Ιούνιος Φθάσας δε ο Υψηλάντης εις Πιτέστι έμαθεν, ότι οι

επερχόμενοι Τούρκοι εκ Βουκουρεστίου είχαν φανερόν

συναγωνιστήν τον Σάββαν, και απέστειλεν ευθύς τον

Φαρμάκην μετά 300 εις Αρζησίαν (κόρτε δε Αρζέσι) επί του

ομωνύμου ποταμού εντός υψηλών ορέων, προς εξασφάλισιν

της θέσεως εκείνης· αυτός δε έφθασε την 1 Ιουνίου εις

Ρύμνικον, πόλιν επί της δεξιάς όχθης του Όλτου, όπου

ήλθαν και οι υπό τους οπλαρχηγούς Μακεδόνσκην, Χατσή -

Πρόδαν, Διαμαντήν Σερδάρην, Σολωμόν και Μανάκην· ώστε αι

υπό τας διαταγάς του Υψηλάντου δυνάμεις την ώραν εκείνην

ήσαν 2500 ιππείς και 4500 πεζοί συμπεριλαμβανομένου και

του ιερού λόχου, και 4 κανόνια. Ο Υψηλάντης διέταξε τα

πλείστα των σωμάτων να προχωρήσωσι προς το Δραγασάνι και

καταλάβωσι θέσεις τινάς έως ου φθάση και αυτός. Την 3

εκίνησαν τα σώματα όπως διετάχθησαν· την δε 5

παρηκολούθησε και ο Υψηλάντης μετά της οπισθοφυλακής.

Οκτώ ώρας απέχει το Δραγασάνι του Ρυμνίκου· αλλά τα

σώματα ταύτα υπέρ το σύνηθες ηργοπόρησαν, ουδ' ομού όλα

έφθασαν, πεσούσης καθ' οδόν ραγδαίας και διαρκούς

βροχής· μόλις δε συνήλθαν εις τον προς ον όρον

αλληλοδιάδοχος μέχρι της αυγής της 7. Ο συστρατεύων

Γεωργάκης εσκόπευεν, εξ αιτίας της υπεροχής του αριθμού

των υπό την ελληνικήν σημαίαν, ν' αποκλείση τους ολίγους

εχθρούς πανταχόθεν, και έστειλε διάφορα σώματα και

κατέλαβαν τας περί το χωρίον επιτηδείας εις τον σκοπόν

τούτον θέσεις. Ο δε Καραβιάς μετά των περί αυτόν ιππέων

και ο Νικόλαος Υψηλάντης, ο επί του ιερού λόχου και του

πυροβολικού ταχθείς εσχάτως, ετοποθετήθησαν εντεύθεν

χαράδρας αντικρύ του Δραγασανίου, ης τα δύο χείλη

συζευγνύει γέφυρα· ειδοποιήθησαν δε όλοι να ετοιμασθώσιν

εις μάχην την επαύριον, καθ' ην εσκόπευε να παρευρεθή

και ο αρχιστράτηγος μετά της οπισθοφυλακής εκ δισχιλίων.

Ο δε Γεωργάκης, όστις διέθεσε τα πάντα, ετοποθετήθη

απώτερον επί της οδού Ρυμνίκου, όπως διαλεχθή προ των

άλλων μετά του αυθημερόν αναμενομένου αρχιστρατήγου. Οι

εν Δραγασανίω Τούρκοι, κατέχοντες και την παρακειμένην

μονήν, ησθάνθησαν πόσον δεινή ήτον η θέσις των και

επεχείρησαν, αλλ' εις μάτην, να διώξωσι τους περί τον

Αργυροκαστρίτην, μεταβάντας εκεί μετά τα εν τω Νοτσέτω

συμβάντα και καταλαβόντας γήλοφον πλησίον του χωρίου εν

μέσω ως· προβλέποντες δε, ότι η μάχη ήτον άφευκτος και

εγγύς, ήρχισαν να καίωσι τας ευτελείς του χωρίου οικίας

ως περιττάς ή επιζημίους. Αλλ' ο θερμουργός Καραβιάς

εθεώρησε τον εμπρησμόν πρόδρομον φυγής, και φοβούμενος

μήπως του φύγη η βεβαία, ως εφαντάζετο, νίκη εξ αιτίας

της απραξίας του, διέβη μετά μεσημβρίαν συν τοις περί

αυτόν πέραν της χαράδρας προς το χωρίον, μη

προειδοποιήσας τους άλλους οπλαρχηγούς, ως θέλων να

σφετερισθή όλην την δόξαν μόνος αυτός· παρηκολούθησαν δε

επί τη προτροπή αυτού ο ιερός λόχος και το πυροβολικόν.

