τον Αλήν. Υπό διαφόρους προφάσεις ο πλούσιος, είτε
Τούρκος είτε Χριστιανός, εγυμνούτο, και ο δυνατός
πάντοτε εμηδενίζετο, συχνάκις δε και εφονεύετο. Ο
ασυνείδητος ούτος σατράπης εκίνει τους Τούρκους κατά των
Χριστιανών, τους Χριστιανούς κατά των Τούρκων και τους
οικείους κατά των οικείων· εβράβευε την κακίαν, επαίδευε
την αρετήν, διέφθειρε τον λαόν όλον, και εθεώρει και
αυτήν την οικιακήν τιμήν των αθλίων ραγιάδων καθημερινόν
παίγνιον των αισχρών και απλήστων επιθυμιών του· εν ενί
λόγω ουδέν όσιον εσέβετο, και ουδέν ανόσιον απεστρέφετο·
αγωνιζόμενος δε πάντοτε να εκτείνη τα όρια και της
αυθαιρέτου εξουσίας του και της τοπαρχίας του, και να
βάλλη υπό τας θελήσεις του τους απειθείς ή αντιπάλους
του, είχε πάντοτε περί εαυτόν μεγάλας δυνάμεις ως όργανα
των φιλάρχων και πλεονεκτικών σκοπών του. Επειδή εξ
αιτίας της τυραννίας επλεόναζεν η ληστεία, ο Αλής εις
εξόντωσιν αυτής είχε χρείαν μεταβατικών οπλοφόρων και η
χρεία αύτη διετήρει τα πολυθρύλλητα καπητανάτα των μερών
εκείνων. Οι κάτοικοι, καταπιεζόμενοι εν ταις ειρηνικαίς
των εργασίαις, ησπάζοντο τον στρατιωτικόν βίον,
ευρίσκοντες εν αυτώ ασφάλειαν, άνεσιν, τιμήν και κέρδος·
ώστε αυτός ο δεσποτισμός και αυτή η τυραννία του Αλή
εγύμναζαν πολύ μέρος των κατοίκων εις την χρήσιν των
όπλων, και προητοίμαζον αγνώστως την ευτυχή ανέγερσιν
της Ελλάδος. Η καταδρομή του συνετέλεσε τα μέγιστα εις
γενικήν εφόπλισιν τω βουλομένων και δυναμένων Ελλήνων να
φέρωσιν όπλα, των μεν υπέρ αυτού, των δε κατ' αυτού·
ώστε η Στερεά Ελλάς εφαίνετο κατ' εκείνας τας ημέρας όλη
στρατόπεδον. Οι δε Εταίροι, δράξαντες επιδεξίως την
ευκαιρίαν της καταδρομής του, και θεωρούντες τους
σκοπούς των συμβιβαζομένους προς τους σκοπούς αυτού, τω
ανεκάλυψαν το μυστήριον της Εταιρίας, και τον εθάρρυναν
λέγοντές τω, ότι δάκτυλος ρωσσικός υπεκίνει τα πάντα. Ο
πανούργος σατράπης υπεκρίθη προθυμίαν και ειλικρίνειαν
εξ αιτίας της δεινής θέσεώς του· αλλ' επιθυμών παντοίοις
τρόποις να εξιλεώση τον κυριάρχην του, προς ον και
άλλοτε είχεν ανακοινώσει όσα έμαθε περί της Εταιρίας, τω
εγνωστοποίησε τα πάντα, υποσχόμενος, αν αμνηστεύετο, να
σβέση εντός ολίγων ημερών την ανάψασαν εν Πελοποννήσω
φλόγα της επαναστάσεως. Αλλ' η Πύλη απέρριψε τας
προτάσεις του αλαζονευομένη επί τη υπεροχή της και
απιστούσα εις τον ψευδή χαρακτήρα του. Αν κατεδέχετο η
Πύλη να πολιτευθή τον Αλήν, η ελληνική επανάστασις θα
επνίγετο εν τοις σπαργάνοις της, διότι είχεν ο ανήρ ούτος
τόσην φήμην, τόσην επιρροήν, τόσην πραγματικήν ισχύν,
τόσην προσωπικήν γνώσιν και των ανθρώπων και των τόπων,
το όνομά του διέσπειρε τόσον τρόμον καθ' όλην την
Ελλάδα, ώστε το παν θα υπέκυπτεν, αν εκινείτο. Η κατ'
ευτυχίαν απόρριψις της προτάσεώς του έφερε το εναντίον
αποτέλεσμα· αντί πολεμίου τον ανέδειξε σύμμαχον της
Ελλάδος· και η εξ ανάγκης ανταρσία του την ωφέλησε τα
μέγιστα, διότι κατ' αυτήν την έκρηξιν της επαναστάσεως
εν Πελοποννήσω, καθ' ην ο Πελοποννήσιος Έλλην ήτον
εισέτι και άτολμος και απειροπόλεμος και ανεφοδίαστος
και αβέβαιος, η αντίστασίς του ανεχαίτισε πολλάς των εν
τη στερεά Ελλάδι σουλτανικών δυνάμεων ετοίμους να πέσωσιν
εις Πελοπόννησον και ικανάς να την υποτάξωσιν.
