σχεδόν και οι Μήδοι· τόξα δε καλάμινα εντόπια και ακόντια
βραχέα. Οι δε Σάκαι, φυλή Σκυθική, περί μεν τας κεφαλάς είχον
κυρβασίας ορθάς και ληγούσας εις οξύ, εφόρουν δε αναξυρίδας,
τόξα δε είχον επιχώρια και εγχειρίδια, προς τούτοις και αξίνας
καλουμένας σαγάρεις. Τούτους δε όντας Σκύθας, Αμυργίους,
εκάλουν Σάκας, διότι οι Πέρσαι όλους τους Σκύθας καλούσι Σάκας.
Τούτων δε των Σακών και των Βακτρίων αρχηγός ήτο ο Υστάσπης,
υιός του Δαρείου και της Ατόσης, θυγατρός του Κύρου.
65. Οι δε Ινδοί εφόρουν ενδύματα κατεσκευασμένα εκ βάμβακος·
είχον τόξα καλάμινα και βέλη καλάμινα με αιχμάς σιδηράς.
Εστρατεύοντο δε υπό την αρχηγίαν του Φαρναζάθρου, υιού του
Αρταβάτου.
66. Οι δε Άριοι τόξα μεν είχον Μηδικά, κατά δε τα λοιπά ήσαν ως
οι Βάκτριοι. Αρχηγός αυτών ήτο ο Σισάμνης, υιός του Υδάρνους.
Οι δε Πάρθιοι και οι Χοράσμιοι και οι Σογδοί και οι Γανδάριοι
και οι Δαδίκαι εστρατεύοντο έχοντες τον αυτόν οπλισμόν ως οι
Βάκτριοι. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Πάρθων και
Χορασμίων ο Αρτάβαζος του Φαρνάκους, των δε Σογδών ο Αζάνης του
Αρταίου, των δε Γανδαρίων και Δαδικών ο Αρτύφιος του Αρταβάνου.
67. Οι δε Κάσπιοι εστρατεύοντο ενδεδυμένοι επανωφόρια εκ
δέρματος αιγός και έχοντες επιχώρια τόξα καλάμινα και ακινάκας.
Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι, και είχον ηγεμόνα τον
Αριόμαρδον, αδελφόν του Αρτυφίου· οι δε Σαράγγαι διέπρεπον διά
την βαφήν των ενδυμάτων των, και είχον πέδιλα αναβαίνοντα εις
το γόνυ, τα δε τόξα και τα ακόντιά των ήσαν Μηδικά. Αρχηγός των
αρχηγών ήτο ο Φαρενδάτης του Μεγαβάζου. Οι Πάκτυες δε είχαν τα
αυτά ενδύματα και είχον τόξα επιχώρια και εγχειρίδια· αρχηγός
δε αυτών ήτο ο Αρτύντης του Ιθαμάτρου.
68. Οι δε Ούτιοι, οι Μύκοι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως
οι Πάκτυες. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Ουτίων και των
Μύκων ο Αρσαμένης του Δαρείου, των δε Παρικανίων ο Σιρομίτρης
του Οιοβάζου.
69. Οι δε Αράβιοι εφόρουν μακρά επανωφόρια και εις τα δεξιά των
είχον παλίντονα τόξα μακρά. Οι δε Αιθίοπες εφόρουν παρδαλάς και
λεοντάς, τόξα δε είχαν μακρά μέχρι τεσσάρων πήχεων
κατεσκευασμένα από κλάδους φοινίκων προς τούτοις βέλη καλάμινα
μικρά, εις την άκραν των οποίων αντί σιδήρου ήτα λίθος οξύς εξ
εκείνου με τον οποίον σκαλίζουσι τας σφραγίδας των· Είχον δε
ακόντια εις την άκραν των οποίων ήτο κέρας δορκάδος οξύ
κατεσκευασμένον εις τρόπον λόγχης· είχον δε και ρόπαλα τυλωτά·
και το μεν ήμισυ του σώματος όταν εξέρχωνται εις πόλεμον
αλείφουσι με γύψον, το δε άλλο ήμισυ με μίλτον. Των Αραβίων δε
και των υπεράνω της Αιγύπτου κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο
ο Αρσάμης, υιός του Δαρείου και της Αρτυστώνης, θυγατρός του
Κύρου, την οποίαν ο Δαρείος ηγάπησε πλειότερον όλων των άλλων
γυναικών του και διέταξε να κατασκευάσωσι την εικόνα της εκ
χρυσού σφυρηλατημένου. Των μεν λοιπόν Αραβίων και των υπέρ την
Αίγυπτον κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο ο Αρσάμης.
