είπομεν και πρότερον, δέον δε και νυν να είπωμεν τα εξής: είναι
δηλαδή ενωτική τις αρχή, ήτις είναι ως έσχατον όριον {337}. Αι
αποφάνσεις αυτής ανάγονται εις ενότητα διά της αναλογίας και της
αριθμητικής αναφοράς και σχετίζονται προς αλλήλας, όπως τα εξωτερικά
πράγματα (γλυκύ, θερμόν). Ο νους είναι προς τα φαντάσματα ως η κοινή
αίσθησις είναι προς τα διάφορα αισθήματα, τα οποία ενώνει. Ουδόλως δε
διαφέρει το να ερωτώμεν πώς η ψυχή διακρίνει τα όμοια (γλυκύ,
θερμόν), ή πώς τα εναντία• λ. .χ. λευκόν και μέλαν (ομογενή, ήτοι
χρώματα). Έστω ότι το Α το λευκόν είναι προς το Β το μέλαν, όπως η
έννοια Γ προς την Δ και αντιστρόφως• εάν τώρα αι έννοιαι Γ, Δ είναι
εις έν μόνον αντικείμενον, θα είναι ούτω προς αλλήλας (εν τω νω),
καθώς και τα Α, Β προς άλληλα, ήτοι θα είναι έν και το αυτό πράγμα,
αλλ' ο τρόπος του είναι αυτών δεν θα είναι ο αυτός. Και η συμπλοκή Γ
Δ είναι ανάλογος προς την Α Β. Ο αυτός συλλογισμός θα γίνη και αν το
μεν Α είναι το γλυκύ, το δε Β το λευκόν {338}.
5. Η νοητική λοιπόν ψυχή νοεί τα είδη {339} εις τας εικόνας της
φαντασίας, και επειδή εν ταύταις τρόπον τινά ορίζει αύτη τι πρέπει να
επιδιώκη και τι να φεύγη, και όταν έτι δεν είναι παρόν το αίσθημα,
κινείται εις ενέργειαν, όταν κατέχηται υπό των φαντασμάτων. λ.χ.
αισθανόμενός τις ότι δαυλός είναι ανημμένος {340} και διά της κοινής
αισθήσεως {341} βλέπων ότι ούτος κινείται, καταλαμβάνει {342} ότι
υπάρχει πλησίον εχθρός. {343}
6. Άλλοτε δε διά των εν τη ψυχή φαντασμάτων ή νοημάτων {344} ο νους
ως να έβλεπε τα πράγματα διανοείται και αποφασίζει τα μέλλοντα,
αναφορικώς προς τα παρόντα. Και όταν είπη εκεί (εν τω κόσμω των
εικόνων), ότι το πράγμα είναι ηδύ ή λυπηρόν, ενταύθα (εν τω κόσμω των
πραγμάτων) φεύγει ή επιδιώκει αυτό, και εν γένει πράττει. Και το άνευ
πράξεως, ήτοι το αληθές και το ψεύδος, ανήκουσιν εις το αυτό γένος με
το αγαθόν και το κακόν, διαφέρουσι δε μόνον κατά το ότι εκείνα είναι
απόλυτα, ταύτα δε είναι προς τι άτομον αγαθά ή κακά (σχετικά).
7. Τα δε κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα {345} ο νους τα νοεί καθώς όταν νοή
την σιμότητα {346}• καθό σιμότητα δεν την νοεί χωριστά από την ρίνα,
καθό όμως κοιλότητα, εάν την νοή ενεργεία, την νοεί άνευ της σαρκός,
εις την οποίαν είναι η κοιλότης. Ούτω και τα μαθηματικά όντα, όταν ο
νους νοή αυτά, τα νοεί κεχωρισμένα, καίτοι δεν είναι καθ' εαυτά
κεχωρισμένα από των σωμάτων.
8. Εν γένει ο ενεργεία νους, όταν νοή τα πράγματα, είναι αυτά τα
πράγματα. Αλλ' άρά γε δύναται ο νους, μη ων αυτός κεχωρισμένος από
μεγέθους (του σώματος), να νοή τα κεχωρισμένα ή όχι; Περί τούτου θα
εξετάσωμεν ύστερον.
***
{327} Το κεφάλαιον τούτο έχει πολλά τα ασυνάρτητα, φαίνεται δε ότι
συγκρίνει τον θεωρητικόν και τον πρακτικόν νουν.
{328} Ούτως η επιστήμη έρχεται τω μαθητή εκ διδασκάλου κατέχοντος και
διδάσκοντος ή εφαρμόζοντος αυτήν.
{329} Το τετελεσμένον δεν χρήζει πλέον κινήσεως, ίνα φθάση εις τα
τέλος του, εις την τελειότητα του, αλλ' ενεργεί άλλως.
{330} Χωρίς να καταφάσκωμεν ή να αρνώμεθα την ύπαρξιν ή τα προσόντα
αυτών (απλούν αίσθημα).
{331} Δεύτερος βαθμός του αισθητικού (συναίσθημα).
