ώστε ο Ξέρξης εις αυτόν μόνον έπεμπε δώρα ως τον αξιώτερον όλων
όσους ή αυτός ο Ξέρξης ή ο Δαρείος διώρισαν υπάρχους. Τα έπεμπε
δε ανά παν έτος, ως έπεμπε και ο υιός του Αρταξέρξης εις τους
υιούς του Μεσκάμη. Ήδη, προ της εκστρατείας ταύτης, ήσαν
διωρισμένοι ύπαρχοι εις όλα τα μέρη της Θράκης και του
Ελλησπόντου· όλου όμως και από την Θράκην και από τον
Ελλήσποντον, πλην εκείνου όστις ήτο εις τον Δορίσκον, εδίωξαν
οι Έλληνες μετά την εκστρατείαν ταύτην· τον δε εν τω Δορίσκω
Μασκάμην, μολονότι επανειλημμένως απεπειράθησαν, ουδείς ηδυνήθη
να τον διώξη. Τούτου ένεκα οι βασιλείς της Περσίας πέμπουσι
πάντοτε δώρα εις την οικογένειάν του.
107. Εξ όλων δε των υπάρχων των οποίων τας τοπαρχίας εκυρίευσαν
οι Έλληνες, ουδένα ο βασιλεύς έκρινεν ανδρείον ειμή τον Βόγην
μόνον, ύπαρχον της Ηιόνος. Τούτον ουδέποτε έπαυσε να επαινή,
και ετίμησε μεγάλως τους παίδας αυτού όσοι επέζησαν εις την
Περσίαν. Και τωόντι άξιος μεγάλου επαίνου εφάνη ο Βόγης· Αυτός
ότε επολεμήθη από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα του Μιλτιάδου,
μολονότι ηδύνατο να εξέλθη υπόσπονδος και να επιστρέψη εις την
Ασίαν, δεν ηθέλησε, μήπως φανή εις τον βασιλέα ότι υπό δειλίας
εφρόντισε να σώση την ζωήν του, και διεκαρτέρησε μέχρις
εσχάτων. Αφού δε εξηντλήθησαν όλαι αι ζωοτροφίαι, σωρεύσας
πυράν μεγάλην, έσφαξε τα τέκνα, την γυναίκα, τας παλάκας, τους
οικέτας, και τους έρριψεν εις το πυρ· έπειτα έλαβεν όλον τον
χρυσόν και τον άργυρον της πόλεως και τον έρριψεν από τα τείχη
εις τον Στρυμόνα. Αφού δε έπραξεν όλα ταύτα, ερρίφθη και αυτός
εις το πυρ. Τούτου ένεκα δικαίως επαινείται μέχρι της σήμερον
υπό των Περσών.
108. Ο δε Ξέρξης εκ του Δορίσκου επορεύετο κατά της Ελλάδος,
όσα δε έθνη ευρίσκοντο εις την πορείαν του τα ηνάγκαζε ν'
ακολουθώσι τον στρατόν· καθότι, ως είπον ήδη προηγουμένως, όλη
η μέχρι της Θεσσαλίας χώρα ήτο υποδεδουλωμένη και φόρου
υποτελής, πρώτον μεν υπό του Μεγαβάζου, έπειτα δε υπό του
Μαρδονίου. Πορευόμενος δε εκ του Δορίσκου, πρώτον διήλθε
πλησίον των Σαμοθρακικών τειχών, των οποίων το τελευταίον προς
δυσμάς είναι η Μεσαμβρία· κατόπιν αυτής είναι η πόλις των
Θασίων Στρύμη, και μεταξύ των δύο τούτων πόλεων ρέει ο Λίσσος
ποταμός, του οποίου το ύδωρ δεν ήρκεσε τότε εις τον στρατόν του
Ξέρξου, αλλ' εξέλιπεν. Η χώρα αύτη πάλαι μεν εκαλείτο Γαλλαϊκή,
νυν δε Βριαντική· αληθώς όμως ειπείν είναι και αύτη των
Κικόνων.
109. Διαβάς δε το αποξηρανθέν ρείθρον του Λίσσου ποταμού,
διήλθε πλησίον των Ελληνίδων πόλεων Μαρωνείας, Δικαίας και
Αβδήρων· εκ τούτων διήλθε και προσέτι διά των ονομαστών λιμνών
Ισμαρίδος, ήτις είναι μεταξύ Μαρωνείας και Στρύμης, και
Βριστονίδος, ήτις είναι πλησίον της πόλεως Δικαίας, και εις την
οποίαν χύνονται δύο ποταμοί, ο Τραύος και ο Κόμψατος. Πλησίον
δε των Αβδήρων δεν υπάρχει λίμνη αξία μνήμης· διέβη δε μόνον
τον ποταμόν Νέστον όστις ρέει εις την θάλασσαν. Μετά τας χώρας
ταύτας εξακολουθών την οδοιπορίαν του διήλθε πλησίον των
ηπειρωτίδων πόλεων, εις μίαν των οποίων ευρίσκεται λίμνη, της
οποίας η περιφέρεια είναι ακριβώς τριάκοντα σταδίων, ιχθυώδης
και λίαν αλμυρά. Ταύτην εξήρανον μόνον τα υποζύγια ποτιζόμενα.
