Θεαίτητος.

Πώς το είπες αυτό;

Ξένος.

Καθώς ενόμισα ότι συ παρεδέχθης με την προηγουμένην σου

απάντησιν. Δηλαδή δύο τάξεις έχομεν, διά να εκφράζωμεν με την

φωνήν μας τα όντα.

Θεαίτητος.

Ποίας;

Ξένος.

Η μία ονομάζεται ονόματα, η δε άλλη βήματα.

Θεαίτητος.

Εξήγησε το καθέν.

Ξένος.

Εκείνο το οποίον εκφράζει τας πράξεις ονομάζεται ρήμα.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Εκείνο δε το οποίον εκφράζει τα πρόσωπα, τα οποία εκτελούν αυτάς

τας πράξεις, ως άλλο χαρακτηριστικόν γνώρισμα με την φωνήν

αποδοθέν εις αυτά τα πρόσωπα, λέγεται όνομα.

Θεαίτητος.

Είμαι συμφωνότατος.

Ξένος.

Λοιπόν μόνον από ονόματα απαγγελλόμενα κατά σειράν δεν

αποτελείται λόγος ποτέ, ούτε πάλιν από ρήματα χωρίς ονόματα.

Θεαίτητος.

Αυτό δεν το ενόησα.

Ξένος.

Τότε είναι φανερόν, ότι άλλα εννοούσες προηγουμένως, όταν έμενες

σύμφωνος μαζί μου. Διότι και τότε ήθελα να σου ειπώ το ίδιον, ότι

δηλαδή αυτά δεν αποτελούν λόγον, όταν απαγγέλλωνται στην σειράν,

ως εξής.

Θεαίτητος.

Πώς;

Ξένος.

Παραδείγματος χάριν τρέχει, κοιμάται.... και όλα τα ρήματα όσα

σημαίνουν πράξεις, και αν όλα τα θέσης κατά σειράν, πάλιν δεν

αποτελούν λόγον.

Θεαίτητος.

Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;

Ξένος.

Και πάλιν όμως, όταν προφέρωμεν λέων, έλαφος, ίππος και όλα τα

ονόματα, όσα απεδόθησαν εις τα πρόσωπα τα οποία εκτελούν τας

πράξεις, και με αυτήν την συνέχειαν πάλιν δεν σχηματίζεται λόγος

ακόμη. Διότι και όλα αυτά πάλιν τα οποία απήγγειλε το στόμα μας,

καθώς εκείνα, δεν εκφράζουν καμμίαν πράξιν, ούτε απραξίαν, ούτε

ύπαρξιν ενός όντος ή μη όντος, πριν συνδέσωμεν τα ονόματα με τα

βήματα. Τότε όμως προσαρμόζονται και αμέσως το πρώτον σύμπλεγμα

αποτελεί λόγον, σχεδόν τον πρώτον και μικρότερον λόγον, δηλαδή

την πρότασιν.

Θεαίτητος.

Πώς άραγε το εννοείς αυτό;

Ξένος.

Όταν ειπή κανείς: «Ο άνθρωπος μανθάνει», παραδέχεσαι ότι τούτο

είναι ο ελάχιστος και πρώτος λόγος;

Θεαίτητος.

Βεβαίως.

Ξένος.

Διότι τότε βεβαίως δεν αναφέρει όνομα μόνον, άλλα εκφράζει κάτι

τι περί των όντων, ή των γινομένων, ή των παρελθόντων, ή των

μελλόντων, συνδυάζων τα βήματα με τα ονόματα. Δι' αυτό δεν

είπαμεν ότι ονομάζει αυτός, αλλά εκφράζει, και ωρισμένως με το

σύμπλεγμα αυτό εσχηματίσαμεν λόγον.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Λοιπόν καθώς τα πράγματα, άλλα μεν προσαρμόζονται μεταξύ των,

άλλα όμως όχι, το ίδιον και τα εκφραστικά σύμβολα της φωνής, άλλα

μεν δεν προσαρμόζονται, άλλα όμως προσαρμόζονται και αποτελούν

λόγον.

