{391} Η πράξις του αλόγου κινείται υπό απλής φαντασίας, άνευ

συλλογισμού, άνευ κρίσεως (δόξης). Αλλ' η όρεξις του λογικού ζώου

είναι και μετά δόξης και άνευ δόξης, αλλά διά τούτο ουχί πάσα όρεξις

είναι βούλησις (λογική όρεξις).

{392} Η νικώσα.

{393} 1ον ο λόγος κινεί την όρεξιν, 2ον η όρεξις τον λόγον, 3ον

όρεξις την όρεξιν. Ή άλλως. Υπάρχει α') Το παράγγελμα του απαθούς

νου, όπερ ενεργεί επί της ορέξεως κίνησιν ωθιστικήν• β') όταν

αντικείμενόν τι διεγείρη την όρεξιν και διά ταύτης εξεγείρεται ο

νους, η κίνησις είναι ανάλογος προς έλξιν• γ') η πλήρης κίνησις

καταλήγει εις πράξιν σωματικής ή φυσικής κινήσεως.

{394} Η μερική έννοια κινεί εις πράξιν. Όρα Ηθ. Νικ. VII, 3. 6.

{395} /Λείπει η υποσημείωσις/

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'

&Το θρεπτικόν είναι κοινόν εις πάντα τα ζώντα• το δε αισθητικόν εις

μόνα τα ζώα.— Το σώμα του ζώον είναι αναγκαίως μικτόν.— Το ζώον δεν

είναι αναγκαίον να έχη πάσας τας αισθήσεις, αλλά η αφή και η γεύσις

είναι αναγκαίαι.&

1. Ανάγκη λοιπόν παν ον, το οποίον έχει ζωήν, να έχη την θρεπτικήν

ψυχήν, και να έχη αυτήν από της γεννήσεως μέχρι του θανάτου αυτού.

Διότι αναγκαίως, παν ό,τι εγεννήθη, έχει αύξησιν και ακμήν και

θάνατον, και ταύτα είναι αδύνατον να υπάρξωσιν άνευ τροφής. Κατ'

ανάγκην λοιπόν εις πάντα τα όντα τα γεννώμενα και θνήσκοντα υπάρχει η

θρεπτική δύναμις.

2. Αλλά δεν είναι αναγκαίον να υπάρχη αίσθησις εις πάντα τα ζώντα.

Διότι ούτε εκείνα, των οποίων το σώμα είναι απλούν {396}, δύνανται να

έχωσιν αφήν (ούτε άνευ της αφής δύναται να υπάρχη κανέν ζώον), ούτε

εκείνα, τα οποία δεν δύνανται να δεχθώσι τα είδη άνευ ύλης, ούτε αυτά

δύνανται να αισθάνωνται {397}.

3. Αλλά το ζώον είναι αναγκαίον να έχη αίσθησιν, εάν η φύσις ουδέν

δημιουργή ματαίως (ασκόπως). Διότι πάντα τα πράγματα τα φυσικά

υπάρχουσι χάριν σκοπού τίνος, ή είναι συμπτώματα (όροι) των

υπαρχόντων ένεκα σκοπού τίνος. Εάν λοιπόν παν σώμα, το οποίον δύναται

να πορεύηται, δεν είχεν αίσθησιν, θα κατεστρέφετο και δεν θα έφθανεν

εις τον τελικόν σκοπόν τον οποίον επιδιώκει η φύσις {398}. Διότι πώς

θα τραφή τούτο; τα μένοντα ακίνητα (τα φυτά λ.χ.) λαμβάνουσι την

τροφήν των εκ του τόπου, όπου εγεννήθησαν.

4. Δεν είναι όμως δυνατόν σώμα γεννητόν και μη ον ακίνητον να έχη

ψυχήν και νουν κριτικόν, αλλά αίσθησιν να μη έχη. Αλλά προσέτι ουδέν

ον αγέννητον {399} είναι δυνατόν να μη έχη αίσθησιν. Διατί αρά γε να

μη έχη αυτήν; Διότι βεβαίως η έλλειψις θα ήτο καλυτέρα ή διά την

ψυχήν ή διά το σώμα. Αλλά ενταύθα ούτε το έν ούτε το άλλο τούτων

είναι αληθές. Διότι η μεν ψυχή διά τούτο δεν θα νοή περισσότερον, το

δε σώμα δεν θα διαρκή περισσότερον χρόνον. Άρα ουδέν σώμα μη μένον

ακίνητον έχει ψυχήν άνευ αισθήσεως.

