9. Εάν δε η αρμονία είναι φωνή τις και αν η φωνή (ο ήχος) και η ακοή

είναι καθ' ένα τρόπον έν (και κατ' άλλον τρόπον δεν είναι έν) {232},

και αν έτι η συμφωνία είναι μερών αναφορά, κατ' ανάγκην και η ακοή

είναι αναφορά μερών. Διά τούτο δε και μηδενίζει την ακοήν πάσα

υπερβολή του οξέος και του βαρέος, ομοίως δε η των χυμών μηδενίζει

την γεύσιν, και την όψιν μηδενίζουσι τα υπερβολικώς λαμπρά ή σκοτεινά

χρώματα, και την όσφρησιν αι ισχυραί οσμαί, είτε γλυκείαι είτε

αηδείς, διότι η αίσθησις είναι αναφορά τις {233}. Διά τούτο τα

πράγματα είναι ευάρεστα, όταν καθαρά όντα και αμιγή ανάγωνται εις την

προσήκουσαν αυτοίς αναλογίαν, ως λ.χ. το οξύ και το γλυκύ ή το

αλμυρόν και εις την αφήν το θερμόν και το ψυχρόν τότε μόνον ταύτα

είναι ευάρεστα. Εν γένει δε το μίγμα είναι η συμφωνία μάλλον παρά το

οξύ ή το βαρύ μόνα. Η αίσθησις είναι η αναφορά αυτών. Πάσα δε

υπερβολή προξενεί άλγος ή καταστρέφει το όργανον.

10. Εκάστη λοιπόν των αισθήσεων είναι αίσθησις του αισθητού

αντικειμένου αυτής, υπάρχει εις το αισθητήριον αυτής ως τοιούτον και

διακρίνει τας διαφόρους ποιότητας του αισθητού αντικειμένου αυτής. Λ.χ.

Η όψις κρίνει το λευκόν και το μέλαν {234} η δε γεύσις το γλυκύ

και το πικρόν ούτω δε και αι άλλαι. Επειδή δε διακρίνομεν το λευκόν

και το γλυκύ {235} και εκάστην των αισθητών ποιοτήτων διά της σχέσεως

της προς μερικήν αίσθησιν, διά τίνος άρά γε μέσου αισθανόμεθα και ότι

διαφέρουσιν αλλήλων αυταί αι αισθηταί ιδιότητες; Αναγκαίως διά τίνος

αισθήσεως, διότι ταύτα είναι αισθητά {236}.

11. Εκ τούτων γίνεται φανερόν, ότι δεν είναι η σαρξ το έσχατον

όργανον της αισθήσεως. Διότι άλλως το κρίνον υποκείμενον έπρεπεν

αναγκαίως να διακρίνη αντικείμενόν τι θίγον αυτό {237}. Αλλ' ούτε

πάλιν διά κεχωρισμένων αισθήσεων δύναταί τις να κρίνη, ότι το γλυκύ

(ο χυμός) είναι διάφορον του λευκού (χρώματος) αλλά πρέπει και αι δύο

αυταί ιδιότητες να είναι φανεραί εις μίαν και την αυτήν αίσθησιν.

Διότι άλλως θα ήτο ως εάν εγώ μεν ησθανόμην το έν πράγμα, συ δε το

άλλο. Και ούτω θα εγίνετο φανερόν ότι ταύτα είναι διάφορα. Άρα πρέπει

μία μόνη δύναμις να λέγη ότι ταύτα είναι διάφορα• διότι το γλυκύ

είναι πράγματι διάφορον από το λευκόν. Λέγει άρα τούτο η αυτή

δύναμις, ώστε όπως το λέγει, ούτω το νοεί και το αισθάνεται.

12. Ότι λοιπόν δεν είναι δυνατόν με χωρισμένας αισθήσεις να κρίνωμεν

χωριστά πράγματα είναι φανερόν, ότι δε ούτε εις κεχωρισμένον χρόνον

δυνάμεθα να κρίνωμεν είναι φανερόν εκ τούτων. Διότι όπως το αυτό

ον {238} εν ημίν λέγει ότι το αγαθόν και το κακόν είναι διάφορα, ούτω

λέγει {239} ότι το έν είναι διάφορον του άλλου καθ' ην στιγμήν (ότε)

λέγει ότι είναι διάφορον. Το δε ότε δεν λαμβάνω εδώ κατά συμβεβηκός,

εννοώ δηλ. ότι το τώρα λ.χ. εν τη φράσει: λέγω τώρα ότι είναι

διάφορον, δεν λέγω, ότι &τώρα& ότε ομιλώ είναι διάφορον, αλλά το αυτό

εφαρμόζεται εις το πράγμα, λέγω δηλ. τώρα και άμα λέγω ότι τώρα είναι

αυτά διάφορα, λέγω άρα ότι συνάμα υπάρχουσι ταύτα. Ώστε τα δύο είναι

αχώριστα και εις αχώριστον χρόνον {240}.

