλαμαρίας και κατεδίωξε τους Τούρκους δύο ώρας

μακράν της Θεσσαλονίκης. Μεσούντος δε του Ιουνίου ο

Μπαηράμπασας, ετοιμαζόμενος να στρατεύση εις Ανατολικήν

Ελλάδα και Πελοπόννησον, έπεσεν εν πρώτοις πανστρατιά

επί τον Παπάν, εστρατοπεδευμένον προς το βάθος του

Στρυμονικού κόλπου (της Κοντέσσας), και τον εβίασε να

υποχωρήση προς τα όρη· στραφείς δε μετά ταύτα και κατά

του άλλου στρατοπέδου, ηνάγκασε και αυτό να υποχωρήση

προς τα όρη. Εντεύθεν εμψυχωθέντες οι εν Θεσσαλονίκη

Τούρκοι, παραλαβόντες και τους Εβραίους, επροχώρησαν

μέχρι των Βασιλικών, 4 ώρας μακράν της Θεσσαλονίκης,

όπου ηύραν 200 Έλληνας οπλοφόρους υπό τον Χάψαν.

Γενναίως επολέμησαν κατ' αρχάς οι ολίγοι ούτοι, αλλ'

ενικήθησαν διά τον μικρόν αριθμόν των, και επί τέλους

ετράπησαν· εφονεύθησαν δε 60 εν οις και ο πολλού επαίνου

άξιος αρχηγός· οι δε Τούρκοι και οι Εβραίοι, εμβάντες

εις την κώμην, την έκαυσαν φονεύσαντες και

ανδραποδίσαντες τους κατοίκους. Άλλη μάχη, επίσης

δυστυχής, συνέβη μετά τινας ημέρας κατά την Γαλάτισταν,

2 ώρας απέχουσαν των Βασιλικών ανατολικώς. Οι Τούρκοι

έκαυσαν και την κώμην εκείνην, τους δε εν αυτή

Χριστιανούς, τους μεν εφόνευσαν, τους δε ηνδραπόδισαν.

Οι Έλληνες μετά τα δυστυχήματα ταύτα απεσύρθησαν, οι μεν

εις Κασσάνδραν, οι δε εις άγιον Όρος, καί τινες εις τα

επί της Σιδωνίας χωρία, Παρθενώνα και Συκιάν.

Η χερσόνησος Κασσάνδρα ή ελληνικώτερον Κασσάνδρεια, είναι

η το πάλαι γνωστή Πελλήνη και παλαιότερον Φλέγρα·

προέχει εις την θάλασσαν μεταξύ του Θερμαϊκού και

Κορωναίου κόλπου ως 40 μίλια μέχρι του ακρωτηρίου

Κανάστρου, κοινώς λεγομένου Παλιούρι. Επί του ισθμού δε

της χερσονήσου ταύτης κείται το χωρίον Πινάκα, όπου

έκειτο άλλοτε η Ποτίδαια, η τόσων λογομαχιών και κακών

πρόξενος μεταξύ Αθηναίων και Μακεδόνων· το δε πλάτος του

ισθμού είναι περίπου 450 οργυιών. Οι Έλληνες, αφ' ού

συνηθροίσθησαν εντός της χερσονήσου, έκοψαν τον ισθμόν

τούτον· εντεύθεν δε της τομής ωχυρώθησαν κατ' αρχάς 2700

οπλοφόροι εντόπιοι στήσαντες και Κανόνια εκ Ψαρών

μετακομισθέντα· εβοηθούντο δε και υπό δύο Λιμνίων

πλοίων· εισήλθαν μετά ταύτα εις την χερσόνησον και 400

Ολύμπιοι υπό τους οπλαρχηγούς Λιακόπουλον και Μπίνον.

Επί δε του αγίου Μάμαντος αντεστρατοπέδευσαν και

ωχυρώθησαν τριπλάσιοι Τούρκοι, οίτινες αφού άπαξ επί

αποπείρα εφόδου επλησίασαν μέχρι της τομής και

απεκρούσθησαν, περιωρίσθησαν εις ακροβολισμούς

αποβαίνοντας συνήθως προς βλάβην των. Οι δε εντός της

χερσονήσου Έλληνες, έχοντες τα ανωτέρω πλοία και ικανά

πλοιάρια, απέβαιναν συχνάκις εις διάφορα μέρη διά νυκτός

και ηνόχλουν τους εχθρούς. Και ταύτα μεν τα κατά την

Μακεδονίαν τω καιρώ εκείνω.

Μεταβαίνοντες δε ήδη εις τα της Κρήτης, κρίνομεν

αναγκαίον να θεωρήσωμεν πρώτον την εσωτερικήν κατάστασιν

αυτής.