5. Αλλά προσέτι, εάν το σώμα έχη αίσθησιν, αναγκαίως είναι ή απλούν ή

μικτόν αλλά απλούν δεν δύναται να είναι, διότι, άλλως δεν θα έχη

αφήν, ενώ αναγκαίως πρέπει να έχη αυτήν. Τούτο δε είναι φανερόν εκ

των εξής:

6. Επειδή το ζώον είναι σώμα έμψυχον, παν δε σώμα είναι απτόν, απτόν

δε λέγεται το διά της αφής αισθητόν πράγμα, ανάγκη και το σώμα του

ζώου να έχη την αίσθησιν της αφής {400}, ίνα δύναται το ζώον να

διατηρήται. Αι μεν άλλαι αισθήσεις, η όσφρησις, η ακοή, η όψις {401}

αισθάνονται δι' άλλων μεσολαβούντων (αέρος, ύδατος)• αλλ' όταν το

ζώον άπτηται (εγγίζη) τινός, εάν δεν έχη αίσθησιν, δεν θα δύναται

άλλα μεν να φεύγη, άλλα δε να λαμβάνη• και, αν συμβαίνη τούτο,

αδύνατον θα είναι να διατηρήται το ζώον.

7. Διά τούτο και η γεύσις είναι είδος αφής, διότι είναι η αίσθησις

της τροφής, η δε τροφή είναι πράγμα απτόν. Ο ήχος όμως και το χρώμα

και η οσμή δεν τρέφουσιν, ούτε φέρουσιν αύξησιν ούτε φθοράν, ώστε εξ

ανάγκης πρέπει η γεύσις να είναι αφή τις, διότι είναι αίσθησις

εκείνου, όπερ δύναται να άπτηται και να τρέφη. Αυταί λοιπόν είναι αι

αισθήσεις {402} αι αναγκαίαι εις το ζώον, και είναι φανερόν ότι δεν

είναι δυνατόν να υπάρχη ζώον άνευ αφής.

8. Αι δε λοιπαί αισθήσεις υπάρχουσι μόνον διά το αγαθόν του ζώου και

ουχί εις πάντα τα ζώα {403}, αλλά είς τινα μόνον, λ.χ. εις το

πορευτικόν (περιπατούν) ζώον είναι ανάγκη να υπάρχωσι. Διότι, εάν

μέλλη να διατηρήται, ου μόνον πρέπει να αισθάνηται, όταν εγγίζη τι,

αλλά και μακρόθεν πρέπει να αισθάνηται. Τούτο δε συμβαίνει, εάν διά

τινος μεσολαβούντος σώματος {404} δύναται να αισθάνηται. Διότι εκείνο

μεν το διάμεσον πάσχει και κινείται υπό του αισθητού αντικειμένου, το

δε αισθητήριον υπό του διαμέσου.

9. Τω όντι, όπως το αίτιον το κινούν τοπικώς τι ενεργεί μέχρι του να

το κάμη να μεταβάλλη (τόπον), και όπως το αίτιον το ωθούν άλλο τι

ενεργεί μέχρι του να το κάμη να ωθήση άλλο τι, και ούτως εξακολουθεί

η κίνησις διά τινος διαμέσου, και όπως το μεν πρώτον κινεί και ωθεί

χωρίς να ωθήται, το δε τελευταίον ωθείται μόνον χωρίς να ωθή, και τα

διάμεσα (πολλά δε δύνανται να είναι τα διάμεσα) ωθούσι και ωθούνται,

ούτω συμβαίνει και εις την πορείαν της αλλοιώσεως (εν τη αισθήσει),

πλην ότι, ενώ η μεταβολή γίνεται, μένει το αντικείμενον εν τω αυτώ

τόπω, π.χ. εάν τις βυθίση αντικείμενον τι εις κηρόν, ο κηρός

κινείται μέχρι τόσου (βάθους), όσον εβυθίσθη το αντικείμενον• ο λίθος

όμως ουδόλως μεταβάλλεται, ενώ το ύδωρ κινείται βαθύτατα, ο δε αήρ

πλείστον πάντων δέχεται και μεταδίδει την κίνησιν, εάν διαμένη είς

και φυλάττη την συνέχειαν αυτού. Διά τούτο εν τη ανακλάσει του φωτός

καλύτερον είναι να υπολαμβάνωμεν ουχί {405} ότι η οπτική εικών

εξερχόμενη εκ του οφθαλμού ανακλάται οπίσω εις αυτόν, αλλά ότι ο αήρ

πάσχει υπό του σχήματος και του χρώματος εφ' όσον διατηρεί την

ενότητα αυτού {406}, είναι δε είς επί λείας επιφανείας. Διά τούτο

πάλιν ο αήρ κινεί την όψιν ως εάν το επί του κηρού χαραττόμενον

σημείον διεδίδετο μέχρι του άκρου του κηρού{407}.

***

{396} Η αφή απαιτεί α') Την αισθανομένην ψυχήν, β') Το αισθητόν

σώμα. Ή άλλως• απλούν είναι το σώμα το εξ ενός μόνου στοιχείου,

πυρός, αέρος κ.λ. αποτελούμενον.

{397} Ακριβώς διότι η αίσθησις είναι η δύναμις του δέχεσθαι τα είδη

άνευ της ύλης.