Η Εταιρία, ως είπαμεν, είχεν ολίγους οπαδούς κατά την
στερεάν Ελλάδα διά τον φόβον του Αλή· αλλά τα υπ' όψιν
των στερεοελλαδιτών μεγάλα κατά την Πελοπόννησον, την
γείτονά των, συμβάντα εφείλκυαν όλην την προσοχήν των,
και τους ερέθιζαν έτι μάλλον αι ακατάπαυστοι των
Πελοποννησίων προτροπαί εις συμμέθεξιν του υπέρ πατρίδος
αγώνος. Η θέσις της στερεάς Ελλάδος δεν ήτον οποία η της
Πελοποννήσου. Αν και εις ένοπλον κίνησιν εξ αιτίας της
αλληλομαχίας του σουλτάνου και του Αλή, η αβεβαιότης της
εκβάσεως του εμφυλίου τούτου πολέμου, ο εύλογος φόβος
και η επικρατούσα υποψία συμβιβασμού των
αλληλομαχούντων, ικανού να επιφέρη αφεύκτως την
αποτυχίαν παντός επαναστατικού κινήματος, έτι δε και η εν
αυτή παρουσία τόσων στρατευμάτων ήσαν ισχυρά αίτια ν'
αναστείλωσι την εις την επανάστασιν ροπήν της.
Ο Αλής εκυρίευσεν επί των λαμπρών ημερών του το Σούλι,
και ηνάγκασε τους Σουλιώτας να καταφύγωσιν εις ξένην γην
και να ψωμοζητώσιν. Υποχείριόν του ήτο καθ' ον καιρόν
απεκηρύχθη· μεγάλως δε θα εχρησίμευε τη Πύλη η σύμπραξις
του τολμηρού και εμπειροπολέμου τούτου λαού, διψώντος
την ανάκτησιν της γης του, και πνέοντος εκδίκησιν κατά
του θανασίμου εχθρού του Αλή. Αλλ' ο αρχιστράτηγος αυτής
Ισμαήλ - πασας ο άλλοτε Ισμαήλμπεης, ο και Πασόμπεης,
κάκιστα επολιτεύθη τους νέους τούτους φίλους της·
εφωράθη δε και επιβουλευόμενος αυτούς, είτε διότι οι
αντίζηλοί των Αλβανοί ερραδιούργησαν, ώστε να δυσπιστή
προς αυτούς, είτε διότι έκρινε την κατά τας παρούσας
περιστάσεις ωφέλειαν της υπηρεσίας των πολύ κατωτέραν
της προς τα τουρκικά συμφέροντα μετά ταύτα βλάβης, εκ
της επανόδου χριστιανικού και ανδρείου λαού εις τόπον
τόσον οχυρόν. Ο άοκνος και προσεκτικός Αλής ωφεληθείς εκ
της προς τους Σουλιώτας κακής διαθέσεως του αντιπάλου
του, και εγκολπωθείς αυτούς, τοις απέδωκε την πατρίδα
των, τους εμίσθωσεν ως συναγωνιστάς του και αντήλλαζεν
εις αμοιβαίαν ασφάλειαν και ομήρους. Εν ώ δε ταύτα
ενηργούντο, ούτε η ελληνική επανάστασις είχεν εκραγή,
ούτε οι Σουλιώται εγνώριζαν τα της Εταιρίας· διά τούτο
ανεδέχθησαν απλώς και ειλικρινώς επί λόγω τοπικών και
ιδιαιτέρων συμφερόντων τον υπέρ του Αλή, αγώνα· και αφ'
ού εξερράγη η επανάστασις, και εμυήθησαν τα της
Εταιρίας, ουδέ και τότε εφάνησαν εξ αιτίας των
περιστάσεων αλλάξαντες σκοπόν, ουδέ σημαίαν εθνικήν
ύψωσαν, αν και εσωτερικώς εφρόνουν όσα και οι λοιποί
Έλληνες υπέρ της γενικής ελευθερίας του έθνους. Ο υπό
τοιαύτην όμως μορφήν ενεργούμενος πόλεμος υπέφαινε τον
αληθινόν του χαρακτήρα προς τους άλλους Έλληνας, οίτινες
ατενίζοντες μακρόθεν εις την ακρότομον Κιάφαν πολεμούσαν
και πολεμουμένην, την έβλεπαν διά του λογισμού των ως
λαμπάδα καιομένην αφ' υψηλής περιωπής εις φωτισμόν των
εν τω σκότει της δουλείας καθημένων και εις χειραγωγίαν
των.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'
&Αποστασία Φωκίδος και Βοιωτίας. - Εκστρατεία εις
Πατρατσίκι - Αποστασία Αττικής. - Περιγραφή και
αποστασία Θετταλομαγνησίας και Ευβοίας. - Αποστασία
Μακεδονίας και Κρήτης.&
ΑΝ και απέναντι των εν Πελοποννήσω μεγάλων συμβάντων
διεγειρόντων εν ταις καρδίαις των στερεοελλαδιτών
ενθουσιασμόν, άμιλλαν και φιλοτιμίαν, η Αιτωλοακαρνανία
δεν ησπάσθη διά μιας τον εθνικόν αγώνα, εξ αιτίας της
επί των πυλών της Ηπείρου όπου ήσαν τα μεγάλα εχθρικά
στρατόπεδα θέσεώς της, άλλα όμως της στερεάς Ελλάδος
μέρη, απώτερον κείμενα, τον ησπάσθησαν θαρραλέως· αλλ'
ουδ' αυτά εκ κοινού συνθήματος ή εκ κοινής προμελέτης,
ως προερρέθη, αν και λόγος εγίνετο πολύς περί τούτου
μυστικώς παρά τοις οπλαρχηγοίς και τοις προκρίτοις.
