τουτέστι την τρίτην διάστασιν {193}, δύο σώματα, μεταξύ των οποίων
μεσολαβεί έτερον σώμα, δεν δύνανται να εφάπτωνται αλλήλων. Το υγρόν
όμως δεν είναι ασώματον ούτε το γευστόν {194}, αλλά πρέπει έκαστον
αυτών να είναι ύδωρ (το υγρόν) ή να περιέχη ύδωρ (το ρευστόν).
Τα αντικείμενα όμως, τα οποία εντός του ύδατος υπάρχοντα εφάπτονται
αλλήλων, επειδή τα άκρα αυτών δεν είναι ξηρά, έχουσι μεταξύ των ύδωρ,
εξ ου είναι πλήρεις αι επιφάνειαι αυτών. Εάν δε τούτο είναι αληθές,
αδύνατον είναι πράγμα τι να θίγη άλλο εντός του ύδατος. Το αυτό δε
συμβαίνει και εντός του αέρος, διότι ομοίαν έχει σχέσιν ο αήρ προς τα
εντός αυτού όντα, οποίαν το ύδωρ προς τα εν τω ύδατι βεβυθισμένα,
αλλ' εν τω αέρι απατώμεθα περισσότερον ημείς (οι ζώντες εν
ατμοσφαιρικώ μέσω), όπως και των εν τω ύδατι ζώντων διαφεύγει την
αντίληψιν, ότι το ρευστόν εφάπτεται του ρευστού αμέσως.
7. Ερωτώμεν προσέτι: καθ' όμοιον τρόπον γίνεται η αίσθησις πάντων
των αισθητών, ή άλλων γίνεται άλλως, καθώς τώρα φαίνεται, η μεν
γεύσις και η αφή γίνονται δι' αμέσου επαφής των πραγμάτων, αι δε
άλλαι αισθήσεις γίνονται μακρόθεν; το τελευταίον τούτο είναι
αδύνατον, διότι και το μαλακόν και το σκληρόν αισθανόμεθα δι' άλλου
μεσολαβούντος, ομοίως όπως και το ηχητικόν και το ορατόν, και το
οσφραντόν• αλλά ταύτα μεν μακρόθεν, εκείνα δε εγγύθεν• διό και
διαφεύγει το διάμεσον τούτο την αντίληψιν ημών, διότι αισθανόμεθα
πάντα διά τινος μεσολαβούντος σώματος. Αλλ' επί των εγγύς ημών όντων
διαφεύγει ημάς η ύπαρξις του μέσου. Και όμως, καθώς είπομεν και
πρότερον, και αν ακόμη διά μέσου μεμβράνης ξένης ηθέλομεν αισθάνεσθαι
πάντα τα απτά, χωρίς να αντιλαμβανώμεθα ότι μας διαχωρίζει έν
διάμεσον, θα ευρισκόμεθα εις την αυτήν σχέσιν καθώς τώρα, ότε είμεθα
εντός του ύδατος και του αέρος. Νομίζομεν δήλα δή, ότι απτόμεθα αμέσως
των πραγμάτων και ότι ουδέν υπάρχει διάμεσον.
8. Αλλά το διά της αφής αισθητόν, το απτόν, διαφέρει των ορατών και
των ηχητικών, διότι τούτων μεν αισθανόμεθα διά του διαμέσου σώματος,
ενεργούντος αποτέλεσμά τι εφ' ημών, τας δε απτάς ποιότητας αισθανόμεθα
ουχί διά του μεταξύ σώματος (της σαρκός), αλλά μετά του μεταξύ σώματος
συγχρόνως, όπως άνθρωπος διά της ασπίδος κτυπηθείς• διότι δεν
επάταξεν αυτόν η ασπίς κτυπηθείσα, αλλά συνέβη και οι δύο συγχρόνως
να κτυπηθώσι.
9. Γενικώς δε φαίνεται ότι, οποίαν σχέσιν έχουσιν ο αήρ και το ύδωρ
προς την όψιν και την ακοήν και την όσφρησιν, τοιαύτην έχει η σαρξ
και η γλώσσα προς την αφήν• αύτη είναι προς το απτικόν αισθητήριον
ό,τι είναι έκαστον των στοιχείων εκείνων προς τα άλλα όργανα {195}.
Εάν δε αυτό το αισθητήριον ήρχετο εις επαφήν με το αντικείμενον, τότε
και εις την αφήν όπως και εις τας άλλας αισθήσεις δεν θα ηδύνατο να
γίνη αίσθησις, ως λ.χ. όταν θέση τις επί της επιφανείας του όμματος
λευκόν σώμα. Και εκ τούτου γίνεται φανερόν, ότι κείται εσωτερικώς το
αισθητήριον της αφής. Διότι ούτω μόνον θα συμβαίνη ό,τι και εις τας
άλλας αισθήσεις. Όταν δηλ. τα απτά επιτεθώσι και επί του αισθητηρίου
της αφής, δεν αισθανόμεθα, αλλά, εάν επιτεθώσιν επί της σαρκός,
αισθανόμεθα. Άρα η σαρξ είναι το διάμεσον (μεταξύ) της αφής και του
απτού αντικειμένου.