{398} Το ζώον, εάν μη είχεν αισθήσεις, ίνα διακρίνη τα ωφέλιμα και τα

επιβλαβή, και ίνα κινήται προς εύρεσιν των μεν και αποφυγήν των

άλλων, δεν θα έφθανεν εις το τέλος του, δηλ. να γεννά όμοια αυτού

όντα.

{399} Και αυτά τα αγέννητα και αΐδια σώματα, τα άστρα, έχουσι την

δύναμιν της αισθήσεως (Αριστοτ. περί Ουρανού 285 α 29, 292 β 2).

{400} Δι' ης κρίνει τα ωφελούντα και τα βλάπτοντα αυτό.

{401} Είναι ωφέλιμοι αι αισθήσεις αυταί, αλλ' ουχί απαραίτητοι όσον η

αφή.

{402} Η αφή και η γεύσις.

{403} Τα ζωόφυτα π.χ. μένοντα ακίνητα δεν έχουσι χρείαν των αισθήσεων

τούτων.

{404} Οίον είναι ο αήρ ή το ύδωρ.

{405} Ως ο Πλάτων και ο Εμπεδοκλής, όστις παρεδέχετο διττήν απορροήν

εκ του όμματος και εκ του αισθήματος.

{406} Εφ' όσον διάστημα είναι μία συνεχής μάζα.

{407} Η οπτική δηλ. εικών διαχωρεί διά της μάζης του αέρος μέχρι του

αντιθέτου άκρου αυτής και ούτω μεταβαίνει εις το οπτικόν όργανον,

καθ' ον τρόπον δύναταί τις να συλλάβη την σφραγίδα μετά του σημείου

αυτής διαπερώσαν διά της μάζης του κηρού εις τι πράγμα ικανόν να

δεχθή αυτήν.

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

&Ουδέν ζώον δύναται να είναι εξ ενός στοιχείου. — Η αφή συνιστά το

ζώον ουσιωδώς.— Μόνον των απτικών ποιοτήτων αι υπερβολαί είναι

ολέθριαι εις το ζώον.&

1. Είναι φανερόν, ότι το σώμα του ζώου δεν δύναται να είναι απλούν λ.

χ. μόνον εκ πυρός ή εξ αέρος. Τω όντι άνευ μεν αφής ουδεμία άλλη

αίσθησις δύναται να υπάρξη, διότι παν σώμα έμψυχον έχει, ως είπομεν,

την αίσθησιν της αφής, τα άλλα στοιχεία, πλην της γης, δύνανται να

γίνωνται όργανα αισθήσεως. Αλλά πάντα μεν τα αισθητήρια παράγουσιν

αίσθημα διά των διαμέσων σωμάτων. Η αφή όμως αισθάνεται τα πράγματα

αμέσως απτομένη αυτών και διά τούτο έχει και το όνομα τούτο. Και όμως

και τα άλλα αισθητήρια όργανα διά της αφής αισθάνονται, αλλά δι'

άλλου τινός διαμέσου, μόνη δε αύτη φαίνεται ότι αισθάνεται δι' αμέσου

επαφής. Ώστε το σώμα του ζώου δεν δύναται ν' αποτελήται αποκλειστικώς

από έν εκ των στοιχείων τούτων, ούτε αποκλειστικώς δύναται ν'

αποτελήται εκ γης. Διότι η αφή είναι ως μέσος τις όρος πάντων των

απτών αντικειμένων και το αισθητήριον όργανον αυτής δύναται να δεχθή

ου μόνον τας διαφόρους ιδιότητας ας έχει η γη, αλλά και τας του

θερμού και ψυχρού {408} και πάντων των άλλων απτών. Και διά τούτο δεν

αισθανόμεθα διά των οστών και των τριχών και των τοιούτων μερών,

διότι είναι εκ γης• διά τούτο και τα φυτά ουδεμίαν έχουσιν αίσθησιν,

διότι είναι εκ γης. Άνευ λοιπόν της αφής δεν είναι δυνατόν να υπάρχη

καμμία άλλη αίσθησις, και το όργανον αυτής (η σαρξ) δεν είναι ούτε εκ

γης αποκλειστικώς ούτε εξ ουδενός άλλου στοιχείου.

2. Είναι άρα φανερόν, ότι τα ζώα κατ' ανάγκην αποθνήσκουσιν, εάν

στερώνται μόνης ταύτης της αισθήσεως• διότι ούτε είναι δυνατόν να έχη

αυτήν ον το οποίον δεν είναι ζώον, ούτε ον ζώον είναι ανάγκη να έχη

άλλην αίσθησιν πλην ταύτης. Και διά τούτο αι μεν άλλαι αισθηταί

ποιότητες, το χρώμα, ο ήχος και η οσμή δεν καταστρέφουσι το ζώον διά

της υπερβολής αυτών, αλλά μόνον τα αισθητήρια όργανα αυτού {409},

εκτός εάν το καταστρέφωσι κατά συμβεβηκός• π.χ. εάν μετά του ήχου

γίνη βιαία ώθησις και κτύπημα {410} ή αν υπό οπτικών αισθημάτων και

οσμής κινώνται άλλα αντικείμενα, τα οποία καταστρέφουσι το σώμα διά

της αφής των {411}. Ο χυμός καταστρέφει το ζώον καθ' όσον συμβαίνει

να συνάπτηται με το της αφής όργανον (ο δηλητηριώδης χυμός λ.χ.)