Ουδαμού της αποστατησάσης Ελλάδος ο αριθμός των Τούρκων

ως προς τον των Χριστιανών ήτο τόσον πολύς, ή ο χαρακτήρ

αυτών τόσον κακοποιός, ή το σύστημά των τόσον ολέθριον,

όσον εν Κρήτη· 290,000 ελογίζοντο όλοι οι κάτοικοι της

νήσου, εξ ων οι μεν 160,000 ήσαν Χριστιανοί, οι δε

130,000 Τούρκοι (β). Αλλ' οι Χριστιανοί ουδεμίαν είχαν

των δημοτικών ελευθεριών, ων απελάμβαναν οι των άλλων

μερών της Ελλάδος ομόπιστοί των· ως είλωτες εθεωρούντο,

και είλωτες ήσαν· τα τέκνα των ηρπάζοντο καθ' ημέραν ή

εις υπηρεσίαν των Τούρκων ή εις θεραπείαν των αισχρών

ορέξεών των, και οι ιδρώτες των εχρησίμευαν εις τροφήν

και ηδυπάθειάν των. Υπό τρεις πασάδας ετέλει η νήσος. Το

Μεγάλον Κάστρον (Ηράκλειον), η Ρεθύμνη, και τα Χανιά

(Κυδωνία) ήσαν αι πόλεις όπου έδρευαν· αλλ' ουδείς των

τριών, εξ ων ο του Μεγάλου Κάστρου έφερε τίτλον βεζίρη,

εξουσίαζε την Κρήτην· την εξουσίαζεν η μάχαιρα των

εντοπίων Τούρκων φοβίζουσα πολλάκις και αυτούς τους

πασάδας· ο τυχών Τούρκος, διότι ήτο Τούρκος, ύβριζεν,

εξύλιζεν, επιστόλιζεν, εγύμνονε τον τυχόντα Χριστιανόν,

διότι ήτο Χριστιανός, και ποτέ δεν επαιδεύετο όσον

αξιόποινος και αν ήτο η διαγωγή του· οι αγάδες ηγόραζαν

διά βίου τας προσόδους των χωρίων, και τοιουτοτρόπως

μετήρχοντο, μηδενός εναντιουμένου, πάσαν εξουσίαν επί

των Χριστιανών, ως αυθένται επί δούλων (γ)· επί τω

θανάτω δε των πατέρων διεδέχοντο συνήθως την εξουσίαν οι

υιοί, ώστε η δουλεία απέβαινε κληρονομική. Εντεύθεν

ευκόλως δύναταί τις να συμπεράνη πόσον έπασχεν ο

χριστιανικός λαός. Μόνοι οι ορεσίτροφοι απέφευγαν τα

κακά ταύτα· μεταξύ δε τούτων διέπρεπαν οι Σφακιανοί

κατοικούντες τραχείαν και βουνώδη γην υπό τας κορυφάς

των Λευκών ορέων. Ο ολίγος ούτος λαός είναι ανδρείος και

εμπειροπόλεμος, αλλ' άτακτος και φιλάρπαξ, καθώς όλοι οι

μη ζώντες υπό νόμον, και μάλλον αδιοίκητος ή

αυτοδιοίκητος.

Η Κρήτη έπαθε θρησκευτικώς ό,τι δεν έπαθεν άλλο μέρος της

αποστατησάσης Ελλάδος, διότι ουδέν άλλο υπέστη όσα

πολιτικά κακά υπέστη η νήσος εκείνη.

Πολλούς αιώνας προ της πτώσεως της λοιπής Ελλάδος υπό τον

οθωμανικόν ζυγόν, εν έτει 653 μετά Χριστόν, επατήθη η

Κρήτη υπό των περί τον Μοάβιον στρατηγόν του Οσμάν -

καλίφη Αράβων· κατεξουσιάσθη δε υπό των εξ Ισπανίας

κατάδιωχθέντων και κατασταθέντων μέχρι τινός εν

Αλεξάνδρεια ομοφύλων αυτών μεσούντος του ι' αιώνος, και

διέμεινεν υπεξούσιος έως ου τους εξήλασε Νικηφόρος ο

Φωκάς επί του αυτοκράτορος Ρωμανού, εγγόνου Βασιλείου

του Μακεδόνος. Υπό την μακράν δε ταύτην αραβικήν ή

σαρακινήν εξουσίαν πάμπολλοι των εγκατοίκων

ηλλαξοπίστησαν, αλλ' επανήλθαν εις την θρησκείαν των

πατέρων των επανελθούσης της πατρίδος των υπό την

βυζαντινήν αυτοκρατορίαν· ηλλαξοπίστησαν δε πάλιν

πεσούσης της πατρίδος των υπό τον οθωμανικόν ζυγόν.

Σκληροί και αιμοβόροι πάντοτε οι Κρήτες Τούρκοι, καθώς

τους παρεστήσαμεν, εύκολον είναι να συμπεράνη τις πόσον

εξεμάνησαν κατά των Χριστιανών, μαθόντες τας εν

Πελοποννήσω ταραχάς. Υποπτεύοντες όμως ότι δάκτυλος

ρωσσικός τας υπεκίνει, δεν εκακοποίησαν τους Χριστιανούς

κατ' αρχάς ειμή σποράδην, και έβαλαν κατά νουν να

προφυλαχθώσι μάλλον ή να βλάψωσι· διά τούτο αφώπλισαν

τους κατά τας πόλεις και τα πέριξ χωρία, τους

κατεδίκασαν να εργάζωνται καθ' ημέραν υπό εργοδιώκτας

εις επισκευήν και εφοδιασμόν των φρουρίων, και

μετεκάλεσαν εις το Μεγάλον Κάστρον τους αρχιερείς των

ανατολικών επαρχιών.