13. Αλλά είναι αδύνατον να λαμβάνη συγχρόνως εναντίας κινήσεις το

αυτό πράγμα {241} καθ' ο ον αδιαίρετον και εις χρόνον αδιαίρετον.

Διότι, εάν το γλυκύ κινή την αίσθησιν ή την νόησιν κατά τούτον τον

τρόπον, το πικρόν τας κινεί κατ' εναντίον {242} και το λευκόν κατ'

άλλον διάφορον τρόπον. Είναι λοιπόν το κρίνον αριθμητικώς αδιαίρετον

άμα και αχώριστον {243}, αλλά κεχωρισμένον κατά τον τρόπον της

υπάρξεώς του {244}. Τότε δύναται κατά τινα τρόπον ως διαιρετόν να

αισθάνηται τα διηρημένα {245} και κατ' άλλον ως αδιαίρετον να

αισθάνηται τα αδιαίρετα, διότι κατά μεν την ουσίαν είναι διαιρετόν,

κατά δε τον τόπον και τον αριθμόν είναι αδιαίρετον {246}• ή δεν είναι

δυνατόν τούτο; Διότι δυνάμει {247} το αυτό και αδιαίρετον πράγμα

δύναται να περιέχη εναντίας ιδιότητας, κατά την ενέργειαν όμως όχι,

αλλά, όταν είναι ενεργεία, γίνεται διαιρετόν (χωρίζεται) και δεν

είναι δυνατόν να είναι λευκόν άμα και μέλαν. Ώστε λοιπόν ούτε τα

αισθητά είδη (του μέλανος και του λευκού) δύνανται να πάσχωσι τα

εναντία ταύτα, αν η αίσθησις και η νόησις είναι τοιαύτα είδη.

/14./

15. Αλλ' ενταύθα συμβαίνει μάλλον ό,τι και εις την στιγμήν (σημείον),

ως καλούσι τινες αυτήν, ήτις είναι αδιαίρετος καθ' όσον είναι μία και

διαιρετή καθ' όσον είναι δύο {248}. Καθό λοιπόν αδιαίρετος η κρίνουσα

αρχή είναι μία και σύγχρονος με την αίσθησιν, καθό δε διαιρετή δεν

είναι έν, διότι το αυτό σημείον μεταχειρίζεται δις {249} και

συγχρόνως. Καθ' όσον λοιπόν μεταχειρίζεται το άκρον (της συναντήσεως)

ως δύο, διακρίνει δύο πράγματα, και ταύτα είναι κεχωρισμένα προς

αυτήν ως κεχωρισμένην δύναμιν΄{250}. Αλλά, καθ' όσον θεωρεί το σημείον

ως έν, αύτη κρίνει μεμονωμένως και συγχρόνως με την αίσθησιν. Περί

της αρχής λοιπόν, καθ' ην λέγομεν ότι το ζώον είναι αισθητικόν,

αρκούσιν οι ρηθέντες προσδιορισμοί {251}.

***

{218} Η ενέργεια της αισθητικής αντιλήψεως δεν τελειούται εν τοις

εξωτερικοίς αισθητηρίοις, αλλ' εν τη κοινή αισθήσει. Εκάστη ατομική

αίσθησις αντιλαμβάνεται ίδιον αισθητόν, χρώμα η όρασις, ήχον η ακοή,

οσμήν η όσφρησις κτλ.• αλλά ταύτα είναι αισθηταί ποιότητες, ουχί

αντιλήψεις. Διά της όψεως λ.χ. έχομεν το αίσθημα του πρασίνου, αλλ'