Η πόλις αύτη ονομάζεται Πίστυρος. Ταύτας τας παραθαλασσίας και
Ελληνίδας πόλεις αφίνων εις τα αριστερά του επροχώρει.
110. Έθνη δε Θρακών, διά της χώρας των οποίων επορεύετο, εισί
τα εξής, Παίτοι Κίκονες, Βίστονες, Σαπαίοι, Δερσαίοι, Ηδωνοί,
Σάτραι. Εξ αυτών οι μεν κατοικούντες παρά την θάλασσαν
ηκολούθουν με τα πλοία, οι δε κατοικούντες την μεσόγειον, οι
υπ' εμού απαριθμηθέντες, πλην των Σατρών, όλοι οι άλλοι
ηναγκάσθησαν ν' ακολουθώσι διά ξηράς.
111. Οι Σάτραι ούτοι, καθ' όσον ηξεύρομεν, ουδενός υπήκοοι
εγένοντο, αλλά μέχρι της εποχής μου μόνοι από τους Θράκας
εξηκολούθησαν να μένωσιν ελεύθεροι, καθότι κατοικούσιν όρη
υψηλά κεκαλυμμένα υπό διαφόρων δασών και χιόνων, και είναι περί
τα πολεμικά επιτηδηότατοι. Αυτοί είναι οι έχοντες το μαντείον
του Διονύσου· το δε μαντείον τούτο υπάρχει επί του υψηλοτάτου
των ορέων. Εκ των Σατρών οι Βησσοί είναι οι επιμελούμενοι τον
ναόν, χρησμοδοτεί δε μία πρόμαντις, ως και εις τους Δελφούς,
και οι χρησμοί αυτής είναι επίσης διφορούμενοι.
112. Αφού δε διήλθεν ο Ξέρξης τας χώρας τας οποίας ηρίθμησα,
διήλθεν έπειτα πλησίον των τειχών των Πιέρων εξ ων το μεν
καλείται Φάγρης το δε Πέργαμος. Πλησίον τούτων των τειχών
διήλθεν, αφήσας προς τα δεξιά το Πάγγαιον, όρος μέγα και
υψηλόν, έχον μεταλλεία χρυσού και αργύρου άτινα νέμονται οι
Πίερες, οι Οδόμαντοι, και προ πάντων οι Σάτρα.
113. Διελθών δε πλησίον των Παιόνων, των Δοβήρων και των
Παιοπλών, οίτινες κατοικούσι προς τα βόρεια του Παγγαίου,
επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον ποταμόν
Στρυμόνα και την πόλιν Ηιόνα την οποίαν, τότε ζων, εκυβέρνα ο
Βόγης περί του οποίου συντόμως ωμίλησα προ ολίγου. Η δε γη αύτη
η περί το Πάγγαιον όρος καλείται Φυλλίς, και εκτείνεται προς
δυσμάς μεν μέχρι του ποταμού Αγγίτου εκδίδοντος εις τον
Στρυμόνα, προς μεσημβρίαν δε μέχρις αυτού του Στρυμόνος, εις
τον οποίον οι μάγοι σφάζοντες ίππους λευκούς εζήτουν αισίους
οιωνούς.
114. Αφού δε εγένοντο οι εξορκισμοί ούτοι εις τον ποταμόν και
πολλά άλλα πλην τούτων, ο στρατοί εξηκολούθησε την οδοιπορίαν
του προς τας γεφύρας διά των Εννέα οδών, ήτις γη είναι των
Ηδωνών, και εύρε τον Στρυμόνα εζευγμένον. Μαθόντες δε οι Πέρσαι
ότι ο τόπος εκείνος εκαλείτο Εννέα οδοί, έθαψαν εν αυτώ εννέα
νέους ζώντας και εννέα παρθένους των εντοπίων. Είναι δε έθιμον
Περσικόν να θάπτωνται άνθρωποι ζωντανοί· καθότι ήκουσα ότι και
η Άμηστρις, η γυνή του Ξέρξου, γηράσασα, κατώρυξε δεκατέσσαρας
παίδας Περσών επιφανών θέλουσα να ευχαριστήση τον θεόν όστις ως
λέγουσιν είναι υπό την γην.
115. Κινήσας δε ο στρατός από του Στρυμόνος διήλθε πλησίον
πόλεως τίνος Ελληνικής της Αργίλου ήτις είναι εις τον προς
δυσμάς αιγιαλόν. Η γη αύτη ως και η ανωτέρω ταύτης καλείται
Βισαλτία. Εκείθεν αφήσας προς τα αριστερά τον κόλπον όστις
εκτείνεται προς τον ναόν του Ποσειδώνος, επορεύθη διά του
Συλέος καλουμένου πεδίου, έπειτα διά της Ελληνικής πόλεως
Σταγείρου, και έφθασεν εις την Άκανθον, παρασύρων όλα τα έθνη
όσα κατώκουν περί το Πάγγαιον όρος, καθώς και εκείνα τα οποία
απαρίθμησα προηγουμένως. Και οι μεν παρά την θάλασσαν οικούντες
εισεβιβάζοντο εις τα πλοία, οι δε ορεινοί ηκολούθουν διά ξηράς.