70. Οι δε ανατολικοί Αιθίοπες (διότι και οι μεν και οι δε
εστρατεύοντο) ήσαν κατατεταγμένοι μεταξύ των Ινδών. Ούτοι δεν
διαφέρουσιν ουδόλως από τους άλλους κατά την μορφήν, αλλά μόνον
κατά το ιδίωμα της γλώσσης και τα τρίχωμα, διότι των μεν
ανατολικών Αιθιόπων αι τρίχες ήναι ευθείαι, των δε Αιθιόπων της
Λιβύας η κόμη είναι η μάλλον ουλόθριξ όλων των ανθρώπων. Ούτοι
δε οι εκ της Ασίας Αιθίοπες ήσαν κατά το πλείστον ωπλισμένοι ως
οι Ινδοί, και εις τας κεφαλάς είχον προμετωπίδια ίππων
εκδεδαρμένα ομού με τα ώτα και τας χαίτας. Αι χαίται αύται
επείχον τόπον λόφου, τα δε ώτα των ίππων ήσαν εστημένα ορθά. Τα
αμυντήρια δε όπλα των ήσαν δοραί γερανών εν είδει ασπίδων.
71. Οι Λίβυες ηκολούθουν έχοντες στολήν δερματίνην και
ωπλισμένοι με ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Αρχηγός δε αυτών
ήτο ο Μασσάγης του Οαρίζου.
72. Οι δε Παφλαγόνες εστράτευον έχοντες επί της κεφαλής κράνη
πλεκτά, ασπίδας μικράς, λόγχας όχι μεγάλας, και προς τούτοις
ακόντια και εγχειρίδια· είχον δε περί τους πόδας πέδιλα
επιχώρια, αναβαίνοντα εις το μέσον της κνήμης. Οι Λίγυες δε, οι
Ματιανοί, οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι
Παφλαγόνες. Οι Σύριοι ούτοι υπό των Περσών καλούνται
Καππαδόκαι. Και των μεν Παφλαγόνων και των Ματιανών αρχηγός ήτο
ο Δώτος του Μεγασίδρου, των δε Μαριανδυνών, των Λιγύων και των
Συρίων ο Γωβρύας του Δαρείου και της Αρτυστώνης υιός.
73. Οι δε Φρύγες είχον σχεδόν τον αυτόν οπλισμόν με τους
Παφλαγόνας. Οι Φρύγες ούτοι, ως λέγουσιν οι Μακεδόνες,
εκαλούντο Βρίγες εφ' όσον χρόνον Ευρωπαίοι όντες ήσαν σύνοικοι
των Μακεδόνων μετοικήσαντες δε εις την Ασίαν, ομού με την χώραν
μετέβαλον και το όνομα εις Φρύγας. Οι δε Αρμένιοι ήσαν
οπλισμένοι ως οι Φρύγες διότι είναι άποικοι των Φρυγών.
Αμφοτέρων τούτων αρχηγός ήτο ο Αρτόχμης, γαμβρός του Δαρείου.
74. Οι Λυδοί δε είχον όπλα ομοιότατα με τα Ελληνικά. Άλλοτε οι
Λυδοί εκαλούντο Μήονες, μεταβαλόντες δε το όνομα έλαβον την
επωνυμίαν ταύτην από του Λυδού, υιού του Άτυος. Οι δε Μυσοί εις
μεν τας κεφαλάς είχον κράνη επιχώρια, ασπίδας δε μικράς,
μετεχειρίζοντο δε ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Ούτοι οι
Μυσοί είναι άποικοι των Λυδών και από του όρους Ολύμπου
καλούνται Ολυμπιανοί. Αρχηγός δε των Λυδών και των Μυσών ήτο ο
Αρταφέρνης του Αρταφέρνους εκείνου όστις μετά του Δάτιδος
εισέβαλεν εις τον Μαραθώνα.
75. Οι δε Θράκες εστράτευον έχοντες εις μεν τας κεφαλάς των
αλωπεκάς, περί δε το σώμα χιτώνας και άνωθεν αυτών επανωφόρια
ποικιλόστικτα· περί τους πόδας και τας κνήμας είχον πέδιλα εκ
δέρματος ελάφου, και προς τούτοις ακόντια, μικράς ασπίδας και
εγχειρίδια μικρά. Οι Θράκες ούτοι ότε διέβησαν εις την Ασίαν
εκλήθησαν Βιθυνοί. Άλλοτε, ως αυτοί λέγουσιν εκαλούντο
Στρυμόνιοι, καθότι κατώκουν περί τον Στρυμόνα· λέγουσι δε ότι
τους εδίωξαν εκ της χώρας των οι Τευκροί και οι Μυσοί. Τούτων
δε των εν τη Ασία Θρακών αρχηγός ήτο ο Βασσάκης του Αρταβάνου.
76. Οι δε Χάλυβες (17) είχον ασπίδας μικράς εκ δέρματος βοός
ακατεργάστου, και έκαστος δύο ακόντια ως εκείνα τα οποία
κατασκευάζουσιν εις την Λυκίαν. Εις τας κεφαλάς των είχον κράνη
χάλκινα προ των οποίων υψούντο κέρατα και ώτα βοός χάλκινα και
επ' αυτών λόφοι. Περί τας κνίμας είχον τεμάχια υφάσματος
πορφυροβαφή. Εις την χώραν δε αυτών υπάρχει χρηστήριον του
Άρεως.