10. Αισθηταί διά της αφής είναι αι διάφοροι ιδιότητες του σώματος ως
σώματος• εννοώ δε διαφόρους ιδιότητας εκείνας, αίτινες διακρίνουσι τα
στοιχεία, ήτοι θερμόν και ψυχρόν, ξηρόν και υγρόν, περί ων ωμιλήσαμεν
πρότερον εν τη πραγματεία περί των Στοιχείων.
11. Το όργανον, όπερ αισθάνεται αυτάς, είναι το της αφής• και το
μέρος (του σώματος), εις το οποίον πρώτον υπάρχει η αίσθησις η
καλουμένη αφή, είναι δυνάμει τοιούτον, οποίον είναι το απτόν
ενεργεία• διότι το αισθάνεσθαι σημαίνει πάσχειν τι, ούτως ώστε το
πράγμα το ποιούν έν άλλο να είναι όμοιον με αυτό ενεργεία, δεν το
ποιεί τοιούτον ειμή διότι αυτό το άλλο είναι δυνάμει τοιούτον {196}.
Και διά τούτο δεν αισθανόμεθα θερμότητα και ψυχρότητα ή σκληρότητα
και μαλακότητα εις εκείνο το αντικείμενον, όπερ είναι εξ ίσου με ημάς
θερμόν και ψυχρόν, ή σκληρόν και μαλακόν {197), αισθανόμεθα όμως τας
υπερβολάς (του θερμού κλπ.), ως εάν η αίσθησις είναι είδος μέσου
μεταξύ εναντίων ιδιοτήτων αισθητών. Και διά τούτο αύτη κρίνει τα
αισθητά. Διότι ο μέσος όρος δύναται να κρίνη, καθόσον σχετικώς προς
εκάστη εκ των άκρων γίνεται το άλλο άκρον. Και όπως εκείνο, όπερ
μέλλει να αισθανθή το λευκόν και το μέλαν, δεν πρέπει να είναι κανέν
από αυτά ενεργεία, δυνάμει δε και τα δύο (το αυτό δε ισχύει και επί
των άλλων αισθήσεων), ούτω και επί της αφής δεν πρέπει το αισθητήριον
να είναι ούτε θερμόν ούτε ψυχρόν καθ' εαυτό.
12. Προσέτι δε, όπως η όψις είναι η αίσθησις αμφοτέρων, του ορατού
και του αοράτου, ομοίως δε και αι λοιπαί αισθήσεις των οικείων
εναντίων, ούτω και η αφή είναι η αίσθησις του απτού και του ανάπτου.
Άναπτον δε (μη απτόν) είναι και το έχον ελαχίστην τινά ιδιότητα
απτήν, ως έχει λ.χ. ο αήρ, και το έχον καθ' υπερβολήν τοιαύτας
ιδιότητας, καθώς είναι τα καταστρέφοντα την αφήν (λ.χ. λίαν ψυχρόν).
Επραγματεύθημεν λοιπόν κεφαλαιωδώς περί εκάστης των αισθήσεων.
***
{190} Του θερμού ή ψυχρού κλπ.
{191} Ούτως η σαρξ αποτελεί περί το αισθητήριον της αφής κυκλικόν
σκέπασμα.
{192} Η γεύσις αισθάνεται τα απτά όπως και τους χυμούς. Αλλ' η αφή
δεν αισθάνεται αντιστρόφως τους χυμούς όπως τα απτά.
{193} Αι διαστάσεις είναι μήκος, πλάτος, βάθος.
{194} Το ρευστόν είναι ο αήρ, όστις κατά τον Αριστ. συνίσταται εξ
ύδατος.
{195} Το όργανον (πρώτον) της γεύσεως και της αφής είναι η
καρδία, το διάμεσον δε είναι η γλώσσα και η σαρξ.
{196} Ούτω και το αισθητόν μεταδίδον την ποιότητά του εις την
αίσθησιν, την κάμνει ομοίαν προς εαυτό, διότι αύτη έχει ήδη την φύσιν
του πράγματος.
{197} Διότι τότε είμεθα ενεργεία ό,τι είναι το αντικείμενον, το
οποίον μας /εκ παροράματος λείπει η συνέχεια της φράσης/
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
&Γενικά χαρακτηριστικά πασών των αισθήσεων.— Δέχονται τα είδη των
αισθητών άνευ της ύλης. — Αναφορά αισθήσεων και των σχετικών
αισθητών.— Αιτία αναισθησίας αυτών.— Ουδεμία αίσθησις άνευ ειδικού
οργάνου.&
1. Γενικώς περί πασών των αισθήσεων πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι η
αίσθησις είναι εκείνο, το οποίον δέχεται τα αισθητά είδη άνευ της
ύλης. Όπως ο κηρός δέχεται το σημείον δακτυλίου άνευ του σιδήρου και
του χρυσού, δηλ. άνευ της ύλης του, λαμβάνει δε τον χρυσούν ή χαλκούν
τύπον, αλλ' όχι ως χρυσόν ή χαλκόν {198}, όμοια πάσχει και η αίσθησις
{199} από έκαστον πράγμα, όπερ έχει χρώμα ή χυμόν ή ήχον, όχι όμως ως
έκαστον των αντικειμένων τούτων ονομάζεται, αλλά καθ' όσον έχει
τοιαύτην ή τοιαύτην ιδιότητα και εμφανίζει μίαν έννοιαν.