Οι Τούρκοι εδειλίασαν υπολαβόντες, ότι θα εφώρμων οι

Έλληνες εκ συνθήματος πανταχόθεν διά τούτο, εν ώ ήρχισε

το πυροβολικόν να τους κτυπά, δεν εξήλθαν και εσκέπτοντο

διά ποίας οδού να φύγωσιν· αλλά βλέποντες, ότι άλλοι δεν

εκινήθησαν, και ότι τα κανόνια δεν τους έβλαπταν διά την

απειρίαν των κανονοβολιστών, εξήλθαν έφιπποι και έπεσαν

ξιφήρεις επί τους εχθρούς· και οι μεν περί τον Καραβιάν

ελειποτάκτησαν, οι δε ιερολοχίται έδειξαν ότι φλόγες

πατριωτισμού έκαιαν την καρδίαν των και επέμεναν

μαχόμενοι· αλλ' ήσαν απειροπόλεμοι, και το ιππικόν του

εχθρού επιπεσόν πανορμεί διέρρηξε τας τάξεις, εκυρίευσε

τα κανόνια, και τους κατέκοψεν. Ακουσθείσης της βοής του

πολέμου, έτρεξαν εις το πεδίον της μάχης ο Γεωργάκης καί

τινες άλλοι οπλαρχηγοί μεθ' όσων εδυνήθησαν εκ του

προχείρου, ετουφέκισαν τους Τούρκους καταδιώκοντας και

κατακόπτοντας ανηλεώς τους ιερολοχίτας τραπέντας επί

τέλους εις φυγήν, και τοιουτοτρόπως ελύτρωσαν της σφαγής

και της αιχμαλωσίας πολλούς, εν οις και τους αδελφούς

του αρχιστρατήγου κινδυνεύοντας να συλληφθώσιν. Όλοι δε

οι ιερολοχίται θα ηφανίζοντο, αν δεν επρόφθαναν οι

επιβοηθοί ούτοι, εν οις διέπρεψεν ο Βλάχος οπλαρχηγός

Ιωαννίτσας Χόρκας. Οι Τούρκοι, καταδιώξαντες τους

ηττηθέντας μέχρι της χαράδρας, επανήλθαν εις το χωρίον

νικηταί, απορούντες και αυτοί δι' όσα παρ' ελπίδα

κατώρθωσαν. Υπερδιακόσιοι Έλληνες εφονεύθησαν, όλοι

σχεδόν ιερολοχίται, πεσόντες ως ευθαλείς κλάδοι υπό την

κοπτεράν αξίνην στιβαρού ξυλοκόπου· εφονεύθησαν και οι

επ' ανδρία μεταξύ των ανδρείων τούτων διακριθέντες

εκατόνταρχοι, Δημήτριος Σούτσος, και Σπυρίδων Δρακούλης,

40 δε ηχμαλωτίσθησαν. Πανικός φόβος κατέλαβε τότε όλα τα

σώματα, και τα πλείστα εν τω άμα διελύθησαν και κακήν

κακώς διεσκορπίσθησαν. Ο δε Υψηλάντης, έμαθε το γεγονός

καθ' οδόν τρεις ώρας μακράν της θλιβεράς σκηνής, και

ιδών τον διασκορπισμόν των στρατιωτών επανερχομένων εις

Ρύμνικον ωπισθοδρόμησε, και διέμεινεν εκεί την νύκτα και

την ακόλουθον ημέραν· την δε 9 μετέβη εις Κόζιαν,

μοναστήριον επί των Καρπαθίων ορέων δύο ώρας απέχον του

Ρυμνίκου.

Εξ ότου ο Υψηλάντης έλαβε τας απαντήσεις της αυλής της

Ρωσσίας εις τας αναφοράς του, έχασε πάσαν ελπίδα

εξωτερικής βοηθείας ή εξωτερικών προσκομμάτων εις τα

κατ' αυτού στρατιωτικά κινήματα της Πύλης· η δε εσχάτως

συμβάσα εν Δραγασανίω καταστροφή κατέστρεψε πάσαν

προσδοκίαν εσωτερικής ευτυχούς αντιστάσεως· και το

χείριστον, ότι μετά την καταστροφήν ταύτην εφοβείτο όχι

μόνον τους Τούρκους αλλά και αυτούς τους στρατιώτας του,

και ούτε να μείνη ηδύνατο, διότι εκινδύνευε να συλληφθή

υπό των εχθρών, ούτε να φύγη ετόλμα, διότι οι υπ' αυτόν

στρατιώται αντέτειναν· τινές δε αυτών, μαθόντες ότι ο

κεχαγιάμπεης εξέδωκε κήρυγμα, δι' ου υπέσχετο

αντιμισθίαν προς όποιον έφερε την κεφαλήν του, εμελέτησαν

και επιβουλήν. Ένεκα τούτου συνέλαβεν ο Υψηλάντης δεινάς

υποψίας· ώστε, τριημερεύσας εν τω μοναστηρίω, ολίγους

εδέχετο εντός της αυλής, και την νύκτα διέμενεν αυτός

και οι περί αυτόν προσεκτικοί και άγρυπνοι, ως αν

εφοβούντο έφοδον εχθρών. Τω όντι την δευτέραν νύκτα της

εκεί αφίξεώς των ανεφάνη πυρκαϊά εν τω προαυλίω του

μοναστηρίου όπου διενυκτέρευαν στρατιώται, οίτινες,

υποκριθέντες ότι εφοβούντο μη καώσιν, ανέβησαν

πολλαχόθεν τα τείχη εις αποφυγήν δήθεν του κινδύνου.