3. Η υπερβολή όμως των απτών, ήτοι των θερμών και ψυχρών και σκληρών

φονεύει το ζώον {412}. Διότι η υπερβολή παντός αισθητού αντικειμένου

καταστρέφει το όργανον της αισθήσεώς του, ώστε και του απτού η

υπερβολή καταστρέφει την αφήν, η αφή δε είναι η αίσθησις, δι' ης

ορίζεται η ζωή, διότι απεδείχθη ότι άνευ αφής είναι αδύνατον να

υπάρξη ζώον. Διά τούτο η υπερβολή των απτικών εντυπώσεων φθείρει ουχί

μόνον το αισθητήριον, αλλά και αυτό το ζώον, διότι ταύτην μόνην την

αίσθησιν πρέπει να έχη αναγκαίως. Τας δε άλλας αισθήσεις έχει το

ζώον, ως είπομεν, ουχί χάριν της υπάρξεως, αλλά χάριν της ευζωίας (του

ευ είναι) αυτού• λ.χ. έχει την όψιν, ίνα δύναται να βλέπη, επειδή

είναι εν τω αέρι και εν τω ύδατι, και εν γένει εντός μέσου διαφανούς,

την δε γεύσιν έχει διά το ευάρεστον και δυσάρεστον, ίνα αισθάνηται

τας ιδιότητας ταύτας εν τη τροφή του και επιθυμή αυτήν και κινήται,

ίνα την αποκτήση, την δε ακοήν έχει, όπως δηλούταί τι εις αυτό, την

δε γλώσσαν, ίνα αυτό φανεροί τι εις άλλο {413}.

ΤΕΛΟΣ

***

{408} Αίτινες δεν είναι πλέον διαφοραί της γης, αλλά του πυρός.

{409} Την ενέργειαν του οργάνου και ενίοτε αυτό το όργανον. Φως λίαν

ζωηρόν δύναται να τυφλώση και ήχος λίαν ισχυρός φέρει κώφωσιν.

{410} Ουχί π.χ. η βροντή δύναται να φονεύση τα ζώον, αλλ' ο αήρ και

ο άνεμος ο συνοδεύων αυτήν.

{411} Αι άλλαι αισθήσεις είναι τροποποιήσεις της αφής.

{412} Υπερβολικόν ψύχος κλπ. φονεύει.

{413} Ουχί δε μόνον προς την γεύσιν.

***

ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

&Προς εξήγησιν θεωριών τινων και χωρίων του Αριστοτέλους εθεωρήσαμεν

επάναγκες να προσθέσωμεν ενταύθα ολίγας έτι σημειώσεις.&

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ.

Καίτοι πάντες οι κριτικοί παραδέχονται, ότι το βιβλίον τούτο είναι

έργον του Αριστοτέλους, τινές όμως φρονούσιν, ότι η τάξις των

Κεφαλαίων είναι έργον άλλης χειρός. Αλλά το αυτό δύναταί τις να είπη

και περί των άλλων συγγραφών του φιλοσόφου, αίτινες πάσαι σχεδόν

είναι συρραφαί αποσπασμάτων ή πραγματειών μεμονωμένων. O Αριστοτέλης

συνέτασσε σχέδια πραγματειών ή σημειώσεις προς διδασκαλίαν, αλλά δεν

ηδυνήθη να δώση εις ταύτα και την τελικήν μορφήν, ταλαιπωρηθείς κατά

τα τελευταία έτη του βίου του υπό θρησκευτικού διωγμού και εξορίας.

Την διάταξιν των υλικών, άπερ κατέλιπεν ο Αριστοτέλης, εξετέλεσαν οι

εκδόται αυτών, Ανδρόνικος ο Ρόδιος και άλλοι.

Κεφ. Α, 1. σελ. 13. {Σημ 1}&Διά την ακρίβειαν αυτής&. Άλλοι εξηγούσι

: «Διά την οξύνοιαν την απαιτουμένην προς εύρεσιν της γνώσεως».

Ισχυρίζονται δ' ότι δεν πρόκειται ενταύθα περί αληθείας εξαγομένης εκ

των πρώτων αρχών, διότι ο Αριστοτέλης εθεώρει το υλικόν της

ψυχολογίας ως ανήκον εις τον φυσικοοργανικόν κόσμον, όστις δεν είναι

ο κόσμος της αναγκαίας και ακριβούς πραγματικότητος.