2 Το αισθητήριον είναι κατά πρώτον εκείνο, εις το οποίον υπάρχει η
τοιαύτη δύναμις, και είναι το αυτό με το αισθητόν, διαφέρει δε αυτού
κατά τον τρόπον του είναι. Διότι άλλως και το αισθανόμενον θα ήτο
μέγεθος (όπως είναι το αισθητόν). Πλην ο τρόπος του είναι, του
αισθανομένου και η αίσθησις δεν είναι μέγεθος, αλλ' αναφορά τις και
δύναμις προς το αισθητόν.
3. Φανερόν δ' εκ τούτου είναι και διατί αι υπερβολαί των αισθητών
φθείρουσι τα αισθητήρια. Διότι, αν η κίνησις είναι ισχυροτέρα του
αισθητηρίου, η αναφορά (ο λόγος, ήτοι η αίσθησις) καταστρέφεται, όπως
καταστρέφεται η συμφωνία και η αρμονία, όταν κρούωνται πολύ δυνατά αι
χορδαί.
4. Φανερόν ακόμη και διατί τα φυτά δεν αισθάνονται, καίτοι έχουσι
μέρος ψυχής και πάσχουσί τι υπ' αυτών των απτών (ψυχρού-θερμού),
διότι και ψύχονται και θερμαίνονται. Αίτιον τούτου είναι ότι δεν
έχουσι μέσον τι εν εαυτοίς ούτε αρχήν ικανήν να δέχηται τα είδη των
αισθητών, αλλά τουναντίον πάσχουσιν υλικώς. {200}
5. Δύναταί τις να ερωτήση, αν δύναται να πάθη υπό οσμής εκείνο, όπερ
δεν δύναται να οσφρανθή {201}, ή υπό χρώματος το μη δυνάμενον να ιδή•
ομοίως δε και περί των άλλων αισθήσεων. Εάν το πράγμα, όπερ
οσφραινόμεθα, είναι η οσμή, αύτη, αν πάντως παράγη τι, την όσφρησιν
μόνον παράγει {202} Ώστε ουδέν εκ των αδυνατούντων να οσφρανθώσι
δύναται να πάθη τι υπό οσμής. Τα αυτά δυνάμεθα να είπωμεν και περί
των άλλων. Αλλά και εκ των δυναμένων να αισθανθώσιν έκαστον δεν
αισθάνεται άλλως ειμή κατά την οικείαν αισθητικήν δύναμιν. Τούτο δε
αποδεικνύεται και εκ των εξής: Ούτε φως δηλ. και σκότος, ούτε ψόφος
ούτε οσμή επενεργούσιν επί των αψύχων σωμάτων, αλλά τα διάμεσα
πράγματα, εις τα οποία υπάρχουσιν αι ιδιότητες αυταί, δύνανται να
δρώσιν επί των σωμάτων λ.χ. ο αήρ ο συνοδεύων την βροντήν (ουχί η
βροντή) διασχίζει το ξύλον.
6. Αι απτικαί όμως ιδιότητες και οι χυμοί επιδρώσιν αμέσως επί των
σωμάτων διότι άλλως υπό τίνος ήθελον πάσχει και μεταβάλλεσθαι τα
άψυχα; Άρα λοιπόν και αι άλλαι ιδιότητες επενεργούσιν αμέσως επί των
σωμάτων; Ή μάλλον ουχί παν σώμα πάσχει αμέσως υπό της οσμής και του
ήχου, αλλά τα σώματα τα οποία πάσχουσιν ούτω είναι αόριστα {203} και
ουχί μόνιμα, όπως είναι ο αήρ, όστις έχει οσμήν ωσεί έχει πάθει τι;
Τι είναι λοιπόν το αισθάνεσθαι οσμήν παρά το πάσχειν τι; το μεν
οσφραίνεσθαι βεβαίως σημαίνει αισθάνεσθαι, ο αήρ {204} όμως όταν πάθη
τι ταχέως μόνον γίνεται αισθητός εις ημάς (μυρίζει) {205}.
***
{198} O κηρός δέχεται τον τύπον του χρυσού, αλλά δεν γίνεται διά
τούτο χρυσούς• ούτω και η αίσθησις.
{199} Κατά την λειτουργίαν εκάστου αισθητηρίου.