Την οδόν δε ταύτην, διά της οποίας ο βασιλεύς Ξέρξης ήλασε τον
στρατόν, οι Θράκες ούτε σκάπτουσιν ούτε σπείρουσιν, αλλά μέχρι
της εποχής μου την σέβονται μεγάλως.
116. Ότε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άκανθον εκήριξε τους
Ακανθίους ξένους του, τοις έδωκε δώρον ενδυμασίαν Μηδικήν και
τους επήνεσε βλέπων την προθυμίαν των εις τον πόλεμον και
ακούων πόσον ειργάσθησαν διά την διώρυχα.
117. Ενώ δε ο Ξέρξης ήτο εις την Άκανθον συνέβη να αποθάνη υπό
νόσου ο επιστατών εις τας εργασίας της διώρυχας Αρταχαίης.
Απελάμβανε δε ούτος μεγάλην υπόληψιν παρά τω Ξέρξη και ήτο εκ
του γένους των Αχαιμενιδών. Κατά το ανάστημα υπερέβαινεν όλους
τους Πέρσας (καθότι τέσσαρες δάκτυλοι έλιπον διά να ήναι πέντε
πήχεων βασιλικών) και ήτο μεγαλοφωνότερος όλων των ανθρώπων,
ώστε ο Ξέρξης, θεωρήσας την απώλειάν του ως συμφοράν μεγίστην,
τον εξέθεσε και τον έθαψε μεγαλοπρεπώς· όλος δε ο στρατός
ειργάσθη εις την κατασκευήν του τάφου, οι δε Ακάνθιοι κατά
χρησμόν τινα θυσιάζουσιν εις αυτόν ως εις ήρωα επικαλούμενοι το
όνομά του. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης ελυπήθη υπερβαλόντως διά
τον θάνατον τού Αρταχαίου.
118. Όσοι δε των Ελλήνων υπεδέχοντο τον στρατόν και προσέφερον
δείπνον εις τον Ξέρξην εις τοσαύτην δυστυχίαν περιέπιπτον ώστε
άφινον τας οικίας των και έφευγον. Εις τους Θασίους οίτινες
εδέχθησαν τον στρατόν εκ μέρους των πόλεων όσας έχουσιν εις την
ξηράν, ο Αντίπατρος του Οργέως, είς των μάλα εγκρίτων πολιτών,
εκλεχθείς να επιστατή εις τα δείπνα, έδειξε λογαριασμόν ότι
εδαπανήθησαν εις ταύτα τετρακόσια τάλαντα αργυρά.
119.Ομοίους λογαριασμούς εδείκνυον και εις άλλας πόλεις οι
επιστάται, διότι το δείπνον το οποίον εκ των προτέρων
παρηγγέλλετο και εθεωρείτο ως σπουδαίον πράγμα, ήτο τοιούτο
οίον θέλω περιγράψει. Πρώτον μεν, άμα ήκουον τους κήρυκας
οίτινες πεμπόμενοι εις όλα τα μέρη έδιδον τας περί τούτου
διαταγάς, οι κάτοικοι των πόλεων κατεγίνοντο επί πολλούς μήνας
να αλέθωσι τον σίτον και την κριθήν τα οποία εσύναζον από όλας
τας πόλεις· έπειτα ευρίσκοντες αντί μεγάλης τιμής τα κάλλιστα
ζώα, τα επάχυνον, και εις οικήματα ή λάκκους έτρεφον πτηνά
χερσαία ή λιμναία διά να υποδεχθώσι τον στρατόν. Κατεσκεύαζον
προς τούτοις αργυρά και χρυσά ποτήρια και κρατήρας, και όλα τα
άλλα όσα τίθενται επί της τραπέζης. Και ταύτα μεν εγίνοντο διά
τον βασιλέα και τους ομοσίτους αυτού, διά δε τον άλλον στρατόν
τροφαί μόνον εζητούντο. Ότε λοιπόν έφθανεν ο στρατός, ήτο
εστημένη σκηνή εις την οποίαν έκαμνε σταθμόν ο Ξέρξης, ο δε
άλλος στρατός έμενεν εις το ύπαιθρον. Ηρχομένης της ώρας του
δείπνου όλοι οι κόποι έμενον διά τους υποδεχομένους, οι δε
Πέρσαι αφού εχόρταινον και διενυκτέρευον αυτού, την επομένην
ημέραν ανασπώντες την σκηνήν και λαμβάνοντες όλα τα έπιπλα
ανεχώρουν μη αφίνοντες ουδέν.