Αλλ' οι περί τον Υψηλάντην, ειδότες προηγουμένως ότι οι

επιβουλεύοντες την ζωήν του εσχεδίασαν το τέχνασμα

τούτο, τοις απηγόρευσαν την είσοδον επί ποινή θανάτου. Εν

μέσω τοιούτων υποψιών και επιβουλών ο Υψηλάντης απεφάσισε

να εγκαταλείψη τας ηγεμονείας. Η γνώσις, ην είχε του

χαρακτήρος και της αξίας του Γεωργάκη, τον εθάρρυνε να

τω ανακαλύψη τον σκοπόν του και ζητήση την ειλικρινή

συνδρομήν του. Ο Γεωργάκης ούτε της εμπιστοσύνης του

Υψηλάντου ανάξιος εφάνη, ούτε κωφός εις την αίτησίν του,

αν και την εθεώρησε λίαν επιβλαβή, και προς τον κοινόν

αγώνα και προς εαυτόν· απέπεμψε δέ τινας των εκεί υπόπτων

οπλαρχηγών εις κατάληψιν δήθεν θέσεών τινων πολεμικών,

κυρίως δε ίνα μη ενοχλήσωσι τον Υψηλάντην επί της

απελεύσεώς του. Αλλ' ό,τι ο Υψηλάντης εμελέτα να πράξη

υποκεκρυμμένως, πάμπολλοι των υπ' αυτόν έπρατταν

παρρησία τρέχοντες μετά την εν Δραγασανίω τροπήν προς τα

όρια, όπως διασωθώσιν εις την Τρανσιλβανίαν. Επειδή δε

πάσα αιδώς και πας φόβος εξέλειψαν, ο δυνατός κατέθλιβε

τον αδύνατον, μήτε ως συναγωνιστή συμπαθών μήτε ως

ομοιοπαθεί· τινές δε τόσον εφάνησαν ασυνείδητοι και

απάνθρωποι, ώστε, καταλαβόντες τα επί της προς την

Τρανσιλβανίαν πορείας στενά, συνελάμβαναν, ως άλλοι

Περιφήται και Κερκύωνες, τους διαβαίνοντας και κυρίως

τους αξίους πάσης αγάπης και περιθάλψεως ιερολοχίτας,

και αν δεν τους εφόνευαν ως οι παλαιοί συντεχνίται των,

τους εγύμνοναν. Εν τοσούτω ο Υψηλάντης, προδιαθέτων τα

εις επέλευσίν του, πρώτον μεν διέδωκεν, ότι η Αυστρία

εκήρυξε πόλεμον κατά της Τουρκίας, έπειτα δε υπεκρίθη,

ότι έλαβε γράμματα δηλωτικά της αφίξεως επί των ορίων

και της εις Βλαχίαν ανυπερθέτου μεταβάσεως αυστριακών

τινων ταγμάτων· προς πίστωσιν δε των λεγομένων έδωκε

πάνδημα δείγματα χαράς διατάξας να τουφεκίσωσι, να

φωτίσωσι το μοναστήριον και να ευθυμήσωσι πίνοντες εις

υγείαν του αυτοκράτορος της Αυστρίας. Ταύτα έπραξε την

εσπέραν· την δε επαύριον εξεστράτευσε προς τα όρια

ειπών, ότι έλαβε πρόσκλησιν να μεταβή εκεί εις έντευξιν

αξιωματικού σταλέντος παρά του αυτοκράτορος Φραγκίσκου

προς διευθέτησιν των αφορώντων την είσοδον των

αυστριακών στρατευμάτων. Εγγύς δε γενόμενος των ορίων

ηναγκάσθη, απειλούμενος, να δώση εκ του υστερήματος τω

Αργυροκαστρίτη χρήματα επί λόγω καθυστερούντων μισθών

των οπαδών του, και ούτω ν' απαλλαχθή των χειρών αυτού·

ημιώριον δε πριν φθάση εις Ροτερτούρμην, όπου εστάθμευεν

η επί των ορίων αυστριακή Αρχή, εστάθη, και απέστειλε

τον Λασσάνην, ίνα μάθη αν ήτο δεκτός επί της αυστριακής

γης· μαθών δε ότι ήτο δεκτός αλλ' υπ' άλλω ονόματι,

μετωνομάσθη Αλέξανδρος Κομνηνός, και την 14 παρεδόθη εις

τας αυστριακάς Αρχάς, και παρεδόθησαν και οι περί αυτόν,

ήγουν οι δύο αδελφοί του, ο Ορφανός, ο Λασσάνης, ο

Γορνόφσκης και ο Κωνσταντίνος Καβελλαρόπουλος,

μετονομασθέντες και ούτοι, και εκείθεν μετεκομίσθησαν

όλοι εις Αράδην, πόλιν της Ουγγαρίας επί του ποταμού

Μαρόσχου, όπου διέμειναν οκτώ ημέρας προσμένοντες τας

διαταγάς της αυστριακής αυλής, και μηδόλως υποπτεύοντες

όσα τοις έμελλαν, αλλ' εξ εναντίας ελπίζοντες εν πλήρει

πεποιθήσει την εκ της αυστριακής εις άλλην ελευθέραν γην

μετάβασίν των, και την εις Ελλάδα ταχείαν κάθοδόν των. Εν

Αράδη διατριβών ο Υψηλάντης εξέδωκε την ακόλουθον

ημερησίαν διαταγήν γραφείσαν εν Ρυμνίκω την 8 Ιουνίου.