{332} Τρίτος βαθμός του αισθητικού (ορμή προς ενέργειαν), ότε η απλή
έννοια μεταβάλλεται εις κρίσιν, λαμβάνει θεωρητικώς την μορφήν
καταφάσεως ή αρνήσεως, πρακτικώς δε την της διώξεως ή φυγής. Εκεί
έχομεν αλήθειαν ή ψεύδος, εδώ δε αγαθόν ή κακόν.
{333} Εξακολουθεί την σύγκρισιν νου και αισθήσεως.
{334} Ουχί πλέον εξωτερικόν τι, αλλ' εικών την οποίαν η ψυχή έχει εν
εαυτή.
{335} Αι εικόνες είναι προς τον νουν ό,τι αι μεταβολαί της κόρης
είναι προς την όρασιν, και ό,τι αι του ωτός είναι προς την ακοήν. Αι
εικόνες μεσολαβούσιν ως διάμεσα, όπως η κόρη ή το ους.
{336} Είναι η κοινή αίσθησις, η συνενούσα απάσας τας αντιλήψεις και
δρώσα επί των αισθημάτων ως ο νους επί των εικόνων.
{337} Όπως η κοινή αίσθησις είναι ως κέντρον ή όριον, ένθα συγχέονται
αι διάφοροι αισθήσεις, ούτω και ο νους είναι το όριον, ένθα
συνενούνται αι διάφοροι εικόνες ή παραστάσεις.
{338} Διά τούτων ο Αριστοτέλης φαίνεται εξηγών, ότι, όπως αι
ποιότητες συμπλέκονται έν τινι πράγματι και αποτελούσιν ενιαίον τι
αντικείμενον, ούτως υποκειμενικώς αποτελούσι μίαν και την αυτήν
έννοιαν ή σύλληψιν. Κατά την σημασίαν είναι αι αυταί, διαφέρουσι δε
μόνον κατά τον τρόπον της υπάρξεως.
{339} Τα οποία η αίσθησις αμέσως αντιλαμβάνεται.
{340} Πρώτος βαθμός, η όψις.
{341} Δεύτερος βαθμός, η κοινή αίσθησις γνωρίζουσα την κίνησιν.
{342} Τρίτος βαθμός, ο νους.
{343} Τον οποίον δέον ν' αποφύγη, και ο νους αποφασίζει ν' αποφύγη.
{344} Ουχί πλέον διά των εικόνων παρόντων αντικειμένων.
{345} Την γραμμήν, επιφάνειαν κλπ., τα οποία νοούνται άνευ των
φυσικών σωμάτων, των οποίων είναι πέρατα.
{346} Σιμή λέγεται η ανασεσυρμένη και κοίλη ρις, τουναντίον δε
λέγεται γρυπή.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
&Συγκεφαλαίωσις των περί της αισθητικής και της νοητικής ψυχής
λεχθέντων. — Η ψυχή είναι τρόπον τινά τα όντα.— Φύσις του νοητού και
του αφηρημένου. — Το έργον της αισθήσεως και της φύσεως.— Άνευ
εικόνων ο νους δεν νοεί.&
1. Τώρα δε συγκεφαλαιώσαντες τα λεχθέντα περί ψυχής, λέγομεν πάλιν,
ότι η ψυχή είναι τρόπον τινά πάντα τα όντα. Διότι πάντα τα όντα είναι
ή αισθητά ή νοητά {347} και η μεν επιστήμη είναι τρόπον τινά τα
επιστητά (νοητά), η δε αίσθησις είναι τα αισθητά.
2. Πρέπει δε να εξετάσωμεν πώς τούτο είναι δυνατόν. Η επιστήμη και η
αίσθησις διαιρούνται εκάστη κατά τα πράγματα (τα αντικείμενα αυτών),
η μεν δυνάμει {348} κατά τα εν δυνάμει όντα πράγματα, η δε ούσα
ενδελεχεία κατά τα εν εντελεχεία όντα πράγματα. Το αισθητικόν δε και
το επιστημονικόν μέρος της ψυχής είναι δυνάμει αυτά τα πραγματικά
αντικείμενα, τούτο μεν το επιστητόν, εκείνο δε το αισθητόν
αντικείμενον. Αναγκαίως άρα η ψυχή είναι ή αυτά τα πράγματα ή τα είδη
αυτών. Αυτά μεν τα πράγματα δεν είναι βεβαίως η ψυχή, διότι ουχί ο
λίθος (η ύλη), αλλά το είδος είναι εν τη ψυχή. Ώστε η ψυχή είναι
καθώς η χειρ. Διότι και η χειρ είναι το όργανον των άλλων οργάνων,
και ο νους είναι το είδος των (νοητών) ειδών {349} και η αίσθησις το
είδος των αισθητών.