Θεαίτητος.

Είμαι συμφωνότατος.

Ξένος.

Και τόρα μίαν μικράν παρατήρησιν ακόμη.

Θεαίτητος.

Ποίαν;

Ξένος.

Ο λόγος, οτιδήποτε και αν λέγη, είναι ανάγκη να αναφέρεται εις

κάτι τι, αδύνατον δε είναι να μη αναφέρεται.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Λοιπόν δεν πρέπει να εκφράζη και μίαν ποιότητα;

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Ξένος.

Ας προσέξωμεν λοιπόν με όλην μας την δύναμιν.

Θεαίτητος.

Αυτό είναι ανάγκη βεβαίως.

Ξένος.

Λοιπόν θα σου ειπώ ένα λόγον αποτελούμενον από όνομα και ρήμα

συνδυάζων πράγμα με πράξιν. Εις τι όμως αναφέρεται αυτός ο λόγος,

πρέπει συ να μου το ειπής.

Θεαίτητος.

Αυτό θα το κάμω, όσον ημπορώ.

Ξένος.

Ο Θεαίτητος κάθηται. Μη τυχόν αυτός ο λόγος είναι μακρός;

Θεαίτητος.

Όχι, αλλά μέτριος.

Ξένος.

Τόρα λοιπόν είναι ιδική σου δουλειά να εξηγήσης, περί τίνος

ομιλεί και εις ποίον αναφέρεται.

Θεαίτητος.

Είναι φανερόν, ότι ομιλεί περί εμού και αναφέρεται εις εμέ.

Ξένος.

Και τόρα πάλιν ο άλλος;

Θεαίτητος.

Ποίος;

Ξένος.

Ο Θεαίτητος, (με τον οποίον ομιλώ τόρα εγώ), πετά.

Θεαίτητος.

Και αυτόν κανείς δεν ημπορεί να τον ειπή αλλέως, παρά ως ιδικόν

μου και περί εμού.

Ξένος.

Είπαμεν όμως ότι είναι ανάγκη, έκαστος λόγος να έχη μίαν

ποιότητα.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Από αυτούς τους δύο λοιπόν, ποίαν ποιότητα πρέπει να παραδεχθώμεν

ότι έχει ο καθείς;

Θεαίτητος.

Προφανώς ο μεν ένας είναι ψευδής, ο δε άλλος αληθινός.

Ξένος.

Και βεβαίως ο μεν αληθής λέγει το πραγματικόν περί σου ότι

υπάρχει.

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως.

Ξένος.

Ο δε ψευδής λέγει διαφορετικά από το πραγματικόν.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Επομένως παρουσιάζει τα μη υπάρχοντα ως υπάρχοντα.

Θεαίτητος.

Σχεδόν.

Ξένος.

Διότι βεβαίως είναι δυνατόν να λεχθούν διαφορετικά πράγματα περί

σου. Διότι είπαμεν ότι δι' έκαστον υπάρχουν πολλά αληθινά, και

πολλά ανύπαρκτα.

Θεαίτητος.

Είμαι συμφωνότατος.

Ξένος.

Ο δεύτερος λοιπόν από τους λόγους, τους οποίους είπα περί σου,

πρώτον μεν συμφώνως προς όσα είπαμεν διά να ορίσωμεν τι είναι

λόγος, έπεται ότι αυτός είναι ένας από τους συντομωτέρους λόγους.

Θεαίτητος.

Αυτό βεβαίως μόλις προ ολίγου το παρεδέχθημεν.

Ξένος.

Δεύτερον ότι πρέπει να αναφέρεται εις κάποιον.

Θεαίτητος.

Βεβαίως.

Ξένος.

Και, ότι αν δεν είναι ιδικός σου, τότε βεβαίως δεν ανήκει εις

κανένα.