120. Τότε ο Μεγακρέων, ανήρ Αβδηρίτης, είπε λόγον τινά πολύ
καλόν· συνεβούλευσε τους Αβδηρίτας να υπάγωσι πανδημεί, αυτοί
και αι γυναίκες των εις τους ναούς, να καθίσωσιν ως ικέται των
θεών να τους παρακαλέσωσι να αποτρέπωσιν εις το εξής από αυτούς
τα ημίσεα εκ των μελλόντων κακών και τέλος να τους
ευχαριστήσωσιν ότι ο Ξέρξης δεν είχε συνήθειαν να τρώγη δις της
ημέρας· διότι αν τοις παρήγγελλε να ετοιμάζωσι και πρόγευμα
όμοιον με το δείπνον, έπρεπε να μη περιμείνωσι τον Ξέρξην
ερχόμενον εις την χώραν των, ή εάν τον περιέμενον να
αφανισθώσιν εξ ολοκλήρου.
121. Ούτοι λοιπόν πιεζόμενοι, εξετέλουν όμως τα διαταπόμενα. Ο
δε Ξέρξης εκ της Ακάνθου παρήγγειλεν εις τους στρατηγούς του
ναυτικού στρατού να αναχωρήσωσι με τα πλοία των και να τον
περιμένωσιν εις την Θέρμην, πόλιν κειμένην εις τον Θερμαίον
κόλπον, εκ της οποίας και ο κόλπος ούτος έχει την επωνυμίαν,
διότι αυτή η οδός έμαθεν ότι ήτο η συντομωτάτη. Εκ του Δορίσκου
δε μέχρι της Ακάνθου ο στρατός επορεύετο κατά την ακόλουθον
τάξιν. Μερίσας ο Ξέρξης όλον τον πεζόν στρατόν εις τρεις
μοίρας, μίαν αυτού παρήγγειλε να ακολουθή το παραθαλάσσιον ομού
με το ναυτικόν· ταύτης της μοίρας στρατηγοί ήσαν ο Μαρδόνιος
και ο Μασίστης. Το έτερον τριτημόριον του στρατού παρηγγέλθη να
τραπή προς τα μεσόγεια· στρατηγοί της μοίρας ταύτης ήσαν ο
Τριτανταίχμης και ο Γέργις. Η δε τρίτη των μοιρών, μεθ' ης ήτο
και αυτός ο Ξέρξης, επορεύετο μεν μεταξύ των δύο, είχε δε
στρατηγούς τον Σμερδομένη και τον Μεγάβυζον.
122. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός αφεθείς υπό του Ξέρξου,
διεξέπλευσε την διώρυχα του Άθωνος ήτις εξετείνετο μέχρι του
κόλπου όπου κείνται αι πόλεις Άσσα, Πίλωρος, Σίγγος και Σάρτη·
εκείθεν δε, αφού έλαβε τα στρατεύματα των πόλεων τούτων,
έπλευσε ταχέως προς τον Θερμαίον κόλπον. Κάμψας δε το
ακρωτήριον της Τορώνης Άμπελον, διήλθε πλησίον των εξής
Ελληνίδων πόλεων εκ των οποίων παρέλαβε πλοία και στρατόν· της
Τορώνης, της Γαλυψού, της Σερμύλης, της Μηκυβέρνης και της
Ολύνθου. Καλείται δε η χώρα αυτή Σιθωνία.
123. Μετά ταύτα ο ναυτικός στρατός συντέμνων τον πλουν του
διευθύνθη από την άκραν Άμπελον εις την άκραν Καναστραίον, το
οποίον εισέρχεται εις την θάλασσαν πλειότερον από όλα τα άλλα
μέρη της Παλλήνης, παραλαβών πλοία και στρατόν εκ της
Ποτιδαίας, της Αφύτιος, της Νέας πόλεως, της Αιγής, της
Θεράμβου, της Σκιώνης, της Μένδης και της Σάνης, διότι αυταί
είναι αι πόλεις της σήμερον καλουμένης Παλλήνης πρότερον δε
Φλέγρης. Παραπλέων δε και ταύτην την χώραν, έπλεεν εις την
Θέρμην, όπου ήτο προσδιωρισμένος να υπάγη, παραλαμβάνων στρατόν
και εκ των γειτονικών της Παλλήνης πόλεων και συνορευουσών με
τον Θερμαίον κόλπον, ων τα ονόματα είναι τα εξής· Λίπαξος,
Κάμβρεια, Αίσαι, Γίγωνος, Κάμψα, Σμέλα, Αίνεια. Η δε χώρα
τούτων μέχρι της σήμερον καλείται Κροσσαία. Από δε τις Αινείας,
της τελευταίας των πόλεων τας οποίας απηρίθμησα, από ταύτης ο
ναυτικός στρατός εισήλθεν εις τον Θερμαίον κόλπον και την
Μυγδονίαν γην, και εξακολουθών τον πλουν του έφθασεν εις την
προειρημένην Θέρμην, και την Σίνδον, και την χαλέστραν την επί
του Αξιού ποταμού, όστις χωρίζει την Μυγδονίαν από της
Βοττιαιΐδος· ταύτης το παραθαλάσσιον, όπερ είναι στενόν,
έχουσιν αι πόλεις Ίχναι και Πέλλα.