3. Επειδή όμως εκτός των αισθητών μεγεθών (των εχόντων έκτασιν) ουδέν
πράγμα υπάρχει κεχωρισμένον, ως υποτίθεται {350}• άρα τα νοητά είναι
εις τα αισθητά είδη• λέγω δε νοητά τα κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα και όσα
είναι έξεις και πάθη (ιδιότητες και μεταβολαί) των αισθητών
πραγμάτων. Και διά τούτο η ψυχή, εάν δεν ησθάνετο, ουδέν απολύτως
ήθελε μάθει ή εννοήσει• και όταν θεωρή τι, ανάγκη είναι να θεωρή και
εικόνα τινά της φαντασίας. Διότι αι εικόνες είναι είδος αισθημάτων,
αλλ' άνευ ύλης. Είναι δε η φαντασία διάφορος από την κατάφασιν και
την άρνησιν διότι μία συμπλοκή εννοιών εις κρίσιν {351} είναι το
αληθές και το ψεύδος. Αλλά κατά τι διαφέρουσιν αι πρώται έννοιαι
{352}, ώστε να μη συγχέωνται με τας εικόνας της φαντασίας; Βεβαίως αι
έννοιαι αυταί δεν είναι εικόνες, αλλά και δεν είναι άνευ εικόνων.
***
{347} Και επομένως ψυχικά.
{348} Όταν η αίσθησις ή ο νους είναι μόνον δυνάμει, δεν αισθάνονται
ούτε νοούσι πράγματι τα όντα. Ταύτα λοιπόν, καθό αισθητά και νοητά,
δεν είναι τότε, ειμή δυνάμει.
{349} Ο νους είναι προς τα αισθητά είδη, τα οποία δέχεται η αίσθησις,
ό,τι η αίσθησις είναι προς τα αισθητά αντικείμενα, των οποίων δέχεται
το είδος.
{350} Τα είδη δεν είναι χωριστά. O Πλάτων όμως εδίδασκεν ότι αι ιδέαι
έχουσι χωριστήν ύπαρξιν.
{351} Ήτις είναι έργον του νου.
{352} Τα πρώτα νοήματα του νου, τα απλά και αδιαίρετα, χρονικώς είναι
ύστερα των εικόνων, αφού είναι ταύτα αναπόσπαστα από των εικόνων.
Κατ' ουσίαν όμως τα νοήματα είναι υπέρτερα των εικόνων, όσω ο νους
είναι υπέρτερος της φαντασίας και της αισθήσεως. Τα νοήματα είναι
ενέργειαι του νου περί τας υποκειμένας εικόνας. Αι εικόνες καθ'
εαυτάς δεν είναι ούτε αληθείς, ούτε ψευδείς. Αλήθεια και ψεύδος
ανήκει μόνον εις τας κρίσεις ή εις εικόνα, όταν κατηγορήται τι κατ'
αυτής.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
&Περί της κατά τόπον κινήσεως.—Περί των μερών της ψυχής.—Αιτία της
κινήσεως ο νους και η όρεξις ομού.&
1. Επειδή δε η ψυχή των ζώων ορίζεται διά δύο δυνάμεων, ήτοι διά της
κριτικής (ήτις είναι έργον της διανοίας) και της αισθήσεως {353} και
αφ' ετέρου διά της κατά τόπον κινήσεως {354}, περί μεν της αισθήσεως
και του νου αρκούσι τα ειρημένα, περί δε της κινητικής δυνάμεως θα
εξετάσωμεν: τι αρά γε μέρος της ψυχής δύναται να είναι; είναι μέρος
αυτής χωριστόν υλικώς ή νοερώς, ή ολόκληρος η ψυχή (κινεί); και αν
είναι μέρος τι, είναι τούτο ιδιαίτερον και διάφορον από των συνήθως
λεγομένων και τα οποία έχομεν πραγματευθή, ή είναι τι εκ τούτων των
μερών;
2. Αλλά εγείρεται ευθύς η ερώτησις: κατά ποίαν έννοιαν πρέπει να
λέγωμεν ότι η ψυχή έχει μέρη, και πόσα έχει; Διότι φαίνεται τρόπον
τινά ότι είναι άπειρα τα μέρη, και ότι δεν είναι μόνον εκείνα τα
οποία τινες λέγουσι {355} διορίζοντες αυτά, το λογιστικόν, το θυμικόν
και το επιθυμητικόν, κατ' άλλους δε το λογικόν και το άλογον. Διότι
συμφώνως προς τας διαφοράς {356}, κατά τας οποίας κάμνουσι τας
διαιρέσεις ταύτας, θα φανώσι και άλλα μέρη τα οποία έχουσιν έκτασιν
μεγαλυτέραν τούτων, περί ων και τώρα έχομεν είπει• ήτοι το θρεπτικόν,
όπερ υπάρχει και εις τα φυτά και εις όλα τα ζώα, και το αισθητικόν,
όπερ δεν δύναταί τις ευκόλως να κατάταξη ούτε ως άλογον, ούτε ως
λογικόν.