{200} λ.χ. το ύδωρ, ίνα δεχθή σταγόνα μέλιτος, πρέπει να δεχθή
&υλικώς& το μέλι. {201} Αίσθησίς τις δεν δύναται να αντιλαμβάνηται τα
ειδικά αισθήματα άλλης, λ.χ. η όψις τους ήχους• ούτω δεν δύνανται να
οσφραίνωνται αι άλλαι αισθήσεις και εκείνα τα όντα, άτινα δεν έχουσιν
όσφρησιν.
{202} Όσφρησις είναι η ενέργεια, οσμή η δύναμις.
{203} Δεν έχουσι μορφάς ακριβείς απτάς ή ορατάς.
{204} Ο αήρ όζει, αλλά δεν οσφραίνεται.
{205} O Έγελος (Ιστορία της Φιλοσ.) παρατηρεί ότι παρενοήθη πολλάκις
η εν αρχή του κεφαλαίου τούτου ομοίωσις του Αριστ. λέγοντος, ότι η
αίσθησις δέχεται τα αισθητά είδη άνευ ύλης, ως ο κηρός δέχεται το
σημείον του (σφραγιστικού) δακτυλίου άνευ του μετάλλου. Εκ της
παρανοήσεως ταύτης εγεννήθησαν πολλαί άτοποι θεωρίαι. Αλλά το είδος
είναι το αισθητόν αντικείμενον θεωρούμενον ως καθολικόν• εν τη θεωρία
εξυψούμεθα υπεράνω του ατομικού και αισθητού εις το καθολικόν (το
άυλον και νοητόν). Διάφορος είναι η θέσις ημών εις τας πρακτικάς
σχέσεις, καθ' ας ως υλικά μεμονωμένα άτομα σχετιζόμεθα ολικώς προς
υλικά πράγματα και η ολική ημών ύπαρξις τίθεται εις ενέργειαν. Ούτω
λέγει ο Αριστ. περί της φυτικής ψυχής, ότι με υλικόν τρόπον μόνον
σχετίζεται προς την ύλην (καθώς ημείς όταν τρώγωμεν και πίνωμεν), και
διά τούτο δεν δύναται να δεχθή τα είδη των αισθητών. Όταν όμως η ψυχή
δέχηται είδη (τους αισθητούς διορισμούς ή ποιότητας του πράγματος,
χρώματα, σχήματα κλπ.), τότε αφανίζεται η ύλη, ήτις δεν είναι θετικόν
τι παρέχον αντίστασιν προς την ψυχήν.
Τω όντι η ψυχή αισθάνεται, διότι είναι φύσις καθολική, ήτις
αναφέρεται μεν είς τι εξωτερικόν πράγμα και έχει εν εαυτή διορισμόν
τινα, αλλά μένει πάντοτε μεθ' εαυτής και δύναται να αισθάνηται και
άλλο τι και πάντα χωρίς να ταυτίζηται με ουδέν αποκλειστικώς. Το
άψυχον όμως ον απορροφάται όλως εις τον διορισμόν του. Το έγχρωμον
ύδωρ λ.χ. μόνον υφ' ημών διακρίνεται ως έγχρωμον και άχρωμον ύδωρ.
Αν όμως το εν γένει ύδωρ και το ειδικόν, το έγχρωμον ύδωρ, ήσαν έν
και το αυτό ύδωρ, η ειδοποιός αύτη διαφορά θα ήτο προς αυτό το ύδωρ
και το ύδωρ θα ησθάνετο. Και αν και εγώ δεν ηδυνάμην να βλέπω ειμή
μόνον το κυανούν, ο περιορισμός ούτος θα ήτο ποιότης, ήτις θα
εταυτίζετο με εμέ, θα απερρόφα το είναι μου. Αλλ' επειδή είμαι ον
καθολικόν, δύναμαι να βλέπω το χρώμα εν γένει, ή κάλλιον ειπείν τα
χρώματα πάντα.
Υλικών σχέσεων εκφράσεις δύνανται βεβαίως να χρησιμεύσωσι προς
διασάφησιν πνευματικών σχέσεων. Αλλά δεν έπεται, ότι παν ό,τι
εμπεριέχεται εις τας αισθητάς σχέσεις αληθεύει και εις τας
πνευματικάς. Η ψυχή δεν είναι πίναξ, εφ' ου τα αισθητά χαράττουσι τας
μορφάς των ως επί του κηρού. Ο δε Αριστοτέλης διά της παρομοιώσεως
του κηρού ηθέλησε να δηλώση μόνον την παθητικότητα του αισθητικού,
όπερ δέχεται μόνον το είδος. Αλλ' εξ άλλου η αίσθησις δεν μένει ως
προς το είδος εις την σχέσιν, την οποίαν έχει το είδος με τον κηρόν.