Θεαίτητος.

Πώς είναι δυνατόν βεβαίως;

Ξένος.

Και όταν δεν ανήκη εις κανένα, τότε δεν είναι καν λόγος. Διότι,

απεδείξαμεν ότι είναι των αδυνάτων αδύνατον, εάν είναι λόγος, να

μη ανήκη εις κανένα.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Τόρα όμως, όταν αυτά τα διαφορετικά λέγωνται περί σου ως όμοια

και τα ανύπαρκτα ως πραγματικά, τότε αποδεικνύεται καθαρά ότι ο

τοιούτος συνδυασμός ονομάτων και βημάτων αποτελεί αληθώς και

πραγματικώς λόγον ψευδή.

Θεαίτητος.

Αληθέστατα βεβαίως.

Ξένος.

Αλλά πώς; Άραγε η σκέψις και η κρίσις και η φαντασία και όλα αυτά

τα γένη δεν παρουσιάζονται εις την ψυχήν μας ως ψευδή και ως

αληθινά;

Θεαίτητος.

Πώς;

Ξένος.

Θα το εννοήσης ευκολώτερον, αν σου ειπώ πρώτον τι είναι το καθέν,

και τι διαφέρουν μεταξύ των.

Θεαίτητος.

Λέγε και μη σε μέλει.

Ξένος.

Λοιπόν η σκέψις και ο λόγος είναι το ίδιον. Με την διαφοράν ότι ο

εντός της ψυχής μας γινόμενος διάλογος χωρίς απαγγελίαν έλαβε

ακριβώς το όνομα σκέψις.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Ξένος.

Ενώ το ρεύμα της φωνής, το οποίον εξέρχεται από το στόμα μας

ενάρθρως, λέγεται λόγος.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Και βεβαίως γνωρίζομεν ότι εις τους λόγους υπάρχει το —

Θεαίτητος.

Τι πράγμα;

Ξένος.

Η κατάφασις και η απόφασις.

Θεαίτητος.

Το γνωρίζομεν.

Ξένος.

Όταν λοιπόν αυτό συμβή εις την ψυχήν κατά την σκέψιν σιωπηρώς,

έχεις να του δώσης άλλο όνομα παρά κρίσιν;

Θεαίτητος.

Πώς αλλέως;

Ξένος.

Τόρα όμως, όταν η ψυχή όχι μόνη αλλά με την αίσθησιν παθαίνη

κανέν παρόμοιον πάθημα, άραγε αυτό είναι ορθόν να το ονομάσωμεν

αλλέως πως, παρά φαντασίαν;

Θεαίτητος.

Δεν είναι δυνατόν αλλέως.

Ξένος.

Λοιπόν, αφού παρεδέχθημεν ότι ο λόγος είναι αληθής και ψευδής,

από αυτά δε πάλιν η μεν σκέψις απεδείχθη ότι είναι διάλογος της

ψυχής μόνης προς τον εαυτόν της, η δε κρίσις είναι αποτελείωσις

της σκέψεως, και ούτω πως αποδεικνύεται ότι παν ό,τι λέγομεν

είναι μίγμα αισθήσεως και κρίσεως, έπεται ότι, αφού και αυτά

είναι συγγενή με τον λόγον, κατ' ανάγκην μερικά από αυτά είναι

κάποτε ψευδή.

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Ξένος.

Ενόησες λοιπόν ότι γληγορώτερα απεδείξαμεν, ότι υπάρχει ψευδής

κρίσις και λόγος, παρά όσον εφοβούμεθα προ ολίγου, μήπως

επιχειρήσωμεν όλως διόλου ανεκτέλεστον έργον, εάν ερευνήσωμεν

αυτό;

Θεαίτητος.

Το εννοώ.

Ξένος.

Τότε λοιπόν ας μη απογοητευώμεθα ούτε εις τα άλλα. Δηλαδή, τόρα

που απεδείξαμεν αυτά, ας ενθυμηθούμεν τας προηγουμένας διαιρέσεις

εις είδη.

