Απρίλιος Τοιαύτα έγραψεν ο Υψηλάντης, αλλ' ουδέν ωφελήθη·

διαμείνας δε ως μίαν εβδομάδα εν Κολεντίνη, ανεχώρησε

πανστρατιά την 4 απριλίου, και την επαύριον

εστρατοπέδευσεν εν Τυργοβίστω, όπου και ωχυρώθη·

κατέλαβε δε διά του αδελφού του Νικολάου και το

Κυμπουλούγγι, το επί των Καρπαθίων ορέων, ετοποθέτησε και

τον Γεωργάκην κατά το Πιτέστι, το επί λοφώδους θέσεως

μεταξύ Τυργοβίστου και του ποταμού Όλτου· τον δε

Κωνσταντίνον Δούκαν απέστειλεν εις Πλοέστι. Αλλ' αι

τέσσαρες αύται θέσεις ήσαν τόσω μακράν η μία της άλλης,

ώστε και δυσκόλως συνεβοηθούντο, και ευκόλως

διεκόπτοντο. Ο Υψηλάντης διατρίβων εν Τυργοβίστω ηύξησεν

εις 450 τον ιερόν λόχον, ωργάνισε και μικρόν πυροβολικόν,

και ιππικόν εκ διακοσίων, και έταξε την δύναμιν ταύτην

υπό τον Καντακουζηνόν. Αλλά το στρατόπεδον έπασχεν

έλλειψιν πολεμεφοδίων, πριν έτι αρχίση να πολεμή. Εξ

αιτίας της αυστηράς απαγορεύσεως της αυστριακής Αρχής

εις μάτην επροσπάθησεν ο Υψηλάντης να μεταφέρη

πολεμεφόδια εκ Τρανσιλβανίας· ευτύχησεν όμως να συλλάβη

πυρίτιδα δισχιλίας οκάδας στελλομένην έξωθεν προς τον

Βλαδιμιρέσκον κρυφίως παρά τινων φίλων του, ην εκράτησεν

εις χρήσιν του ολιγωρήσας τα πικρά παράπονα του προς ον

εστέλλετο· μετεποίησε δε εις βόλια και την μολυβδίνην

σκέπην του αρχιεπισκοπικού ναού της πόλεως. Δεν έπασχε

δε το στρατόπεδόν του ολιγωτέραν έλειψιν τροφών. Τω όντι,

τόση ήτον η αταξία, η παράλυσις, ο σφετερισμός και η

απρονοησία, ώστε εν μέσω των ευφορωτέρων τόπων της

οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όθεν ετρέφετο κυρίως η

Κωνσταντινούπολις, ο περί τον Υψηλάντην μικρός αριθμός

επείνα. Αλλ' ό,τι κατετάραττε προ παντός άλλου τον

Υψηλάντην ήτον η προς αυτόν επίβουλος διάθεσις του

Βλαδιμιρέσκου και του Σάββα, ημέρα τη ημέρα

αναπτυσσομένη και λαμβάνουσα επίφοβον χαρακτήρα. Ουδένα

λόγον έχομεν να υποπτεύσωμεν την ειλικρίνειαν του

Βλαδιμιρέσκου κατ' αρχάς του κινήματός του. Δεν έλαβεν

αυθόρμητος τα όπλα, αλλά κατά πρότασιν και διά συνδρομής

του Γεωργάκη, του πιστού οπαδού της Εταιρίας, και του

Υψηλάντου· μετέβαλεν όμως σχέδια, ότε είδεν ότι ο

Υψηλάντης είχε μάλλον να ελπίση και να φοβηθή παρ'

αυτού, ή αυτός παρ' εκείνου. Έκτοτε κατεγίνετο σπουδαίως

να πραγματοποιήση ό,τι ως πρόσχημα του αληθούς σκοπού

του άλλοτε παρεδέχθη, ο εστί, την αυτονομίαν της

πατρίδος του υπ' αυτόχθονας αυθέντας. Αφ' ού δε ησθάνθη

τας δυνάμεις του, και είδεν ο μικρός ούτος την υψηλήν

αριστοκρατίαν της πατρίδος του φεύγουσαν απέμπροσθέν

του, συνέλαβε την ιδέαν και να αυθεντεύση, και ηγάπα να

λέγεται Δ ο μ ν ο θ ε ό δ ω ρ ο ς ενεργών τα πάντα

ηγεμονικώς διά του μητροπολίτου και των εναπομεινάντων

αρχόντων συνεδριαζόντων παρά τω μητροπολίτη, ον

φοβηθέντα και αναχωρήσαντα επανέφερε βία εις την πόλιν.

Αλλ' ό,τι τον καταδικάζει είναι η υπουλότης και η

απιστία του. Υπεκρίνετο τον οπαδόν του Υψηλάντου, και

συνενοείτο κατ' αυτού κρυφίως μετά των Τούρκων, οίτινες

κολακεύοντες την φιλαυτίαν του τον παρέσυραν εις τα

συμφέροντά των και εις τον όλεθρόν του. Ουδεμία έμεινεν

αμφιβολία περί της απιστίας του, αφ' ού οι περί τον

Υψηλάντην συνέλαβαν δύο ταχυδρόμους επί της οδού της

μεταξύ Βουκουρεστίου και Γυργέβου, πόλεως επί την

αριστεράν όχθην του Δουνάβεως, εξ ων ο μεν εστέλλετο

παρά του Βλαδιμιρέσκου προς τας τουρκικάς Αρχάς, ο δε

ήρχετο εκείθεν προς αυτόν, φέροντες αμφότεροι γράμματα

μαρτυρούντα την προς τον Υψηλάντην απιστίαν του και την

επί λόγω αμοιβής απαίτησιν της ηγεμονίας της πατρίδος

του. Συνέλαβαν και τον ιατρόν Θεοδόσιον επανερχόμενον

εις Βουκουρέστι εκ της εν Τρανσιλβανία Στρεφανουπόλεως,

όπου εστάλη εις προτροπήν των εκεί καταφυγόντων αρχόντων

Βλάχων όπως γράψωσι τω σουλτάνω κατά της

φαναριωτοκρατίας, και ζητήσωσιν αυθέντην τον

Βλαδιμιρέσκον.