O κηρός δεν δέχεται εντός εαυτού το είδος. Η εντύπωσις του δακτυλίου
μένει όλως εξωτερική και επιπολαία χωρίς να γίνηται μορφή του
πραγματικού όντος του κηρού. Άλλως θα έπαυεν ούτος να είναι κηρός. Η
ψυχή όμως αφομοιοί το είδος εις ιδίαν αυτής ουσίαν, ούτως ώστε αύτη
είναι εν εαυτή τρόπον τινά πάντα τα αισθητά. Και ως ανωτέρω είπομεν
(σελ. 52 /δηλ. Βιβλίο Δεύτερο - τέλος κεφαλαίου Α’/, αν ο πέλεκυς είχε το
είδος αυτού διωρισμένον ως ουσίαν του, το είδος τούτο θα ήτο η ψυχή
αυτού. Η ψυχή όμως δεν είναι παθητική ως ο κηρός, ούτε δέχεται τους
προσδιορισμούς της έξωθεν. Η ψυχή είναι το είδος, η μορφή, ήτις είναι
το καθολικόν. Η ψυχή, ως λέγει κατωτέρω ο Αριστοτέλης αναπτύσσων έτι
μάλλον ταύτα, απωθεί αφ' εαυτής (αντιφράττει) την ύλην και διατηρεί
εαυτήν κατά της ύλης ούτως ώστε δεχομένη το είδος ε ν ε ρ γ ε ί
συνάμα, διότι αναιρεί την παθητικότητα και ούτω μένει ελευθέρα. Η
ψυχή μεταβάλλει την μορφήν (τας ποιότητας) των εξωτερικών σωμάτων εις
ιδία αυτής στοιχεία και συνταυτίζεται μετ' αυτών (ελευθερούται),
διότι αυτή είναι το καθολικόν, είναι είδος ειδών. (Όρα και I. Caird.
Φιλοσ. της θρησκείας. Μετάφρασις Π. Γρατσιάτου, σελ. 73-74 «Φιλοσοφ.
και Κοινωνιολ. Βιβλιοθήκη Φέξη»).
***
ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
&Περί αισθήσεως (τέλος). —Περί φαντασίας. Περί Νου.—Περί κινήσεως.—
Γενικαί θεωρίαι.&
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Αδύνατον να υπάρχωσιν άλλαι αισθήσεις παρά τας πέντε.— Αδύνατον να
υπάρχη ειδική αίσθησις των εις πάσας τας αισθήσεις κοινών, κινήσεως,
ηρεμίας, σχήματος, μεγέθους, αριθμού κλπ.— Η διά πολλών αισθήσεων
αντίληψις των κοινών ποιεί τας αντιλήψεις βεβαιοτέρας και
ακριβεστέρας.&
1. Ότι δεν υπάρχει αίσθησις άλλη παρά τας πέντε ταύτας, την όψιν
λέγω, την ακοήν, την όσφρησιν την γεύσιν και την αφήν, δύναταί τις να
πεισθή εκ των επομένων {206}. Εάν δήλα δή πάντα τα πράγματα, των
οποίων οικεία αίσθησις είναι η αφή, τα αισθανώμεθα και εν τη παρούση
καταστάσει (διότι πάσας τας ποιότητας ή τα πάθη των απτών ως απτών
αισθανόμεθα διά της αφής) πρέπει αναγκαίως, εάν μας λείπη αίσθησίς
τις των απτών, να μας λείπη και αισθητήριόν τι όργανον. Και όσα μεν
πράγματα αισθανόμεθα απτόμενοι αυτών αμέσως, τα αισθανόμεθα διά της
αφής, την οποίαν συμβαίνει να έχωμεν. Όσα δε αισθανόμεθα διά των
μεσολαβούντων στοιχείων και χωρίς να εγγίζωμεν αυτά αμέσως, τα
αισθανόμεθα διά των απλών στοιχείων, οία είναι ο αήρ και το ύδωρ.
2. Η κατάστασις είναι τοιαύτη ώστε, εάν δι' ενός μόνου διαμέσου
στοιχείου δυνάμεθα να αισθανώμεθα περισσοτέρας αισθητάς ποιότητας,
διαφέρουσας μεταξύ των κατά το γένος, πρέπει αναγκαίως ο έχων
αισθητήριον ανάλογον προς το τοιούτον διάμεσον στοιχείον αισθήσεως να
δύναται να αισθάνηται και πάσας τας διαφέρουσας αισθητάς ποιότητας.
Εάν λ.χ. το αισθητήριον σύγκειται εξ αέρος και ο αήρ είναι το
διάμεσον τούτο της αισθήσεως ήχου και χρώματος, το αισθητήριον θα
αντελαμβάνετο τον ήχον και το χρώμα {207}. Εάν δε πλείονα στοιχεία
είναι τα διάμεσα της αισθήσεως των αυτών αισθητών, εάν λ.χ. ο αήρ
και το ύδωρ είναι τα διάμεσα του χρώματος (διότι και ο αήρ και το
ύδωρ είναι διαφανή), τότε το όργανον το έχον έν μόνον εκ των
στοιχείων τούτων θα αισθάνηται το αισθητόν, όπερ δύναται να γίνηται
αντιληπτόν διά των δύο.