Κεφ. Α, 1. σελ. 14. {Σημ 2} &Η ψυχή αρχή των ζώντων&. Η λέξις αρχή

από του Αριστοτέλους κατέστη σημαντικώτατος φιλοσοφικός όρος. Τας

διαφόρους σημασίας της αρχής (όρα σελ. 14) οι νεώτεροι περιέλαβον εις

την &αρχήν του είναι& (λόγον πραγματικόν ή αιτιώδη) και εις την αρχήν

της γνώσεως (γνωστικόν λόγον) ή κατ' Αριστοτέλην «αρχήν του γνώναι

και της κινήσεως».

Κεφ. Α. 2. σελ. 14. {Σημ 3} &Άλλαι αι αρχαί των αριθμών&. Αι διάφοροι

αρχαί, ων χρήσιν ποιούνται η αριθμητική και η γεωμετρία, είναι η

Μονάς και η Έκτασις.

Κεφ. Α, 3. σελ. 14. {Σημ 4} Αι κατηγορίαι, ήτοι οι διάφοροι τρόποι

του είναι, εισί δέκα: ουσία (υπόστασις), ποσόν, ποιόν, σχέσις, τόπος,

χρόνος, θέσις, έξις (κατοχή), ενέργεια, πάθος. Η ουσία είναι το

υποκείμενον, αι δε λοιπαί εννέα είναι κατηγορούμενα.

Κεφ. Α, 5. σελ. 15. {Σημ 5}&Πρέπει να προσέξωμεν&. Η παράγραφος

απλούστερον μεταφραζομένη ορίζει, ότι ανάγκη να εξετασθή, αν υπάρχει

είς μόνος ορισμός της ψυχής, όπως είς μόνος υπάρχει ορισμός του ζώου,

ή αν απαιτείται διάφορος ορισμός εκάστου είδους ψυχής, όπως διάφορος

είναι ο ορισμός του ίππου κλπ. Εξεταστέον δε και αν η γενική έννοια

&ζώον& ουδέν είναι πραγματικόν ή αν λαμβάνει ύπαρξιν μετά τα καθ'

έκαστα ζώα. Το αυτό δε εξεταστέον και περί πάσης άλλης γενικής

εννοίας.

Κεφ. Α, 8. σελ. 16. {Σημ 6} &Κατά τας εικόνας...των πραγμάτων&. Κατά

λάθος παρεισέφρησαν εις την μετάφρασιν δύο περιτταί λέξεις.

Αναγνωστέον: Κατά τας εικόνας (των πραγμάτων τας σχηματιζομένας υπό

της) φαντασίας. Ο Αριστοτέλης λέγει μόνον: &κατά την φαντασίαν&.

Κεφ. Α. 8 σ. 16. {Σημ 7} &Αντιλογικώς και κενολογικώς&. O Αριστοτ.

λέγει ότι οι ορισμοί, δι' ων δεν είναι εύκολον να συλλάβη τις ούτε

εικασίαν των ιδιοτήτων του οριζομένου πράγματος, είναι ορισμοί

ονοματικοί ή εριστικοί και κενοί εμπεριεχομένου.

Κεφ. Α. 9 σ. 17.{Σημ 8} Σημ. 1. &Η νόησις δεν υπάρχει άνευ τον

σώματος&. O Αριστ. εκφράζεται ασαφώς. Η ψυχή λέγει, ότι είναι η

δίδουσα εις φυσικόν τι σώμα την ατομικότητα και την σημασίαν αυτού

και αποτελείται εκ της θρέψεως, κινήσεως κατά τόπον αισθήσεως,

μνήμης, πάθους, φαντασίας και νου. Εκ των λειτουργιών τούτων της

ψυχής μόνος ο νους είναι ίδιος εις τον άνθρωπον, αλλά και ούτος εν τη

παθητική μορφή αυτού βάσιν έχει την πείραν και είναι συνδεδεμένος με

την ζωήν του σώματος. Ο ποιητικός όμως νους είναι όλως χωριστός από

του σώματος και αθάνατος, γινώσκει δε την αλήθειαν (τας αρχάς)

εποπτικώς, αμέσως, ουχί ως ο παθητικός εμμέσως. Αλλ' ο τοιούτος νους

δεν φαίνεται έχων θέσιν εν τω ορισμώ της ψυχής, καθ' ον αύτη είναι

εντελέχεια σώματος φυσικού έχοντος την δύναμιν του ζην.

Κεφ. Α. 10. σ. 17. {Σημ 9} &Και επομένως εκφράσεις τοιαύται&. Το

χωρίον μεταφράζεται και ούτως: Επομένως οι ορισμοί είναι τοιούτοι•

λ.χ. το οργίζεσθαι είναι κίνησις του κ.λ.

