Αφού λοιπόν άλλα μεν θέλουν να εκτελούν τούτο, άλλα όμως όχι,
τότε σχεδόν παθαίνουν το ίδιον με τα στοιχεία του αλφαβήτου.
Διότι και από εκείνα άλλα μεν δεν συμβιβάζονται μαζί, άλλα όμως
συμβιβάζονται.
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Ξένος.
Τα φωνήεντα όμως περισσότερον από όλα τα άλλα, εισχωρούν εις όλα
ωσάν συνεκτικός δεσμός, ώστε χωρίς αυτά είναι αδύνατον να
προσαρμοσθούν και τα άλλα μεταξύ των.
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Ξένος.
Τόρα όμως; Άραγε ο καθείς γνωρίζει ποία με ποία ημπορούν να
συμπέσουν; Ή απαιτείται τέχνη δι' εκείνον, ο οποίος πρόκειται να
εκτελέση τούτο με τελειότητα;
Θεαίτητος.
Απαιτείται τέχνη.
Ξένος.
Ποία;
Θεαίτητος.
Η γραμματική.
Ξένος.
Και λοιπόν; Άραγε δεν συμβαίνει το ίδιον και με τους υψηφώνους
και βαρυφώνους φθόγγους; Ότι δηλαδή όστις έχει την τέχνην να
γνωρίζη ποίοι συνδυάζονται και ποίοι όχι, είναι μουσικός, όστις
όμως δεν γνωρίζει, είναι άμουσος;
Θεαίτητος.
Έτσι είναι.
Ξένος.
Και εις όλας τας άλλας τέχνας και ατεχνίας δεν θα εύρωμεν επίσης
παρόμοια;
Θεαίτητος.
Πώς δεν θα εύρωμεν;
Ξένος.
Και λοιπόν; Αφού εδέχθημεν ότι και τα γένη έχουν την ιδίαν σχέσιν
της αναμίξεως μεταξύ των, άραγε δεν πρέπει με κάποιαν
επιστημονικήν μέθοδον να ερευνά εκείνος, ο οποίος θέλει να
αποδείξη, ποία με ποία συμφωνούν τα γένη, και ποία με ποία δεν
χωνεύονται; Και μάλιστα εάν μεταξύ όλων υπάρχουν μερικά ως
συνεκτικός δεσμός, ώστε να γίνωνται όλα επιτήδεια προς σύνδεσιν,
και πάλιν κατά την ανάλυσιν, εάν υπάρχουν άλλα τα οποία επιφέρουν
την διαίρεσιν μεταξύ όλων;
Θεαίτητος.
Πώς δεν χρειάζεται επιστήμη και ίσως μάλιστα η ανωτέρα;
Ξένος.
Πώς λοιπόν θα την ονομάσωμεν, καλέ Θεαίτητε, αυτήν πάλιν; Ή
μήπως, δι' όνομα θεού δεν αντελήφθημεν, ότι επέσαμεν εις την
επιστήμην των αμερολήπτων, και ενώ ζητούμεν να συλλάβωμεν τον
σοφιστήν σχεδόν ευρήκαμεν προηγουμένως τον φιλόσοφον;
Θεαίτητος.
Πώς το εννοείς αυτό;
Ξένος.
Την διαίρεσιν εις γένη και την θεωρίαν ότι, το ίδιον είδος δεν
είναι διάφορον, ούτε το διάφορον είναι το ίδιον, τάχα δεν το
θεωρούμεν ως έργον της διαλεκτικής τέχνης;
Θεαίτητος.
Μάλιστα, το θεωρούμεν.
Ξένος.
Λοιπόν όστις είναι ικανός να εκτελή τούτο, δεν αντιλαμβάνεται
καλά μίαν έννοιαν ως κοινήν εις πολλά, από όσα κείνται χωριστά, η
οποία επεκτείνεται εις όλα, και άλλας πολλάς πάλιν και διαφόρους
μεταξύ των, να εμπερικλείωνται απ' έξω από μίαν, και πάλιν μία
άλλη να διαπερά όλα και να τα ενώνη εις έν, και άλλαι πολλαί να
είναι εντελώς άσχετοι; Αυτή δε είναι η ικανότης να αναλύωμεν
επιστημονικώς κατά γένη, δηλαδή εις ποία σημεία είναι δυνατόν να
συγκοινωνούν τα διάφορα μέρη και εις ποία όχι.