Μάρτιος Οπλαρχηγός της επαρχίας Σαλώνων ήτον ο Πανουργιάς,
όστις, άμα επολιορκήθη υπό των βασιλικών ο Αλής, έφυγεν
εξ Ιωαννίνων και ήλθεν εις Σάλωνα. Την 24 μαρτίου, ό
εστιν αφ' ού έμαθεν ότι εκινήθη η Αχαΐα, διέτριβε μετά
των υπό την οδηγίαν του 60 αρματωλών εν τη μονή του
προφήτου Ηλίου μίαν ήμισυ ώραν μακράν των Σαλώνων, όπου
εκάλεσε τους προεστώτας της πόλεως και των χωρίων εις
γενικήν συνέλευσιν, καθ' ην απεφασίσθη ομοφώνως να
προσβάλωσι τους εν τη επαρχία Τούρκους. Διέταξε δε
συγχρόνως τον μεν γαμβρόν του και υποπλαρχηγόν του
Θανάσην Μανίκαν να στρατολογήση κατά το τμήμα των
Βλαχοχωρίων τους ικανούς να φέρωσιν όπλα, τον δε
εξάδελφόν του Γιάννην Γκούραν, όστις αφανής τότε
διέπρεψε μετά ταύτα, ν' απέλθη εις τον άγιον Γεώργιον επί
στρατολογία, και να συννοηθή μετά των κατοίκων του
Γαλαξειδίου, οίτινες μηδένα έχοντες συγκάτοικον Τούρκου
και ερεθιζόμενοι καθ' εκάστην υπό των Πατρίων, πολλήν
επιρροήν παρ' αυτοίς εχόντων διά τας πολλάς εμπορικάς
σχέσεις, ανυπόμονοι ήσαν ν' αποτινάξωσι τον ζυγόν. Αφ'
ού δε συνενοήθησαν, εκίνησαν την νύκτα της 26, οι μεν εξ
ενός οι δε εξ άλλου μέρους, εξημερώθησαν εις Σάλωνα και
επολιόρκησαν υπό την αρχηγίαν του Πανουργιά το φρούριον,
όπου υποπτεύοντες οι Τούρκοι επρόλαβαν και εκλείσθησαν
όλοι συν γυναιξί και τέκνοις, και συνεκλείσθησαν και
όλαι αι εκεί μετά την ανέγερσιν της Αχαΐας μεταβάσαι
τουρκικαί οικογένειαι της Βοστίτσης· ήσαν δε μεταξύ όλων
αυτών 600 ένοπλοι. Ο ενθουσιασμός των κατ' εκείνα τα
μέρη Ελλήνων ήτο μέγας, κυρίως δε ο των Γαλαξειδιωτών,
μεταφερόντων εις ευόδωσιν του κοινού αγώνος ψιλά όπλα,
πολεμεφόδια και κανόνια εκ των πλοίων. Αν και οι Τούρκοι
ήσαν δυνατοί, οι Έλληνες επέπεσαν τόσον ορμητικώς, ώστε
εκυρίευσαν την πρώτην ημέραν το προς την ρίζαν του
φρουρίου νερόν.
Απρίλιος Οι δε έμφρουροι, απρομήθευτοι των αναγκαίων και
διψώντες, εξώρμησαν την 8 απριλίου επ' ελπίδι να
κυριεύσωσι καν την παραρρέουσαν πηγήν, αλλ' απέτυχαν και
εφονεύθησαν 13, εν οις και ο επ' ανδρία γνωστός Χάιδας.
Πεινώντες οι δυστυχείς και διψώντες παρεδόθησαν ενήμερα
του Πάσχα (10 απριλίου), επ' ασφαλεία ζωής και τιμής,
και παρέδωκαν και τα όπλα τω Πανουργιά, έμπροσθεν της
πύλης καθημένω, και παραλαμβάνοντι αυτά· και οι μεν
έμειναν εν ταις οικίαις των ανεπηρέαστοι, οι δε εις
πλειοτέραν ασφάλειαν ηθέλησαν να κατοικήσωσι μεθ' ων
είχαν σχέσεις Χριστιανών. Το φρούριον δε των Σαλώνων ήτο
το πρώτον των κυριευθέντων υπό των Ελλήνων.