3. Προσέτι τα αισθητήρια όργανα σύγκεινται μόνον εκ των δύο τούτων
απλών σωμάτων, του αέρος και του ύδατος (διότι η μεν κόρη του
οφθαλμού αποτελείται εξ ύδατος, η δε ακοή εξ αέρος, και η όσφρησις εκ
του ενός ή του άλλου τούτων, το δε πυρ δεν ανήκει εις καμμίαν
αίσθησιν ή είναι κοινόν εις πάσας, διότι ουδέν ον υπάρχει έχον
αίσθησιν χωρίς να έχη θερμότητα {208}. Η δε γη ή δεν ανήκει εις
ουδεμίαν αίσθησιν, ή είναι μεμιγμένη ιδίως με την αφήν. Διά ταύτα δεν
υπολείπεται αισθητικόν μέσον άλλο εκτός του ύδατος και του αέρος.
4. Τοιαύτη δε είναι πράγματι η κατάστασις ζώων τινών {209}. Πάσας τας
αισθήσεις ταύτας έχουσι τα ζώα τα μη όντα ατελή και ανάπηρα. Διότι
φαίνεται ότι και ο ασπάλαξ έχει οφθαλμούς υπό το δέρμα. Ώστε, αν δεν
υπάρχη διάφορον τι σώμα {210} και αν δεν υπάρχη πάθος (ιδιότης), όπερ
εις ουδέν των ενταύθα σωμάτων ανήκει, ουδεμία αίσθησις είναι δυνατόν
να λείπη.
5. Αλλά προσέτι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ιδιαίτερον αισθητήριον
των κοινών, τα οποία διά των επί μέρους αισθήσεων αισθανόμεθα κατά
συμβεβηκός (ουχί αμέσως καθ' εαυτά), ήτοι κινήσεως, στάσεως,
σχήματος, μεγέθους, αριθμού, ενότητος. Διότι πάντα ταύτα αισθανόμεθα
διά της κινήσεως {211} ως λ.χ. αισθανόμεθα το μέγεθος διά της
κινήσεως• επομένως και το σχήμα, διότι το σχήμα είναι μέγεθός τι. Την
ηρεμίαν αισθανόμεθα εκ της ελλείψεως κινήσεως, τον δε αριθμόν διά της
αρνήσεως της συνεχείας και διά των ιδιαιτέρων αισθήσεων, διότι εκάστη
των αισθήσεων αισθάνεται το έν {212}. Ώστε είναι φανερόν, ότι είναι
αδύνατον να υπάρχη ιδιαιτέρα αίσθησις ενός οιουδήποτε εκ τούτων, λ.
χ. της κινήσεως• διότι άλλως θα συνέβαινεν ούτως, όπως τώρα
αισθανόμεθα το γλυκύ διά της όψεως {213}.
6. Τούτο δε, διότι συμβαίνει να έχωμεν την αίσθησιν των δύο τούτων
ιδιοτήτων (του γλυκέος και του χρώματος), διά των οποίων
αναγνωρίζομεν το πράγμα ως γλυκύ, όταν αι δύο συμπίπτωσιν είς τι
αντικείμενον συγχρόνως, άλλως ουδεμίαν του γλυκέος θα είχομεν
αίσθησιν, ή θα ησθανόμεθα κατά συμβεβηκός αισθήματα {214}, ως όταν λ.χ.
τον υιόν του Κλέωνος αναγνωρίζωμεν ουχί διότι είναι υιός του
Κλέωνος, αλλά διότι είναι λευκός, εις το λευκόν δε τούτο ον συνέβη να
είναι υιός του Κλέωνος.
7. Των δε κοινών (κινήσεως κ. λ.) έχομεν αίσθησιν κοινήν {215} και
δεν τα αισθανόμεθα κατά συμβεβηκός, επομένως δεν είναι ιδιαιτέρα
αίσθησις, διότι τότε δεν θα ησθανόμεθα αυτά άλλως ειμή όπως είπομεν
ότι βλέπομεν τον υιόν του Κλέωνος. Τα ιδιάζοντα όμως αισθητά εις
εκάστην αίσθησιν δύνανται να αισθάνωνται αι άλλαι αισθήσεις κατά
συμβεβηκός, ουχί εν τη ιδία φύσει αυτών, αλλά διότι μίαν μόνην
αποτελούσιν αίσθησιν αι ιδιότητες εκείναι, ως όταν συγχρόνως γείνη
αίσθησις δύο ιδιοτήτων ενός και του αυτού αντικειμένου, ως λ.χ. η
χολή είναι πικρά (γεύσις) και ξανθή (χρώμα). Διότι βέβαια δεν είναι
δυνατόν η μία εξ αυτών των αισθήσεων να είπη, ότι και αι δύο
ιδιότητες είναι έν {216}. Διά τούτο και απατάται τις, εάν τινα ουσίαν
ξανθήν υπολαμβάνη ότι είναι χολή.