«Στρατιώται! Όχι! δεν μολύνω πλέον το ιερόν, το τίμιον

τούτο όνομα εις τα υποκείμενά σας. Άνανδροι αγέλαι λαών.

Αι προδοσίαι σας, αι επιβουλαί σας με βιάζουσι να σας

αποχωρισθώ. Εις το εξής κάθε δεσμός μεταξύ υμών και εμού

κόπτεται· βαθείαν μόνον εις την ψυχήν μου θα φέρω την

εντροπήν ότι σας εδιοικούσα. Επατήσατε τους όρκους σας,

επροδόσατε θεόν και πατρίδα, επροδόσατε και εμέ την

στιγμήν καθ' ην ήλπιζα ή να νικήσω ή να συναποθάνω μαζή

σας ενδόξως. Σας αποχωρίζομαι λοιπόν· τρέξατε εις τους

Τούρκους τους μόνους αξίους των φρονημάτων σας, εξέλθετε

από τα δάση, καταβήτε από τα βουνά τα άσυλα της

ανανδρίας σας, και τρέξατε εις τους Τούρκους,

καταφιλήσατε τας χείρας των, από τας οποίας στάζει ακόμη

το ιερόν αίμα των κατασφαγέντων απανθρώπως, των κορυφαίων

υπουργών της θρησκείας, πατριαρχών, αρχιερέων, και

μυρίων άλλων αθώων αδελφών σας. Ναι! τρέξατε, αγοράσατε

την σκλαβίαν σας με την ζωήν σας, με την τιμήν των

γυναικών και παιδιών σας·

Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων εκ του ιερού λόχου,

Όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα διά την ευδαιμονίαν της

πατρίδος, δεχθήτε δι' εμού τας ευχαριστίας των ομογενών

σας. Ολίγος καιρός, και στήλη θ' ανεγερθή να διαιωνίση

τα ονόματά σας.

Με χαρακτήρας φλογερούς είναι εγχαραγμένα εις τα φίλτρα

της καρδίας μου τα ονόματα των φίλων όσοι μέχρι τέλους

μ' έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησίς των θα

είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτόν της ψυχής μου.

Παραδίδω δε εις την απέχθειαν της ανθρωπότητος, εις την

δίκην των νόμων, και εις την κατάραν των ομογενών τον

επίορκον και προδότην καμινάρην Σάββαν, τους λειποτάκτας

και πρωταιτίους της κοινής λειποταξίας και φυγής

Κωνσταντίνον Δούκαν, Βασίλειον Μπαρλάν, Γεώργιον Μάνον

Φαναριώτην, Γρηγόριον Σούτσον Φαναριώτην και τον

φαυλόβιον Νικόλαον Σκούφον.

Καθαιρώ και τον Βασίλειον Καραβιάν από την τάξιν των

συστρατιωτών μου διά την απείθειάν του και διά το

απρεπές πολίτευμά του».

Αφ' ού δε ήλθαν αι διαταγαί της αυστριακής αυλής, ήλλαξαν

όνομα οι περί τον Υψηλάντην και εκ δευτέρου· απαιτείται

δε η μετονομασία των επί πολιτικαίς αιτίαις

φυλακιζομένων εν Αυστρία, ίνα μηδ' αυτοί οι φυλάττοντες

γνωρίζωσι ποίοι οι φυλασσόμενοι· και ο μεν Υψηλάντης

μετωνομάσθη Βαρόνος Σχονβάρδος, οι δε άλλοι άλλως, και

απεκομίσθησαν νυχθαμαξοπορούντες εις Μουνκάτσην, πόλιν

της Ουγγαρίας, όπου εφυλακίσθησαν και έπαθαν όσα δεινόν

και λέγειν. Εν έτει δε 1823 μετεκομίσθησαν εκείθεν διά

το νοσώδες του τόπου εις Θερεσιενστάδην, πόλιν της

Βοεμίας, όπου, εκτός του Καβελλαροπούλου και του

Γορνόφσκη ελευθερωθέντων το 1826, του μεν πρώτου ως

Ιονίου, του δε δευτέρου ως Πολωνού, διέμειναν εν φυλακή

μέχρι τέλους του 1827, και ηλευθερώθησαν όλοι διά της

μεσιτείας του αυτοκράτορος Νικολάου επί λόγω τιμής του

να διαμείνωσιν, έως ου απεπερατούντο τα της Ελλάδος, εν

οποία των τριών πόλεων, της Βιέννης, της Βενετίας, ή της

Βερώνης, ευηρεστούντο· διέμειναν δε εν Βιέννη, όπου ο

Υψηλάντης, πάσχων εξ όσων υπέστη εν τη δεινή του

φυλακίσει, απέθανε την 20 Ιουλίου του 1828 περί το

τριακοστόν όγδοον έτος της ηλικίας του.