124. Ο μεν ναυτικός στρατός, περιμένων τον βασιλέα,
εστρατοπεδεύσατο αυτού περί τoν Αξιόν ποταμόν, περί την πόλιν
Θέρμην και περί τας πόλεις αίτινες ευρίσκονται μεταξύ αυτής και
του Αξιού· ο δε Ξέρξης μετά του πεζού στρατού εκίνησεν από την
Άκανθον και ήρχετο διά της μεσογείου, θέλων να φθάση εις την
Θέρμην. Επορεύτο δε διά της Παιονικής και της Κρηστωνικής χώρας
προς τον ποταμόν Εχείδωρον, όστις αρχίζων εκ των Κρηστωναίαν
ρέει διά τις Μαγδονίας χώρας και χύνεται πλησίον του έλους του
εις τας όχθας του Αξιού ποταμού.
125. Ενώ δε επορεύετο διά της οδού ταύτης, επετέθησαν κατά των
σιτοφόρων καμήλων λέοντες, οίτινες εγκαταλείποντες τα συνήθη
διαμονητήριά των, περιφέροντο όλην την νύχτα και δεν ήγγιζον
ουδέν άλλο, ούτε υποζύγιον, ούτε άνθρωπον, ειμή μόνον
κατέτρεχον τας καμήλους, θαυμάζω δε διά ποίαν αιτίαν οι λέοντες
απείχον των άλλων και επετίθεντο κατά των καμήλων, ζώων τα
οποία μήτε είχον ιδεί μήτε δοκιμάσει πρότερον.
126. Είναι δε εις ταύτα τα μέρη και λέοντες πολλοί και βόες
άγριοι των οποίων τα κέρατα είναι υπερμεγέθη και κομίζονται εις
την Ελλάδα. Όρια δε τα οποία οι λέοντες δεν υπερβαίνουσιν είναι
ο ποταμός Νέστος όστις τρέχει διά των Αβδήρων, ο Αχελώος όστις
τρέχει διά Ακαρνανίας. Τωόντι ούτε προς ανατολάς του Νέστου εις
κανέν μέρος όλης της έμπροσθεν Ευρώπης θέλει ιδεί τις λέοντα,
ούτε προς δυσμάς του Αχελώου εις την λοιπήν ήπειρον· αλλά μόνον
εν τω μεταξύ των δύο τούτων ποταμών ευρίσκονται τοιούτοι.
127. Φθάσας ο Ξέρξης εις την θέρμην εσταμάτησεν αυτού τον
στρατόν, όστις κατέλαβε το εξής διάστημα του παραθαλασσίου·
αρχίζων από της Θέρμης και της Μυγδονίας, έφθανε μέχρι των
ποταμών Λυδίου και Αλιάκμονος οίτινες χωρίζουσι την Βοττιαιΐδα
από της Μακεδονίας και ενούνται εις έν μόνον ρεύμα.
Εστρατοπεδεύσαντο λοιπόν οι βάρβαροι εις ταύτα τα μέρη. Εκ των
ρηθέντων δε ποταμών μόνος ο Εχείδωρος, όστις ρέει εκ της
Κρηστωναίης, δεν επήρκεσεν εις τον στρατόν πινόμενος, αλλ'
εστείρευσεν.
128. Ο δε Ξέρξης βλέπων εκ της Θέρμης τα Θεσσαλικά όρη, τον
Όλυμπον και την Όσσαν, υπερύψηλα όντα, και προς τούτοις μαθών
ότι μεταξύ αυτών υπάρχει λαιμός στενός διά του οποίου ρέει ο
Πηνειός, και ακούσας ότι δι' αυτού τού λαιμού είναι η οδός η
φέρουσα εις την Θεσσαλίαν, επεθύμησε να υπάγη με πλοίον και να ίδη
την εκβολήν του Πηνειού, καθότι εσκόπευε να λάβη την άνω οδόν
διά της Μακεδονίας και να καταβή εις τους Περραιβούς
διερχόμενος πλησίον της πόλεως Γόννου· εκείθεν ήξευρεν ότι η
οδός ήτο ασφαλεστάτη. Ταύτην την επιθυμίαν έχων εισήλθεν εις
πλοίον Σιδώνιον εις το οποίον συνήθως εισήρχετο οσάκις ήθελε να
κάμη τοιούτο τι, και έδωκε σημείον και εις τα άλλα πλοία να
προχωρήσωσι, καταλιπών αυτού τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν
ο Ξέρξης και εθεώρησε την εκβολή του Πηνειού, εθαύμασε μεγάλως
και προσκαλέσας τους οδηγούς ηρώτησεν αυτούς εάν ήτο δυνατόν να
τρέψη τις τον ποταμόν και να τον εκβάλη δι' άλλου μέρους εις
την θάλασσαν.