Θεαίτητος.

Ποίας δηλαδή;

Ξένος.

Εχωρίσαμεν την ειδωλοποιητικήν εις δύο είδη, την εικαστικήν και

την φανταστικήν.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Και είπαμεν ότι απορούμεν εις ποίαν να κατατάξωμεν τον σοφιστήν.

Θεαίτητος.

Αυτό είναι αληθές.

Ξένος.

Και ενώ είχαμεν αυτήν την απορίαν, μας εκυρίευσε ακόμη

περισσοτέρα σκοτοδινία, όταν επαρουσιάσθη ο λόγος όστις

διαφιλονικεί, ότι όλως δεν υπάρχει ούτε εικών ούτε είδωλον ούτε

φάντασμα, διότι ποτέ δεν υπάρχει ψεύδος πουθενά με κανένα τρόπον.

Θεαίτητος.

Λέγεις την αλήθειαν.

Ξένος.

Τόρα πλέον όμως, αφού και λόγος ψευδής αλλά και κρίσις ψευδής

απεδείχθη ότι υπάρχει, επιτρέπεται πλέον να υπάρχουν απομιμήσεις

των όντων, και να παραχθή με αυτήν την εκδοχήν τέχνη απατητική;

Θεαίτητος.

Επιτρέπεται.

Ξένος.

Ακόμη δε προηγουμένως είχαμεν συμφωνήση, ποίον από αυτά τα δύο

είναι ο σοφιστής.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Λοιπόν ας δοκιμάσωμεν πάλιν να διχάζωμεν το γένος το οποίον

εθέσαμεν εις την αρχήν, και να προχωρούμεν πάντοτε από το δεξιόν

μέρος της διχοτομήσεως, παρακολουθούντες την συμμετοχήν του

σοφιστού, έως ότου να του αποχωρίσωμεν όλα τα κοινά γνωρίσματα,

και να αφήσωμεν την ατομικήν του φύσιν, διά να το αποδείξωμεν

πρώτον μεν και κύριον εις τον ίδιον εαυτόν μας, έπειτα όμως και

εις όλους όσοι εκ φύσεως είναι πλησιέστατοι εις αυτήν την

μέθοδον.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Λοιπόν τότε δεν αρχίσαμεν με την διαίρεσιν της τέχνης εις

ποιητικήν και κτητικήν;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Και δεν εφανταζόμεθα ως είδη της κτητικής την θηρευτικήν και την

αγωνιστικήν και την εμπορικήν και μερικά άλλα παρόμοια;

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Ξένος.

Τόρα όμως, αφού τον περικλείει η μιμητική τέχνη, είναι προφανές

ότι πρώτα πρώτα πρέπει να διχοτομήσωμεν αυτήν την ποιητικήν.

Διότι η μίμησις είναι κάποια κατασκευή των ειδώλων όμως, καθώς

είπαμεν, και όχι του καθενός πράγματος. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος.

Είμαι συμφωνότατος.

Ξένος.

Λοιπόν πρώτον της ποιητικής ας παραδεχθώμεν δύο μέρη.

Θεαίτητος.

Ποία;

Ξένος.

Το ένα θείον και το άλλο ανθρώπινον.

Θεαίτητος.

Ακόμη δεν ενόησα.

Ξένος.

Εάν ενθυμούμεθα όσα είπαμεν εις την αρχήν, είπαμεν ότι ολόκληρος

η ποιητική είναι η δύναμις, η οποία γίνεται αιτία, όσα δεν

υπήρχαν προηγουμένως να γίνουν κατόπιν.

Θεαίτητος.

Το ενθυμούμεθα.

Ξένος.