Η δε απέλευσις του Υψηλάντου εκ της Βλαχίας διέλυσε τον

προς ένα και τον αυτόν σκοπόν των οπλαρχηγών αγώνα, και

έκτοτε έκαστος ήγετο και εφέρετο υπό της φυσικής ροπής

του και των συμφερόντων του· και οι μεν έφευγαν πέραν

των ορίων, οι δε εκλείοντο εντός οχυρών θέσεων, και

άλλοι περιήρχοντο εις ορεινά μέρη αποφεύγοντες την

συνάντησιν των δυνατών και ευτυχών εχθρών, οίτινες

διασπαρέντες κατεδίωκαν τους εναπολειφθέντας.

Ο δε Γεωργάκης, αφ' ού απεχαιρέτησε τον Υψηλάντην, μετέβη

εις Αρζησίαν όπου ηνώθη μετά του κατέχοντος την θέσιν

εκείνην Φαρμάκη. Μαθόντες δε οι δύο ούτοι αρχηγοί, ότι

και οι Τούρκοι και οι περί τον Σάββαν επήρχοντο,

ανεχώρησαν έχοντες 800 επιλέκτους ιππείς, και διαβάντες

τα μεθόρια έπεσαν εις Τρανσιλβανίαν, και έφθασαν εις το

μολδαυικόν όρος, Βρεάτσαν, όπου κείνται δύσβατά τινα

χωρία, και εστρατοπέδευσαν. Ο δε Γεωργάκης, αρρωστήσας

καθ' οδόν, συνώδευε το στράτευμα βασταζόμενος εν φορείω

πολλάς ημέρας.

Οι δε Τούρκοι και οι περί τον Σάββαν, αποδιώξαντες πέραν

των ορίων τον δεινότερον τούτον εχθρόν, εκίνησαν κατά

του εν τη μονή της Βιστρίτσης, ή κατ' άλλους της Κόζιας,

οχυρωθέντος Διαμαντή Σερδάρη. Ούτος αντέστη γενναίως δύο

ημέρας· την δε τρίτην πιστεύσας τους λόγους του Σάββα

παρεδόθη επ' ασφαλεία ζωής και διατηρήσει του βαθμού

του· αλλ' οι Τούρκοι, παρασπονδήσαντες, αυτόν μεν

απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου απεκεφαλίσθη,

πολλούς δε των συν αυτώ εθανάτωσαν εν τη μονή. Ο Σάββας

εταράχθη επί τη απιστία των Τούρκων, και παρεπονέθη

υποπτεύων μη πάθη και αυτός τα αυτά· αλλ' ο Κεχαγιάμπεης

τον καθησύχασε λέγων, ότι ο Διαμαντής και οι συν αυτώ

έπαθαν ως πολεμήσαντες τους Τούρκους, εν ώ αυτός εφάνη

πιστός και συνεργός αυτών θερμότατος.

Οι Τούρκοι εξήλασαν πανταχόθεν της Βλαχίας τους εναντίους

ευκόλως, αλλ' ηύραν κάπου αντίστασιν· 400 απέκλεισαν 70

εν τη κατά την Σλάτιναν μονή, τους επολέμησαν τρία

ημερονύκτια, και αφ' ού πολλοί εν οις και ο αρχηγός

εφονεύθησαν, έβαλαν πυρ εις την μονήν και έφυγαν, και

ούτως ελυτρώθησαν οι έγκλειστοι. Τρεις ημέρας απέκρουσαν

ευτυχώς και οι περί τον Μανάκην τους Τούρκους εκ της

μονής των πεντεκαδιλικίων, και την τετάρτην εξήλθαν διά

νυκτός και διεσώθησαν εις Τρανσιλβανίαν.

Ιερεύς δέ τις, κοινώς καλούμενος Παπα - Σέρβος, γνωστός

διά την ανδρίαν του, αυθόρμητος ελθών εκ Σερβίας ίνα

αγωνισθή μετά του Υψηλάντου διατρίβοντος εισέτι εν

Τυργοβίστω, συνέλεξεν ικανούς στρατιώτας, ετοποθετήθη

επί των Καρπαθίων άνωθεν του Κυμπουλουγγίου, απέκρουσε

τους επελθόντας, κατέκοψε το ιππικόν των διά το δύσιππον

του τόπου, και έφυγεν αβλαβής (α). Οι δε οπλαρχηγοί

Μακεδόνσκης, Χατσή - Πρόδας, Σολωμός, Καραβιάς και άλλοι

διεσώθησαν φεύγοντες εις Τρανσιλβανίαν.