3. Προσέτι υπάρχει το φανταστικόν μέρος, όπερ κατά μεν τον τρόπον του
είναι διαφέρει πάντων των άλλων, αλλά με ποίον των μερών τούτων είναι
το αυτό ή διάφορον είναι πολύ δύσκολον να είπη τις, αν υπολαμβάνη ότι
τα μέρη της ψυχής είναι χωρισμένα απ' αλλήλων. {357} Προς τούτοις
υπάρχει το ορεκτικόν, το οποίον και κατά τον λόγον και κατά την
δύναμιν αυτού φαίνεται ότι είναι διάφορον πάντων των άλλων. Αλλ'
είναι άτοπον να το αποσπάσωμεν απ' αυτών. Διότι και η βούλησις
γεννάται εις το λογικόν μέρος, και η επιθυμία και το πάθος υπάρχει
εις το άλογον. Αλλ' εάν η ψυχή είναι τρία μέρη χωριστά, η όρεξις θα
είναι εις έκαστον αυτών.
4. Και τώρα περί ου πρόκειται ο λόγος, ερωτώμεν: τι είναι το κινούν
κατά τόπον το ζώον; την μεν κίνησιν, ήτις συνίσταται εις αύξησιν και
μείωσιν και ήτις υπάρχει εις πάντα τα ζώα, φαίνεται ότι το κινούν
αυτήν είναι αι δυνάμεις αι υπάρχουσαι εις πάντα, η γεννητική και η
θρεπτική• περί δε της αναπνοής και της εκπνοής και περί ύπνου και
εγρηγόρσεως θα εξετάσωμεν ύστερον, διότι και ταύτα έχουσι πολλάς
δυσκολίας.
5. Αλλά περί της τοπικής κινήσεως πρέπει να εξετάσωμεν ποίον είναι το
αίτιον το δίδον την κίνησιν, καθ' ην το ζώον πορεύεται. Ότι μεν τούτο
δεν είναι η θρεπτική δύναμις, είναι φανερόν διότι η κίνησις αύτη, η
πορεία γίνεται πάντοτε προς σκοπόν τινα και ομού με φαντασίαν τινά ή
όρεξιν. Διότι ουδέν ον κινείται, εάν δεν επιθυμή ή εάν δεν αποφεύγη
τι, εκτός εάν διά βίας εξωτερικής κινήται. Άλλως και αυτά τα φυτά θα
ηδύναντο να κινώνται, και θα είχον όργανόν τι κατάλληλον προς την
κίνησιν ταύτην. {358}
6. Ομοίως δε ούτε η αισθητική δύναμις (κινεί τοπικώς)• διότι
υπάρχουσι πολλά ζώα, τα οποία έχουσι μεν αίσθησιν, αλλά μένουσι
διαρκώς ακίνητα. Αν λοιπόν η φύσις τίποτε δεν κάμνη ματαίως
(ασκόπως), αλλά και ουδέποτε στερεί τι εκ των αναγκαίων, εκτός εις τα
ανάπηρα και ατελή όντα. Αλλά τα ζώα περί ων πρόκειται είναι τα
τέλεια, ουχί δε ανάπηρα. Απόδειξις τελειότητος είναι το ότι δύνανται
να γεννώσιν (όμοια) και να ακμάζωσι και αποθνήσκωσιν, ώστε έπρεπε να
έχωσι και τα όργανα πορείας.
7. Αλλά προσέτι ούτε η συλλογιστική δύναμις ούτε ο ονομαζόμενος νους
{359} είναι ο κινών τοπικώς. Διότι ο μεν θεωρητικός νους δεν νοεί
κανέν εξ εκείνων, τα οποία μέλλουσι να πραχθώσιν, ουδέ λέγει τι περί
εκείνου, όπερ δέον να απαφεύγωμεν ή να επιδιώκωμεν, ενώ η κίνησις
ανήκει εις το ον το φεύγον ή επιδιώκον πράγμα τι. Τουναντίον, όταν
θεωρή τις πράγμα τι, ο νους ουδέ τότε επιτάσσει να διώκωμεν ή να
φεύγωμεν αυτό, λ.χ. πολλάκις διανοείται τι τρομερόν ή ηδύ πράγμα,
αλλά δεν διατάττει να το φοβώμεθα, η καρδία όμως κινείται, αν δε το
πράγμα είναι ευάρεστον, άλλο όργανον κινείται.
8. Προσέτι δε και όταν προστάττη ο νους και λέγη η διάνοια να
αποφεύγη ή να επιζητή τις τι, δεν κινείται, αλλά πράττει κατά την
επιθυμίαν του, ως ο ακρατής. Και γενικώς βλέπομεν ότι εκείνος, όστις
γνωρίζει την ιατρικήν, δεν θεραπεύει (πάντοτε), διότι κάτι άλλο παρά
την ιατρικήν δύναται να ενεργή, σύμφωνα με την επιστήμην. {360}Αλλ'
ακόμη ούτε η όρεξις είναι η αρχή η κυρία {361} της κινήσεως ταύτης•
διότι οι εγκρατείς, αν και ορέγονται και επιθυμούσι, δεν πράττουσιν
όμως εκείνα τα οποία επιθυμούσιν, αλλ' υπακούουσιν εις τον νουν.