Ο δε Σάββας, επίσης και αυτός άπιστος προς τον Υψηλάντην,

εφάνη υπουλότερος του Θεοδώρου ως πνευματωδέστερος και

επιτηδειότερος. Εν ώ ο Υψηλάντης διέτριβεν εν

Βεσσαραβία, ο Σάββας τον εθάρρυνεν, ως είδαμεν, να

μεταβή εις τας ηγεμονείας, υποσχόμενος να κινήση εις

επανάστασιν διά της επιρροής του και της παρουσίας του

την Βουλγαρίαν· δεν είχε δε τότε υπηρεσίαν παρά τω

αυθέντη Αλεξάνδρω Σούτσω, και εθήρευε τύχην· αλλ'

αποθανόντος τούτου κατέστη αρχηγός της φρουράς του

Βουκουρεστίου· είχε δε και παλαιάς σχέσεις προς τον νέον

ηγεμόνα Καλλιμάχην και ήλπιζε βεβαίως βελτίωσιν της τύχης

του· και ουδεμία αμφιβολία, ότι εντεύθεν επήγασεν η πρώτη

μεταβολή του φρονήματός του· αλλ', αφ' ού η

αυτοκρατορική αποκήρυξις του Υψηλάντου εστηλίτευσε τας

απατηλάς υποσχέσεις της Εταιρίας, εμελέτησε και

προδοσίαν επ' ελπίδι να εύρη πλειοτέραν χάριν παρά τη

οθωμανική εξουσία.

Τοιούτοι εφάνησαν κατά δυστυχίαν οι δύο εκ των τριών

ισχυροτέρων οπλαρχηγών του κατά τας ηγεμονείας αγώνος.

Εν ώ δε οι δύο ούτοι επεβουλεύοντο τον Υψηλάντην εν

αγνοία ο είς του άλλου, επεβουλεύοντο και αλλήλους

αντιφερόμενοι θανασίμως διά παλαιά πάθη και

ανθυπαβλεπόμενοι.

Εν τοσούτω η Πύλη, μαθούσα τα κατά τας ηγεμονείας, ήρχισε

να στέλλη ικανάς δυνάμεις προς τα παραδουνάβια φρούρια

διαπραγματευομένη εν ταυτώ και παρά τω αυτοκράτορι της

Ρωσσίας την μετάβασιν αυτών εις τας ηγεμονείας. Ο

αυτοκράτωρ, αγωνιζόμενος παντοιοτρόπως να βεβαιώση την

Πύλην και τας Ευρωπαϊκάς αυλάς ότι δεν ενείχετο εις τα

επαναστατικά κινήματα, συγκατένευσε προθύμως εις την

περί της στρατιωτικής εισβολής αίτησιν της Πύλης, και

ούτως εκίνησαν τα στρατεύματά της. Και εν πρώτοις,

μεσούντος του απριλίου, επέρασαν δισχίλιοι στρατιώται εκ

Σιλιστρίας εις Καλαράσι, προς την αντικρύ της Σιλιστρίας

όχθην του Δουνάβεως, και διά τον ολίγον αριθμόν των

διέμειναν εντός του θέματος της Γιαλομνίτας, ούτινος το

Καλαράσι είναι η πρωτεύουσα, συνάζοντες τροφάς αλλά

μηδαμώς ενοχλούντες τους κατοίκους· άλλο δε μικρόν σώμα

εξ 150 εισέβαλε μετ' ολίγον από του Ροστσουκίου επί

λεηλασία και επροχώρησε και εις Ρουσεδεβέδην επί του

ποταμού Βέδη, όπου 200 στρατιώται εκ των του Γεωργάκη

επιπεσόντες αιφνιδίως την 23, τους μεν εφόνευσαν ους δε

αιχμαλώτευσαν. Την δε 30 ο φρούραρχος της Βραΐλας,

Ισούφπασας Περκόφτσαλης, εξεστράτευσεν εις Γαλάτσι μετά

3000 ιππέων και 1500 πεζών.