77. Οι δε Καβηλείς, άποικοι των Μηόνων, καλούμενοι Λασόνιοι,
είχον οπλισμόν όμοιον με τους Κίλικας, τον οποίον θα εκθέσω
όταν φθάσει η σειρά να ομιλήσω διά τους Κίλικας (18). Οι δε
Μιλύαι είχον αιχμάς κοντάς και ενδύματα εμπεπορπημένα. Τινές εξ
αυτών είχον τόξα Λύκια, εις δε τας κεφαλάς περικεφαλαίας
δερματίνας. Τούτων όλων αρχηγός ήτο ο Βάδρης του Υστάνους.
78. Οι Μόσχοι δε είχον περικεφαλαίας μεν ξυλίνας, ασπίδας δε
μικράς και ακόντια βραχέα των οποίων όμως αι λόγχαι ήσαν
μακραί. Οι δε Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες και οι Μοσύνοικοι
εστράτευον εσκευασμένοι ως οι Μόσχοι. Τούτους δε ωδήγουν οι
εξής αρχηγοί· τους μεν Μόσχους και τους Τιβαρηνούς ο
Αριόμαρδος, υιός του Δαρείου και της Πάρμυος, θυγατρός του
Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τους δε Μάκρωνας και τους Μοσυνοίκους
ο Αρταΰκτης του Χοράσμιος, όστις ήτο διοικητής της εν
Ελλησπόντω Σηστού.
79. Οι δε Μάρες είχον κράνη μεν επιχώρια πλεκτά, ασπίδας δε
δερματίνας μικράς και ακόντια. Οι δε Κόλχοι είχον κράνη ξύλινα,
ασπίδας εκ δέρματος βοός ακατεργάστου, αιχμάς βραχείας και
προσέτι μαχαίρας. Τούτων των Μαρών και των Κόλχων αρχηγός ήτο ο
Φαρανδάτης του Τεάσπιδος. Οι δε Αλαρόδιοι και οι Σάσπειρες
εστρατεύοντο ωπλισμένοι ως οι Κόλχοι. Τούτων αρχηγός ήτο ο
Μασίστιος του Σιρομίτρου.
80. Τα δε νησιωτικά έθνη τα ακολουθούντα εκ της Ερυθράς
Θαλάσσης και των νήσων όπου ο βασιλεύς πέμπει τους
εκπατριζομένους, είχον ενδύματα και όπλα ομοιότατα με τα
Μηδικά. Τούτων των νησιωτών αρχηγός ήτο ο Μαρδόντης του Βαγαίου
όστις κατά το δεύτερον έτος έπεσεν εις την εν Μυκάλη μάχην, είς
ων των στρατηγών.
81. Ταύτα ήταν τα έθνη άτινα εστρατεύοντο διά ξηράς και
απετέλουν το πεζόν, αρχηγοί δε αυτών ήσαν οι ανωτέρω ρηθέντες
οίτινες και τα ωργάνωσαν και τα ηρίθμησαν δίδοντες αυτοίς
χιλιάρχας και μυριάρχας· οι δε μυριάρχαι διώρισαν εκατοντάρχας
και δεκάρχας· Άλλοι αξιωματικοί ιθαγενείς επεστάτουν τα τάγματα
εκάστου έθνους, αλλά και ούτοι υπήκουον εις τους ανωτέρω
ρηθέντας αρχηγούς.
82. Τούτων δε και σύμπαντος του πεζού στρατού εστρατήγουν ο
Μαρδόνιος του Γωβρύου, ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου του
συμβουλεύσαντος να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος, ο
Σμερδομένης του Οτάνου (αμφότεροι ούτοι ήταν παίδες αδελφών του
Δαρείου και επομένως εξάδελφοι του Ξέρξου), ο Μασίστης, υιός
του Δαρείου και της Ατόσσης, ο Γέργις του Αρίζου και ο
Μεγάβυζος του Ζωπύρου.
83. Ούτοι ήσαν οι στρατηγοί όλου του πεζού χωρίς των μυρίων·
των δε μυρίων λογάδων τούτων Περσών εστρατήγει μεν ο Υδάρνης
του Υδάρνους, εκαλούντο δε αθάνατοι διά την εξής αιτίαν. Εάν
τις εξ αυτών ήθελε λείψει είτε, ένεκα θανάτου είτε ένεκα
ασθενείας, εξελέγετο άλλος και ουδέποτε ήσαν ούτε πλείονες των
μυρίων ούτε ελάσσονες. Μεταξύ όλου του στρατού διεκρίνοντο οι
Πέρσαι διά τον οπλισμόν των, ούτοι δε οι μύριοι ήσαν υπέρτεροι
των άλλων Περσών. Ωπλισμένοι ως είπα, διεκρίνοντο διά την
αφθονίαν των χρυσών κοσμημάτων των· έφερον μεθ' εαυτών
αρμαμάξας εντός των οποίων είχον τας παλλακάς των και την
πολλήν και πλουσίως κεκοσμημένην θεραπείαν των. Ιδιαίτεραι δε
κάμηλοι και άλλα υποζύγια ζώα έφερον τας τροφάς των.