Μάρτιος Γνωσθείσης της πολιορκίας των Σαλώνων, ο Δήμος Σκαλτσάς,
οπλαρχηγός Λιδωρικίου και Μαλανδρίνου, συννοηθείς μετά
του Αναγνώστη Λιδωρίκη, του Παπά Γεωργίου Πολίτη, και
λοιπών προεστώτων των δύο επαρχιών, έχων και αυτός 60
αρματωλούς και συμπαραλαβών τους δυναμένους να φέρωσιν
όπλα χωρικούς, ύψωσε την σημαίαν της ελευθερίας την 28
μαρτίου· και αυτός μεν εισήλθε την αυτήν ημέραν υπό τον
ήχον των τυμπάνων εις Λιδωρίκι, απέστειλε δε τον
υποπλαρχηγόν του Θεοδωρήν Χαλβατσήν εις Μαλανδρίνον. Οι
Τούρκοι και οι εν Λιδωρικίω και οι εν Μαλανδρίνω
εκλείσθησαν εντός τινων οικιών, και αντέστησαν· αλλά
μετά δύο ημέρας, αφ' ού εφονεύθησάν τινες αυτών,
κατέθεσαν τα όπλα και παρεδόθησον ως και οι εν Σαλώνοις.
Κατόπιν των επαρχιών τούτων ύψωσε την ελληνικήν σημαίαν η
της Λεβαδείας υπό την επιρροήν του οπλαρχηγού της Θανάση
Διάκου, σκοπεύοντας να την υψώση προ των άλλων
συναδέλφων του, αλλ' εμποδισθέντος διά τας των προκρίτων
της πρωτευούσης της επαρχίας εκείνης διχονοίας. Ούτος,
έχων 100 συντρόφους και στρατολογήσας και πολλούς
Αραχωβίτας και άλλους εξ άλλων χωρίων της επαρχίας,
κατέλαβε διά νυκτός τας θέσεις του Ζαγαρά και του
προφήτου Ηλίου άνωθεν τις πόλεως Λεβαδείας, και εκείθεν
έστειλε πρώτον και απέκλεισε διόδους τινάς εις διακοπήν
πάσης κοινωνίας των εντεύθεν και εκείθεν Τούρκων έπειτα
φιλιώσας τους διαφωνούντας προεστώτας της Λεβαδείας
εισήλθε την 30 εις την πόλιν υπό τας σημαίας της
ελευθερίας. Ιδόντες δε την ένοπλον εισβολήν ταύτην οι εν
τη πόλει Τούρκοι, οι μεν ανέβησαν συν γυναιξί και
τέκνοις εις το φρούριον, οι δε εκλείσθησαν εν ταις
δυνατωτέραις οικίαις της πόλεως· συνεκλείσθησαν δε και
οι εκεί ευρεθέντες πολλοί Αλβανοί· ο αριθμός δε των
δυναμένων να βρώσιν όπλα εγκατοίκων Τούρκων και των
Αλβανών ανέβαινεν εις 800. Την 31 συνήφθη μάχη και
διήρκεσε πέντε ημέρας. Ο Ρούκης καί τινες άλλοι ανέβησαν
διά νυκτός εις το φρούριον, ελπίζοντες να το
κυριεύσωσιν· οι Τούρκοι τους ενόησαν, τους αντέκρουσαν,
επλήγωσάν τινας και τους απεδίωξαν· αλλ' η έλλειψις της
τροφής και του νερού τους ηνάγκασε μετ' ολίγον ν'
απλώσωσι λευκήν σημαίαν, να καταθέσωσι τα όπλα και να
παραδοθώσιν ως και οι εν Σαλώνοις. Ο δε Διάκος εφάνη εξ
αυτής της αρχής πνέων θερμόν πατριωτισμόν, και ανώτερος
παντός υλικού συμφέροντος· συνάξας τα παραδοθέντα όπλα
και λάφυρα τα παρέδωκεν όλα εις χείρας των προκρίτων
προς αγοράν τροφών και πολεμεφοδίων του στρατού, αυτός
δε εξεστράτευσε μετά 600 κατά την Βοδωνίτσαν και
Θερμοπύλας, διότι εψιθυρίζετο, ότι στρατεύματα εχθρικά
συνηθροίζοντο εν Ζητουνίω.
Καθ' ην δε ημέραν ήνοιξεν ο πόλεμος εν Λεβαδεία, διέταξεν
ο Διάκος και τον εν τη υπό την οπλαρχηγίαν του επαρχία
του Ταλαντίου Αντώνην Κοντουσόπουλον, εξάδελφόν του, να
πράξη και αυτός εκεί τα αυτά συννοηθείς μετά των
προκρίτων του τόπου. Την 31 υψώθη και εκεί η σημαία της
ελευθερίας.
Απρίλιος Την δε 1 απριλίου ο οπλαρχηγός Μπούσγος μετέβη κατά
διαταγήν του διάκου εις Θήβας, και έστησε και αυτός εκεί
την ελληνικήν σημαίαν αμαχητί, διότι οι Θηβαίοι Τούρκοι
προβλέποντες ό,τι συνέβη, παρέλαβαν προ του ερχομού του
τας γυναίκας, τα τέκνα και τα πράγματά των και μετέβησαν
ησύχως εις Εύβοιαν.