Μάιος Έμπροσθεν του Γαλατσίου ήσαν τρεις προμαχώνες εγερθέντες

παρά των Ρώσσων επί του τελευταίου πολέμου, εξ ων προς

την οδόν της Βραΐλας ήτον ο οχυρώτερος. Προ ολίγου είχεν

αποσταλεί εκεί παρά του Υψηλάντου εις φρούρησιν της

πόλεως ο Θανάσης Τουφεκτσής Καρπενησιώτης, ανήρ γενναίος

και μέχρι τούδε προσοδώνης. Ούτος, αναχωρήσας εκ

Τυργοβίστου, είχε μόνον 60 στρατιώτας· αλλά φθάσας εις

Γαλάτσι τους ηύξησεν εις 600, εν οις και πολλοί των

πληρωμάτων των εν τω λιμένι 15 πλοίων, άτινα υπό

τουρκικήν όντα σημαίαν και τουρκική ιδιοκτησία εκράτησεν

ο Καραβιάς επί της κυριεύσεως του Γαλατσίου. Οι 600

ούτοι, αν και ολίγοι, απεφάσισαν να αντιπαραταχθώσι· και

καθ' ην ημέραν εξήλθαν οι εχθροί της Βραΐλας, ο Θανάσης

και ο Γεώργης Παπάς υποπλαρχηγός του, ολίγους έχοντες

ιππείς, υπήγαν μέχρι των πλησίον του Γαλατσίου εις τον

Δούναβιν εκβολών του ποταμού Σερέτη προς σκόπευσιν του

προσερχομένου εχθρικού στρατεύματος, και ακροβολισθέντες

επανήλθαν αυθημερόν εις τους προμαχώνας. Την δε επιούσαν

(1 μαΐου) επήλθαν οι εχθροί. Τούτους ιδόντες μόνον

επερχομένους οι κατέχοντες τους δύο ανωχύρους προμαχώνας

ελειποτάκτησαν εν τω άμα και συνελειποτάκτησαν και οι

πλείστοι των εν τω οχυρώ· εναπέμειναν δε ο Θανάσης, ο

Παπάς και 43 στρατιώται, και επολέμησαν γενναίως όλην

την ημέραν απωθούντες ευτυχώς τους πολλάκις εφορμώντας

ιππείς. Επελθούσης δε της νυκτός, έπαυσεν η μάχη· και

επειδή οι έγκλειστοι δεν έβλεπαν άλλον τρόπον σωτηρίας

παρά την φυγήν, δύο ώρας πριν φέξη έρριψαν εν πρώτοις

έξω του προμαχώνος τους επενδύτας των, ους οι Τούρκοι

εκλαβόντες υπό το σκότος της νυκτός ως αυτούς τούτους,

ετουφέκισαν· πριν δε προφθάσωσι και γεμίσωσιν εκ δευτέρου

τα τουφέκια, εξεπήδησαν οι έγκλειστοι αφ' ού εγέμισαν τα

εντός δύο εύχρηστα κανόνια και έθεσαν επί της οπής αυτών

μακρά φυτίλια, ώστε ν' ανάψη το έν κατόπιν του άλλου

μετά την φυγήν των, και ούτω να υπολάβωσιν οι εχθροί ότι

απέμειναν και άλλοι εν τω προμαχώνι και να μη επιπέσωσιν

όλοι επ' αυτούς φεύγοντας. Το στρατήγημα επέτυχεν, οι

Τούρκοι δεν κατεδίωξαν τους φεύγοντας, και ούτω

διεσώθησαν όλοι παρά τρεις επί μικράς Χερσονήσου προς την

συμβολήν του Προύθου και του Δουνάβεως. Την δε επαύριον

οι Τούρκοι εκυρίευσαν την πόλιν, την ελεηλάτησαν, την

έκαυσαν, εξακοσίους εν αυτή Μολδαυούς εφόνευσαν, και τα

εν τω λιμένι πλοία κατέστρεψαν. Ενδιατρίψαντες δε τρεις

ημέρας επανήλθαν εις Βραΐλαν φέροντες τα λάφυρα. Ολίγοι

ιππείς και πεζοί εξεκόπησαν καθ' οδόν και επροχώρησαν

εις τα ενδότερα της Βλαχίας επί λεηλασία, εξ ων τινες

πεζοί αφίχθησαν εις Ρύμνικον το μεταξύ Φωξάνης και

Βουζέου, και ιδόντες Έλληνας εφίππους επερχομένους,

εκλείσθησαν χάριν ασφαλείας έν τινι οικία, έφυγαν μετά

δίωρον μάχην, και κατέφυγαν είς τινα μύλον έξω της

κωμοπόλεως· αλλ' οι καταδιώκοντες αυτούς ιππείς και τον

μύλον έκαυσαν, και τους πλείστους των εν αυτώ εθανάτωσαν.

Μετά δε την φυγήν του Σούτσου και τα μεταξύ της

ανθηγεμονίας και του Πεντεδέκα εν Ιασίω παρεμπεσόντα,

και πριν έτι γνωσθώσιν εν Τυργοβίστω τα παθήματα των εν

Γαλατσίω, ο Υψηλάντης διέταξε τον Καντακουζηνόν να

μεταβή εις Μολδαυίαν ως γενικός αντιπρόσωπός του, να

στείλη εκείθεν εις το γενικόν στρατόπεδον στρατιώτας,

πολεμεφόδια, χρήματα και τα εν Γαλατσίω κανόνια, και να

επανέλθη μετά ταύτα και αυτός· εν απουσία δε αυτού

κατέστησεν αρχηγόν του ιερού λόχου τον Καραβιάν.