84. Τα έθνη ταύτα έχουσι και ιππικόν, εν τούτοις δεν έδωκαν
ιππείς όλα, αλλά μόνον τα εξής. Οι Πέρσαι, των οποίων οι ιππείς
ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· μόνον εις τας κεφαλάς είχον τινες
ελάσματα σιδηρά ή χαλκά.
85. Υπάρχουσι νομάδες τινές καλούμενοι Σαγάρτιοι φυλή Περσική
καθ' όλα και κατά την γλώσσαν, η ενδυμασία των δε είναι μεταξύ
της Περσικής και της Πακτυικής. Ούτοι είχον δώσει
οκτακισχιλίους ιππείς. Οι άνθρωποι ούτοι απαξιούσι να έχωσιν
άλλα όπλα χάλκικα ή σιδηρά και μεταχειρίζονται μόνον σχοινία
δερμάτινα πεπλεγμένα, εις τα οποία έχουσιν όλον το θάρρος των
όταν εξέρχωνται εις πόλεμον. Ο τρόπος δε της μάχης των ανθρώπων
τούτων είναι ο εξής: Όταν συμπλακώσι με τους πολεμίους,
ρίπτουσι τα σχοινία τα οποία εις την άκραν έχουσι βρόχον,
όντινα δε τύχωσιν, ίππον ή άνθρωπον, τον έλκουσι προς εαυτούς·
ούτοι δε εμπλεκόμενοι ως εις δίκτυα διαφθείρονται. Τούτων
λοιπόν τοιούτος είναι ο τρόπος του πολεμείν, και ήσαν
τεταγμένοι εις τους Πέρσας.
86. Οι δε Μήδοι ιππείς είχον την ιδίαν σκευήν με τους πεζούς,
και οι Κίσσιοι ομοίως· έτι δε και το ιππικόν των Ινδών είχε την
ιδίαν σκευήν με το πεζόν· οι Ινδοί όμως ήλαυνον και κέλητας και
άρματα· εις δε τα άρματα ήταν εζευγμένοι ίπποι και όνοι άγριοι.
Οι δε Βάκτριοι ιππείς ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· ομοίως και
οι Κάσπιοι, ομοίως και οι Λίβυες. Όλοι δε ούτοι ήλαυνον άρματα.
Προσέτι δε και οι Κάσπειροι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι
ως οι πεζοί. Οι δε Αράβιοι ιππείς σκευήν μεν είχον ως οι πεζοί,
ήλαυνον δε όλοι καμήλους αίτινες δεν είναι υποδεέστεραι των
ίππων κατά την ταχύτητα.
87. Ταύτα μόνα τα έθνη είχον ιππικόν, ο αριθμός δε των ίππων
εγένετο ογδοήκοντα χιλιάδες, πάρεξ των καμήλων και των αρμάτων.
Είχον οργανωθή κατά τάγματα και οι Αράβιοι ετάχθησαν
τελευταίοι· επειδή οι ίπποι δεν ανέχονται τας καμήλους, διά
τούτο ετάχθησαν ύστεροι ίνα μη φοβήται το ιππικόν.
88. Ίππαρχοι ήσαν ο Αρμαμίθρης και ο Τίθαιος, υιοί του Δάτιδος·
ο τρίτος συνίππαρχος Φαρνούχης είχε μείνει ασθενής εις τας
Σάρδεις, καθότι ότε ανεχώρουν εκ της πόλεως ταύτης τω συνέβη
συμφορά δυσάρεστος. Ενώ ίππευε, κύων διήλθεν υπό τους πόδας του
ίππου, και ο ίππος μη προϊδών εφοβήθη και στας ορθός έρριψε
κάτω τον Φαρνούχην, όστις πεσών ήμεσεν αίμα και η ασθένεια του
μετετράπη εις φθίσιν. Οι υπηρέται του έκαμον τον ίππον ως
επρόσταξεν· απαγαγόντες αυτόν εις τον τόπον όπου έρριψε τον
δεσπότην του, τω έκοψαν τους πόδας μέχρι γονάτων. Τοιουτοτρόπως
ο Φαρνάκης εστερήθη της αρχηγίας.
89. Των δε τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις χιλίας διακοσίας,
και παρέσχον αυτάς οι εξής. Οι μεν Φοίνικες και οι της
Παλαιστίνης Σύριοι τριακοσίας, ωπλισμένοι όντες οι άνδρες κατά
τον ακόλουθον τρόπον· εις μεν τας κεφαλάς είχον περικεφαλαίας
κατεσκευασμένας σχεδόν ως τας των Ελλήνων· ενδεδυμένοι δε
θώρακας λινούς, είχον ασπίδας μη πέρικεκοσμημένας και ακόντια.