129. Η δε Θεσσαλία λέγουσιν ότι το πάλαι ήτο λίμνη συγκλειομένη
πάντοθεν υπό υψηλοτάτων ορέων· διότι προς ανατολάς αποκλείουσιν
αυτήν το Πήλιον όρος και η Όσσα, των οποίων αι υπώρειαι
ενούνται· προς βορράν την αποκλείει ο Όλυμπος· προς δυσμάς ο
Πίνδος και προς μεσημβρίαν η Όθρυς. Εις το μέσον δε των ορίων
τούτων είναι η Θεσσαλία, κοιλάς βαθεία. Ώστε εκ των πολλών εις
αυτήν εμπιπτόντων ποταμών, πέντε, οι σημαντικώτατοι, ο Πηνειός,
ο Απιδανός, ο Ονόχωνος, ο Ενιπεύς, ο Πάμισος οίτινες
καταβαίνουσιν εις την πεδιάδα εκ των περικυκλούντων την
Θεσσαλίαν ορέων, χωρίς να χάσωσιν έως εκεί τα ονόματά των,
ενούσι τέλος τα ύδατά των και χύνονται εις την θάλασσαν δι'
ενός αυλώνος όστις και αυτός είναι στενός. Όταν δε ενωθώσι,
τότε υπερισχύει το όνομα του Πηνειού και οι άλλοι χάνουσι τα
ονόματά των. Τον παλαιόν καιρόν δε, λέγουσιν, ότε δεν υπήρχεν
ακόμη ο αυλών και η διέκρευσις αύτη, οι ποταμοί ούτοι, και προς
τούτοις η Βοιβηίς λίμνη, δεν είχον μεν τα σημερινά ονόματα,
έρεον όμως ως σήμερον, ρέοντες δε έκαμνον όλην την Θεσσαλίας
πέλαγος. Οι Θεσσαλοί λέγουσιν ότι ο Ποσειδών έκαμε τον αυλώνα
δι' ου ρέει ο Πηνειός, και ο λόγος ούτος φαίνεται ορθός· διότι
όστις πιστεύει ότι ο Ποσειδών σείει την γην και ότι όσα
σχίσματα γης προέρχονται από σεισμόν είναι έργα του θεού
τούτου, εάν ιδή και εκείνο, θέλει ειπεί ότι το έκαμεν ο
Ποσειδών. Τωόντι, η διαχώρισις αύτη των ορέων, ως μοι εφάνη
είναι έργον σεισμού.
130. Οι δε οδηγοί τους οποίους ο Ξέρξης ηρώτησεν εάν υπάρχει
άλλη έξοδος διά να φέρωσι τον Πηνειόν εις την θάλασσαν,
απεκρίθησαν μετά βεβαιότητος τα εξής· «Βασιλεύ, άλλη έξοδος εις
τον Πηνειόν λήγουσα εις την θάλασσαν δεν υπάρχει, αλλ' αυτή
μόνον· διότι όλη η Θεσσαλία είναι περικυκλωμένη υπό ορέων.»
Προς ταύτα ο Ξέρξης λέγεται ότι απεκρίθη· «Φρόνιμοι άνθρωποι
είναι οι Θεσσαλοί, διότι προ πολλού προείδον ότι πλην των άλλων
η χώρα των ευκόλως δύναται να κυριευθή. Τωόντι διά να
καταποντίση τις όλην την Θεσσαλίαν, πλην των ορέων, αρκεί να
εμποδίση με έμφραγμα τον ρουν του ποταμού τον οποίον ακολουθεί
τώρα, και να κάμει τον αυλώνα να εκχειλίση και να χυθή εις την
χώραν αυτών.» Ταύτα δε λέγων ενόει τους παίδας του Αλεύου,
διότι αυτοί πρώτοι εκ των Ελλήνων της Θεσσαλίας παρεδόθησαν εις
τον βασιλέα, και ενόμιζεν ότι η φιλία την οποίαν τω υπεσχέθησαν
ήτο εκ μέρους όλου του έθνους. Ταύτα δε ειπών και θεωρήσας την
εκβολήν του ποταμού, επέστρεψεν εις την Θέρμην.
131. Και ούτος μεν διέτριψε περί την Πιερίαν ημέρας αρκετάς
(διότι μία των τριών μοιρών του στρατού εδενδροτόμησε το
Μακεδονικόν όρος διά να διέλθη εκείθεν όλος ο στρατός εις τους
Περραιβούς), οι δε κήρυκες οι πεμφθέντες εις την Ελλάδα προς
ζήτησιν γης, έφθασαν άλλοι μεν με κενάς χείρας άλλοι δε
φέροντες γην και ύδωρ.