Την 9 ανεχώρησεν εκ Τυργοβίστου ο Καντακουζηνός, έχων 350

συμμίκτους οπλοφόρους. Πλησιάσας εις Φωξάνην και

ειδοποιηθείς ότι ενδιέτριβαν 200 Τούρκοι εκ των επί

λεηλασία εισβαλόντων, διέταξε τους πλείστους των περί

αυτόν να πέσωσι την νύκτα επ' αυτούς κοιμωμένους. Οι

διαταχθέντες εισήλθαν την νύκτα της 14 εις την πόλιν,

και επροχώρησαν ησύχως μέχρι του μοναστηρίου του αγίου

Ιωάννου όπου οι εχθροί διενυκτέρευαν ανύποπτοι· αλλ', ενώ

η επιτυχία ήτο σχεδόν βεβαία έπεσαν εις λογοτριβάς,

διηρέθησαν, και ανεχώρησαν άπρακτοι. Την δε υστεραίαν

εστράτευσε μετά των λοιπών και ο Καντακουζηνός εις

Φωξάνην ενωθείς μετά των άλλων καθ' οδόν, και την αυτήν

ημέραν εξήλθαν του μοναστηρίου 100 ιππείς Τούρκοι εις

προσβολήν αυτού, αλλ' εβιάσθησαν μετ' ολίγον,

αποκρουσθέντες, να επανακάμψωσι. Κατόπιν αυτών εισήλθαν

εις την πόλιν και οι περί τον Καντακουζηνόν και κατέσχαν

μέρος αυτής. Οι δε εχθροί φοβηθέντες μη προβώσι και

πλησιέστερον, έκαυσαν τας πέριξ των εισελθόντων οικίας,

τους απεδίωξαν της πόλεως διά του πυρός, και φεύγοντας

τους εκυνήγησαν· εφόνευσαν δε και επλήγωσαν καί τινας

βοηθηθέντες και παρ' άλλων ιππέων ευρεθέντων έξω και

συνοδευόντων τροφάς και αποσκευάς. Φυγόντες δ' εκείθεν

οι περί τον Καντακουζηνόν έφθασαν αυθεσπερί εις Μύρα,

μοναστήριον επί οχυράς θέσεως, και ενδιενυκτέρευσαν. Την

δε επιούσαν πορευόμενοι διά των βουνών έμαθαν ότι 60

Τούρκοι ευρίσκοντο εν άλλω τινί μοναστηρίω ολίγας ώρας

απέχοντι, και επεστράτευσαν. Αλλ' οι Τούρκοι

προειδοποιηθέντες υπό κατασκόπων έφυγαν αφήσαντες τας

αποσκευάς και τα ζώα των. Την δε 22 έφθασεν ο

Καντακουζηνός μετά των συν αυτώ εις Ιάσι όπου τον

υπεδέχθησαν όλοι εντίμως, και τον έφεραν κατ' ευθείαν

εις την εκκλησίαν, εν ή εψάλη ευχαριστήριος δοξολογία,

ως αν ήρχετο νικητής, εν ώ έφυγεν απέμπροσθεν των

εχθρών. Αφ' ού δε εδημοσίευσε την δοθείσαν αυτώ παρά του

Υψηλάντου πληρεξουσιότητα, εξέδωκε διαταγάς περί

ευταξίας του τόπου και επανόδου των φυγόντων εις τας

εστίας των, περί στρατολογίας και εκστρατείας, περί

προμηθείας τροφών και χρηματολογίας, και περί κατοχής

θέσεών τινων εις προφύλαξιν της πρωτευούσης· αλλ' ουδείς

ήκουε τας διαταγάς του. Όλοι οι οπλοφορούντες εδόθησαν

εις αρπαγήν, εις κραιπάλην, και εις αταξίαν. Όσα ζώα ή

προϊόντα εσυνάζοντο εν ονόματι της κυβερνήσεως, όλα

επωλούντο προς ιδιαιτέραν ωφέλειαν· πενταπλάσια

στρατιωτικά σιτηρέσια εδίδοντο παρ' όσα πραγματικώς

εχρειάζοντο· τα στενά και οι δρόμοι ήσαν αφύλακτοι· και

αν τις εξεστράτευεν, επανήρχετο μετ' ολίγον εις Ιάσι αφ'

ού εγύμνονε τους δυστυχείς και απροστατεύτους χωρικούς·

ουδείς δε εγνώριζεν άλλον ανώτερόν του· ιδού πώς

υπεγράφετο οπλαρχηγός τις μόνον 12 στρατιώτας έχων υπό

την οδηγίαν του.

«Γιαννάκης Μπουκουβάλας αρχιστράτηγος του εν Χαρλοβία

ελληνικού στρατοπέδου, και ναζίρης των πέντε καδηλικίων

διά την ευταξίαν και καλήν αποκατάστασιν του τόπου».