Λοιπόν τα ζώα και όλα τα θνητά και τα φυτά, όσα φυτρώνουν εις την

γην από σπόρους και από ρίζας, και όσα σχηματίζουν άψυχα σώματα

διαλυτά και αδιάλυτα, άραγε από άλλον κανένα δημιουργόν, παρά από

θεόν θα ειπούμεν ότι λαμβάνουν γένεσιν εις ωρισμένον χρόνον, ενώ

προηγουμένως δεν υπήρχαν; Ή μήπως θα μεταχειρισθώμεν την γνώμην

και την φράσιν του λαού και θα ειπούμεν —

Θεαίτητος.

Τι πράγμα;

Ξένος.

Ότι η ίδια φύσις γεννά αυτά από κάποιαν αιτίαν αυτόματον και

χωρίς σκέψιν; Ή ότι γίνονται με λόγον και με επιστήμην θείαν από

κάποιον θεόν;

Θεαίτητος.

Εγώ μεν ίσως ένεκα της ηλικίας μου αλλάζω συχνά και τας δύο

γνώμας. Τόρα όμως παρατηρώ εσέ, και επειδή νομίζω ότι φρονείς,

ότι αυτά γίνονται σύμφωνα με κάποιαν θέλησιν θεού, το ίδιον

πιστεύω και εγώ.

Ξένος.

Πολύ καλά, φίλε Θεαίτητε. Και αν ήτο φόβος μήπως αλλάξης γνώμην

κατόπιν, τόρα θα επροσπαθούσα συζητητικώς με πειστικά

επιχειρήματα να σε κάμω να συμφωνήσης μαζί μου. Επειδή όμως

κάλλιστα εννοώ τον χαρακτήρα σου, ότι δηλαδή και χωρίς να σου

ειπώ εγώ, τείνεις εις όσα τόρα λέγεις, ότι σύρεσαι, δι' αυτό θα

σε αφήσω μόνον σου. Διότι θα χάσωμεν αδίκως πολύν καιρόν. Αλλά θα

θεωρήσω ως βέβαιον ότι, όσα λέγομεν ότι γίνονται εκ φύσεως,

δημιουργούνται με θείαν τέχνην, όσα δε κατασκευάζονται από

ανθρώπους με ανθρωπίνην. Και λοιπόν και με αυτόν τον ορισμόν δύο

είναι τα γένη της ποιητικής, το ανθρώπινον και το θείον.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Τας δύο αυτάς λοιπόν διχοτόμησε τας πάλιν κάθε μίαν.

Θεαίτητος.

Πώς;

Ξένος.

Καθώς τότε εχώρισες κατά πλάτος όλην την ποιητικήν, ομοίως τόρα

πάλιν χώρισε την κατά μήκος.

Θεαίτητος.

Υπόθεσε ότι εχωρίσθη.

Ξένος.

Τόρα βεβαίως όλα τα μέρη αυτής γίνονται τέσσαρα, δύο μεν τα

σχετικά με ημάς, δηλαδή τα ανθρώπινα, δύο δε τα σχετικά με τους

θεούς, δηλαδή τα θεία.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Από τα μέρη όμως πάλιν της άλλης διαιρέσεως το ένα τμήμα καθεμιάς

μερίδος είναι αυτοποιητικόν, τα δε υπόλοιπα σχεδόν ημπορούν να

ονομασθούν ειδωλοποιητικά. Ώστε και συμφώνως με αυτά πάλιν η

ποιητική διχοτομείται εις δύο.

Θεαίτητος.

Λέγε κατά ποίον τρόποι διχοτομείται καθεμία πάλιν.

Ξένος.

Ημείς βεβαίως και τα άλλα ζώα και τα στοιχεία, από τα οποία

αποτελούνται τα φυσικά όντα, δηλαδή το πυρ και το ύδωρ και τα

παρόμοια, ως έργα θεού γνωρίζομεν ότι είναι αυτά όλα

δημιουργημένα. Ή πώς αλλέως;

Θεαίτητος.

Καθώς είπες.

Ξένος.