ουχί την παράστασιν μήλου, ήτις αποτελείται εκ διαφόρων διορισμών

χρώματος, σκληρότητος, γεύσεως, μεγέθους κλπ. Οι διορισμοί όμως ούτοι

ενούνται είτα εις έν και αποτελούσι συγκεκριμένον τι αντικείμενον, το

μήλον. Την λειτουργίαν ταύτην της ενώσεως των διαφόρων ποιοτήτων

εκτελεί η κ ο ι ν ή α ί σ θ η σ ι ς . Επομένως μία των λειτουργιών

ταύτης είναι, ο σχηματισμός αντιλήψεων ή παραστάσεων. Δι' αυτής πάλιν

αναγνωρίζομεν ότι μερικά αισθήματα ανήκουσιν εις ημάς, δι' αυτής

γινώσκομεν ό,τι βλέπομεν, ακούομεν κτλ. Ούτως η συνείδησις είναι άλλη

λειτουργία της κοινής αισθήσεως. Αυτή πάλιν αντιλαμβάνεται τα κοινά

αισθητά αντικείμενα, ήτοι στάσιν, κίνησιν, αριθμόν, σχήμα και

μέγεθος, τα οποία καλούνται κοινά, διότι είναι αντιληπτά αμέσως υπό

της κοινής αισθήσεως και εμμέσως υπό των ατομικών αισθήσεων. Πάλιν αι

ατομικαί αισθήσεις δίδουσιν ημίν χρώμα, ήχον κλπ., αλλά δεν

διακρίνουσι μεταξύ ηδέος λ.χ. και λευκού, ούτε διαστέλλουσι

διαφόρους βαθμούς πικρίας. Τούτο είναι έργον κρίσεως και αποδίδεται

υπό του Αριστοτέλους εις την κοινήν αίσθησιν. Η διάκρισις μεταξύ

αληθούς και ψευδούς, μεταξύ πραγματικού και μη πραγματικού εις τας

αντιλήψεις ημών γίνεται υπό της κοινής αισθήσεως. Το αίσθημα, επειδή

είναι γεγονός μόνον και ως αισθητική κίνησις δεν ποιεί κρίσιν, είναι

πάντοτε αληθές, αλλά όταν η αισθητή ποιότης κατηγορήται κατά τινος

και σχηματίζηται κρίσις, τότε είναι δυνατή η πλάνη.— Της κοινής

αισθήσεως το διάμεσον είναι το αίμα και τα μερικά αισθητήρια, όργανον

δε είναι η καρδία.

{219} Τα χρώμα θα βλέπη 1ον η συνήθης όψις και 2ον η όψις της όψεως.

{220} Υποτιθεμένου ότι η νέα αίσθησις η βλέπουσα την όψιν θα βλέπηται

και αυτή από την άλλην. Άλλως η νέα αίσθησις, εκείνη ήτις ορά την

όψιν, δεν θα οράται υπό άλλης, αλλά θα ορά αύτη εαυτήν.

{221} Ότι δηλ. η συνήθης όψις ορά και εαυτήν και το χρώμα.

{222} Ούτως, η όψις δεν έχει ανάγκην να βλέπη ως συνήθως, διά να ίδη

πράγματά τινα, λ.χ. εαυτήν.

{223} Επειδή η ενέργεια του αισθητικού είναι η αυτή και του αισθητού,

διότι, αν η αίσθησις αντιληφθή το αισθητόν τούτο, δέον να αντιληφθή

και εαυτήν.

{224} Διότι είναι διάφορα αυτά τα πράγματα, εις α αι ενέργειαι

ανήκουσιν• εκατέρα δε είναι όρος της ετέρας.

{225} λ.χ. ο κώδων δεν ηχεί, ειμή ότε κρούεται.

{226} Εν δυναμική καταστάσει.

{227} Η ενέργεια γίνεται επί όρου τινός εν δυνάμει όντος.

{228} Δυνάμει και ενεργεία.

{229} Η ενέργεια.

{230} Η δύναμις του ενός δεν είναι αναγκαίως συνδεδεμένη με την του

άλλου. Το έν δύναται να διατηρή την δύναμιν του και το άλλο όχι. Αλλ'

η ε ν έ ρ γ ε ι α του ενός είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη με την του

άλλου.

{231} Ίσως ο Εμπεδοκλής, ο Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας.

{232} Ενεργεία όντα είναι έν, δυνάμει όμως όντα είναι διάφορα.

{233} Και τι άλλο είναι η αίσθησις ειμή αναφορά και σχέσις του

αισθητού και της αισθήσεως, εάν δε ο είς των όρων τούτων πάθη ή

εκλείψη, συμπάσχει ή συνεκλείπει το όλον, η αναφορά.

{234} Κρίνει ομοειδή, ήτοι χρώματα, όπως και η γεύσις πάλιν ομοειδή,

ήτοι χυμούς.

{235} Ταύτα είναι ετεροειδή. Το λευκόν γνωρίζει η όψις, ουχί η

γεύσις, ήτις πάλιν μόνον το γλυκύ γνωρίζει. Απαιτείται λοιπόν άλλο

τι, ίνα συγκρίνη και διακρίνη τας ετεροειδείς αντιλήψεις. Τούτο δε το

κρίνον είναι η κοινή εσωτερική αίσθησις κατ' Αριστοτέλην.

{236} Αι αναφοραί όπως και αι διαφοραί των αισθητών δεν είναι

αισθηταί και μόνον το πνεύμα συλλαμβάνει αυτάς. Αν λ.χ. πολλαί

αντιλήψεις αποτελώσιν ενότητα, αν η μία είναι αίτιον και η άλλη

αποτέλεσμα, η ενότης και η σχέσις της αιτιότητος είναι μόνον προς την

συνείδησιν, η δε αίσθησις είναι όλως ξένη προς αυτάς.

{237} Αλλά πώς να κρίνη η αφή το χρώμα και τον ήχον; Αλλά ούτε και

τα άλλα όργανα είναι τα έσχατα αισθητήρια. Ταύτα μεσολαβούσιν.