Αν και η επανάστασις εξηπλώθη καθ' όλην την Πελοπόννησον

και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό σημαίαν

ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι

κάτοικοι αυτής Χριστιανοί και οι επί των πεδινών και οι

επί των ορεινών τόπων δεν εσείσθησαν παντάπασιν· οι δε

αρχιερείς κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της

ησυχίας καθ' όλην την νήσον εκδώσαντες εγκυκλίους προς

τους υπό την ποιμαντορίαν των, δι' ων εξύμνουν τας

απείρους προς αυτούς αγαθοεργίας της υψηλής Πύλης, και

τους εσυμβούλευαν να προσέχωσιν αυστηρώς μη τύχη και διά

κακοβούλων και απατηλών εισηγήσεων αποπλανηθώσιν, ως οι

αχάριστοι Πελοποννήσιοι, από της σωτηρίου οδού της προς

την Πύλην υποταγής των· ενήργουν δε εν ειλικρινεία,

διότι έβλεπαν παν κίνημα επαναστατικόν τείνον εις

εξολόθρευσιν των Χριστιανών, και έσπευδαν να μαλάξωσι την

σκληράν και αιμοχαρή καρδίαν των εντοπίων Τούρκων διά

πλουσίων δωρεών· αλλά τα θηρία δεν ανθρωπίζονται.

Πρό τινος καιρού είχαν συστηθή εν ταις πρωτευούσαις των

Χανιών και της Ρεθύμνης δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία. Αν

και η περί της συστάσεως αυτών άδεια ηγοράσθη δι' αδράς

δαπάνης, και η διδασκαλία ήτον η συνήθης, τα σχολεία

ταύτα εθεωρήθησαν σχολεία αποστασίας και πολέμου,

εκλείσθησαν μεσούντος του μαρτίου, και οι διδάσκαλοι

εφυλακίσθησαν.

Μάιος Κατ' αίτησιν δε του όχλου εφυλάκισεν ο πασάς των Χανιών

Λατίφης, αρχομένου του μαΐου, και τον επίσκοπον Κισάμου,

ως δήθεν υποκινούντα εις επανάστασιν τους Χριστιανούς·

μετά δέ τινας ημέρας, οχλαγωγίας δευτέρας γενομένης,

φοβηθείς παρέδωκε τον δυστυχή επίσκοπον εις τον όχλον

επ' ελπίδι να τον καθησυχάση μη αναλογισθείς ότι ο

ενδίδων εις παράφορον και μανιώδη όχλον τον θρασύνει και

τον φέρει εις δεινότερα. Παραλαβών ο όχλος τον

επίσκοπον, τον εβασάνισε, τον επόμπευσεν ημίγυμνον διά

των οδών και την 19 τον εκρέμασεν έξω της πόλεως·

εκρέμασε συγχρόνως και τον διδάσκαλον του

αλληλοδιδακτικού. Τούτου δε γενομένου εζήτει ο θηριώδης

όχλος την άδειαν να σφάξη και όλους τους εν τη πόλει

Χριστιανούς· επελθόντος όμως του ραμαζανίου, ανεβλήθη η

γενική σφαγή.

Ιούνιος Αλλά την 17 ιουνίου ηνοίχθησαν αι οπλοθήκαι εις

εφοπλισμόν των Τούρκων, υψώθησαν και περιεφέροντο εις

όλην την πόλιν σημαίαι πολέμου, και επροοιμίασε την

μέλλουσαν καταστροφήν ο φόνος δυστυχούς τινος

σιδηρουργού εν ώ ειργάζετο. Την δε ακόλουθον ημέραν, ό

εστι την τελευταίαν του ραμαζανίου, εξεδόθη ο προ πολλού

ζητούμενος ορισμός του πασά και ανεγνώσθη και φετφάς εις

εξολόθρευσιν των Χριστιανών. 30 εξ αυτών (διότι οι άλλοι

επρόλαβαν και έφυγαν) είχαν απομείνει εν τη πόλει υπό

την προστασίαν αγάδων τινών, και τους 30 ο όχλος

εθανάτωσεν αυθημερόν, εν οις και τον διερμηνέα του πασά,

εγύμνωσε δε και την μητρόπολιν αρπάσας τα ιερά σκεύη και

τα άμφια· την δε επιούσαν νύκτα εξήλθε της πόλεως, 20

χωρία και πολλά μοναστήρια έκαυσε, όσους Χριστιανούς

ηύρεν όλους εξολόθρευσε πνίξας σφάξας καύσας και

κρεμάσας, και δι' όλης δεκαπενθημερίας επώλει εν τη

αγορά των Χανιών γυναίκας· εν ενί λόγω πάσα ημέρα

ολοκλήρου μηνός ήτον ημέρα φρίκης, και η εξοχή των

Χανιών θέατρον καταστροφής και ερημώσεως (δ).

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α · 第 13 / 25 段