Ο δε κεχαγιάμπεης, αφ' ού είδεν όλην την Βλαχίαν

απηλλαγμένην των εχθρών του, εκάλεσεν εις Βουκουρέστι

τον Σάββαν επί λόγω να τον ανταμείψη διά την προς τον

σουλτάνον πιστήν και πολυωφελή υπηρεσίαν του. Ο Σάββας

αφίχθη όπου εκλήθη εν πολλή δυνάμει, και παραλαβών

εκλεκτούς τινας στρατιώτας και τους δύο του

υποπλαρχηγούς, Μιχάλην και Γέντσην, υπήγε την 7 αυγούστου

εις την κατοικίαν του κεχαγιάμπεη, και τους μεν

στρατιώτας αφήκεν εν τω προαυλίω, αυτός δε και οι δύο

υποπλαρχηγοί, προχωρήσαντες ενδότερον, εδολοφονήθησαν

πριν φθάσωσιν ενώπιον του κεχαγιάμπεη. Τοιαύτην αμοιβήν

έλαβεν ο Σάββας διά την επιορκίαν του προς την Εταιρίαν

και διά την επίβουλον διαγωγήν του προς τον Υψηλάντην. Η

δολοφονία αύτη έδωκεν αφορμήν εις αλληλομαχίαν των εν τω

προαυλίω στρατιωτών του Σάββα και των Τούρκων, και εις

χύσιν πολλού αίματος. Εν ώ δε ηθεμιτουργούντο ταύτα,

απειράριθμοι Τούρκοι, οι μεν έφιπποι οι δε πεζοί

διανυθέντες αδεία της εξουσίας εις όλην την πόλιν και

πατήσαντες πολλάς οικίας έπεσαν ξιφήρεις επί τους

προστυχόντας Αρβανίτας, απροφυλάκτους διά το

απροσδόκητον, και κόπτοντες τας κεφαλάς των, καθώς και

παμπόλλων αθλίων Χριστιανών μη ανηκόντων εις την τάξιν

ταύτην, τας επεσώρευαν εν τη αυλή του κεχαγιάμπεη χάριν

της παρά τοις Τούρκοις συνήθους τρισβαρβάρου και

βδελυράς αντιμισθίας. Τόσαι δε κεφαλαί επεσωρεύθησαν,

ώστε ο κεχαγιάμπεης φειδωλευόμενος απεποιήθη την

αντιμισθίαν, και ούτως έπαυσεν η ανηλεής εκείνη

αιματοχυσία διαρκέσασα τρεις σχεδόν ώρας. Τόση δε

κατάχρησις έγεινε της φονικής ταύτης αδείας, ώστε ο

αριθμός των αποκοπεισών κεφαλών υπερέβαινε τον γνωστόν

αριθμόν όλων των εν Βουκουρεστίω Α ρ β α ν ι τ ώ ν.

Επηνέθη ο κεχαγιάμπεης παρά της Πύλης ως απαλλάξας τον

τόπον των ολετήρων, και επροβιβάσθη εις βαθμόν πασά.

Διαρκούσης δε της μιαιοφονίας ταύτης, Θανάσης τις

Χειμαριώτης, είς και αυτός των περί τον Σάββαν, και 26

στρατιώται κατέφυγαν εις την εν τη πόλει εκκλησίαν του

Ολτενίου· εκεί απεκλείσθησαν πολεμούντες και

πολεμούμενοι τρία ημερονύκτια, έως φθείραντες τα

πολεμεφόδια, ήνοιξαν την θύραν και εξώρμησαν ξιφήρεις εν

μέσω των εχθρών φονεύοντες και φονευόμενοι· τρεις δε

μόνον διεσώθησαν φεύγοντες. Και ταύτα μεν τα εν Βλαχία.

Ιούνιος Ο δε εν Μολδαυία Καντακουζηνός, συγκαλέσας αρχομένου του

Ιουνίου εν τω χωρίω Στίγκα τους οπλαρχηγούς και

υποπλαρχηγούς, και είτε αγανακτών δι' όσα κατ' αυτού

ελέγοντο, είτε και απόφασιν έχων έκτοτε να φύγη, τοις

επρόβαλε να εκλέξωσιν άλλον αρχηγόν· αλλ' εκείνοι

απεκρίθησαν ομοφώνως ότι αυτόν ήθελαν. Τοις εκοινοποίησεν

εν εκτάσει τότε ο Καντακουζηνός τον σκοπόν της αποστολής

του, τοις είπεν όσα τον εμπόδισαν να τον πραγματοποιήση,

και επρόσθεσεν ότι κατά τας παρούσας περιστάσεις ελπίς

δεν ήτο να ενωθώσι πλέον μετά του Υψηλάντου διά της

συνήθους οδού ως προεσχεδιάσθη, και ότι έκρινεν εύλογον

να μεταβώσιν εις Βεσσαραβίαν, να παραλάβωσι τους εκεί

ετοίμους εις συνεκστρατείαν, και εμβάντες όλοι εις τα εν

Ισμαϊλίω πλοία να πλεύσωσιν εις την μαύρην θάλασσαν, ν'