8. Δύναταί τις να ερωτήση, διατί έχομεν περισσοτέρας αισθήσεις και
όχι μίαν μόνην. Βεβαίως όπως ολιγώτερον μας διαφεύγωσι τα
επακολουθούντα {217} και τα κοινά, οία είναι η κίνησις και το μέγεθος
και ο αριθμός. Διότι, αν η όψις ήτο μόνη και αύτη αντελαμβάνετο μόνον
το λευκόν, πάντα τα άλλα θα μας διέφευγον και θα εφανταζόμεθα, ότι
χρώμα και μέγεθος είναι τα αυτά, διότι ακολουθούσιν άλληλα συγχρόνως.
Αλλά πραγματικώς, επειδή αι κοιναί ιδιότητες, υπάρχουσιν εις διάφορα
αισθητά πράγματα, τούτο ποιεί εις ημάς φανερόν, ότι χρώμα και μέγεθος
είναι διάφορα.
***
{206} Τα επιχειρήματα του Αριστ. είναι σκοτεινά. Εν ολίγοις,
ισχυρίζεται ότι τα ζώα έχουσι μόνας τας συνήθεις 5 αισθήσεις, διότι 5
αισθήσεις έχει το τελειότατον ζώον, ο άνθρωπος.
{207} Το ον, όπερ αισθάνεται διά μέσου του αέρος, πρέπει να δύναται
να αισθάνηται και τους ήχους και τα χρώματα, ων αναγκαίον διάμεσον
είναι ο αήρ.
{208} Η θερμότης είναι απαραιτήτως αναγκαία εις την πέψιν και την
θρέψιν.
{209} Δύνανται δήλα δή ταύτα να αισθάνωνται διά δύο διαμέσων σωμάτων,
του αέρος και του ύδατος.
{210} Διάφορον των δύο, αέρος και ύδατος, ή, κατ' άλλους σχολιαστάς,
διάφορον των 5 στοιχείων αέρος, πυρός, ύδατος, γης και αιθέρος.
{211} Η κίνησις αντιληπτή ούσα υπό πασών των αισθήσεων χρησιμεύει ως
μέσον προς αντίληψιν πάντων των κοινών.
{212} Αισθάνεται την μονάδα και επομένως τον αριθμόν, ο οποίος είναι
ένωσις μονάδων. {213} Τα κοινά θα ήσαν αισθητά υπό εκάστης των
αισθήσεων. Ούτως η όψις, ήτις, καίπερ ειδική ούσα, αντιλαμβάνεται
αλλότρια. Βλέποντες σώμα ξανθόν (όπερ διά της αισθήσεως γνωρίζομεν
ότι είναι μέλι) γνωρίζομεν και ότι είναι γλυκύ. Ούτω δε βλέπομεν την
γεύσιν αυτού, όπως το χρώμα του. Αλλά την γεύσιν μόνον κατά
συμβεβηκός γνωρίζομεν. Ούτω, και αν τα κοινά ήσαν αισθητά δι' ειδικής
αισθήσεως, τότε κατά συμβεβηκός μόνον θα εγνωρίζομεν αυτά διά των
άλλων αισθήσεων.
{214} Ούτω βλέποντές τινα ενδεδυμένον λευκά ενθυμούμεθα, ότι είναι
υιός του Κλέωνος. Η παρούσα αίσθησις γνωρίζει ημίν άνθρωπον
ενδεδυμένον λευκά και αφυπνίζει την μνήμην, ήτις πληροφορεί, ότι
ούτος είναι υιός του Κλέωνος.
{215} Αισθητήν υπό των 5 αισθήσεων, και η ενότης των 5 αισθήσεων
αποτελεί την ενότητα της αντιλήψεως των κοινών.
{216} Ούτε η όψις δύναται να είπη ότι η χολή είναι ξανθή, ουδέ ότι αι
δύο ιδιότητες ανήκουσιν εις το αυτό αντικείμενον.
{217} Τα όντα και αι ιδιότητες, ας αισθανόμεθα δι' εκάστης των άλλων
αισθήσεων.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
&Η κοινή αίσθησις αναγγέλλει ημίν τας αντιλήψεις των πέντε αισθήσεων
και γνωρίζει τας διαφοράς των αντικειμένων και τας των αισθήσεων.
{218}&
1. Επειδή αισθανόμεθα ότι ορώμεν και ακούομεν, αναγκαίως ή διά της
όψεως αισθανόμεθα, ότι ορώμεν ή δι' άλλης αισθήσεως. Αλλά τότε η αυτή
αίσθησις αύτη θα ορά την όψιν και το αντικείμενον αυτής, το χρώμα.
Ώστε ή θα υπάρχωσι δύο αισθήσεις του αυτού πράγματος {219} (του
χρώματος) ή αυτή η όψις θα αισθάνηται (θα ορά) εαυτήν.
2. Προσέτι δε, και εάν άλλη τις είναι η αίσθησις της όψεως, ή τούτο
θα προβή επ' άπειρον {220} ή η αίσθησις θα είναι αίσθησις εαυτής•
ώστε τούτο δέον να παραδεχθώμεν ως προς την πρώτην αίσθησιν {221}.