Κεφ. Α. 11. σ. 18. {Σημ 10} &Έργον του φυσικού&. O φυσικός φιλόσοφος

δέον να μελετήση την ψυχήν όλην ή μέρος αυτής συνδεδεμένον μετά του

σώματος.

Κεφ. Α. 11. σ. 18. {Σημ 11} &Η μορφή της οικίας είναι τοιαύτη&. Κατά

λέξιν: Το είδος είναι εν (τοις υλικοίς) τούτοις και δι' αυτό (το

είδος) είναι ταύτα.

Κεφ. Α. 11. σ. 18. {Σημ 12} &Είς τεχνίτης&. Τεχνίτης εννοείται ουχί ο

εμπειρικός απλώς, αλλ' ο μετά της πείρας κατέχων και την θεωρίαν, ο

επιστήμων τεχνίτης, ο ιατρός λ.χ., ή ο αρχιτέκτων.

Κεφ. Β'. 5. σ. 20 {Σημ 13} &Ομοίως και ο Αναξαγόρας&. Οι ορισμοί της

ψυχής αποτελούσι τρεις τάξεις καθ' όσον θεωρούσι κύριον

χαρακτηριστικόν αυτής α') την κίνησιν, β') την γνωστικήν δύναμιν, γ')

αμφότερα, την τε κίνησιν ή ενέργειαν και την γνώσιν ή θεωρίαν.

Κεφ. Β'. 5. σ. 21. {Σημ 14} &Κατέκειτο αλλοφρονών&. Τοιούτο χωρίον

δεν απαντά εν τη σωζόμενη μορφή των Ομηρικών επών• του αλλοφρονείν

εναντίον είναι το φρονείν=ορθώς σκέπτεσθαι. Ο Έκτωρ κατέκειτο

αναίσθητος εκ πληγής, είχεν άρα διατεταραγμένην και την διάνοιαν.

Αλλ' όμως ο Δημόκριτος διακρίνει τον λόγον από της αισθήσεως. Καίτοι

και ο μεν και η δε πηγάζουσιν έξωθεν, ουχί όμως αι αισθήσεις, αλλ' η

λογική νόησις ευρίσκει την πραγματικήν φύσιν των όντων. Του κόσμου η

αληθής φύσις αποτελείται εκ των &ατόμων& και του &κενού&, ταύτα όμως

είναι στοιχεία &νοητά&. Εν τούτοις τα δεδομένα προς τας λογικάς

ταύτας αληθείας ευρίσκομεν εν ταις αισθητικαίς αντιλήψεσι.

Κεφ. Β. 2. σ. 26. {Σημ 15} &Ας εξετάσωμεν αν η ψυχή κινείται καθ'

εαυτήν ή μόνον μετέχει της κινήσεως&. Αντί των δύο λέξεων της

μεταφράσεως ή &μόνον& κατ' άλλους γραπτέον &και ούτω&, δηλ.

εξεταστέον αν η ψυχή ένεκα της ιδίας αυτής φύσεως μετέχει κινήσεως.

O Αριστοτ. απορρίπτει την θεωρίαν ταύτην του Πλάτωνος ισχυριζόμενος

ότι α') αν η κίνησις είναι ουσιώδης φύσις της ψυχής, αύτη θα είναι εν

τόπω, τ. έ. θα περιέχηται και θα περιορίζηται υπ' άλλου σώματος,

διότι κατ' Αριστ. τόπος είναι το πέρας του περιέχοντος σώματος, ή το

πληρούμενον υπό του σώματος, β') η ψυχή αναγκαίως πρέπει να κινήται

υπό εξωτερικής δυνάμεως, και γ') και αναγκαίως πρέπει να τηρήται εν

ηρεμία υπό εξωτερικής δυνάμεως• αλλ' αι βεβιασμέναι αυταί καταστάσεις

κινήσεως και ηρεμίας είναι αδιανόητοι, δ') η σύστασις της ψυχής θα

προσδιορίζηται υπό της φύσεως των κινήσεών της, ε') η ψυχή θα εκτελή

τας κινήσεις, ας δίδει και, επειδή δίδει τοπικήν κίνησιν, θα κάμνη

και αύτη τοπικήν κίνησιν, και επομένως δύναται να εισέλθη εις το

σώμα, όταν εξέλθη εξ αυτού, και τα ζώα άρα δύνανται να ανίστανται εκ

νεκρών, ς') αν η κίνησις, ήτις είναι μετάθεσις του κινουμένου, είναι

ουσιώδης φύσις της ψυχής, τότε η κίνησις της ψυχής θα ήτο μετάστασις

εκ της φύσεως αυτής.

Κεφ. Γ. 23. σ. 32. {Σημ 16} &Η τεκτονική εισδύει εις τους αυλούς&. Η

τεκτονική την φυσικήν και υλικήν έκφρασιν αυτής ευρίσκει έν τινι

οικία, ουχί δε εν αυλώ• προσέτι όργανον έχει πέλεκυν και ουχί αυλόν.