Μαθών και ο οπλαρχηγός των επαρχιών Ζητουνίου, Βοδωνίτσης
και Τουρκοχωρίου, Γιάννης Δυοβινιώτης, όσα επράχθησαν
κατά τας άλλας επαρχίας και έχων 80 συντρόφους
εστρατολόγησεν άλλους 500 εκ των κατοίκων των υπό τα
όπλα του επαρχιών, ύψωσε της επαναστάσεως την σημαίαν,
αν και ο υιός του ήτον υποχείριος του Αλή, και την 8
επολιόρκησε το φρούριον της Βοδωνίτσης, όπου εκλείσθησαν
αι εν αυτή 70 τουρκικαί οικογένειαι. Την αυτήν ημέραν
ήλθεν εις επικουρίαν και ο Κομνάς Τράκας, σταλείς παρά
του Πανουργιά μετά 200, και ο Διάκος μετά των περί
αυτόν, και ώρμησαν όλοι επί το φρούριον, όπερ, αν και
μικρόν, δεν ήτο αλώσιμον ειμή διά της πείνας ή της δίψας
ως κείμενον επί δυνατής θέσεως· διά τούτο οι ρηθέντες
οπλαρχηγοί, αφήσαντες δύναμίν τινα εις διατήρησιν της
πολιορκίας, ανεχώρησαν εις Ζητούνι, και την 10 έφθασαν
εις την επί του Σπερχιού γέφυραν, όπου, δευτέρας σκέψεως
γενομένης, απεφάσισαν να μη προχωρήσωσι, πριν συννοηθώσι
και μετά του οπλαρχηγού της επαρχίας του Πατρατσικίου
Μίτσου Κοντογιάννη, έχοντος και δύναμιν ικανήν και
επιρροήν· μετέβησαν δε εκείθεν εις Κομποτάδας πλησίον
του Πατρατσικίου, όπου και εστρατοπέδευσαν. Ήλθεν εκεί
και ο Πανουργιάς μετά 500, ώστε, συρρευσάντων και άλλων,
όλος ο στρατός συνηριθμείτο εις 2000. Οι οπλαρχηγοί
εκάλεσαν τότε τον Κοντογιάννην εις συνεκστρατείαν· δεν
τους ήκουσε· τον εκάλεσαν και εκ δευτέρου· ουδέ και τότε
τους ήκουσεν. Η παρακοή του, αφορμήν έχουσα το
κινδυνώδες του επιχειρήματος, δεν ήτον άλογος, αλλ' ήτο
παράκαιρος και βλαπτική προς τους αποστατήσαντας λαούς
και προς τους συναδέλφους του οπλαρχηγούς· τον εκάλεσαν
και εκ τρίτου, έστειλαν και παραινέτας τον Γεώργην
Δεσποτόπουλον και τους αξιωματικούς του Διάκου, Καλύβαν
και Μπακογιάννην, οίτινες τον απήντησαν κατά τον Κούκον,
ώρας μακράν του ελληνικού στρατοπέδου· αλλ' ούτε αυτοί
τον έπεισαν· ώστε το ελληνικόν στρατόπεδον εκάθητο αργόν
οκτώ ημέρας. Αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσαν αι προσκλήσεις και
παραινέσεις, κατώρθωσαν ο ζήλος και ο ενθουσιασμός των
ανεψιών του και υποπλαρχηγών του, και η γνωσθείσα
απόφασις των λοιπών οπλαρχηγών να προσβάλωσι το
Πατρατσίκι και παρά την γνώμην αυτού. Αφ' ού δε ηνώθη
και ο Κοντογιάννης, ουδείς οπλαρχηγός της Ανατολικής
Ελλάδος (α) έμενεν εκτός του αγώνος, και εκ συμφώνου
απεφασίσθη να κινηθώσιν εις άλωσιν του Πατρατσικίου· και
ο μεν Κοντογιάννης να προσβάλη διά του δυτικού μέρους,
οι δε λοιποί διά του ανατολικού. Εν τούτοις παρεδόθη το
φρούριον της Βοδωνίτσης.