Βλέπων δε ο Καντακουζηνός ότι ούτε τον ήκουέ τις, ούτε

τον εφοβείτο, ούτε τον εσέβετο, και μαθών ότι και αυτός

ο Πεντεδέκας ήρχισε να τον αντιπολιτεύεται κρυφίως

ζητήσαντα λόγον των πράξεών του, φοβηθείς δε και

επιβουλάς κατά της ζωής του εντός της πόλεως, μετέβη

μετά μίαν εβδομάδα εις το επί του Προύθου χωρίον Στίγκαν,

δύο ώρας μακράν της πόλεως, όπου και εστάθμευσεν· 60 δε

μόνον στρατιώται τον ηκολούθησαν. Παρηκολούθησαν και 400

πεζοί και 50 ιππείς εκ των εν Γαλατσίω πολεμησάντων. Οι

δε λοιποί έμειναν όλοι εν Ιασίω εν οις και ο Πεντεδέκας

εντρυφώντες. Δεν έπαυε δε ο Καντακουζηνός παρακινών τους

εν τη πρωτευούση στρατιώτας και αυτόν τον Πεντεδέκαν να

συνέλθωσιν όπου και αυτός· αλλά μη κερδήσας εξ αρχής το

σέβας των στρατιωτών, κατεφρονήθη ολοτελώς αφ' ού

ανεχώρησεν εξ Ιασίου, διότι οι εκεί επίστευαν και έλεγαν,

ότι προητοιμάζετο να φύγη, και ότι διά τον σκοπόν τούτον

επλησίαζε ταις όχθαις του ποταμού· αλλ' ο Πέντεδέκας, μη

θέλων να ρίψη το προσωπείον, ήλθε μετ' ολίγον παρ' αυτώ

και διετάχθη να παραλάβη τον παρευρισκόμενον στρατηγόν

Σέρβον Μλάδην και τους περί αυτόν, και να τοποθετηθή

κατά το Ρώμανον, πόλιν επί της συμβολής των ποταμών

Μολδάβας και Σερέτη· αλλ' απεποιήθη επί λόγω, ότι οι

στρατιώται του δεν τον ηκολούθουν, και ανεχώρησε μετά των

υπ' αυτόν ολίγων κατά προτροπήν και αυτού του

Καντακουζηνού, όστις εφοβήθη ακούσας αυτούς λέγοντας

κατά πρόσωπόν του, ότι δεν τον εγνώριζαν αρχηγόν και ότι

τον εθεώρουν προδότην. Συνέβη δε και άλλο τι εις

επαύξησιν της επικρατούσης απειρίας και αταξίας. Έτυχε

να ευρεθή εν Ιασίω επταννήσιός τις· ούτος μετονομασθείς

κόμης Καποδίστριας εκήρυττεν ότι εστέλλετο παρά των

συμμάχων Δυνάμεων ίνα οργανίση πολιτικώς την Μολδαυίαν,

και ότι ενέκρινε να μη μετατοπήση ο εν τη πρωτευούση

ελληνικός στρατός· ύβριζε δε αναφανδόν τον Καντακουζηνόν

ως Μολδαυόν και ως προδότην των ελληνικών συμφερόντων·

τόσω δε ίσχυσαν οι λόγοι του επιτηδείου τούτου αγύρτου

μέχρι τινός, ώστε όλον το στρατιωτικόν τον ήθελεν

αρχηγόν. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις της Μολδαυίας καθ' ην

ώραν επέκειτο εισβολή εχθρών και εις αυτήν την

πρωτεύουσαν.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'

&Είσοδος Τουρκικών δυνάμεων εις Βουκουρέστι. — Επιβουλή

Σάββα. — Φόνος Βλαδιμερέσκου ως προδότου — Μάχαι

Νουτσέτου και Δραγασανίου. — Απέλευσις Υψηλάντου — Οι

εναπομείναντες οπλαρχηγοί. — Τα κατά την Μολδαυίαν. —

Θάνατος Γεωργάκη Ολυμπίου. — Επιθεώρησις της διαγωγής

του Υψηλάντου.&

Μάιος Η ΕΠΙΒΟΥΛΟΣ διάθεσις του Σάββα και του Βλαδιμιρέσκου

εθάρρυνε τους Τούρκους να οδεύσωσιν αφόβως προς το

Βουκουρέστι, όπου και οι δύο διέτριβαν έχοντες μυστικάς

σχέσεις προς αυτούς, αλλ' υποβλέποντες αλλήλους. Ο πασάς

της Σιλιστρίας Σελήμ - Μεχμέτης, ετοιμάσας διά της

συνδρομής του πασά του Γυργέβου οκτακισχιλίους

οπλοφόρους, εξαπέστειλεν εις Βουκουρέστι, τους μεν

τετρακισχιλίους υπό τον κεχαγιάν του Χατσή - καρά - Αχμέτ

- εφέντην τον και αρχηγόν όλου του στρατού, τους δε

λοιπούς υπό τον κεχαγιάν του πασά του Γυργέβου· ούτε δε

ο είς ούτε ο άλλος απήντησαν καθ' οδόν εχθρόν, και

εισήλθον εις την πόλιν, ο μεν αρχηγός την 15 ο δε

υπαρχηγός την 17 μαΐου. Ολίγας δε ώρας πριν εισέλθη ο

αρχηγός, εξήλθεν ησύχως ο εν τη πόλει εστρατοπεδευμένος

φρούραρχος Σάββας λέγων, ότι δεν είχεν αποχρώσαν δύναμιν

ν' αντισταθή, και ότι ο Βλαδιμιρέσκος απεποιήθη την

σύμπραξίν του· υποκρινόμενος δε πάντοτε τον οπαδόν του

Υψηλάντου ετοποθετήθη εν τω μοναστηρίω του Βακαρεστίου

δύο ώρας μακράν του Τυργοβίστου, όπου σκεπτόμενος πώς να

εύρη χάριν ενώπιον των μυστικών φίλων του εμεθοδεύθη να

παγιδεύση τον Υψηλάντην διά του ακολούθου τεχνάσματος.

Ο Υψηλάντης, αφ' ότου έφθασεν εις Κολεντίναν, δεν έπαυσε

προτρέπων τον Σάββαν να κηρύξη εγγράφως, ότι έλαβε τα

όπλα υπέρ του ελληνικού αγώνος κατά της τουρκοκρατίας.

Μη θέλων δε να δείξη, ότι υποπτεύων αυτόν εζήτει

έγγραφον την πολιτικήν του ταύτην ομολογίαν, τω έλεγεν

ότι πολλάκις εζήτησε παρόμοιον ομολογίαν παρά του

Βλαδιμιρέσκου, ον ο Σάββας έλεγε πάντοτε επίβουλον, και

πάντοτε απέτυχε, διότι ο Βλαδιμιρέσκος απεκρίνετο ότι, εν

όσω εσιώπα ο εχθρός του Σάββας, ηναγκάζετο και αυτός να

σιωπά. Ο πονηρός Σάββας έβλεπεν, ότι τοιαύτη πράξις

ανέτρεπε τας αρτιγενείς μυστικάς του σχέσεις προς τους

Τούρκους, και την απεποιείτο υπό διαφόρους προφάσεις·

αλλ' αφ' ού οι Τούρκοι εισήλθαν εις Βουκουρέστι, αυτός

δε ετοποθετήθη εν τω μοναστηρίω του Βακαρεστίου, και

εσχετίσθη προς τους Τούρκους στενότερον, και συνενοήθη

αναμφιβόλως και περί ου εμελέτα να πράξη, επαναληφθείσης

της προτάσεως, υπέγραψε και εξέδωκε την πράξιν ες χαράν

και εμψύχωσιν του Υψηλάντου· την δε επαύριον επήγε προς

αυτόν αυτεπάγγελτος, συνέφαγε, και τον εκάλεσε και αυτός

εις γεύμα την ακόλουθον ημέραν και εις επιθεώρησιν του

λαμπρού τω όντι ιππικού του. Τόσον δε θάρρος ενέπνευσε

δι' ων είπε και έπραξεν, ώστε ο Υψηλάντης υπεσχέθη να

μεταβή εις το μοναστήριον κατά την πρόσκλησίν του· αλλά

λαβών μετά ταύτα αιτίαν να υποπτεύση δολιότητα, υπεκρίθη

τον ασθενή και έστειλε μόνον τινάς των επιτελών του.