Μερική τις οικία είναι η έκφρασις μερικής τέχνης ή ιδέας, ακριβώς

όπως μερικόν τι σώμα είναι η έκφρασις ωρισμένης και ατομικής ψυχής. Η

ψυχή είναι η εντελέχεια και η δύναμις η διαμορφούσα το σώμα, και αυτή

αποτελεί την ατομικότητα και την σημασίαν του ανθρώπου.

Κεφ. Δ. 2, 32. {Σημ 17} &Αλλά καίτοι η αρμονία&. Η περί αρμονίας

θεωρία αύτη φαίνεται μεν πιθανή, λέγει ο Θεμίστιος (1, 4, σ. 44),

ανηρέθη όμως πολλαχώς και υπ' Αριστοτέλους και υπό Πλάτωνος. Διότι η

ψυχή είναι πρότερον του σώματος, η δε αρμονία ύστερον• η ψυχή άρχει

του σώματος και επιστατεί και μάχεται πολλάκις προς αυτό, η αρμονία

όμως δεν μάχεται προς τα ηρμοσμένα πράγματα• η αρμονία δέχεται το

μάλλον και το ήττον, η ψυχή όμως δεν δέχεται τοιαύτην αυξομείωσιν• η

αρμονία δεν ανέχεται αναρμοστίαν, η ψυχή όμως δέχεται κακίαν χωρίς να

καταστρέφηται• προσέτι, αν του σώματος η αναρμοστία είναι νόσος, ή

αίσχος, ή ασθένεια, η αρμονία αυτού θα είναι υγίεια και κάλλος και

δύναμις, ουχί όμως η ψυχή κ.λ.

Κεφ. Ε. 1. σ. 38. {Σημ 18} &Η ψυχή είναι αριθμός&. O Αριστοτέλης την

θεωρίαν του Ξενοκράτους αφομοιών προς την ατομολογίαν του Δημοκρίτου

εφαρμόζει και επ' αυτής την κριτικήν της θεωρίας του Δημοκρίτου.

Κεφ. Ε. 2. σ. 38. {Σημ 19} &O Δημόκριτος εξήγει την κίνησιν&. Δηλ. το

ζώον κινείται υπό ψυχικών μονάδων, όπως κινείται υπό ψυχικών ατόμων

εν τη θεωρία του Δημοκρίτου.

Κεφ. Ε. 4. σ. 39. {Σημ 20} &Τρεις τρόποι καθ' ους ορίζουσι την

ψυχήν&. Αι θεωρίαι αύται είναι 1) η θεωρούσα την ψυχήν ως αριθμόν

κινούντα εαυτόν (Ξενοκράτης), 2) η θεωρούσα αυτήν ως συνισταμένην εκ

των λεπτότατων και ευκινητοτάτων ατόμων (Δημόκριτος) ή εκ των

λεπτοτάτων ουσιών (Αναξαγόρας) ή ίσως ως ούσαν αρμονίαν, (Πλάτων) 3)

η θεωρούσα αυτήν ως αποτελουμένην εκ των στοιχείων.

Κεφ. Ε. 24. σ. 45. {Σημ 21} &Άλλο τι αίτιον της ζωής;& Η ζωή είναι η

πρώτη, στοιχειωδεστάτη λειτουργία της ψυχής και η αναγκαία

προϋπόθεσις των άλλων λειτουργιών αυτής.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Κεφ. Α. 1. σ. 49. {Σημ 22} &Ουσία&. O παρά τω Αριστοτέλει όρος

&ουσία& αντιστοιχεί προς τον όρον &Υπόστασις& των νεωτέρων. Το άμεσον

και ατομικόν, τόδε το ον είναι η πρώτη ουσία. Το είδος και τα γένη

είναι δεύτεραι ουσίαι, αλλά μάλλον τα είδη, ως εγγύτερα εις το

ατομικόν. Ενίοτε λέγει ουσίαν και την ύλην, διότι εκ ταύτης και του

είδους αποτελείται η πρώτη (στοιχειώδης) ουσία.

Κεφ. Α. 1. σ. 50. {Σημ 23} &Η πρώτη εντελέχεια&. Εν τη προηγουμένη

σημειώσει είδομεν ότι υπάρχει πρώτη και δευτέρα ουσία. Ωσαύτως

υπάρχει ύλη πρώτη, ήτοι άμορφος και πρώτη ψυχή, ήτοι η στοιχειώδης

μορφή ψυχής, η θρεπτική και πρώτη, εντελέχεια, ήτοι η στοιχειώδης ή

αρχική μορφή της ψυχικής ζωής. Είναι πρώτη ως εγγυτάτη εις την απλήν

δύναμιν, κατάταξιν δε αναπτύξεως, κείται αμέσως υπεράνω του σώματος

και είναι θεμελιώδης όρος της αναπτύξεως των άλλων. Λοιπόν η πρώτη

εντελέχεια σώματος είναι η πρώτη φανέρωσις ζωής, ην οργανισμός τις

εκτυλίσσει και είναι απλή δύναμις η έξις ως προς τας υψηλοτέρας

εκδηλώσεις της ζωής.