Έσχατον μόνον είναι η εσωτερική αίσθησις.

{238} Η κρίνουσα αίσθησις ή δύναμις.

{239} λ.χ. περί του λευκού και του γλυκέος.

{240} Η εσωτερική αίσθησις είναι μία και αδιαίρετος σχετικώς προς τας

ειδικάς αισθήσεις και προς τον χρόνον. Εν μια και αδιαιρέτω στιγμή

διακρίνει και κρίνει τας διαφόρους αντιλήψεις.

{241} Η ουσία δέχεται τα εναντία δυνάμει, ουχί όμως συγχρόνως

(ενεργεία).

{242} Διότι το πικρόν είναι εναντίον του γλυκέος, ενώ το λευκόν είναι

απλώς διάφορον.

{243} Είναι δηλ. έν.

{244} Είναι διαιρετόν, καθ' όσον δύναται να γινώσκη συγχρόνως πολλάς

αντιλήψεις, ας συγκρίνει μεταξύ των.

{245} Τας διαφόρους αντιλήψεις.

{246} Καθ' ην στιγμήν τας ενώνει.

{247} Η καθό ύλη.

{248} Το σημείον είναι δύο και άρα διαιρετόν, διότι ον εν τω άκρω

μιας γραμμής δύναται να θεωρηθή και ως αρχή άλλης' ή άλλως το

σημείον, ως κέντρον κύκλου, είναι αρχή και τέλος πασών των ακτίνων,

αίτινες άγονται από του κέντρου εις την περιφέρειαν και τανάπαλιν.

{249} Η κυρία και πρώτη αίσθησις, ενιαίον κέντρον πάντων των

αισθημάτων, δέχεται τας διαφόρους αντιλήψεις διά των 5 αισθητηρίων

και συγκρίνει και διακρίνει αυτάς. Διά ταύτης λοιπόν αισθανόμεθα και

ότι ορώμεν διά της όψεως και ότι ακούομεν διά της ακοής, διότι διά

της δυνάμεως, δι' ης αισθανόμεθα τας διαφοράς των ενεργειών, διά

ταύτης αισθανόμεθα και αυτάς τας ενεργείας.

{250} Καθ' όσον η ψυχή θεωρεί το ενιαίον τούτο πράγμα εκ δυο απόψεων,

ως αρχήν και τέλος, ενεργεί κατά τρόπον διάφορον της αντιλήψεως, αλλά

καθ' όσον το θεωρεί ως έν αντικείμενον, άνευ διαφορών, συμπίπτει με

την ενέργειαν της αντιλήψεως.

{251} Το αίσθημα λοιπόν είναι και αποτελείται καθ' όσον η ενέργεια

του αισθητικού και του αισθητού τίθενται ως έν. Το οράν, ακούειν κλπ.

είναι μ ί α ενέργεια, αλλά κατά την άμεσον ύπαρξιν είναι διαφορά δύο

στοιχείων. Υπάρχει έν σώμα, όπερ λ.χ. ηχεί, και εν υποκείμενον, όπερ

ακούει• η ύπαρξις λοιπόν είναι διπλή, αλλά η ακοή είναι έν και είναι

μία μόνη ενέργεια αμφοτέρων. Ομοίως έχω το αίσθημα του σκληρού, του

ερυθρού τ. έ. το αίσθημα μου είναι σκληρόν ερυθρόν. Ευρίσκω εμαυτόν

ούτω διωρισμένον. Καίτοι η σκέψις λέγει ορθώς ότι εκτός εμού υπάρχει

ερυθρόν σκληρόν πράγμα και ότι τούτο και ο δάκτυλός μου είναι δύο

διάφορα, αλλ' είναι και έν• ο οφθαλμός μου, η όρασίς μου είναι ερυθρά

και το πράγμα. Την διαφοράν και την ταυτότητα ταύτην αποδεικνύει ο

Αριστ. και επιμένει εις αυτήν. Τω όντι η αίσθησις είναι μορφή

ταυτότητος, είναι η κατάλυσις της διακρίσεως, του χωρισμού του

υποκειμενικού και του αντικειμενικού. Το απλούν, η ατομική ψυχή ή το

εγώ αισθανόμενον είναι ενότης διαφορών ή εν ταις διαφοραίς. (Εγέλου

Ιστορία της Φιλοσ. σελ. 382 έκδ. 1833.)