***
{353} το κριτικόν λοιπόν, περιλαμβάνει το αισθητικόν, το
φανταστικόν και το διανοητικόν.
{354} Περί του θρεπτικού θα ομιλήση έπειτα.
{355} O Πλάτων.
{356} O Πλάτων ως βάσιν των διαιρέσεων τούτων της ψυχής ελάμβανε τας
χρείας του σώματος.
{357} O Πλάτων θέτει το λογιστικόν εις την κεφαλήν, τον θυμόν εις το
στήθος και την επιθυμίαν εις το υπογάστριον.
{358} Αν η θρέψις ήτο η αιτία της τοπικής κινήσεως, έπρεπε και τα
φυτά να κινώνται, διότι και αυτά τρέφονται.
{359} Όστις μόνον έργον έχει το νοείν.
{360} Ουχί η επιστήμη αλλ' η φύσις θεραπεύει. Η επιστήμη εξηγεί τας
αρχάς και τους νόμους της ενεργείας της φύσεως.
{361} Ούτε η όρεξις ούτε ο λόγος κεχωρισμένοι, αλλά μόνον ηνωμένοι (η
λογική όρεξις) είναι η αρχή της κινήσεως [του πράττειν] εν τοις
ανθρώποις.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.
&Το κινούν το ζώον είναι η όρεξις, ήτις περιλαμβάνει την βούλησιν και
τον νουν. Την όρεξιν κινεί το ορεκτόν αντικείμενον. Τούτο είναι το
πρώτον κινούν, το κινούν, όπερ, ακίνητον αυτό, κινεί το άλλο.&
1. Φαίνεται {362} λοιπόν, ότι δύο είναι τα κινούντα το ζώον, η όρεξις
ή ο νους, εάν υποτεθή ότι και η φαντασία είναι νόησίς τις {363},
διότι πολλά άλλα, εναντία της λογικής γνώσεως {364}, επακολουθούσιν
εις τας εικόνας της φαντασίας, και εις τα άλογα ζώα δεν υπάρχει μεν
νόησις και συλλογισμός, αλλ' όμως υπάρχει η φαντασία. {365} Άρα μόνα
τα δύο ταύτα δύνανται να κινώσι τοπικώς, ο νους και η όρεξις.
2. Νουν δε λέγω εδώ τον συλλογιζόμενον χάριν σκοπού τινος, και
αφορώντα εις την πράξιν νουν, όστις διαφέρει από τον θεωρητικόν,
διότι έχει ηθικόν σκοπόν. {366} και πάσα όρεξις έχει σκοπόν τινα, το
δε πράγμα του οποίου υπάρχει όρεξις γίνεται αρχή της κινήσεως. O
τελικός σκοπός είναι η αρχή της πράξεως {367}. Ώστε ευλόγως αύται αι
δύο δυνάμεις, η όρεξις και ο πρακτικός νους φαίνεται ότι είναι αιτίαι
της κινήσεως. Διότι το αντικείμενον της ορέξεως (το ορεκτόν) κινεί
ημάς, διά τούτου δε και η διάνοια κινεί, διότι το ορεκτόν είναι η
αρχή αυτής.
3. Και η φαντασία δε, όταν κινή το ζώον, δεν το κινεί άνευ ορέξεως.
Ούτω λοιπόν έν είναι το αίτιον της κινήσεως της ορεκτικής δυνάμεως,
το αντικείμενον αυτής. Διότι, αν υπήρχον δύο αίτια κινήσεως, ο νους
και η όρεξις, θα παρήγον κίνησιν κατά κοινήν τινα ιδέαν. Αλλ' όμως ο
μεν νους αληθώς δεν φαίνεται ότι κινεί άνευ της ορέξεως. Διότι και η
βούλησις είναι όρεξις {368} και όταν το έμψυχον κινήται κατά
συλλογισμόν τινα κινείται και κατά βούλησιν. Η όρεξις όμως κινεί εις
πράξεις και εναντίον του λόγου {369}, διότι η επιθυμία είναι {370}
όρεξίς τις.
4. Ο νους λοιπόν πάντοτε είναι ορθός, η όρεξις όμως και η φαντασία
είναι άλλοτε ορθαί, άλλοτε δε ουχί ορθαί. Διά τούτο το ορεκτόν
αντικείμενον πάντοτε κινεί εις πράξεις και είναι ή το (πραγματικόν)
αγαθόν {371} ή το φαινόμενον ως αγαθόν {372} και ουχί παν αγαθόν
{373} αλλά μόνον το αγαθόν το πρακτόν (όπερ δέον να πράττηται), το
πρακτόν δε τούτο αγαθόν είναι το δυνάμενον να είναι άλλως παρ' ό,τι
είναι {374}.
5. Είναι λοιπόν φανερόν, ότι η δύναμις της ψυχής η καλουμένη όρεξις
είναι η αιτία της κινήσεως εις πράξιν {375}, αλλά κατά τους
αναλύοντας τα μέρη της ψυχής, εάν αναλύωσι και χωρίζωσι κατά τας
δυνάμεις αυτής γίνονται πάμπολλα μέρη, το θρεπτικόν, το αισθητικόν,
το νοητικόν, το βουλευτικόν και το ορεκτικόν ταύτα δε διαφέρουσι
μεταξύ των περισσότερον παρά το επιθυμητικόν και το θυμικόν.