αποβιβασθώσιν όπου θα τους ωδήγει η περίστασις εις

έντευξιν αυτού, και ούτω να συστηθή διά της ενώσεως όλων

στρατόπεδον αξιόμαχον· έλεγε δε ότι έκρινεν αναγκαίον να

μη περάσωσιν ευθύς τον Προύθον εις εκτέλεσιν του σχεδίου

τούτου ως φυγόμαχοι, αλλά να οχυρωθώσι παρά το Σκουλένι

το επί της δεξιάς όχθης του ποταμού απέναντι του

ρωσσικού λοιμοκαθαρτηρίου, όπου εύκολον ήτο να λαμβάνωσι

τα αναγκαία εκ της αντικρύ ρωσσικής γης· ούτω δε

ωχυρωμένοι, να στέλλωσι μικρά σώματα εις κατασκοπήν του

εχθρού, και εάν επήρχετο δύναμις ανάλογος της δυνάμεώς

των, να την πολεμήσωσιν, ει δε και επήρχετο μεγάλη, ως

εφημίζετο, να μείνωσιν 100 πολεμισταί εν τω οχυρώματι

και να μη αφήσωσι τον εχθρόν να πλησιάση έως ου λάβωσι

καιρόν οι πολλοί να περάσωσιν εις την άντικρυς όχθην

μεταφέροντες όλας τας πολεμικάς αποσκευάς ακινδύνως·

μετ' αυτούς δε να διασωθώσιν εκεί και οι λοιποί 100, και

ούτω να ενεργηθή το περί ου ο λόγος σχέδιον. Η γνώμη

αύτη, σαθρά και κούφη, ως στηρηζομένη επί αλλοκότου

σχεδίου, και υποθέτουσα την ρωσσικήν γην σύμμαχον των

υπό τον Υψηλάντην παρά τας γνωστάς και ρητάς διαταγάς του

αυτοκράτορος, ενεκρίθη παρ' όλων των παρευρεθέντων,

πιστευόντων όσα ήκουαν ως ευκατόρθωτα· εστάλησαν δε και

οι υπό τον Μλάδην και Βασίλην Θεοδώρου, προσελθόντα μετά

τινων και αυτόν, εις κατασκοπήν το εχθρού και ήρχισαν

πολλοί να εργάζωνται εις οχύρωσίν των εν Σκουλενίω· αλλά

μόλις άρχισαν, και έμαθαν την εις Ιάσι κατά την 13 περί

την μεσημβρίαν είσοδον των εχθρών μηδενός εναντιωθέντος.

Επί τη ειδήσει ταύτη ο Καντακουζηνός διέταξε τους επί

κατασκοπή προαποσταλέντας να επανέλθωσιν εις Σκουλένι,

όπου μετέβη και αυτός την αυτήν νύκτα· την δε ακόλουθον

ημέραν επέρασε τον Προύθον επί λόγω να ίδη την εκεί

διατρίβουσαν μητέρα του, να την ασπασθή τον τελευταίον

ασπασμόν και να επανέλθη εις τον τόπον της τιμής και του

κινδύνου· αλλά καθ' ην ημέραν επέρασεν εις το ρωσσικόν

λοιμοκαθαρτήριον, προσκαλέσας τους εν τω Σκουλενίω

αρχηγούς, τον Θανάσην, τον Κοντογόνην, τον Σοφιανόν και

τον Σφαέλλον, τοις είπεν ότι δεν έκρινεν εύλογον ν'

αντισταθώσι τόσον ολίγοι και ανέτοιμοι εντός του

αδυνάτου οχυρώματος του Σκουλενίου, αλλά να περάσωσιν

όλοι εις Βεσσαραβίαν· αυτά ταύτα τοις παρήγγειλαν και

πολλοί άλλοι ομογενείς βλέποντες τον επικείμενον

κίνδυνον. Αλλ' οι οπλαρχηγοί απέρριψαν ομογνωμόνως τας

τοιαύτας προτάσεις, ως αναξίας ανδρών φιλελευθέρων και

φιλοτίμων, επανήλθαν εις το οχύρωμα υβρίζοντες τον

Καντακουζηνόν ως δειλόν, λειποτάκτην και προδότην,

ωρκίσθησαν ν' αποθάνωσι πόλεμούντες, και πλήρεις

πατριωτισμού και χριστιανικής ευλαβείας έφαγαν άγιον

άρτον, ως προετοιμασίαν εις θάνατον, ειπόντες, «α ύ τ η

- ε ί ν α ι - η - υ σ τ ε ρ ι ν ή - τ ρ ο φ ή - μ α ς

(β).

Σπανίως το παράδειγμα των αρχηγών δεν ευρίσκει μιμητάς

μεταξύ των οπαδών των· 400 απεφάσισαν να συναποθάνωσιν,

αφ' ού οι αρχηγοί ανήγγειλαν την απόφασίν των. Το

οχύρωμα ήτον ασθενέστατον· μόλις αι δύο πλευραί του ήσαν

οπωσούν ευϋπεράσπιστοι, την δε τρίτην έσπευσαν να

φράξωσιν επισωρεύοντες ξύλα· επέθεσαν δε και οκτώ

κανόνια ουδ' αυτά λίαν εύχρηστα.