***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

&Περί φαντασίας.— Η αίσθησις και η νόησις διαφέρουσιν αλλήλων.—

Πλάναι αρχαιοτέρων φιλοσόφων. — Διαφοραί φαντασίας από των άλλων

δυνάμεων, αισθήσεως, επιστήμης, νου, δόξης. —Φύσις της φαντασίας.—

Αναφοραί αυτής προς την αίσθησιν.&

1. Επειδή την ψυχήν ορίζουσι κυρίως διά δύο διάφορων χαρακτηριστικών,

ήτοι διά της τοπικής κινήσεως και εξ άλλου διά της νοήσεως, της

κρίσεως και της αισθήσεως, νομίζεται ότι και το νοείν και το φρονείν

είναι είδος τι αισθήσεως, διότι και κατά τας δύο ταύτας ενεργείας η

ψυχή κρίνει και γινώσκει τι εκ των όντων. Και οι αρχαίοι δε έλεγον

ότι είναι το αυτό η νόησις και η αίσθησις. Ούτως ο Εμπεδοκλής είπεν

ότι,«Όταν είναι παρόν (το πράγμα), αυξάνεται η φρόνησις των ανθρώπων»

και αλλαχού «Εκ τούτου συμβαίνει εις αυτούς πάντοτε να σκέπτωνται

περί πραγμάτων διαφόρων». Το αυτό δηλούσι και τα του Ομήρου «Τοιούτος

είναι ο νους».

2. Πάντες δήλα δή ούτοι υπολαμβάνουσιν, ότι η νόησις είναι σωματικόν

τι καθώς η αίσθησις, και ότι το όμοιον αισθάνεται και νοεί το όμοιον,

ως είπομεν εν αρχή της πραγματείας ταύτης. Και όμως ούτοι έπρεπε

συγχρόνως να είπωσι και πώς απατάται η ψυχή {252}, διότι η απάτη

είναι συνηθεστέρα εις τα ζώα, και η ψυχή αυτών περισσότερον χρόνον

ευρίσκεται εν τη απάτη. Δι' ο κατά την θεωρίαν ταύτην ή πρέπει, καθώς

λέγουσί τινες, πάντα όσα φαίνονται, να είναι αληθή ή πρέπει άλλως η

θίξις του ανομοίου να είναι η απάτη, διότι αύτη είναι η γνώμη η

εναντία προς το ότι το όμοιον γνωρίζει το όμοιον. Φαίνεται δε ότι εν

τη περιπτώσει ταύτη και η απάτη και η γνώσις των εναντίων είναι η

αυτή {253}.

3. Ότι λοιπόν δεν είναι το αυτό πράγμα η αίσθησις και η νόησις, είναι

φανερόν διότι της μεν αισθήσεως μετέχουσι πάντα τα ζώα, της δε

νοήσεως ολίγα {254} μόνον. Αλλ' ούτε κατά τούτο είναι το αυτό με την

αίσθησιν η νόησις, εν η διορίζονται το ορθόν και το μη ορθόν, και η

μεν ορθή νόησις είναι φρόνησις και επιστήμη και αληθής δόξα {255}, η

δε μη ορθή νόησις τα εναντία τούτων. Δήλα δή η μεν αίσθησις, όταν

αισθάνηται των ιδίων αντικειμένων, είναι πάντοτε αληθής και υπάρχει

εις πάντα τα ζώα, αλλά δύναταί τις να διανοήται και ψευδώς και η

δύναμις αύτη, η διάνοια, δεν υπάρχει εις κανέν ζώον, εις το οποίον

δεν υπάρχει και ο λόγος.

4. Και η φαντασία δε είναι διάφορος και της αισθήσεως και της

διανοίας, και δεν γίνεται μεν άνευ αισθήσεως, αλλά και άνευ αυτής

(της φαντασίας) δεν υπάρχει σύλληψις. {256} Είναι δε φανερόν ότι η

φαντασία και η σύλληψις διαφέρουσι. Διότι το πάθος τούτο, η φαντασία,

εξαρτάται εξ ημών, και, όταν θέλωμεν, δυνάμεθα να φανταζώμεθα (διότι

δυνάμεθα έμπροσθεν των οφθαλμών ημών ν' ανακαλέσωμεν οιονδήποτε

αντικείμενον, καθώς μεταχειρίζονται εικόνας εις την μνημονικήν

τέχνην). Αλλά να δοξάζωμεν {257} δεν εξαρτάται εξ ημών, διότι

αναγκαίως πάσα δόξα (γνώμη) είναι ή ψευδής ή αληθής {258}. Προσέτι

δε, όταν η δόξα ημών αναφέρηται εις τι δεινόν ή φοβερόν, ευθύς

συμπάσχομεν, ομοίως δε συμπάσχομεν και όταν συλλάβωμεν θαρραλέον τι.

Αλλ' ως προς την φαντασίαν ευρισκόμεθα ούτως, ως εάν βλέπωμεν έν τινι

ζωγραφιά πράγματα φοβερά ή θαρραλέα.

5. Υπάρχουσι δε και αυτής της υπολήψεως διαφοραί η επιστήμη και η

δόξα και η φρόνησις και τα εναντία τούτων . Αλλά περί των διαφόρων

σημασιών αυτών θα ομιλήσωμεν αλλαχού. Περί δε της νοήσεως, επειδή

είναι διάφορος της αισθήσεως, και έν τινι σημασία φαίνεται ότι είναι

φαντασία, κατ' άλλην δε σύλληψις, πρώτον θα ομιλήσωμεν περί φαντασίας

και έπειτα περί της συλλήψεως.