Έκαστον δε από αυτά το παρακολουθούν ομοιώματα, χωρίς να είναι

αυτά τα ίδια, τα οποία έγιναν επίσης με θείαν επινόησιν.

Θεαίτητος.

Ποία;

Ξένος.

Τα εμφανιζόμενα εις τον ύπνον, και όσα φαντάσματα της ημέρας

λέγονται φυσικά, η σκιά λόγου χάριν, όταν με το φως γίνεται

σκότος, και η αντανάκλασις, όταν το ιδικόν και το ξένον φως

συναντάται εις τα λαμπερά και γιαλιστερά πράγματα, και κάμνη την

εμπροσθινήν των όψιν να αλλάξη την συνηθισμένην της μορφήν και να

κάμνη την αντίθετον εντύπωσιν.

Θεαίτητος.

Πραγματικώς δύο ειδών είναι τα έργα της θείας ποιητικής, δηλαδή

το ίδιον το πράγμα, και το είδωλον το οποίον παρακολουθεί

έκαστον.

Ξένος.

Και τόρα τι θα είπουμεν διά την ιδικήν μας τέχνην; Όχι άραγε ότι

την ιδίαν μεν την οικίαν την κατασκευάζει με την οικοδομικήν, με

την ζωγραφικήν όμως κατασκευάζει κάποιαν άλλην, η οποία φαίνεται

ως ένα όνειρον εις τους αφυπνισμένους ανθρώπους;

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Ξένος.

Λοιπόν ομοίως πάλιν και όλα τα άλλα έργα της ιδικής μας ποιητικής

δράσεως είναι διπλά, και το έν μεν είναι το ίδιον και το

αποδίδομεν εις την αυτουργικήν, το δε άλλο είναι ομοίωμα και το

αποδίδομεν εις την ειδωλοποιητικήν.

Θεαίτητος.

Τόρα το ενόησα καλλίτερα, και παραδέχομαι δύο διττά είδη της

ποιητικής. Την θείαν και την ανθρωπίνην κατά την μίαν διαίρεσιν,

κατά την άλλην δε το έν από τα προϊόντα ως το ίδιον το πράγμα, το

δε άλλο ως κάποια ομοιώματα.

Ξένος.

Τόρα λοιπόν από την ειδωλοποιητικήν ας ενθυμηθούμεν, ότι

επρόκειτο να δεχθώμεν το έν γένος ως εικαστικόν και το άλλο ως

φανταστικόν, εάν απεδεικνύετο ότι το ψεύδος είναι όντως ψεύδος,

και εκ φύσεως ανήκει εις τα όντα.

Θεαίτητος.

Βεβαίως επρόκειτο.

Ξένος.

Και λοιπόν απεδείχθη αυτό, και διά τούτο ακριβώς θα θεωρήσωμεν

αυτά ως δύο είδη.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Τόρα λοιπόν ας διχοτομήσωμεν πάλιν το φανταστικόν είδος.

Θεαίτητος.

Πώς;

Ξένος.

Το έν μεν ότι γίνεται με όργανα, το δε άλλο, ότι γίνεται το ίδιον

όργανον εις εκείνον όστις κάμνει το φάντασμα.

Θεαίτητος.

Πώς το εννοείς;

Ξένος.

Νομίζω, όταν κανείς παρομοιάζη με το σώμα του το παράστημά σου, ή

με την φωνήν του την φωνήν σου, αυτό ονομάζεται μίμησις, και

ανήκει προ πάντων εις την φανταστικήν τέχνην.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Εις αυτό το μέρος λοιπόν ας αποδώσωμεν τον χαρακτηρισμόν

μιμητικόν. Το δε άλλο ολόκληρον, αφού εκουράσθημεν, ας το

αφήσωμεν να το συνενώση κανείς άλλος υπό μίαν έννοιαν, και να του

αποδώση κανέν αρμόδιον όνομα.

Θεαίτητος.