6. Καίτοι δε ορέξεις δύνανται να είναι εναντίαι προς αλλήλας, ως
συμβαίνει, όταν είναι εναντία ο λόγος και αι επιθυμίαι {376}, γίνεται
τούτο μόνον εις τα όντα τα οποία έχουσι το αίσθημα του χρόνου. Διότι
ο μεν νους διατάττει να ανθιστάμεθα διά το μέλλον (διά τα
επακόλουθα), η δε επιθυμία αποβλέπει εις το παρόν{377}, διότι εις
ταύτην φαίνεται το παρόν ευάρεστον (η στιγμιαία ηδονή) ως το απολύτως
ευάρεστον και ως το απολύτως αγαθόν, διότι δεν βλέπει το μέλλον{378}.
Διά ταύτα κατ' είδος {379} μεν είναι μία η αρχή η κινούσα, ήτοι το
ορεκτικόν μέρος καθό ορεκτικόν. Αριθμητικώς όμως πολλαί κινητικαί
δυνάμεις δύνανται να είναι εν αυτή. Αλλά πρώτον πάντων των κινούντων
είναι το ορεκτόν αντικείμενον, διότι τούτο, χωρίς να κινήται, κινεί
καθ' όσον νοείται ή συλλαμβάνεται υπό της φαντασίας. Κατ' αριθμόν
όμως τα κινούντα εις πράξιν, ορεκτά και ορεκτικά, είναι περισσότερα
{380}.
7. Επειδή δε τρεις όροι διακρίνονται, πρώτον το κινούν, δεύτερον το
όργανον, δι' ου τούτο κινεί, και τρίτον το κινούμενον πράγμα, εκ
τούτων το μεν κινούν είναι διττόν, αφ' ενός μεν είναι έν στοιχείον
ακίνητον, εξ άλλου δε είναι έν στοιχείον κινούν και κινούμενον. Και
το μεν ακίνητον κινούν είναι το πρακτέον αγαθόν, το δε κινούν και
κινούμενον είναι η ορεκτική δύναμις, διότι το ον το ορεγόμενον
κινείται καθ' όσον ορέγεται, και η όρεξις είναι μία κίνησις καθ' όσον
είναι ενέργεια (του ορεκτικού). Το δε κινούμενον είναι το ζώον• το
όργανον δε, δι' ου κινεί η όρεξις, τούτο είναι όργανον σωματικόν (η
καρδία κλπ.). Αλλά περί τούτου θα εξετάσωμεν όταν και τας κοινάς
σώματος και ψυχής λειτουργίας θα θεωρήσωμεν.
8. Τώρα δε δυνάμεθα να είπωμεν κεφαλαιωδώς, ότι η κίνησις είναι
οργανική εκεί όπου είναι έν η αρχή και το τέλος, ως εις τον
γιγγλυμόν. {381} Διότι εις ένα γιγγλυμόν το κυρτόν και το κοίλον
είναι το έν μεν τέλος, το δε άλλο είναι αρχή. Και διά τούτο το μεν
μένει ακίνητον, το δε κινείται, και ενώ είναι νοητώς ταύτα
διακεκριμένα, πραγματικώς είναι αχώριστα. Διότι πάσαι αι κινήσεις
γίνονται δι' απώσεως και έλξεως. Και πρέπει διά τούτο έν σημείον να
μένη ακίνητον, όπως είναι το κέντρον εν τω κύκλω, και εκ τούτου να
αρχίζη η κίνησις {382}.
9. Εν γένει λοιπόν, ως είπομεν, το ζώον δύναται να κινή εαυτό μόνον
καθ' όσον είναι ορεκτικόν (έχει όρεξιν), αλλά δεν δύναται να έχη
όρεξιν άνευ φαντασίας, πάσα δε φαντασία είναι ή λογική ή αισθητική,
{383} Ταύτης δε μετέχουσι και τα άλλα ζώα και ο άνθρωπος {384}.
***
{362} Το πρώτον αίτιον της κινήσεως είναι το αντικείμενον της
ορέξεως, το ορεκτόν πράγμα.
{363} Ουχί νους, αλλ' ενέργεια του νου.
{364} Διότι, ως είπεν ανωτέρω, ο νους του ανθρώπου ουδέν δύναται να
συλλάβη άνευ εικόνος.
{365} Ήτις αναπληρούσα τον νουν γεννά την κίνησιν.
{366} Ούτος είναι ο επιτακτικός λόγος (φρόνησις επιτακτική. Ηθ.
Νικομ., VI 102.) O θεωρητικός λόγος αντικείμενον έχει την αναγκαίαν
αλήθειαν, ο δε πρακτικός το ενδεχόμενον και αιρετόν.
{367} Το τέλος της πράξεως είναι ελατήριον ή αφετηρία.