Ο δε παρά το Βουκουρέστι εστρατοπεδευμένος Βλαδιμιρέσκος

διέμεινεν εν τω στρατοπέδω του όλην την ημέραν καθ' ην οι

Τούρκοι εισήλθαν εις την πόλιν, μήτε φανεράν

συγκοινωνίαν λαβών, μήτε κηρυχθείς υπέρ αυτών, τρέφων

όμως επιβούλους σκοπούς κατά του Υψηλάντου και προσπαθών

να τους πραγματοποιήση επιτηδείως εις παντελή όλεθρόν

του· την δε επιούσαν εξεστράτευσεν εις την μικράν

Βλαχίαν μη προειδοποιήσας τον Υψηλάντην.

Μεταξύ των οπλαρχηγών του Βλαδιμιρέσκου ήσαν τινες και

την επίβουλον διαγωγήν του αρχηγού των κατακρίνοντες,

και άλλην οδόν παρά την του Γεωργάκη να βαδίσωσι μη

θέλοντες. Δια τον διττόν τούτον λόγον ήσαν ύποπτοι παρά

τω Βλαδιμιρέσκω, όστις, σκληρός και αιμοβόρος και εξ

ανατροφής και εκ προαιρέσεως, επεχείρησε ν' απαλλαχθή

των οπλαρχηγών του όσους υπώπτευε, και ήρχισε καθ' οδόν

να τους φονεύη αδίκως και ανεξετάστως. Αι φονικαί αύται

πράξεις δυσηρέστησαν και εφόβησαν εις άκρον τους

επιζώντας κινδυνεύοντας να πάθωσι τα αυτά εξ αιτίας των

υποψιών ας εδύνατο να συλλάβη και κατ' αυτών· διά τούτο

αποφασίσαντες να πράξωσι πριν πάθωσιν, εξεμυστηρεύθησαν

τω Γεωργάκη τους φόβους των και επεκαλέσθησαν την

σύμπραξίν του εις ασφάλειάν των χρείας τυχούσης.

Εν τούτοις ο πανούργος Σάββας, ειδώς εξ ων είχε μυστικών

σχέσεων προς τους Τούρκους τα σχέδια του Βλαδιμιρέσκου,

τα ανεκάλυψε τω Υψηλάντη, ίνα μη χαρή ο εχθρός του τας

πρώτας τιμάς της προδοσίας, ας αυτός επεθύμει. Τα

ανακαλυφθέντα δε σχέδια ήσαν, ότι ο Βλαδιμιρέσκος ώδευε

προς την μικράν Βλαχίαν εις προκατάληψιν των έμπροσθεν

και εμπόδιον της εκείθεν του Όλτου διαβάσεως του

ελληνικού στρατοπέδου, και ότι οι Τούρκοι εμελέτων, αφ'

ού ο Βλαδιμιρέσκος ετοποθετείτο όπου έπρεπε, να κινήσωσι

και αυτοί προς το Τυργόβιστον και να πέσωσιν επί τους

περί τον Υψηλάντην όπισθεν, ώστε αυτόν μεν να φονεύσωσιν

ή να συλλάβωσι, το δε στρατόπεδον να αφανίσωσιν. Ο

Υψηλάντης εκοινοποίησε τω Γεωργάκη διαμένοντι εν

Πιτεστίω τους λόγους του Σάββα, και τω παρήγγειλε να

ματαιώση τα ολέθρια σχέδια του Βλαδιμιρέσκου καθ'

οιουσδήποτε ενόμιζε καταλληλοτέρους τρόπους· διέταξε δε

και τον εν Κυμπουλουγγίω αδελφόν του, εξ αιτίας του

παρακολουθούντος τον Βλαδιμιρέσκον πλήθους, να καταβή

και αυτός μετά των περί αυτόν εις το στρατόπεδον του

Γεωργάκη προς ενδυνάμωσίν του. Ο δε Σάββας έδραξε την

αρμοδίαν ταύτην ευκαιρίαν ίνα και τον Υψηλάντην

αποκοιμήση και τον εχθρόν του Βλαδιμιρέσκον βλάψη, και

έστειλε 400 ιππείς υπό τας διαταγάς του Γεωργάκη. Την 18

έφθασεν ο Βλαδιμιρέσκος πανστρατιά εις Γολέστι. Παρά το

Πιτέστι και απέναντι του Γολεστίου ρέει ο Άρζησος· τας

όχθας του ποταμού τούτου ζευγνύει γέφυρα, ην

προκατέλαβεν ο Γεωργάκης. Ειδοποιηθείς ο Βλαδιμιρέσκος,

παρεκάλεσε τον Γεωργάκην ν' αφήση το πέραμα ελεύθερον. Ο

Γεωργάκης ανέβαλε την απάντησιν εις την επαύριον, καθ'