132. Μεταξύ δε των δόντων ταύτα ήσαν οι εξής· Θεσσαλοί,
Δόλοπες, Αινιάνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μαγνήτες, Μαλιείς, Αχαιοί
οι Φθιώται, Θηβαίοι και οι άλλοι Βοιωτοί πλην των Θεσπιέων και
Πλαταιέων. Εναντίον δε τούτων των λαών οι Έλληνες, όσοι
ανέλαβαν τον πόλεμον κατά των βαρβάρων, έκαμαν τον εξής όρκον·
«Όλοι εκείνοι οίτινες όντες Έλληνες παρεδόθησαν εις τον Πέρσην
χωρίς να αναγκασθώσιν, όταν ησυχάσωσι τα πράγματα, θα πληρώσωσι
το δέκατον εις τον εν Δελφοίς θεόν.» Και ο μεν όρκος των
Ελλήνων τοιούτος ήτο.
133. Εις δε τας Αθήνας και την Σπάρτην ο Πέρσης δεν έπεμψε
κήρυκας προς ζήτησιν γης διά την εξής αιτίαν· ότε προηγουμένως
ο Δαρείος τοις εζήτησεν, οι μεν Αθηναίοι έρριψαν τους
απεσταλμένους εις το βάραθρον, οι δε Λακεδαιμόνιοι εις φρέαρ
και τοις είπον να λάβωσιν εκείθεν γην και ύδωρ και να το
φέρωσιν εις τον βασιλέα. Τούτου ένεκα λοιπόν ο Ξέρξης δεν
έπεμψεν εις τας δύο ταύτας πόλεις κήρυκας. Δεν ηξεύρω να είπω
πώς ετιμωρήθησαν οι Αθηναίοι δι' αυτό το οποίον έκαμαν εις τους
κήρυκας, πλην μόνον ότι εδηώθη η χώρα και η πόλις των αλλά
τούτο δεν νομίζω ότι συνέβη διά την αιτίαν ταύτην.
134. Εν τούτοις εις τους Λακεδαιμονίους έπεσεν η οργή του
Ταλθυβίου, κήρυκος του Αγαμέμνονος· διότι εις την Σπάρτην
υπάρχει ιερόν του Ταλθυβίου, οι δε απόγονοι αυτού, Ταλθυβιάδαι
καλούμενοι, είναι οι μόνοι οίτινες έχουσι το προνόμιον να ήναι
κήρυκες της Σπάρτης. Μετά το συμβάν το οποίον διηγήθην, οσάκις
οι Σπαρτιάται έκαμνον θυσίας, αδύνατον ήτο να επιτύχωσιν
αισίους οιωνούς, και η κατάστασις αύτη διήρκεσεν επί πολύ.
Εθεώρησαν λοιπόν τούτο ως δημοσίαν συμφοράν και ελυπήθησαν
μεγάλως. Πολλαί συνελεύσεις εγένοντο και προεκηρύχθη εάν
Λακεδαιμόνιός τις έστεργε ν' αποθάνη διά την Σπάρτην. Τότε ο
Σπερθίας του Αναρίστου και ο Βούλις του Νικολάου, άνδρες
Σπαρτιάται, τα πρωτεία έχοντες διά το γένος και τα πλούτη των,
ανεδέχθησαν να υποφέρωσι τιμωρίαν από τον Ξέρξην διά τους
κήρυκας του Αχρείου τους θανατωθέντας εις την Σπάρτην.
Τοιουτοτρόπως οι Σπαρτιάται έπεμψαν αυτούς εις τους Μήδους διά
να θανατωθώσιν.
135. Αξιοθαύμαστος είναι η τόλμη των ανδρών τούτων και οι εξής
λόγοι των. Πορευόμενοι εις τα Σούσα έφθασαν εις τον οίκον του
Υδάρνου. Ήτο δε ο Υδάρνης ούτος Πέρσης το γένος και στρατηγός
των παραθαλασσίων επαρχιών της Ασίας. Δεικνύων δε φιλοφροσύνην
εις τους δύο Σπαρτιάτας, τους εκάλεσεν εις δείπνον, και ενώ
τους εξένιζε, τους ηρώτησε λέγων τα εξής· «Άνδρες
Λακεδαιμόνιοι, διατί αποφεύγετε να γίνετε φίλοι του βασιλέως;
Αποβλέψατε εις εμέ και εις την ευτυχίαν μου διά να
πληροφορηθήτε πόσον ο βασιλεύς ηξεύρει να τιμά τους γενναίους
άνδρας. Εάν λοιπόν και υμείς αφιερωθήτε εις τον βασιλέα επειδή
σας εκτιμά ως γενναίους άνδρας, δύνασθε να γίνετε ηγεμόνες γης
ελληνικής την οποίαν ήθελε δώσει εις έκαστον υμών ο βασιλεύς.»
Προς ταύτα εκείνοι απεκρίθησαν· «Ύδαρνες, συμβουλεύεις ημάς
χωρίς να γνωρίζης επίσης και τα δύο πράγματα περί των οποίων
ομιλείς· διότι περί του ενός μεν συμβουλεύεις εκ πείρας, του
άλλου όμως ουδεμίαν πείραν έχεις. Ηξεύρεις τι εστί δουλεία,
ελευθερίας όμως δεν επειράθης εισέτι και αγνοείς εάν ήναι
γλυκεία ή όχι· διότι εάν επειράσο αυτής θα μας συνεβούλευες να
πολεμώμεν δι' αυτήν ουχί μόνον με δόρατα, αλλά και με
πελέκεις.» Ταύτα απεκρίθησαν προς τον Υδάρνη.