Ούτοι δε οι Φοίνικες άλλοτε κατώκουν, ως αυτοί λέγουσιν, εις τα
παράλια της Ερυθράς θαλάσσης· εκείθεν δε αναχωρήσαντες ήλθον
εις την Συρίαν και εγκατεστάθησαν εις τα παραθαλάσσια. Όλον
τούτο το μέρος της Συρίας μέχρι της Αιγύπτου καλείται
Παλαιστίνη. Οι δε Αιγύπτιοι παρέσχον πλοία διακόσια. Ούτοι
είχον περί τας κεφαλάς κράνη πλεκτά, ασπίδας κοίλας με πλατέα
περικοσμήματα και δόρατα ναυμαχίας, και πελέκεις μεγάλους. Οι
πλείστοι δε εξ αυτών ήσαν θωρακοφόροι και είχον μαχαίρας
μεγάλας. Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι.
90. Οι δε Κύπριοι παρέσχον εκατόν πεντήκοντα πλοία και ήσαν
ωπλισμέναι ως εξής. Οι μεν βασιλείς αυτών είχον εις τας κεφαλάς
μίτρας περιτετυλιγμένας (19), οι δε άλλοι εφόρουν χιτώνας, κατά
τα λοιπά δε ήταν ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Τα δε έθνη των
Κυπρίων, ως αυτοί οι Κύπριοι λέγουσιν, είναι τα εξής. Οι από
της Σαλαμίνος των Αθηνών καταγόμενοι, οι από της Αρκαδίας, οι
από της Κύθνου, οι από της Φοινίκης και οι από της Αιθιοπίας.
91. Οι δε Κίλικες παρέσχον εκατόν πλοία. Ούτοι δε πάλιν περί
τας κεφαλάς μεν είχον κράνη επιχώρια, μικράς ασπίδας εκ
δέρματος βοείου ακατεργάστου και χιτώνας μαλλίνους· έκαστος δε
είχε δύο ακόντια και ξίφος ομοιότατον με τας Αιγυπτιακάς
μαχαίρας. Ούτοι πάλαι μεν εκαλούντο Υπαχαιοί, έλαβον δε έπειτα
την επωνυμίαν Κίλικες εκ του Κίλικος, υιού του Φοίνικος
Αγήνορος. Οι Πάμφυλοι δε παρέσχον τριάκοντα πλοία και ήσαν
ωπλισμένοι με Ελληνικά όπλα. Οι Πάμφυλοι ούτοι κατάγονται εκ
των Ελλήνων εκείνων οίτινες επιστρέφοντες εκ της Τροίας
αποπλανήθησαν μετά του Αμφιλόχου και του Κάλχαντος.
92. Οι δε Λύκιοι έδοσαν πλοία πεντήκοντα και εφόρουν θώρακας
και κνημίδας· τόξα είχον εκ ξύλου κρανέας, βέλη καλάμινα, άνευ
πτερών, και ακόντια. Προς τούτοις είχον δέρματα αιγών ερριμμένα
εις τους ώμους, εις δε τας κεφαλάς πίλους περιεστεφανωμένους με
πτερά· είχον δε και εγχειρίδια και δρέπανα. Οι Λύκιοι ούτοι,
καταγόμενοι εκ της Κρήτης, εκαλούντο Τερμίλαι, έλαβον δε την
επωνυμίαν Λύκιοι εκ του Λύκου, υιού του Αθηναίου Πανδίονος.
93. Οι δε Δωριείς της Ασίας έδοσαν τριάκοντα πλοία έχοντες όπλα
Ελληνικά και καταγόμενοι εκ της Πελοποννήσου. Οι Κάρες δε
παρέσχον εβδομήκοντα πλοία· και ήσαν ωπλισμένοι κατά τα άλλα ως
οι Έλληνες, είχον δε δρέπανα και εγχειρίδια. Πώς εκαλούντο δε
ούτοι πρότερον, το είπον εις τα προλαβόντα βιβλία (20).
94. Οι δε Ίωνες ωπλισμένοι ως οι Έλληνες έδοσαν εκατόν πλοία.
Ούτοι ενόσω κατώκουν εν τη Πελοποννήσω την χώραν ήτις καλείται
σήμερον Αχαΐα, και πριν έλθωσιν εις την Πελοπόννησον ο Δαναός
και ο Ξούθος, εκαλούντο, ως λέγουσιν οι Έλληνες, Πελασγοί
Αιγιαλείς· μετωνομάσθησαν δε Ίωνες από του Ίωνος, υιού του
Ξούθου.
95. Οι δε νησιώται έδοσαν δεκαεπτά πλοία και ήσαν ωπλισμένοι ως
οι Έλληνες. Και ούτοι είναι έθνος Πελασγικόν, ύστερον δε εκλήθη
Ιωνικόν, διά τον αυτόν λόγον δι' ον οι κατέχοντες τας δώδεκα
πόλεις εκλήθησαν Ίωνες, άποικοι όντες των Αθηνών. Οι δε
Ελλησπόντιοι πλην των Αβυδηνών (διότι οι Αβυδηνοί διετάχθησαν
παρά του βασιλέως να μείνωσιν εις τον τόπον των και να
φυλάττωσι τας γεφύρας) οι λοιποί οι εκ του πόντου στρατευόμενοι
έδοσαν μεν πλοία εκατόν, ήσαν δε ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Ήσαν
δε ούτοι άποικοι, των Ιώνων και των Δωριέων.