Θεαίτητος.
Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος.
Και βεβαίως την διαλεκτικήν μέθοδον δεν θα την αποδώσης εις
άλλον, καθώς νομίζω, παρά εις τον εξασκούντα την φιλοσοφίαν
καθαρώς και δικαίως.
Θεαίτητος.
Πώς είναι δυνατόν να την αποδώση κανείς εις κανένα άλλον;
Ξένος.
Και λοιπόν τον φιλόσοφον εις έν τοιούτον μέρος θα τον εύρωμεν και
τόρα και άλλοτε, όταν τον ζητήσωμεν, το οποίον μέρος είναι μεν
δύσκολον και αυτό να εννοηθή καθαρά, αλλά έχει διαφοράν η
δυσκολία του σοφιστού και η δυσκολία τούτου.
Θεαίτητος.
Πώς;
Ξένος.
Εκείνος μεν κρύπτεται εις τα σκοτεινά του μη όντος,
εξοικειούμενος διά της πείρας με αυτά, και είναι δυσνόητος ένεκα
του σκοτεινού μέρους. Δεν είναι έτσι;
Θεαίτητος.
Φαίνεται.
Ξένος.
Ο φιλόσοφος όμως προσκολλάται διαρκώς εις την έννοιαν του όντος,
και ένεκα πάλιν της λάμψεως του μέρους τούτου δεν είναι εύκολον
να τον ιδή κανείς. Διότι τα ψυχικά βλέμματα του κοινού λαού δεν
έχουν δύναμιν να ανθέξουν, όταν ατενίζουν το θείον.
Θεαίτητος.
Και αυτά εξ ίσου φαίνονται ορθά με εκείνα.
Ξένος.
Λοιπόν όσον δι' αυτόν, δεν θα αργήσωμεν και άλλοτε να εξετάσωμεν
σαφέστερον, όταν θελήσωμεν. Διά τον σοφιστήν όμως είναι φανερόν,
ότι δεν πρέπει να αμελήσωμεν, έως ότου να τον εννοήσωμεν τελείως.
Θεαίτητος.
Καλά το είπες.
Ξένος.
Αφού λοιπόν ωμολογήσαμεν, ότι άλλα μεν από τα γένη δέχονται να
συγκοινωνούν μεταξύ των, άλλα όμως όχι, και άλλα μεν ολιγώτερον,
άλλα όμως περισσότερον, και μερικά μάλιστα διαπερούν όλα και
συγκοινωνούν χωρίς κανέν εμπόδιον, τόρα ας εξακολουθήσωμεν να
εξετάζωμεν τα συμπεράσματα, όχι όμως δι' όλα τα είδη, διά να μη
συγχύζεται ο νους μας με τα πολλά, αλλά εκλέγοντες μερικά από τα
νομιζόμενα ως τα κυριώτερα. Και ας ιδούμεν πρώτον μεν ποίου
είδους είναι το καθέν, έπειτα ποίαν δύναμιν έχουν διά να
συγκοινωνούν μεταξύ των, ώστε το ον και το μη ον, αν δεν
κατορθώσωμεν να τα αντιληφθώμεν με πλήρη σαφήνειαν, οπωσδήποτε
όμως να μη μας λείπη καμμία εξήγησις περί αυτών, όσον επιτρέπει η
μέθοδος αυτής της ερεύνης μας. Και τότε θα ιδούμεν αν ημπορούμεν
να φύγωμεν αθωωμένοι όταν λέγωμεν, ότι το μη ον πραγματικώς είναι
μη ον.
Θεαίτητος.
Βεβαίως πρέπει.
Ξένος.
Λοιπόν τα κυριώτερα γένη, από όσα εξετάσαμεν έως τόρα, είναι αυτό
το ίδιον το ον, και η στάσις, και η κίνησις.