136. Όταν δε εκείθεν έφθασαν εις τα Σούσα και ενεφανίσθησαν εις
τον βασιλέα, πρώτον μεν, επειδή οι δορυφόροι τους επρόσταζον
και τους ηνάγκαζον να προσκυνήσωσι τον βασιλέα προσπίπτοντες,
είπον ότι δεν πράττουσι τούτο έστω και αν πρόκηται να πέση η
κεφαλή των. «Δεν υπάρχει συνήθεια, είπον, παρ' ημίν να
προσπίπτωμεν ενώπιον ανθρώπου, ούτε ήλθομεν διά τούτο.» Αφού δε
απεποιήθησαν να πράξωσι τούτο, είπον έπειτα προς τον βασιλέα τα
εξής· «Ω βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ημάς αντί
των εν Σπάρτη θανατωθέντων κηρύκων, όπως αποτίσωμεν την ποινήν
του εγκλήματος τούτου.» Ταύτα είπον, ο δε Ξέρξης υπό
μεγαλοφροσύνης είπεν ότι δεν ήθελε να γίνη όμοιος με τους
Λακεδαιμονίους· ότι εκείνοι μεν, φονεύσαντες κήρυκας,
παρεβίασαν νόμους τους οποίους όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουσιν·
αυτός όμως δεν θα πράξη εκείνο διά το οποίον ελέγχει τους
άλλους ούτε θα εξαγνίση τους Λακεδαιμονίους φονεύων τους
απεσταλμένους των.
137. Τοιουτοτρόπως και επειδή έπραξαν τούτο οι Σπαρτιάται,
έπαυσε τότε παραυτίκα η οργή του Ταλθυβίου, μολονότι ο Σπερθίας
και ο Βούλις δεν εφονεύθησαν αλλ' επέστρεψαν εις την Σπάρτην
αβλαβείς. Μετά πολύν όμως χρόνον ύστερον, η μήνις αύτη
ανενεώθη, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, κατά τον πόλεμον μεταξύ
Πελοποννησίων και Αθηναίων. Και αληθώς, εις αυτό το οποίον
μέλλω να διηγηθώ με φαίνεται ότι υπάρχει τι όλως υπερφυσικόν·
ότι η οργή του Ταλθυβίου έπεσεν εις πρέσβεις· ότι δεν έπαυσε
πριν ή φέρη αποτέλεσμα, το δίκαιον ούτως ήτο. Να πέση όμως εις
τους υιούς των ανδρών εκείνων οίτινες διά να κάμψωσι την οργήν
ταύτην ανέβησαν προς τον βασιλέα, εις τον Ανήριστον τον υιόν
του Σπερθίου (όστις λαβών ολκάδα πλήρη ανδρών ελήστευσε τους
αλιείς της Τίρυνθος), τούτο καθιστά εις εμέ προφανές ότι το
πράγμα εγένετο θεόθεν ένεκα της οργής. Πεμφθέντες οι δύο ούτοι
υπό των Λακεδαιμονίων ως πρέσβεις εις την Ασίαν και προδοθέντες
υπό του Σιτάλκου του Τήρου, βασιλέως των Θρακών, και υπό του
Νυμφοδώρου του Πύθου, ανδρός Αβδηρίτου, συνελήφθησαν πλησίον
της εν Ελλησπόντω Βισάνθης και απαχθέντες ες την Αττικήν
εθανατώθησαν υπό των Αθηναίων, μετ' αυτών δε και ο Κορίνθιος
Αριστέας ο Αδειμάντου. Και ταύτα μεν συνέβησαν πολλά έτη μετά
την εκστρατείαν του βασιλέως (21), εγώ δε επανέρχομαι εις την
σειράν της ιστορίας μου.
138. Η εκστρατεία του βασιλέως είχε μεν το όνομα ότι εγένετο
εναντίον των Αθηνών, πράγματι όμως ο βασιλεύς κατέβαινεν
εναντίον όλης της Ελλάδος· και μολονότι οι Έλληνες είχον μάθει
προ πολλού τας προπαρασκευάς αυτού, δεν ενήργησαν όμως όλοι
ομοίως. Οι μεν, όσοι έδωκαν εις τον Πέρσην γην και ύδωρ,
ήλπιζον ότι δεν ήθελον πάθει τι δυσάρεστον από τον βάρβαρον. Οι
δε άλλοι όσοι δεν έδωκαν ήσαν εις μέγαν φόβον, καθότι η Ελλάς
δεν είχεν αρκετά πλοία όπως αντιταχθή εις την εισβολήν του
εχθρού. Οι πλείστοι δε εδίσταζον να αναμιχθώσιν εις τον πόλεμον
και εμήδιζον προθύμως.