Αφ' ης ημέρας οι εν Πατρατσικίω Τούρκοι, εν οις ήσαν 800
οπλοφόροι, εντόπιοι, Αλβανοί και άλλων επαρχιών, έμαθαν
τα εν Σαλώνοις, ητοιμάσθησαν εις μάχην, ωχύρωσαν τας
δυνατωτέρας οικίας, τα ωρολογιοστάσιον, το ζαμίον, την
εκκλησίαν, τους πύργους και άλλα μέρη, έφραξαν τας οδούς
και τας στενωπούς, και εξήλθαν πλείστοι προς τον ρύακα
του προαστείου των Μπογομύλων προσμένοντες τους εχθρούς
εντός των εκεί οχυρωμάτων. Οι δε κατά τους Κομποτάδες
Έλληνες επέπεσαν την 18 τόσον ορμητικοί, ώστε διά του
πρώτου τουφεκισμού τους ηνάγκασαν να αφήσωσι τους
Μπογομύλους, και να περιορισθώσιν, εν τη πόλει· έκαυσαν
δε και τας οικίας των Μπογομύλων και εισήλθαν εις την
πόλιν πολεμούντες και καίοντες. Καθ' ον δε καιρόν
εκινήθησαν οι ανωτέρω εκ του ανατολικού μέρους,
εκινήθησαν και οι εν τω μοναστηρίω της Αγάθωνας υπό τον
Κοντογιάννην, και διαβάντες τον Ξηριάν έπεσαν εις
Μισαλάν, απεδίωξαν τους εκεί οχυρωθέντας Τούρκους και
εισήλθαν και ούτοι εις την πόλιν πόλεμούντες και
καίοντες· αλλ' οι κλεισθέντες εν τοις οχυροίς κτιρίοις
Τούρκοι αντείχαν γενναίως. Περί δε το μεσονύκτιον, καθ'
ην ώραν εξησθένησεν ο πόλεμος, είδαν οι Έλληνες επί της
πεδιάδος κατά το Λιανοκλάδι παμπληθή πυρά των εχθρών
ελθόντων εκεί διά νυκτός, και φοβηθέντες μη αποκλεισθώσιν
υπό του συνακολουθούντος ιππικού ανεχώρησαν την
επαύριον, ο μεν Κοντογιάννης εις τα ίδια, οι δε λοιποί
οπλαρχηγοί εις Κομποτάδας αφήσαντες την πόλιν
ημίκαυστον. Επί της επιδρομής δε ταύτης εσκοτώθησαν 6
Έλληνες και επληγώθησαν 5 εν οις και ο Ρούκης.
Εσκοτώθησαν και 40 Τούρκοι και επληγώθησαν άλλοι τόσοι.
Ούτε η αποτυχία της εκστρατείας ταύτης, ούτε η εμφάνισις
των εχθρών κατά το Λιανοκλάδι έστησαν την πρόοδον της
επαναστάσεως κατά την Ανατολικήν Ελλάδα.
Η Αττική ήτον η μόνη επαρχία εκείνου του μέρους, η έως
τότε μη αποστατήσασα. Είδαμεν ότι αι επαρχίαι της
Ανατολικής Ελλάδος ανηγέρθησαν διά της ενεργείας των
οπλαρχηγών των· άλλη Αττική ήτον η μόνη των επαρχιών της
στερεάς Ελλάδος η μη έχουσα έκπαλαι οπλαρχηγόν, διότι
ούτε η θέσις της ούτε τα βουνά της εθεωρούντο κατάλληλος
φωλεά κλεπτών καθ' ων εσυστήθησαν τα αρματωλίκια· διά
τούτο αι Αθήναι, εν ώ απεστάτησαν τα γειτονικά μέρη,
διέμειναν μέχρι τινός υπό την πλήρη κυριότητα των
Τούρκων κυμαινόμεναι μεταξύ επιθυμιών και φόβων.
Ο Μελέτης Βασιλείου, κάτοικος των Χασιών, χωρίου της
Αττικής κειμένου, κατά την ονομασίαν του, εντός της
περιοχής του παλαιού δήμου των Χαστιέων και πλησίον της
Φυλής, ην άλλοτε κατέλαβαν οι καταλύσαντες την τυραννίαν
των Τριάκοντα, άνθρωπος φιλόπατρις, γενναίος και πολλήν
έχων εκεί επιρροήν, θέλων ν' απαλλάξη το χωρίον του των
κακών όσα υπέφερεν όλη η Αττική και παρά του διοικητού
της και παρά του ηγεμόνος της Ευβοίας, ούτινος η
δικαιοδοσία εξετείνετο και εις αυτήν, κατώρθωσεν άλλοτε
και απέκοψεν αυτό της λοιπής επαρχίας επί λόγω ότι ήτο δ
ε ρ β έ ν ι εξ αιτίας της επί της ανόδου του Πάρνηθος
θέσεώς του, και το επροίκισε δι' ων προνομίων
επροικίζοντο τα των τοιούτων θέσεων χωρία, ων την
φύλαξιν ήσαν εμπεπιστευμένοι εντόπιοι, έχοντες την
άδειαν του οπλοφορείν. Η περίστασις αύτη υπέκρυψεν
ευσχήμως, ότε ήλθεν η ώρα της γενικής επαναστάσεως, τους
αληθείς σκοπούς του Μελέτη, όστις, μέλος της Φιλικής
Εταιρίας, αφ' ού είδεν όσα συνέβησαν εν ταις
πλησιοχώροις επαρχίαις, ώπλισε την 1 απριλίου τους
χωρικούς του επί λόγω, ότι θα υπεράσπιζε τον τόπον του
από πάσης ενδεχομένης επιδρομής κλεπτών, έστησε το
μικρόν του στρατόπεδον εν Μενιδίω, συμπαρέλαβε
συναγωνιστάς του τους Μενιδιώτας υπό τον Χατσή -
Αναγνώστην Τσουρκατιώτην, καί τινας Σαλαμινίους ελθόντας
προς αυτόν αυθορμήτως, και την 18 εκτύπησεν εν τω
αντικρύ της Ευβοίας χωρίω της Αττικής, Καλάμω, τους περί
τον Καρύστιον Ομέρμπεην μεταβάντας εκεί εξ Ευβοίας εις
παρατήρησιν των κατ' εκείνα τα μέρη νεωστί συμβάντων.