96. Εις όλα δε τα πλοία είχον επιβιβασθή Πέρσαι, Μήδοι και
Σάκαι. Τα πλοία των Φοινίκων ήσαν τα άριστα του στόλου, και τα
των Σιδωνίων τα άριστα μεταξύ των Φοινίκων. Όλοι δε ούτοι ως
και οι τεταγμένοι εις το πεζόν είχον αρχηγούς επιχωρίους τους
οποίους εγώ δεν αναφέρω επειδή ούτε είναι άξιοι μνημονεύσεως.
Όσαι πόλεις ήσαν εις έκαστον έθνος, τόσοι αρχηγοί ήσαν, αλλ'
ούτοι ακολούθησαν ουχί τόσον ως στρατηγοί, αλλά μάλλον ως
δούλοι στρατιώται. Και τους μεν στρατηγούς του πεζού όσοι είχον
πάσαν της εξουσίαν και τους Πέρσας όσοι ώριζον έκαστον έθνος,
ανέφερα ανωτέρω.
97. Του δε ναυτικού στρατηγοί ήσαν οι εξής· ο Αριαβίγνης του
Δαρείου, ο Πρηξάσπης του Ασπαθίνου, ο Μεγάβαζος του Μεγαβάτου
και ο Αχαιμένης του Δαρείου. Της μεν Ιωνικής και Καρικής μοίρας
αρχηγός ήτο ο Αριαβίγνης, υιός του Δαρείου και της θυγατρός του
Γωβρύου· της δε Αιγυπτιακής ο Αχαιμένης, αδελφός του Ξέρξου εκ
πατρός και μητρός· του δε λοιπού στόλου ήσαν οι άλλοι δύο.
Τριακόντοροι δε και πεντηκόντοροι και κέρκουροι και πλοία
ιππαγωγά μικρά περιληφθέντα εις την απαρίθμησιν, ευρέθησαν
τρεις χιλιάδες.
98. Μετά τους στρατηγούς, οι μάλλον ονομαστοί εκ των
ευρισκομένων εις τον στόλον ήσαν οι εξής· ο Σιδώνιος
Τετράμνηστος του Ανύσου, ο Τύριος Μάπην του Σιρώμου, ο Αράδιος
Μέρβαλος του Αγβάλου, ο Κίλιξ Συέννεσις του Ωρομέδοντος, ο
Λύκιος Κυβερνίσκος του Σίκα, οι Κύπριοι Γόργος του Χέρσιος και
Τιμώναξ του Τιμαγόρου, οι Κάρες Ιστιαίος του Τύμνου, Τίγρης του
Σελδώμου και Δαμασίθυμος του Κανδαύλου.
99. Τους μεν άλλους ταξιάρχους δεν είναι ανάγκη να αναφέρω,
αλλά μόνον την Αρτεμισίαν, ήτις εστράτευσε κατά της Ελλάδος και
την οποίαν μεγάλως θαυμάζω. Η γυνή αύτη, αφού απέθανεν ο
σύζυγός της, ανέλαβε την βασιλείαν και την κηδεμονίαν του
ανήλικος υιού της και ενώ δεν ήτο ουδεμία ανάγκη, ηκολούθησεν
εις την εκστρατείαν μετά θάρρους ανδρικού. Εκαλείτο Αρτεμισία,
και ήτο θυγάτηρ του Λυγδάμιδος· κατά δε το γένος πατρόθεν μεν
ήτο εκ της Αλικαρνασού, μητρόθεν δε Κρήσσα. Ηγεμόνευε δε των
Αλικαρνασέων, των Κώων, των Νισυρίων και των Καλυδνίων, δώσασα
πέντε πλοία, άτινα ήσαν τα μάλλον αξιοπαρατήρητα όλου του
στόλου, μετά τα πλοία των Σιδωνίων, εξ όλων δε των συμμάχων
αυτή έδιδε τας αρίστας συμβουλάς εις τον βασιλέα. Αι πόλεις τας
οποίας είπα ότι εκυβέρνα, είναι όλαι Δωρικαί· καθότι οι μεν
Αλικαρνασείς είναι Τροιζήνιοι, οι δε άλλοι Επιδαύριοι. Και όσα
μεν είπα διά τον ναυτικόν στρατόν αρκούσιν.
100. Ο δε Ξέρξης αφού ηριθμήθη και διετάχθη ο στρατός,
επεθύμησε να περιέλθη ο ίδιος τας τάξεις του και να τον
επιθεωρήση. Όθεν αναβάς επί άρματος διήρχετο έμπροσθεν εκάστου
έθνους αποτείνων διαφόρους ερωτήσεις, οι δε γραματείς
εσημείωνον τας αποκρίσεις, μέχρις ου μετέβη από την μίαν εις
την άλλην άκραν του ιππικού και του πεζού. Τούτου γενομένου,
και των πλοίων καθελκυσθέντων εις την θάλασσαν, ο Ξέρξης κατέβη
από του άρματος, εισήλθεν εις πλοίον Σιδώνιον το οποίον εσκίαζε
χρυσή σκηνή, και παρέπλευσεν έμπροσθεν των πρωρών των πλοίων,
ερωτών αυτά ως είχε πράξει διά τον πεζόν στρατόν και καταγράφων
τας αποκρίσεις. Οι ναύαρχοι είχον μακρυνθή τέσσαρα πλέθρα από
του αιγιαλού, έπειτα έστρεψαν όλοι τας πρώρας προς την γην
μετωπηδόν και εξώπλισαν τους επιβάτας ως εις πόλεμον. Ο δε
Ξέρξης πλέων μεταξύ των πρωρών και του αιγιαλού, τα επεθεώρει.