Έχει όμως τούτο την εξής δυσκολίαν: εάν το αισθάνεσθαι διά της όψεως
είναι το οράν, οράται δε χρώμα ή το σώμα το έχον χρώμα, τότε, ίνα τις
ορά το ορών, αναγκαίως το ορών τούτο θα έχη χρώμα πρώτον πάντων.
3. Φανερόν είναι λοιπόν, ότι το αισθάνεσθαι διά της όψεως δεν δηλοί
έν μόνον πράγμα. Διότι, και όταν δεν ορώμεν {222}, διακρίνομεν όμως
διά της όψεως και το σκότος και το φως, αλλά όχι βέβαια κατά τον
αυτόν τρόπον. Προσέτι το ορών υποκείμενον είναι τρόπον τινά
χρωματισμένον, διότι εκάστη αίσθησις δέχεται το αισθητόν άνευ της
ύλης• διά τούτο, και όταν απομακρυνθώσι τα αισθητά, μένουσι τα
αισθήματα και αι φαντασίαι εις τας αισθήσεις (εις την ψυχήν).
4. Η δε ενέργεια του αισθητού αντικειμένου {223} και η ενέργεια της
αισθήσεως είναι μία και η αυτή ενέργεια (έν όλον), διαφέρει δε μόνον
η ουσία εκάστης αυτών {224} π.χ. ο ήχος ο κατ' ενέργειαν και η ακοή
η κατ' ενέργειαν (είναι έν). Διότι είναι βέβαια δυνατόν, καίπερ έχων
τις ακοήν, να μη ακούη, όπως και το δυνάμενον να ηχή δύναται να μη
ηχή πάντοτε {225}. Αλλά, όταν ενεργή το δυνάμενον να ακούη και ηχή το
δυνάμενον να ηχή, τότε η κατ' ενέργειαν ακοή και ο κατ' ενέργειαν
ήχος γίνονται συγχρόνως εντελείς και εκ τούτων δύναταί τις να είπη,
ότι το μεν είναι άκουσις, το δε ήχησις (ψόφησις).
5. Εάν λοιπόν η κίνησις και η πράξις και το πάθος είναι εις αυτό το
κινούμενον ή ποιούμενον πράγμα, εξ ανάγκης και ο ήχος και η ακοή η
κατ' ενέργειαν είναι εν τη κατά δύναμιν ακοή {226}, διότι η ενέργεια
εκείνου, όπερ ποιεί και κινείται, συμβαίνει εις το πάσχον (και
κινούμενον) {227}. Διά τούτο δεν είναι αναγκαίον να κινήται αυτό το
κινούν. Διότι καθώς η ποίησις και η πάθησις γίνονται εις το πάσχον
αντικείμενον, αλλ' όχι εις το ποιούν, ούτω και η ενέργεια του
αισθητού αντικειμένου και η του αισθητικού υποκειμένου γίνεται εις το
αισθητικόν ον. Η ενέργεια λοιπόν του ηχητικού είναι ήχος ή ήχησις, η
δε του ακουστικού είναι ακοή ή άκουσις. Διότι και η ακοή είναι διττή
{228} και ο ήχος είναι διττός.
6. Τα αυτά δε λέγομεν και περί των άλλων αισθήσεων και αισθητών. Αλλά
διά τινας αισθήσεις υπάρχουσιν ειδικά ονόματα, ως η ήχησις και η
άκουσις, εις άλλας όμως το έν των αντιθέτων δεν έχει ίδιον όνομα•
ούτως η ενεργοποίησις της όψεως λέγεται όρασις, αλλ' η του χρώματος
δεν έχει όνομα, και η ενέργεια του γευστικού λέγεται γεύσις, αλλ' η
του χυμού είναι ανώνυμος.
7. Επειδή δε μία είναι η ενέργεια του αισθητού και η του αισθητικού,
διαφέρει δε μόνον η ουσία (έννοια) των δύο πραγμάτων, αναγκαίως
φθείρονται και διατηρούνται συγχρόνως η ούτω λεγομένη (κατ'
ενέργειαν) ακοή και ήχος {229} και χυμός και γεύσις και τα άλλα
ομοίως. Τούτο όμως δεν συμβαίνει αναγκαίως εις τα κατά δύναμιν
λεγόμενα {230}.
8. Αλλ' οι αρχαιότεροι {231} φυσικοί δεν ισχυρίζοντο καλώς
νομίζοντες, ότι άνευ όψεως δεν υπάρχει ούτε λευκόν ούτε μέλαν, ουδέ
χυμός άνευ γεύσεως. Εν μέρει έλεγον ορθά, εν μέρει δε όχι• διότι,
επειδή αι αισθήσεις και τα αισθητά λέγονται διττώς, άλλα μεν κατά
δύναμιν, άλλα δε κατ' ενέργειαν, διά τα κατά δύναμιν είναι ορθόν το
υπ' αυτών λεχθέν, αλλά διά τα κατ' ενέργειαν δεν ισχύει. Αλλά εκείνοι
εφήρμοζον τούτο απλώς (απολύτως) εις πράγματα, τα οποία δεν λέγονται
απλώς (απολύτως).