Θέλοντες δε ο Μελέτης και οι λοιποί να ενωθώσιν υπό ένα
και τον αυτόν αρχηγόν, αντιπροσωπεύοντα την Εταιρίαν,
παρεκάλεσαν τους άρχοντας της Λεβαδείας να τοις στείλωσι
τοιούτον. Οι άρχοντες ευρόντες κατάλληλον τον Δήμον
Αντωνίου, κατηχητήν προ ολίγου της Εταιρίας, ευρωπαϊκά
ενδεδυμένον, τω έβαλαν επωμίδας και περικεφαλαίαν και τον
έστειλαν εις Μενίδι, όπου τον υπεδέχθησαν, οι Αττικοί ως
άνδρα υπερέχοντα εξαιτίας της ασυνήθους στολής του, και
ετέθησαν υπ' αυτόν μεθ' όσης άλλοτε αφοσιώσεως ετέθησαν
οι Σπαρτιάται υπό τον χωλόν συμπατριώτην του Μελέτη
Τυρταίον.
Οι κάτοικοι Τούρκοι των Αθηνών ήσαν 400 οικογένειαι·
παρευρίσκοντο και 60 Αλβανοί ως αστυνομική δύναμις·
ανησύχαζαν δε δικαίω τω λόγω βλέποντες τα κινήματα των
πλησιοχώρων επαρχιών· αλλ' ιδόντες και τα χωρία αυτής
της επαρχίας των εις ένοπλον κίνησιν, και τους χωρικούς
αρπάζοντας ποίμνια υπό τα τείχη της πόλεως,
κατεταράχθησαν και ωργίσθησαν· και κατ' αρχάς μεν
συνέλαβαν την κοινήν ιδέαν να σφάξωσιν όλους τους εν
Αθήναις δυναμένους να οπλοφορώσι Χριστιανούς· αλλά
βλέποντες, ότι τούτο ούτε πολιτικόν ήτον, ούτε
ευκατόρθωτον, και ότι εδύνατο να επιφέρη ό,τι ήθελαν ν'
αποφύγωσι, παρητήθησαν· ήρχισαν όμως να προετοιμάζωνται
ανακομίζοντες τροφάς και τα πράγματά των εις την
ακρόπολιν, καθαρίζοντες μίαν των δύο ευχρήστων αλλά προ
καιρού μη εν χρήσει δεξαμενών και μετακομίζοντες εκ της
πόλεως νερόν. Πεισθέντες δε εξ όσων ήκουαν και έβλεπαν,
ότι οι έξωθεν κ λ έ π τ α ι θα εφώρμων, συνέλαβαν αίφνης
την 11 τους τρεις προεστώτας και 10 άλλους
περιφερομένους εις τας οδούς της πόλεως, τους ανεβίβασαν
εις την ακρόπολιν και τους εφυλάκισαν. Η σύλληψις αύτη
εφόβισε τους άλλους προύχοντας και τους ηνάγκασε να
κρυβώσιν· αλλά τους ηνάγκασεν εν ταυτώ και να συννοηθώσι
κρυφίως μετά των έξω και τους προτρέψωσι να έμβωσιν
ένοπλοι εις την πόλιν· ώστε ό,τι έπραξαν οι Τούρκοι εις
προφύλαξίν των απέβη εις βλάβην των.
Απρονόητοι δε και ασυνεπείς, φυλακίσαντες εν τη ακροπόλει
τους προεστώτας και λοιπούς, δεν εφρόντισαν να έχωσιν
ικανούς φύλακας εν τη πόλει, εν ώ έβλεπαν τόσους
οπλοφόρους Χριστιανούς εκτός αυτής· αλλ' ό,τι διακρίνει
υπέρ παν άλλο την μωρίαν των είναι, ότι, εξαιρουμένων
των πυλών του τείχους φυλαττομένων υπό Τούρκων,
εφρούρουν τα λοιπά μέρη αυτού κατά διαταγήν αυτών
Χριστιανοί.
Την νύκτα της 25 συσσωματωθέντες οι έξωθεν Χριστιανοί εν
Μενιδίω, ως 600, άλλοι φέροντες όπλα, άλλοι λόγχας, και
άλλοι ρόπαλα, εστράτευσαν προς την πόλιν δύο ώρας πριν
εξημερώση, ανέβησαν ησύχως το μεταξύ των πυλών των αγίων
Αποστόλων και της Μπουμπουνίστρας τείχος, εισεπήδησαν
ανεμποδίστως, εφόνευσαν τους επί των δύο πυλών ολίγους
Τούρκους, και διεσπάρησαν εις την πόλιν τουφεκίζοντες
και αλαλάζοντες. Επειδή δε οι Τούρκοι ανέβαιναν πάσαν
εσπέραν εις την ακρόπολιν, ολίγοι ευρέθησαν εν τη πόλει,
δι' ο και ολίγοι εχάθησαν· 36 δε, άνδρες, γυναίκες,
παιδία, εκ των ενευρεθέντων κατέφυγαν εις τα προξενεία
και διεσώθησαν. Οι Αττικοί, κυριεύσαντες την πόλιν,
έστησαν την 28 την σημαίαν της ελευθερίας επί του
διοικητηρίου, όπου εκάθησαν και οι οπλαρχηγοί, εν οις
και ο πρωταθλητής της Αττικής Μελέτης.