{368} Η βούλησις είναι όρεξις διανοητική ή ορθή ή μετά λόγου.
{369} Και διά τούτο όρεξις και λόγος δεν παράγουσι κίνησιν κατά
κοινήν μορφήν.
{370} Ζωηρά όρεξις.
{371} Όπερ κινεί τον νουν.
{372} Όπερ κινεί την επιθυμίαν και τον θυμόν.
{373} Δεν είναι το απόλυτον και το αΐδιον αγαθόν.
{374} Είναι το μερικόν αγαθόν, όπερ δύναται να γίνη και να μη γίνη,
και είναι αγαθόν πρός τινα και ουχί πάντοτε αγαθόν.
{375} Εν τη ψυχή• πρώτη δε αιτία είναι το ορεκτόν.
{376} Και ανωτέρω ερρήθη: Καθ' όσον η όρεξις γεννάται εκ του λόγου,
ή του θυμικού, ή της επιθυμίας, εμφανίζεται υπό τρεις ενεργείας.
{377} Μόνος ο άνθρωπος έχει συνείδησιν του χρόνου κατά τας τρεις
διαστάσεις, τα άλλα δε ζώα κατά συμβεβηκός αισθάνονται τον χρόνον,
αισθανόμενα πρότερα παθήματα.
{378} Πρέπει πρώτον να νοήση τις ή να παραστήση εαυτώ αντικείμενον,
ίνα έπειτα ορεχθή αυτού.
{379} Αντιθέτως προς το κατ' αριθμόν.
{380} Ούτω πηγή της ορέξεως είναι ο νους ή η αίσθησις ή η φαντασία.
{381} Γιγγλυμός λέγεται, ως γνωστόν, η διάρθρωσις των οστών, καθ' ην
το μέλος κινείται κατά μίαν διεύθυνσιν, ως είναι η του αγκώνος και
της κνήμης.
{382} Ούτω και εν τω ζώω ανάγκη να μένη τι εν τω μέσω και από τούτου
να γίνηται η κίνησις των μερών.
{383} Η αισθητική υπάρχει και εις τα άλογα ζώα, η δε λογική μόνον εις
τους ανθρώπους, οίτινες αντεξετάζουσι διαφόρους παραστάσεις και
κρίνουσι ποία είναι η προτιμοτέρα. Ο νους είναι το ακίνητον, όπερ
κινεί και ωθεί. Το ορεκτόν αντικείμενον έλκει την όρεξιν
{384} O λόγος ή ο νους καθ' όσον ενεργεί εν τω κύκλω της γνώσεως
λέγεται θεωρητικός, ενεργών δ' εν τω κύκλω της ηθικότητας λέγεται
πρακτικός. Έργον του μεν θεωρητικού είναι να κρίνη μεταξύ αληθείας
και ψεύδους, του δε πρακτικού μεταξύ αγαθών και κακών. Εκείνος
γινώσκει μόνον, ούτος κρίνει, σταθμίζει, εκτιμά, βουλεύεται,
αποφασίζει και προστάττει. Η αρετή τούτου είναι η φ ρ ό ν η σ ι ς,
αντικείμενον δε τα πρακτά αγαθά, τα καθ' έκαστον, αντιθέτως προς τον
θεωρητικόν, όστις αντικείμενον έχει τα καθ' όλου, τας αρχάς και τους
νόμους. O πρακτικός λόγος και τα προστάγματα αυτού είναι αχώριστα από
της βουλήσεως. Ως νομοθετική δύναμις ούτος οδηγεί και φωτίζει την
βούλησιν, ήτοι την προς το αγαθόν προσπάθειαν, ης κατωτάτη μορφή
είναι η ορμή, υψίστη δε η λογική όρεξις. Τα συστατικά στοιχεία της
ηθικής βουλήσεως είναι ο πρακτικός λόγος ή νους και η όρεξις, της
ορέξεως ή επιθυμίας συστατικά στοιχεία είναι: 1) παράστασίς τις ή
γνώσις, «το ορεκτικόν ουκ άνευ φαντασίας»• 2) συναίσθημα ηδονής ή
άλγους• 3) προσπάθεια ή ενέργεια. Η όρεξις περιέχει αίρεσιν ή φυγήν,
το αντικείμενον δ' αυτής είναι το ελατήριον της πράξεως. Αλλ' όπως
μόνος ο λόγος δεν γεννά πράξιν, ούτως η επιθυμία μόνη δεν είναι
λογική και ηθική. Διά τούτο ο Αριστοτέλης ορίζει την προαίρεσιν
όρεξιν διανοητικήν ή νουν ορεκτικόν, ορίζει δηλ. ότι η ηθική βούλησις
είναι σύνθετος εκ λόγου και ορέξεως. Και ο λόγος ενταύθα ενεργεί εν
μορφή πρακτικού συλλογισμού, ου το συμπέρασμα είναι επιτακτικόν• λ.