6. Εάν η φαντασία είναι η δύναμις, διά της οποίας λέγομεν ότι

φάντασμά τι (εικών) μας εμφανίζεται, και αν τούτο λέγωμεν ουχί

μεταφορικώς, τότε η φαντασία είναι μία δύναμις ή μία έξις εξ εκείνων,

διά των οποίων κρίνομεν και γινώσκομεν το αληθές ή το ψευδές.

Τοιαύται δε δυνάμεις είναι η αίσθησις, η δόξα, η επιστήμη και ο νους.

Ότι δε η φαντασία δεν είναι αίσθησις, είναι φανερόν εκ των επομένων.

Η αίσθησις δηλ. είναι η δύναμις ή ενέργεια, ως η όψις και η όρασις.

Αλλά και χωρίς να υπάρχη τις εκ τούτων των όρων λειτουργεί η

φαντασία. Τοιαύτα είναι τα φαντάσματα, τα οποία συμβαίνουν κατά τους

ύπνους (όνειρα) {259}. Έπειτα η αίσθησις είναι πάντοτε παρούσα, η

φαντασία όμως ουχί. Εάν δε η φαντασία ήτο το αυτά με την κατ'

ενέργειαν αίσθησιν, τότε θα υπήρχεν εις πάντα τα ζώα, αλλά δεν

φαίνεται αληθές τούτο• π.χ. δεν υπάρχει εις τον μύρμηκα, εις την

μέλισσαν ή εις τον σκώληκα. Προσέτι αι μεν αισθήσεις είναι πάντοτε

αληθείς, τα δε φαντάσματα είναι ως επί το πλείστον ψευδή. Έπειτα,

όταν η κατ' ενέργειαν αίσθησις ημών είναι ακριβής ως προς το αισθητόν

αντικείμενον, δεν λέγομεν ότι φανταζόμεθα, ότι τούτο είναι λ.χ.

άνθρωπος, αλλά ούτω λέγομεν μόνον όταν δεν αισθανώμεθα σαφώς• τότε η

αίσθησις δύναται να είναι αληθής ή ψευδής. Και προσέτι, ως και

πρότερον είπομεν, αι εικόνες μας εμφανίζονται, και όταν κλείωμεν τα

όμματα.

/7./

8. Αλλά προσέτι η φαντασία δεν είναι ούτε εκ των πάντοτε αληθευουσών

δυνάμεων, οίαι είναι η επιστήμη ή ο νους• διότι η φαντασία δύναται να

είναι και ψευδής• λείπεται λοιπόν να ίδωμεν αν είναι δόξα, διότι

γίνεται και δόξα αληθής και δόξα ψευδής. Αλλά την δόξαν (γνώμην)

παρακολουθεί η πίστις, διότι δεν είναι δυνατόν έχων τις μίαν γνώμην

να μη πιστεύη εις την γνώμην του. Αλλά πίστις δεν υπάρχει εις κανέν

των κατωτέρων ζώων, ενώ φαντασία υπάρχει εις πολλά. [Προσέτι, αν εις

πάσαν δόξαν ακολουθή η πίστις, εις την πίστιν ακολουθεί η πεποίθησις

και εις την πεποίθησιν παρακολουθεί ο λόγος• αλλ' όμως είς τινα των

ζώων υπάρχει η φαντασία, ουχί όμως ο λόγος].

9. Είναι λοιπόν φανερόν ότι η φαντασία δεν είναι ούτε δόξα ηνωμένη

μετ' αισθήσεως ούτε δόξα (ερχομένη) διά της αισθήσεως, ούτε συμπλοκή

δόξης και αισθήσεως {260}. Και διά ταύτα είναι φανερόν, ότι η δόξα

δεν είναι δόξα άλλου πράγματος ειμή εκείνου, το οποίον είναι και της

αισθήσεως αντικείμενον, θέλω να είπω λ.χ. ότι η φαντασία του λευκού

είναι η συμπλοκή δόξης του λευκού και αισθήσεως του λευκού, αλλ' ουχί

συμπλοκή δόξης του αγαθού και αισθήσεως του λευκού. Η φαντασία ούτως

είναι δόξα περί εκείνου, όπερ αισθάνεταί τις ουχί κατά συμβεβηκός

{261}.

10. Αλλά πάλιν έχομεν και εικόνας ψευδείς πραγμάτων, περί των οποίων

συγχρόνως έχομεν αληθή σύλληψιν, π.χ. φαίνεται μεν ο ήλιος έχων ενός

ποδός διάμετρον, αλλ' όμως πιστεύεται ότι είναι μεγαλύτερος της γης.