Μόλις διεδόθη εις τα πέριξ η είδησις των συμβάντων
τούτων, και συνέρρευσεν εις Αθήνας ικανός αριθμός
Αιγινητών, Κείων, Θερμιωτών και Υδραίων οπλοφόρων.
Κατόπιν αυτών ήλθαν καί τινες Κεφαλλήνες (5 μαΐου)
φέροντες και κανόνια· ώστε εντός δέκα ημερών ο αριθμός
των εν Αθήναις οπλοφόρων συνηριθμείτο εις τρισχιλίους.
Οι έγκλειστοι Τούρκοι, βλέποντες μεταξύ των πολιορκητών
πολλούς φραγκοενδεδυμένους, τινάς δε φορούντας και
στολάς, ηπόρησαν και ηρώτησαν διά γράμματος τους
προξένους, αν οι Φράγκοι βασιλείς εκήρυξαν πόλεμον κατά
του σουλτάνου. Οι πρόξενοι τοις έγραψαν την αλήθειαν·
αλλ' οι Έλληνες, μαθόντες τας υποψίας και τους φόβους
των, συνέλεξαν όσους ίππους, όνους και ημιόνους ηύραν,
και άλλοι καθήσαντες επ' αυτών, των μεν εχόντων των δε
μη εχόντων εφίππια, άλλοι δε πεζοί, και οι πλείστοι
φραγκοφορούντες και σκιαδοφορούντες, περιήλθαν μια των
ημερών την ακρόπολιν υπό τον κρότον ευρωπαϊκών τυμπάνων
και σαλπίγγων επιδεικνύμενοι δήθεν τον ευρωπαϊσμόν των·
αλλά μία κανονία, πεσούσα εκ της ακροπόλεως εν μέσω
αυτών και φονεύσασα ένα, διέλυσεν εν τω άμα την γελοίαν
ταύτην σκηνήν.
Δράξαντες οι Αθηναίοι τα όπλα επεμελήθησαν να
τακτοποιηθώσι πολιτικώς και στρατιωτικώς όσον επέτρεπεν
η περίστασις· και επειδή εστερούντο πολεμικής ύλης,
απέσπασαν τον επί των θόλων των εν τη πόλει ζαμίων
μόλυβδον, έχυσαν βόλια, και έβαλαν εις κίνησιν και τους
σωζομένους πυριτομύλους· έστησαν δε κατά των εν τη
ακροπόλει διά της θερμής συνδρομής και των άλλοθεν
ελθόντων Ελλήνων επτά κανόνια επί διαφόρων θέσεων, της
Πνυκός, του Μουσείου όπου το μνημείον του Φιλοπάππου,
πλησίον των θεάτρων του Βάκχου και του Ηρώδου, και προς
τον ναόν του Ολυμπίου Διός. Κατ' αίτησιν δε των Αθηναίων
ήλθε τας πρώτας ημέρας της ενοπλίσεώς των εις τον Πειραιά
και υδραϊκόν πλοίον 11 κανονίων, σταλέν παρά των αδελφών
Κουντουριωτών υπό τον Γεώργην Νέγκαν.
Εκτός δε του κάτωθεν εις μίαν των δεξαμενών
μετακομισθέντος νερού, είχαν εις χρήσιν οι Τούρκοι και
το μόλις πόσιμον ενός των τριών πηγαδιών των εν τω
παρατειχίσματι (σερπεντσέ)· και επειδή το της δεξαμενής
θα κατηναλίσκετο εντός ολίγου, οι πολιορκηταί
προσεπάθουν κατ' αρχάς να σπάσωσι διά κανονιών το
παρατείχισμα επ' ελπίδι να το κυριεύσωσι και στερήσωσι
τους εχθρούς των του εν αυτώ νερού, διότι διά μόνης της
δίψας ή της πείνας ηλπίζετο η κυρίευσις της ακροπόλεως.
Εν τοσούτω πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εκανονοβόλουν
και εκανονοβολούντο, μήτε βλάπτοντες μήτε βλαπτόμενοι.
Έρριπταν δ' ενίοτε οι εν τη ακροπόλει και βόμβας εις
πόλιν, αλλά πάντοτε αβλαβείς διά την ανεπιτηδειότητα των
ριπτόντων.
Εν τοσούτω η επανάστασις έβοσκε κατά την ανατολικήν
Ελλάδα ως πυρκαϊά και διεχύθη και εις Μαγνησίαν.