χ. «πάντες οι πολίται οφείλουσι να υπακούωσι τοις νόμοις». Εγώ είμαι
πολίτης, άρα οφείλω κλπ. Εκ των όρων του συλλογισμού τούτου, ουχί ο
μείζων και γενικός, αλλ' ο ελάσσων, η μερική έννοια είναι η κινούσα
εις πράξιν• ο λόγος, δι' ον υπακούω τοις νόμοις, είναι ότι εγώ ειμι
πολίτης (Όρα το τέλος του επομένου κεφαλαίου).
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'
&Περί ατελών ζώων.— Και αυτά έχουσι φαντασίαν αισθητικήν, αόριστον δε
αιτίαν κινήσεως.— Βούλησις και λόγος.&
1. Πρέπει δε να εξετάσωμεν και περί των ατελών ζώων {385} ποίον είναι
το αίτιον το κινούν τα ζώα, τα οποία μόνην αίσθησιν έχουσι την αφήν.
Είναι δυνατόν να έχωσι ταύτα φαντασίαν και επιθυμίαν ή ουχί; Διότι
φαίνεται ότι αισθάνονται λύπην και ηδονήν, εάν δε έχωσι ταύτα, τότε
αναγκαίως έχουσι και επιθυμίαν {386}.Αλλά φαντασία πώς δύναται να
υπάρχη εις τα ζώα; Ή πρέπει να απαντήσωμεν, ότι όπως ταύτα κινούνται
απροσδιορίστως {387} ούτω και η δύναμις αύτη υπάρχει μεν εν αυτοίς,
αλλά κατά τρόπον αόριστον;
2. Η αισθητική λοιπόν φαντασία υπάρχει, ως είπομεν, και εις τα
κατώτερα ζώα, η βουλευτική όμως μόνον εις τα λογικά ζώα υπάρχει.
Διότι, το αν πρέπει τις να πράξη τούτο ή εκείνο, είναι έργον βεβαίως
συλλογισμού• και πρέπει αναγκαίως να μετρή πάντα με έν μέτρον {388},
διότι επιδιώκει πάντοτε το μεγαλύτερον αγαθόν {389}, και ούτω δύναται
εκ πολλών εικόνων ν' αποτελή μίαν παράστασιν {390}. Αίτιον δε του να
νομίζηται, ότι τα ατελή ζώα δεν έχουσι δόξαν (γνώμην), είναι τούτο,
ότι δεν έχουσι την δύναμιν να συμπεράνωσιν εκ συλλογισμού, εν ω η δόξα
περιέχει αυτήν {391}.
3. Διά τούτο η όρεξις αυτών δεν έχει την βουλευτικήν δύναμιν
(αποφασίζουσαν βούλησιν). Αλλ' η όρεξις νικά ενίοτε την βούλησιν και
κινεί εις πράξεις• άλλοτε όμως η βούλησις νικά την όρεξιν, και πάλιν
ως (αναρριπτομένη) σφαίρα, η όρεξις νικά όρεξιν άλλην, ως όταν
επικρατή ακρασία. Αλλά πάντοτε η ανωτέρα {392} δύναμις είναι φύσει
αρχικωτέρα και κινητική. Ώστε η κίνησις δύναται να λάβη τρεις
διευθύνσεις {393}.
4. Το επιστημονικόν (γνωστικόν) όμως μέρος της ψυχής δεν κινείται
{394}, αλλά μένει ακίνητον. Αλλ' επειδή η μεν σύλληψις του καθόλου, η
γενική έννοια, διαφέρει της συλλήψεως του καθ' έκαστα (της μερικής
εννοίας), διότι η μεν πρώτη λέγει γενικώς ότι ο τοιούτος οφείλει να
πράττη ταύτην την πράξιν, η δε ότι ούτος ο ατομικός άνθρωπος οφείλει
να ενεργή ούτως (και εγώ είμαι ατομικός άνθρωπος), αύτη η μερική
έννοια κινεί, ουχί η καθολική (η γενική). Ή αμφότεραι συνδυαζόμεναι
είναι αίτια κινήσεως, αλλ' η μεν μάλλον ως ηρεμούσα, η δε ουχί
ηρεμούσα {395}.
***
{385} λ.χ. των ζωοφύτων, των μαλακίων κλπ.
{386} Άρα έχουσι και όρεξιν επομένως και φαντασίαν.
{387} Προδήλως νοεί κίνησιν εν τη ψυχή. Το ζώον αισθάνεται μόνον, ότι
αντικείμενόν τι προξενεί αυτώ ηδονήν ή λύπην, αλλ' ουδέν γινώσκει
περί του αντικειμένου τούτου, δι' ο πάντα είναι αδιόριστα εν τω ζώω.
{388} Οίον είναι η ηδονή, ή το συμφέρον ή το καθήκον.
{389} O Αριστ. ακολουθών την έννοιαν του μέτρου λέγει το
«μεγαλύτερον».
{390} Το λογικόν αντεξετάζει τας παραστάσεις προς το μέτρον, κρίνει
πολλάκις, και ούτως εκ πολλών συμπεραίνεται έν, μία απόφασις.