Δέον λοιπόν ή να βάλη τις κατά μέρος την αληθή γνώμην του ην είχε

περί του πράγματος (χωρίς όμως τούτο να μεταβληθή και χωρίς ούτος να

λησμονήση την γνώμην του ή να μεταβάλη αυτήν) ή αν την έχη ακόμη,

αναγκαίως η αυτή γνώμη είναι αληθής άμα και ψευδής {262). Αλλά ψευδής

θα εγίνετο γνώμη τις, ότε απαρατηρήτως ήθελε μεταβληθή το πράγμα

{263}. Η φαντασία λοιπόν δεν είναι ούτε μία των ειρημένων δυνάμεων,

ούτε εξ αυτών αποτελείται.

11. Αλλ' επειδή δύναται πράγμα τι κινηθέν να κινήση άλλο, η δε

φαντασία φαίνεται ότι είναι κίνησίς τις, ήτις δεν γίνεται άνευ

αισθήσεως, αλλά μόνον εις όντα αισθανόμενα και προς πράγματα των

οποίων δύναται να γίνη αίσθησις, και επειδή είναι δυνατόν να γίνη

κίνησις μόνον υπό της ενεργείας της αισθήσεως, η κίνησις δε αύτη

πρέπει να είναι ίση με την δύναμιν της αισθήσεως, διά τούτο η

φαντασία, δύναταί τις ειπείν, είναι κίνησις, ήτις ούτε άνευ αισθήσεως

ούτε εις μη αισθανόμενα όντα δύναται να υπάρχη. Προσέτι πολλά δύναται

να πράξη και να πάθη διά ταύτην το υποκείμενον το έχον αυτήν, και

τέλος αύτη δύναται να είναι και αληθής και ψευδής.

12. Τούτο {264} δε συμβαίνει διά τους εξής λόγους. Το αίσθημα των

πραγμάτων, τα οποία ιδιάζουσιν εις εκάστην των αισθήσεων, είναι

αληθές ή έχει ολίγιστον το ψεύδος. Δεύτερον το αίσθημα δύναται να

αναφέρηται εις το συμβεβηκός, και τότε δύναται να ψεύδηται (να

πλανάται). Ότι π.χ. πράγμα τι είναι λευκόν αληθεύει, αν όμως

προστεθή, ότι το λευκόν αντικείμενον είναι τούτο ή άλλο τι πράγμα,

γεννάται απάτη. Τρίτον πλάνη γεννάται επί των κοινών ιδιοτήτων εις

πάσας τας αισθήσεις και επί εκείνων τα οποία επακολουθούσιν εις τα

συμβεβηκότα, εν οις περιέρχονται ιδιαίτεραι ιδιότητες, εννοώ π.χ.

κίνησιν και μέγεθος, τα οποία είναι συμβεβηκότα των αισθητών

αντικειμένων, και ως προς τα οποία προ πάντων είναι δυνατόν να

απατηθή τις υπό της αισθήσεως.

13. Αλλ' η κίνησις η γινομένη υπό της ενεργείας της αισθήσεως θα

διαφέρη κατά τα τρία ταύτα είδη αισθήσεως (τα εξής). Η μεν πρώτη

κίνησις η προερχομένη εκ της αισθήσεως {265} παρούσης είναι αληθής•

αι δε άλλαι δύο, είτε παρόν είναι το αισθητόν είτε όχι, δύνανται να

είναι ψευδείς, αλλά μάλιστα όταν το αισθητόν είναι μακράν. Εάν λοιπόν

η φαντασία ουδέν άλλο περιέχη παρά τα ειρημένα, και αν είναι αύτη

ό,τι ελέχθη, δύναται να ορισθή, ότι η φαντασία είναι κίνησις γινομένη

(εν τη ψυχή) υπό της ενεργεία αισθήσεως.

14. Επειδή δε η όψις είναι η κατ' εξοχήν αίσθησις, διό η φαντασία

έλαβε το όνομά της εκ του φάους (φωτός), διότι είναι αδύνατον να

ίδωμεν άνευ φωτός.

15. Και επειδή αι εικόνες της φαντασίας εμμένουσιν (εν τη ψυχή) και

είναι όμοιαι με τα αισθήματα, πολλά ένεκεν αυτών πράττουσι τα ζώα,

άλλα μεν διότι δεν έχουσι νουν, π.χ. τα κατώτερα ζώα, άλλα δε, ως οι

άνθρωποι, διότι ενίοτε επισκοτίζεται ο νους αυτών υπό του πάθους, ή

των νόσων ή του ύπνου. Περί της φαντασίας λοιπόν τι είναι και διά τι

είναι αύτη ας αρκέσωσι τα ειρημένα.{266}

***

{252} Ώφειλον να μη είπωσι μόνον πως η ψυχή γινώσκει, θίγουσα το

όμοιον, αλλά και πως εξαπατάται.