ην συνοδευόμενος υπό 400 εκλεκτών ιππέων και πεζών

υπήγεν εις Γολέστι. Ο Βλαδιμιρέσκος τον υπεδέχθη ενώπιον

των οπλαρχηγών του. Ο Γεωργάκης ήρχισε να τον επιπλήττη

ως μη αντισταθέντα εν ώ εισήρχοντο οι Τούρκοι εις

Βουκουρέστι, ως αθετήσαντα τας υποσχέσεις του και ως

παραβάντα τους όρκους του. Ο Βλαδιμιρέσκος ηθέλησε να

ενοχοποιήση περί της μη αντιστάσεώς του τον Σάββαν μη

θελήσαντα να συμπολεμήση· αλλ' ο Γεωργάκης επανέλαβεν,

ότι ο πρίγκηψ (Υψηλάντης) είχεν εγγράφους αποδείξεις των

μυστικών σχέσεων αυτού προς τους εχθρούς της πίστεως,

και ήξευρεν ότι αυτός τους εθάρρυνε να πατήσωσιν ένοπλοι

την ηγεμονείαν, ότι διά της πράξεώς του ταύτης ηφάνισε

τον τόπον, και ότι είχε να δώση λόγον ενώπιον Θεού και

ανθρώπων· εστηλίτευσεν έπειτα την προς τους οπλαρχηγούς

επίβουλον διαγωγήν του διά του αδίκου θανάτου τινών εξ

αυτών, και παρήνειρεν, ότι πάσα ασφάλεια διά τους

παρεστώτας εξέλειψεν. Ανεγνώσθη δε εις επήκοον πάντων και

μυστική σύμβασις αυτού και του Βλαδιμιρέσκου, γραφείσα

προ της ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος, και

αποδεικνύουσα ότι ο Βλαδιμιρέσκος έπραξε παρά τα

συνομολογηθέντα. Ο Βλαδιμιρέσκος, ο έχων την διάθεσιν

αλλ' όχι και την επιτηδειότητα του επιβούλου, εσκοτίσθη

επιπληχθείς. Ο δε Γιωργάκης βλέπων τούτο, και ότι πολλοί

των παρεστώτων ενέκριναν όσα αυτός έλεγεν, εξεκρέμασε την

επάνωθεν του Βλαδιμιρέσκου τοιχοκρεμή σπάθην του ειπών,

ότι δεν ήτον άξιος να την φορή, και ότι ήθελε να την

στείλη προς τον αρχιστράτηγον. Η τόλμη του Γεωργάκη και

τον Βλαδιμιρέσκον κατεπτόησε και ουδένα των παρεστώτων

παρώργισε. Ο Γεωργάκης ετόλμησεν έτι μάλλον· ήρπασεν από

της ζώνης του Βλαδιμιρέσκου τας πιστόλας του, και διέταξε

να τον μεταφέρωσιν εις Τυργόβιστον ίνα απολογηθή ενώπιον

του πρίγκηπος. Τότε τον συνέλαβαν τινες των παρόντων

οπαδών του Γεωργάκη παρά πάντων εγκαταλειφθέντα, τον

ωπισθαγκώνισαν, και τον απήγαγον υπό φύλαξιν εις

Πιτέστι· εκεί τον παρέλαβεν ο Νικόλαος Υψηλάντης και τον

έφερεν υπό ικανήν φύλαξιν εις Τυργόβιστον, όπου

επιπληχθείς πάλιν πικρώς παρά του Υψηλάντου, απήχθη έξω

της πόλεως και κατεκόπη μεληδόν υπό των στρατιωτών ως

προδότης και επίορκος την 23, μήτε δικασθείς κατά τους

στρατιωτικούς νόμους μήτε καταδικασθείς εν τάξει, αλλά

δυνάμει των ανά χείρας του Υψηλάντου εγγράφων, εξ ων

εφαίνετο τω όντι η προδοσία και η επιορκία του.

Τοιούτος εφάνη και τοιούτον έλαβε τέλος ο Θεόδωρος

Βλαδιμιρέσκος, άνθρωπος όστις επεθύμει μεν το καλόν της

πατρίδος του, αλλ' εξ αιτίας της άκρας απαιδευσίας του,

της βαρβάρου ανατροφής του και των κακών του έξεων

εθεώρει θεμιτήν την χρήσιν της επιβουλής, της προδοσίας,

των αδίκων φόνων και της επιορκίας, δι' ων διεκρίθη η

τελευταία διαγωγή του.

Μετά δε τον φόνον τούτου ο Υψηλάντης διώρισεν αρχηγούς

του στρατεύματός του τους δύο σημαντικωτέρους

οπλαρχηγούς αυτού, τον Χατσή - Πρόδαν, Σέρβον, και τον

Μακεδόνσκην, Βλάχον, φέροντα το όνομα της μακεδονικής

καταγωγής του. Συνίστατο δε τότε η δύναμις αύτη εκ 250

ιππέων, Σέρβων και Βουλγάρων, 4000 Πανδούρων, και εκ 4

κανονίων. Τους διέταξε δε να μεταβώσιν εις την μικράν

Βλαχίαν, να στρατολογήσωσι και να καταλάβωσί τινας

θέσεις και την κώμην του Δραγασανίου, διότι ηκούσθη ότι

δισχίλιοι εχθροί εξήλθαν του Βιδινίου και διεσπάρησαν

εις την μικράν Βλαχίαν. Ο δε Υψηλάντης φοβούμενος ότι οι

εν Βουκουρεστίω Τούρκοι εμελέτων, ως προειδοποιήθη, να

τον κτυπήσωσιν εν Τυργοβίστω, απαλλαχθείς και του

κρυφίου εχθρού του Βλαδιμιρέσκου, και βλέπων πανταχόθεν

τας μεν δυνάμεις του εχθρού εις κίνησιν, τας δε υπ'