Δέχομαι και την ονομασίαν του ενός και την παράλειψιν του άλλου.

Ξένος.

Τόρα όμως και αυτό πάλιν πρέπει να το θεωρήσωμεν διπλόν, καλέ

Θεαίτητε. Και πρόσεξε να ιδής διά ποίον λόγον.

Θεαίτητος.

Λέγε.

Ξένος.

Όσοι απομιμούνται, άλλοι μεν το κάμνουν εν επιγνώσει, άλλοι όμως

ανεπιγνώστως. Και βεβαίως ποίαν άλλην μεγαλιτέραν διάκρισιν

ημπορούμεν να εύρωμεν από την επίγνωσιν και ανεπίγνωσιν;

Θεαίτητος.

Καμμίαν.

Ξένος.

Και λοιπόν αυτό που είπαμεν προ ολίγου δεν είναι απομίμησις με

επίγνωσιν; Διότι το ιδικόν σου παράστημα και σε, μόνον όταν σε

γνωρίζη κανείς, ημπορεί να τα μιμηθή.

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Ξένος.

Τόρα όμως ως προς το σχήμα της δικαιοσύνης και όλην εν γένει την

αρετήν; Άραγε δεν την αγνοούν πολλοί, και μόνον την φαντάζονται

κάπως, και όμως με τα δυνατά των προσπαθούν να φαίνωνται, ότι

έχουν μέσα των αυτό το οποίον απλώς φαντάζονται, και το

απομιμούνται όσον το δυνατόν τελειότερον με τα έργα των και με

τους λόγους των;

Θεαίτητος.

Πάρα πολλοί μάλιστα.

Ξένος.

Άραγε όμως όλοι κατορθώνουν να φαίνονται δίκαιοι, ενώ δεν είναι

διόλου; Ή μήπως συμβαίνει το εναντίον;

Θεαίτητος.

Όλως διόλου το εναντίον.

Ξένος.

Αυτός λοιπόν ο μιμητής πρέπει να θεωρηθή διάφορος από εκείνον,

αυτός ο ανεπίγνωστος από εκείνον τον εν επιγνώσει.

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Από πού λοιπόν θα λάβωμεν όνομα διά τον καθένα από αυτούς; Ή

μήπως βεβαίως είναι δύσκολον, διότι καθώς φαίνεται, εις την

διαίρεσιν των γενικών εννοιών κατά είδη υπήρχε εις τους

παλαιοτέρους κάποια παλαιά και ανεξήγητος αιτία, ώστε ούτε να

δοκιμάση κανείς να κάμη την διαίρεσιν, και ως εκ τούτου κατ'

ανάγκην δεν έχομεν μεγάλην αφθονίαν ονομάτων; Και όμως, και αν

θεωρηθή ακόμη τόλμη να το ειπούμεν ως προς την επίγνωσιν, πρέπει

να ονομάσωμεν την μεν δοξαστικήν μίμησιν δοξομιμητικήν, την δε

επισταμένην ίσως επιστημονικήν μίμησιν.

Θεαίτητος.

Παραδέχομαι.

Ξένος.

Πρέπει λοιπόν να μεταχειρισθώμεν το έν από τα δύο, διότι ο

σοφιστής δεν ανήκει εις τους έχοντας επίγνωσιν, αλλά εις τους

μιμούμενους με την ιδέαν των.

Θεαίτητος.

Πολύ μάλιστα.

Ξένος.

Αυτόν λοιπόν τον δοξομιμητήν ας τον ερευνήσωμεν καθώς τον

σίδηρον, αν είναι στερεός, ή μήπως έχει ακόμη μέσα του καμμίαν

ραφήν.

Θεαίτητος.

Ας ερευνήσωμεν.

Ξένος.