Κεφ. II 1. 53. {Σημ 24} &Το γνωριμώτερον κατά λόγον&. Κατ' Αριστ. η

μόνη βεβαία και επιστημονική γνώσις είναι η των εννοιών ή των

καθόλου. Και αυτή η αντίληψις των αισθητών δεν είναι παθητικόν

δοχείον εξωτερικών εντυπώσεων. Αυταί μάλλον ως αφορμαί διεγείρουσι

την ψυχήν εις ενέργειαν. Η δε λογική νόησις είναι έτι μάλλον ελευθέρα

ενέργεια της ψυχής.

Κεφ. II 1. 54. {Σημ 25} &Ορισμός του τετραγωνισμού&. Εκ τούτων ο

πρώτος περιγράφει το τετελεσμένον εξαγόμενον, ο δεύτερος το μέσον και

την μέθοδον της επιτελέσεως αυτού. O Αριστ. καίτοι αντέχεται των

γεγονότων, επιμόνως εξαίρει την υπερτέραν σημασίαν των σχέσεων και

αιτίων.

Κεφ. II 8. σελ. 54.{Σημ 26} &Καθώς τινες λέγουσι&. O Πλάτων λέγει ότι

η ψυχή αποτελείται εκ τριών διακεκριμένων μερών, του λογικού, του

θυμοειδούς και του επιθυμητικού, και ότι ο μεν λόγος κείται εν τη

κεφαλή, το θυμοειδές εν τω θώρακι και το επιθυμητικόν εν τω

υπογαστρίω (εν τω ήπατι).

Κεφ. I 29 σ. 89 {Σημ 27}&και να μη γίνηται (εσωτερικώς) υγρόν&. Πάσα

μεταβολή είναι μετάβασις από καταστάσεως εν δυνάμει εις κατάστασιν,

εν η το πράγμα ευρίσκει το τέλος αυτού πεπραγματωμένον, ή εν τη

πορεία της πραγματώσεως. Ούτως η γεύσις είναι μόνον δυνάμει γεύσις,

εφ' όσον δεν ερεθίζεται. Εν τη πορεία όμως της ενεργοποιήσεως το

αισθητήριον αφομοιούται την αντικειμενικήν του πράγματος ποιότητα και

μεταβάλλει αυτήν εις υποκειμενικήν. Ούτω το γευστικόν όργανον έχει

την ικανότητα να υγραίνηται χωρίς να μεταβάλληται εις υγρόν.

Κεφ. I 12. σ. 91./5 σ.90/ {Σημ 28} &Αύται είναι αι διαφοραί των

χυμών&. O Αριστοτέλης διακρίνει επτά χρώματα και επτά χυμούς. Εκ των

δύο θεμελιωδών χρωμάτων, του λευκού και του μέλανος (εις ο

περιλαμβάνεται το φαιόν) γεννώνται διά μίξεως τα λοιπά πέντε, ξανθόν,

φοινικούν, αλουργόν, πράσινον και κυανούν. Ούτω και εκ της μίξεως των

δύο θεμελιωδών χυμών του γλυκέος και του πικρού γεννώνται πέντε

διάμεσοι, αλμυρός, δριμύς, αυστηρός, στρυφνός και οξύς, του λιπαρού

περιλαμβανομένου εις τον γλυκύν. Σημειωτέον ενταύθα, ότι ο

Αριστοτέλης τας αισθήσεις και εν γένει τα ψυχοφυσικά φαινόμενα

εξετάζει και περιγράφει εκτενώς εν ταις θαυμασίαις εκείναις

πραγματείαις του, ας οι σχολιασταί ήνωσαν υπό την επιγραφήν «Μικρά

Φυσικά», και αίτινες συμπληρούσι την όλην ψυχολογίαν του.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ.

Κεφ. IV /Γ’/ σ. σ. {Σημ 29} Η κεκλασμένη γραμμή παριστά τα

συγκεκριμένα αισθητά πράγματα, η δε ευθεία την καθαράν έννοιαν,

αμφότερα δε αντιστοιχούσι προς την διάκρισιν μεταξύ του &σαρκί είναι&

και της &σαρκός&. Τα εν αφαιρέσει όντα είναι αι μαθηματικαί έννοιαι,

αίτινες είναι αφηρημέναι ως προς τα υλικά όντα, αλλά συγκεκριμέναι ως

προς τας καθαράς εννοίας. Αι μαθηματικαί έννοιαι και τα σχήματα, εν

αις και το σιμόν, κατέχουσι μέσην θέσιν.

Περί Ψυχής · 第 11 / 12 段