101. Αφού δε επεθεώρησε και τον στόλον και εξήλθεν εις την
ξηράν, προσεκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, όστις ηκολούθει
αυτόν εις την κατά της Ελλάδος εκστρατείαν. Καλέσας δε αυτόν
τον ηρώτησε τα εξής· «Δημάρατε, ευχαριστούμαι να σε ερωτήσω
κατ' αυτήν την στιγμήν περί τινος πράγματος· είσαι Έλλην, και
ως ήκουσα από σε και από τους άλλους Έλληνας μεθ' ων
συνωμίλησα, είσαι εκ πόλεως ουχί μικράς ούτε ασθενούς. Τώρα
λοιπόν ειπέ μοι εάν οι Έλληνες θα τολμήσωσι να άρωσι χείρας
εναντίον μου· διότι, ως μεν φρονώ εγώ, όλοι οι Έλληνες και όλοι
οι λοιποί άνθρωποι όσοι κατοικούσι προς δυσμάς εάν ενωθώσι, δεν
είναι ικανοί να με αντισταθώσι, διότι δεν είναι σύμφωνοι μεταξύ
των. Θέλω όμως ν' ακούσω και παρά σου τι φρονείς περί αυτών.» Ο
μεν Ξέρξης ταύτα ηρώτα, ο δε Δημάρατος αποκριθείς είπεν· «ω
βασιλεύ, τι προτιμάς; την αλήθειαν να σε ειπώ ή εκείνο το
οποίον σε είναι αρεστόν;» Εκείνος δε τον διέταξε να είπη την
αλήθειαν, λέγων ότι δεν ήθελε τον αγαπήσει διά τούτο ολιγώτερον
ή πρότερον.
102. Αφού ήκουσε ταύτα ο Δημάρατος, είπε τα εξής· «Βασιλεύ,
αφού με διατάττεις να σε είπω όλην την αλήθειαν, ώστε να μη
φωραθώ ύστερον παρά σου ψευδόμενος, μάθε ότι η πενία είναι
πάντοτε η πιστή φίλη των Ελλήνων, εις αυτήν δε προστίθεται η
αρετή ήτις κτάται διά της φρονήσεως και των σταθερών νόμων.
Ταύτην την αρετήν μεταχειριζομένη η Ελλάς, υπερασπίζεται κατά
της πενίας και της τυραννίας. Και επαινώ μεν όλους τους Έλληνας
τους κατοικούντας περί εκείνους τους Δωρικούς τόπους, ο σκοπός
μου όμως είναι να μη σε ομιλήσω περί όλων αλλά μόνον περί των
Λακαδαιμονίων. Πρώτον μεν ότι δεν είναι δυνατόν να δεχθώσι τους
λόγους σου προτείνοντας την δούλωσιν της Ελλάδος, έπειτα δε ότι
θα εξέλθωσιν εναντίον σου εις μάχην, έστω και αν όλοι οι άλλοι
Έλληνες ταχθώσι με το μέρος σου. Όσον αφορά διά τον αριθμόν
αυτών, μη ερωτάς πόσοι όντες δύνανται να πράξωσι ταύτα, διότι
και χίλιοι εάν εκστρατεύσωσι θα σε πολεμήσωσι· και ολιγώτερρι
τούτων ή και περισσότεροι.»
103. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης εγέλασε και είπε· «Δημάρατε, τι
λέγεις; χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσωσιν εναντίον τοσούτου
στρατού! Έλα, ειπέ μοι· συ λέγεις ότι υπήρξες βασιλεύς τούτων
των ανθρώπων· δέχεσαι λοιπόν τώρα αμέσως να πολεμήσης με δέκα;
καθότι αν οι πολίται σας ήναι τοιούτοι οίους τους περιγράφεις,
συ ο βασιλεύς εκείνων πρέπει να αντιτάσσεται κατά διπλασίου
αριθμού αντιπάλων, συμφώνως με τους νόμους σας· ώστε, εάν
έκαστος αυτών ήναι αντάξιος να πολεμήση με δέκα εκ των ιδικών
μου στρατιωτών, κρίνω ότι συ πρέπει να ήσαι αντάξιος να
πολεμήσης με είκοσι, και τότε ειμπορεί να ήναι ορθός ο λόγος ο
παρά σου ειρημένος. Αλλ' εάν ήσθε όλοι του αυτού αναστήματος ως
συ και οι άλλοι Έλληνες μεθ' ων συνωμίλησα, καυχάσαι. Πρόσεξε
λοιπόν μήπως όσα λέγεις είναι κομπορρημοσύνη. Φέρε να
εξετάσωμεν το πιθανόν· χίλιοι ή και μύριοι ή και
πεντακισμύριοι, όλοι ελεύθεροι και ίσοι, μη υποτασσόμενοι εις
ένα μόνον αρχηγόν, πώς είναι δυνατόν να αντισταθώσιν εις
τοσούτον στρατόν; θα ήμεθα τουλάχιστον χίλιοι προς ένα, εάν
εκείνοι αντιτάξωσι πέντε χιλιάδας. Προσέτι οι ιδικοί μας
στρατιώται, κατά τους ημετέρους νόμους, διοικούμενοι παρ' ενός
μόνου, θα εδεικνύοντο εκ φόβου γενναιότεροι παρ' όσον είναι εκ
φύσεως· μαστιγούμενοι, δε θα ηδύναντο να ορμήσωσι και κατά
περισσοτέρων. Οι ιδικοί σας όμως, αφειμένοι ελεύθεροι, δεν
είναι δυνατόν να πράξωσιν ουδέν τούτων. Νομίζω λοιπόν ότι και
ισάριθμοι αν ήσαν οι Έλληνες, δυσκόλως θα ηδύναντο να
πολεμήσωσι με τους Πέρσας μόνους. Αυτό το οποίον λέγεις,
ευρίσκεται παρ' ημίν, ουχί μεταξύ του πλήθους, αλλά μεταξύ των
λογάδων ανδρών· διότι έχω περί εμέ φύλακας Πέρσας οίτινες δεν
θα εδίσταζον να πολεμήσωσι με τρεις Έλληνας συγχρόνως. Επειδή
όμως δεν τους εδοκίμασες, λεγεις πολλάς φλυαρίας.»
104. Προς ταύτα ο Δημάρατος είπεν· «Ω βασιλεύ, εξ αρχής ήξευρα
ότι η αλήθεια δεν θα σε ήτο αρεστή, επειδή όμως με ηνάγκασες να
είπω αληθεστάτους λόγους, σε είπον τα προσήκοντα περί των
Σπαρτιατών. Εν τούτοις πόσον τους αγαπώ το ηξεύρεις πολύ καλά,
διότι αυτοί αφαιρέσαντές με την τιμήν και τα πατρικά μου
δικαιώματα με κατέστησαν φυγάδα και άπολιν, ο δε πατήρ σου με
εδέχθη και με έδωκε κατοικίαν και πλούτη. Δεν είναι δε πρέπον ο
φρόνιμος άνθρωπος να λησμονή εκείνους οίτινες έδειξαν προς
αυτόν εύνοιαν, αλλά να τους αγαπά ευγνωμόνως. Δεν καυχώμαι ότι
είμαι ικανός να πολεμήσω με δέκα ανθρώπους ούτε με δύο,
εκουσίως δε δεν ήθελον πολεμήσει ούτε με ένα. Εάν όμως ήτο
ανάγκη ή εάν επρόκειτο να κερδίσω μέγα βραβείον, ευχαρίστως θα
ηγωνιζόμην με ένα εκ των ανδρών τούτων, έκαστος των οποίων ως
λέγεται είναι αντάξιος τριών Ελλήνων. Οι Λακεδαιμόνιοι είς προς
ένα πολεμούντες, δεν ήναι κατώτεροι ουδενός· πολεμούντες όμως
πολλοί ομού, είναι οι ανδρειότατοι των ανθρώπων, καθότι εάν
ήναι ελεύθεροι, δεν έχουσιν ελευθερίαν απεριόριστον, αλλ'
υπακούουσιν εις ένα δεσπότην, τον νόμον, τον οποίον φοβούνται
πολύ περισσότερον παρ' όσον φοβούνται σε οι σοι. Εκτελούσι παν
ό,τι εκείνος τους προστάζει τους προστάζει δε πάντοτε το αυτό,
και δεν τους συγχωρεί να φεύγωσιν από την μάχην, όσον και αν
ήναι το πλήθος των εναντίων, αλλά μένοντες εις τας τάξεις των ή
να νικώσιν ή να αποθνήσκωσιν. Εάν ταύτα λέγων σοι φαίνομαι ότι
φλυαρώ, εις το εξής θα σιωπώ· τώρα όμως αναγκασθείς ωμίλησα.
Είθε δε, ω βασιλεύ, να γίνωσι τα πράγματα, ως επιθυμείς.»
105. Ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης ετράπη εις γέλωτα
και δεν ωργίσθη παντάπασιν, αλλά τον απέπεμψεν ηπίως. Μετά την
συνομιλίαν ταύτην ο βασιλεύς διώρισεν υπάρχον του Δορίσκου τον
Μασκάμην του Μεγαδόστου προς αντικατάστασιν εκείνου, τον οποίον
είχε διορίσει ο Δαρείος, και έπειτα εκίνησε τον στρατόν κατά
της Ελλάδος διά μέσου της Θράκης.