Έχει λοιπόν και πολλήν μάλιστα. Διότι από αυτούς άλλος μεν είναι

βλαξ, και νομίζει ότι γνωρίζει όσα φαντάζεται. Το δε εξωτερικόν

του άλλου, επειδή ολονέν κυλίεται μέσα εις τας συζητήσεις,

παρέχει πολλήν υποψίαν και φόβον, ότι δεν γνωρίζει αυτά τα οποία

προσποιείται εμπρός εις τους άλλους ότι τα γνωρίζει.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα ο καθείς από αυτούς που είπες ανήκει εις έν από τα δύο

αυτά γένη.

Ξένος.

Λοιπόν δεν πρέπει να θεωρήσωμεν τον ένα μεν ως απλούν μιμητήν,

τον δε άλλον υποκριτικόν μιμητήν;

Θεαίτητος.

Είναι ορθόν.

Ξένος.

Αυτόν δε πάλιν ως εν γένος θα τον θεωρήσωμεν ή ως δύο:

Θεαίτητος.

Συ πρόσεξε.

Ξένος.

Προσέχω και μου φαίνονται δύο ειδών. Ο μεν εις δημοσία και με

μακρούς λόγους βλέπω ότι είναι ικανός εμπρός εις τα πλήθη να

υποκρίνεται, ο δε άλλος ιδιωτικώς και με συντόμους λόγους

αναγκάζει τον αντικρυνόν του να παραδέχεται τα αντίθετα προς την

γνώμην του.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά ομιλείς.

Ξένος.

Πώς να ονομάσωμεν λοιπόν τον μακρολογώτερον; Άραγε πολιτικόν ή

δημοσιολόγον;

Θεαίτητος.

Δημοσιολόγον.

Ξένος.

Τον δε άλλον πώς να τον ονομάσωμεν, σοφόν ή σοφιστήν;

Θεαίτητος.

Όσον διά σοφόν βεβαίως είναι αδύνατον, διότι τον παρεδέχθημεν ότι

δεν γνωρίζει. Αφού όμως μιμείται τον σοφόν, είναι φανερόν ότι

πρέπει να λάβη όνομα παράγωγον της σοφίας, και σχεδόν ενόησα

πλέον, ότι αυτός πρέπει να θεωρηθή πραγματικώς εκείνος ο εντελώς

αληθινός σοφιστής.

Ξένος.

Τόρα λοιπόν, καθώς προηγουμένως, θέλεις να συνοψίσωμεν το όνομά

του, συνδυάζοντες τα χαρακτηριστικά του από το τέλος προς την

αρχήν;

Θεαίτητος.

Πολύ καλά.

Ξένος.

Λοιπόν, καθώς φαίνεται, θα ειπή όλην την αλήθειαν όστις ειπή ότι

ο αληθινός σοφιστής κατάγεται από την γενεάν και το αίμα της

αντιφατικοποιητικής του υποκριτικού μέρους της δοξομιμητικής, το

αποχωριζόμενον από το μέρος της ειδωλοποιητικής, όχι το θείον,

αλλά το ανθρώπινον, το οποίον είναι το μέρος της ποιητικής, το

οποίον κάμνει ταχυδακτυλουργίας με λόγους.

Θεαίτητος.

Είμαι εντελώς σύμφωνος.

***

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,

υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά

προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία

ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και

πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους

μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε

εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο

Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο

Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο

Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις

κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,

Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,

Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,

Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά

εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη

φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

ΣΟΦΙΣΤΗΣ Πρόκειται για εξαιρετικά τολμηρή φιλοσοφική έξαρση προς

εξακρίβωση των ορίων της ανθρωπίνης νοήσεως, γι' αυτό και

θεωρείται ως η μεταφυσική του Πλάτωνος. Σ' ό,τι αφορά στην λογική

του, είναι ο πιο πολύτροπος και οξύς από τους πλατωνικούς

διάλογους.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

***

1) Ψαράς που ψαρεύει με αγκίστρι

2) Καλάθια που χρησιμοποιούνται ως παγίδες στην αλιεία

Σοφιστής · 第 5 / 5 段