Γνωστής δε γενομένης της φιλομάχου αποφάσεως, συνέρρευσαν

πλήθη θεατών εις την αντικρύ όχθην του Προύθου, εν οις

και αυτός ο διοικητής της Βεσσαραβίας, παρετάχθησαν και

στρατεύματα ρωσσικά επί της αυτής γραμμής προς

διατήρησιν της ουδετερότητος, όλοι αισθανόμενοι και

δεικνύοντες συμπάθειαν υπέρ των ολίγων

αντιπαραταττομένων προς πολλούς, υπέρ των χάριν πίστεως,

πατρίδος και εξευγενισμού μαχομένων προς μισοχρίστους,

αλλοφύλλους, βαρβάρους και τυράννους. Η απόφασις των εν

Σκουλενίω ολίγων Ελλήνων εφάνη εξ αυτών των πραγμάτων

σταθερά, και η πολεμική των ζέσις μεγάλη· αλλά γενικόν

αρχηγόν δεν είχαν· έκαστος εκινείτο όπως ήθελε, και

τούτο τους έβλαψε θανάσιμα.

Τω όντι, την 15 εκίνησάν τινες εκ Σκουλενίου προς το Ιάσι

μη ζητήσαντες την γνώμην των άλλων, αλλ' επανήλθαν

άπρακτοι μετ' ολίγον· εκίνησαν και άλλοι επίσης την

ακόλουθον ημέραν, και εν ώ επέστρεφαν και αυτοί

άπρακτοι, απήντησαν εχθρούς παρά τον ποταμόν Ζίζαν προς

το εσπέρας, συνεκρούσθησαν, εχύθη αίμα εκατέρωθεν, και

νυκτός γενομένης επανήλθαν εις το οχύρωμα. Την δε 17 περί

την α' ώραν εφάνη έξωθεν αυτού μικρά τις εχθρική

δύναμις, και επεξήλθαν τινές των Ελλήνων· αλλ' ιδόντες,

ότι ήτον η προφυλακή του τουρκικού στρατοπέδου

κινηθέντος όλου επί τους εν Σκουλενίω, επανήλθαν

τουφεκιζόμενοι, και ητοιμάσθησαν όλοι εις μάχην

θαρρύνοντες αλλήλους· έκαυσαν δε και παροικοδομήματά

τινα, ίνα μη τα κυριεύσωσιν οι εχθροί και τους πολεμώσιν

εκείθεν. Οι Τούρκοι ήσαν ως τετρακισχίλιοι ιππείς και

δισχίλιοι πεζοί· έσυραν δε και έξ κανόνια. Πασίγνωστον

πόσον είναι σφοδρά η πρώτη ορμή του τουρκικού ιππικού.

Οι Έλληνες εδειλίασαν αλλ' αναθαρρήσαντες κατά το

παράδειγμα των αρχηγών των αντέστησαν γενναίως και

απέκρουσαν την πρώτην έφοδον. Οι Τούρκοι επεχείρησαν

δευτέραν, τρίτην και τετάρτην έφοδον, αλλ' απεκρούσθησαν

καθ' όλας, υπέφεραν πολλήν φθοράν, και απεσύρθησαν

μακράν του οχυρώματος εξ αιτίας του συχνού και ευτυχούς

κανονοβολισμού των εγκλείστων, οίτινες, βλέποντες τους

εχθρούς αποσυρομένους, εξήλθαν εις καταδίωξίν των

αλαλάζοντες και φωνάζοντες, ε τ σ ά κ ι σ α ν - τ α - β

ρ ω μ ό σ κ υ λ α - ε τ σ ά κ ι σ α ν· π ά ρ τ ε - το υ

ς, π α ι δ ι ά, π ά ρ τ ε - τ ο υ ς. Αλλά μετ' ολίγον έν

εχθρικόν σώμα 500 ιππέων και πεζών εφορμήσαν, κατέλαβε

θέσιν τινά πλησίον του οχυρώματος, επέθηκεν έξ κανόνια

και ήρχισε να κανονοβολή ευτυχώς, και να κατεδαφίζη το

οχύρωμα. Τούτο ιδόντες οι αποσυρθέντες εχθροί επανήλθαν

όλοι, απώθησαν εις το οχύρωμα τους εξελθόντας, εφώρμησαν

πανταχόθεν, και το εκυρίευσαν την η' ώραν αφ' ού ήρχισεν

η μάχη. Οι αρχηγοί των Ελλήνων και πολλοί των

αξιωματικών, πιστοί εις τους όρκους των, ενεκαρτέρησαν

όλοι, υπερασπίζοντες την θέσιν των και απέθαναν

κινούντες εις έκπληξιν και αυτούς τους εχθρούς διά των

ανδραγαθιών των (γ). Συναπέθαναν ενδόξως καί τινες των

στρατιωτών· οι δε πλείστοι αυτών ερρίφθησαν εις τον

ποταμόν και άλλοι μεν επνίγησαν, άλλοι δε εν οις και οι

οπλαρχηγοί Γεώργης Παπάς και Δαλόστρος καταπληγωμένοι,

διεσώθησαν εις την αντίπεραν όχθην, όπου αι ρωσσικαί

Αρχαί τους υπεδέχθησαν φιλανθρώπως. Χίλιοι Τούρκοι

έπεσαν, και τριακόσιοι Έλληνες εφονεύθησαν και επνίγησαν·

ουδείς δε αυτών ηχμαλωτίσθη.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α · 第 9 / 25 段