αυτόν εις τελείαν απραξίαν, απεφάσισεν επί συμβουλίου

την 27 να κινηθή και αυτός αυθημερόν· και επειδή οι

εξελθόντες του Βιδινίου ήσαν οι ολιγαριθμότεροι, ηθέλησε

να επιπέση πορευόμενος διά του επί της οδού προς την

μικράν Βλαχίαν Πιτεστίου, όπου τον ανέμενεν ο Γεωργάκης·

διέταξε δε να συγκεντρωθώσιν εκεί διάφορα σώματα και

εκάλεσε και τον Σάββαν, μη ρίψαντα εισέτι το προσωπείον,

να συνακολουθήση· αλλ' ούτος, υποπτεύων μη πάθη ό,τι

έπαθεν ο συνεπίβουλός του Βλαδιμιρέσκος, απεποιήθη

ευσχήμως την πρόσκλησιν, και ετοποθετήθη εν τω οχυρώ

μοναστηρίω του Μαρτσενίου. Οι δε Τούρκοι, ως 5000,

εξεστράτευσαν, καθώς προεσχεδιάσθη, προς το Τυργόβιστον

την 25, και το εσπέρας της 26 έφθασαν πλησίον αυτού και

διενυκτέρευσαν εντός του παρακειμένου δάσους, αγνοούντων

των εισέτι εν Τυργοβίστω Ελλήνων, ότι οι εχθροί των ήσαν

τόσω πλησίον. Το πρωί δε της 27, ό εστι καθ' ην ώραν

ήρχισαν οι περί τον Υψηλάντην την προς το Πιτέστι

πορείαν, 500 ιππείς αποσπασθέντες του κατόπιν αυτών

οδεύοντος τουρκικού στρατεύματος εφάνησαν πορευόμενοι

εις Νοτσέτον κατεχόμενον υπό των περί τον Γιαννάκην

Κολοκοτρώνην, εξάδελφον του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη.

Φθάσαντες δε εις την παρακειμένην μονήν του αγίου

Γεωργίου και ευρόντες ελληνικήν φρουράν υπό τον Σαχίνην

και τον Σφίκαν, εφώρμησαν, αλλ' ωπισθοδρόμησαν άπρακτοι,

δεινής γενομένης αντιστάσεως. Περί δε το δειλινόν

συμπληρωθέντες οι εχθροί εις 1500 ιππείς, ήλθαν εις

Νοτσέτον, όπου είχαν έλθει προ ολίγου εις βοήθειαν των

εκεί ο Κωνσταντίνος Δούκας και ο Γεράσιμος Ορφανός,

σταλέντες παρά του Υψηλάντου μαθόντος τα προς το μέρος

εκείνο κινήματα των εχθρών. Και οι μεν περί τον Ορφανόν

ετοποθετήθησαν παρά την μονήν, οι δε περί τον Δούκαν

απώτερον επί τινος λόφου προς τα αριστερά. Οι εν

Νοτσέτω, βοηθούμενοι υπό των περί τον Ορφανόν, εμάχοντο

γενναίως προϊούσης και της νυκτός. Σφοδρώς αντέστη και

άλλο σώμα ελληνικόν υπό τον Αναστάσην Αργυροκαστρίτην,

κατέχον λοφίσκον προφυλαττόμενον έμπροσθεν μεν υπό τινος

εκ του προχείρου υψωθείσης λιθιάς, όπισθεν δε και εκ των

πλαγίων υπό του δάσους. Αλλ' ο Δούκας, ιδών απόσπασμα

εχθρών επερχόμενον, εγκατέλειψε την θέσιν του, και διά

της φυγομαχίας του εφόβισε και ηνάγκασε τους άλλους,

τους ευτυχώς έως τότε πολεμήσαντας, να τραπώσιν εις φυγήν

περί το μεσονύκτιον ως νενικημένοι.

Αν και η πραγματική βλάβη των Ελλήνων ήτο μικρά, η ηθική,

απέβη μεγίστη· διότι έφερεν εις μεγάλην αταξίαν το

παραπορευόμενον υπό τον Υψηλάντην στράτευμα μαθόν το

συμβάν, και εξ αιτίας τούτου αποσπάσματα τινα αυτού

διεσκορπίσθησαν και επλανήθησαν εν μέσω του νυκτικού

σκότους και του διαχυθέντος φόβου· εχάθησαν δε καί τινες

αποσκευαί και ικαναί τροφαί επί της διαβάσεως του ποταμού

Διμπαβίτσας. Ο δε Δούκας, επανελθών εις το στρατόπεδον

και επιπληχθείς αυστηρώς διά την λειποταξίαν του,

εγκατέλειψε τας ηγεμονείας.

Πριν δε διαβώσι τον Όλτον οι περί τον Μακεδόνσκην και

Χατσή - Πρόδαν ως διετάχθησαν, οι εν τη μικρά Βλαχία

εχθροί εκυρίευσαν την Κραϊόβαν· τινές δε αυτών απήντησαν

εκτός της Κώμης του Σαβιδινίου δύο σώματα, το μεν υπό

τον Σολωμόν, το δε υπό τον Αναστάσην Μανάκην τον και

Μιχάλογλουν, στρατεύοντα προς τον Υψηλάντην, τα

εκτύπησαν και τα διεσκόρπισαν. 800 δε άλλοι Τούρκοι υπό

τον υιόν του επ' ανδρία γνωστού Καραφεϊζή ετοποθετήθησαν

εν Δραγασανίω. Οι δε περί τον Μακεδόνσκην και Χατσή -

Πρόδαν ήλθαν και αυτοί πλησίον του χωρίου τούτου την

νύκτα της 29, και επέπεσαν αίφνης όπου οι Τούρκοι

έβοσκαν τα ζώα των, εξ ων συνέλαβον 70 εσκότωσαν δε και 5

Τούρκους και εζώγρησαν δύο· ηκροβολίσθησαν και τας δύο

ακολούθους ημέρας μετά των εν Δραγασανίω Τούρκων

εξελθόντων εις καταδίωξίν των, και μετά ταύτα

απεμακρύνθησαν.

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α · 第 8 / 25 段