{253} Επειδή τα εναντία είναι αχώριστα, ο γινώσκων το έν αυτών

γινώσκει και το άλλο, και ο απατώμενος περί του ενός απατάται και

περί του άλλου.

{254} Οι άνθρωποι μόνοι και εκ τούτων ουχί πάντες έχουσι νόησιν.

{255} Του νοείν είδη είναι α') φρόνησις, όταν έχη αντικείμενον

πρακτικόν σκοπόν• β') επιστήμη, όταν η νόησις είναι θεωρητική και το

συμπέρασμα αποδεικτόν• γ') δόξα αληθής, όταν το συμπέρασμα (η κρίσις)

είναι αληθές, αλλά δεν προκύπτει δι' επιστημονικής πορείας ή δεν

είναι αποδεικτόν.

{256} Υπόληψιν λέγει ο Αριστοτέλης. Είδη της υπολήψεως είναι

επιστήμη, δόξα, φρόνησις και τα εναντία αυτών.

{257} Να φέρωμεν κρίσιν επί αντιλήψεως.

{258} Η φαντασία είναι ελευθέρα εις την μόρφωσιν εικόνων, η κρίσις

όμως δεν είναι αυθαίρετος. Δι' ο η κρίσις είναι αναγκαίως αληθής ή

ψευδής, οφείλει δε να είναι αληθής.

{259} Δεν υπάρχει δύναμις, διότι βλέπομεν υπνώττοντες την εικόνα,

αλλ' ούτε και ενεργεία όψις υπάρχει, διότι κοιμώμεθα.

{260} Αναιρεί την διδασκαλίαν του Πλάτωνος, λέγοντος ότι, όταν

αισθανώμεθά τι και προσέτι έχωμεν την δόξαν ότι τούτο ούτως έχει,

τότε αυτό είναι η φαντασία.

{261} Πρέπει άρα η αίσθησις και η δόξα να συμφωνώσι και να μη

αντιμάχωνται, ίνα ενωθώσι και αποτελέσωσι την φαντασίαν, αλλ' αν η

μία αληθεύη και η άλλη ψεύδηται, ως εν τω παρατιθεμένω παραδείγματι

του ηλίου, αδύνατον να συμπλακώσιν εις μίαν φαντασίαν.

{262} Όπερ αδύνατον.

{263} Ανάγκη ή να αποβάλη τις την αληθινήν δόξαν περί ηλίου, ή

φυλάττων αυτήν να αμελή της αισθήσεως. Αλλά είναι αδύνατον να αποβάλη

την δόξαν, ενώ και το πράγμα δεν μετεβλήθη, αλλά διατηρείται και αυτό

ομοίως, ως και ο δοξάζων• ούτε πάλιν φυλάττων την δόξαν δύναται να

πιστεύη εις την φαντασίαν, ότι είναι ποδιαίος ο ήλιος.

{264} Το να είναι αληθής ή ψευδής η φαντασία.

{265} Της αντιλήψεως των ιδιαζόντων εις έκαστον, ως λ.χ. το φως είναι

ίδιον της όψεως.

{266} Τα στάδια της γνώσεως είναι τρία: Πρώτον είναι η αίσθησις,

δεύτερον η φαντασία, η δύναμις της χρήσεως εικόνων απόντων

αντικειμένων, και τρίτον ο νους. Η φαντασία προϋποθέτει αναγκαίως την

αίσθησιν και ο νους την φαντασίαν. Η αίσθησις χορηγεί εις την ψυχήν

πληθύν εντυπώσεων και εικόνων του εξωτερικού κόσμου, και αναφέρεται

εις παρόν αντικείμενον. Η φαντασία είναι η δύναμις του φυλάττειν και

αναπλάττειν τας εντυπώσεις και τας εικόνας, όταν τα αντικείμενα δεν

είναι παρόντα. Είναι δε φανερόν, ότι άνευ της φαντασίας ούτε μνήμη

ούτε νόησις δύνανται να λειτουργήσωσιν. Η λέξις φαντασία δηλοί και

την δύναμιν και το φάντασμα, ήτοι την εσωτερικήν εικόνα απόντος

αισθητού αντικειμένου. Προσέτι δηλοί και την εμφάνειαν και το ψευδές

φάσμα. Η πιστή εικών του πραγματικού είναι τόσον αληθής, όσον και το

αίσθημα. Ούτως η φαντασία παρέχει εικόνα και φως εντός της ψυχής.

Είναι δε διττή, φαντασία αισθητική, ήτοι αναπλαστική των εικόνων του

πραγματικού κόσμου, και φαντασία λογιστική, ήτοι πλαστική ή

δημιουργική, ήτις ανήκει μόνον εις τον άνθρωπον, ενώ την πρώτην

έχουσι και τα κτήνη.

Περί Ψυχής · 第 8 / 12 段