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Ξένος.
Και όμως, όσον διά τα δύο από αυτά, είπαμεν ότι δεν συγκοινωνούν
μεταξύ των.
Θεαίτητος.
Πολύ μάλιστα.
Ξένος.
Το ον όμως είναι βεβαίως μικτόν και με τα δύο, διότι και τα δύο
υπάρχουν.
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Ξένος.
Λοιπόν όλα αυτά γίνονται τρία.
Θεαίτητος.
Τι άλλο βεβαίως;
Ξένος.
Λοιπόν έκαστον από αυτά ως προς τα άλλα δύο είναι διαφορετικόν,
ως προς τον εαυτόν του όμως είναι το ίδιον.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Ξένος.
Αλλά τόρα πάλιν, τι είναι αυτό, που είπαμεν διαφορετικόν και το
ίδιον; Άραγε και αυτά είναι δύο ιδιαίτερα γένη, χωριστά από τα
τρία, πάντοτε όμως συγκοινωνούντα εξ ανάγκης με εκείνα, και
επομένως πρέπει να σκεπτώμεθα πλέον δι' αυτά όχι ως τρία, αλλά ως
πέντε; Ή μήπως χωρίς τα το εννοούμεν, αποδίδομεν αυτό το
διαφορετικόν και το ίδιον ως χαρακτηρισμόν εις εκείνα;
Θεαίτητος.
Ίσως.
Ξένος.
Βεβαίως όμως η κίνησις και η στάσις δεν είναι ούτε ετερότης ούτε
ταυτότης.
Θεαίτητος.
Πώς;
Ξένος.
Οτιδήποτε αποδώσωμεν από κοινού εις την κίνησιν και την στάσιν,
τούτο δεν είναι δυνατόν να είναι ούτε το έν ούτε το άλλο από αυτά
τα δύο.
Θεαίτητος.
Διατί δηλαδή;
Ξένος.
Διότι και τόρα πάλιν η κίνησις θα σταματήση και η στάσις θα
κινηθή. Διότι, εάν και εις τα δύο προστεθή έν οποιονδήποτε από
αυτά τα δύο, θα αναγκάση το καθέν να μεταβληθή εις το αντίθετον
από ό,τι είναι εκ φύσεως, διότι εσυγκοινώνησε με το αντίθετον.
Θεαίτητος.
Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος.
Διότι είπαμεν βεβαίως ότι και τα δύο συγκοινωνούν και με την
ταυτότητα και με την ετερότητα.
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Ξένος.
Δι' αυτό λοιπόν ας μη λέγωμεν ότι η κίνησις είναι ταυτότης ή
ετερότης, ούτε πάλιν στάσις.
Θεαίτητος.
Βεβαίως ας μη λέγωμεν.
Ξένος.
Τόρα όμως μήπως άραγε πρέπει να εννοήσωμεν εντός μας το ον ως το
ίδιον πράγμα με την ταυτότητα;
Θεαίτητος.
Ίσως.
Ξένος.
Αλλ' εάν το ον και η ταυτότης δεν εκφράζουν διαφορετικόν πράγμα,
αφού λέγομεν πάλιν ότι η κίνησις και η στάσις υπάρχουν και τα
δύο, με αυτήν την έκφρασιν χαρακτηρίζομεν και τα δύο ως να είναι
το ίδιον.
Θεαίτητος.
Αλλ' όμως αυτό βεβαίως είναι αδύνατον.
Ξένος.
Επομένως είναι αδύνατον η ταυτότης και το ον να είναι έν και το
αυτό πράγμα.
Θεαίτητος.
Σχεδόν.
Ξένος.
Ώστε ας θεωρήσωμεν ως τέταρτον είδος την ταυτότητα πλησίον των
άλλων.
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Ξένος.
Αλλά τόρα; Άραγε την ετερότητα δεν πρέπει να την θεωρήσωμεν ως
πέμπτον είδος; Ή μήπως αυτό και το ον πρέπει να τα θεωρήσωμεν ως
δύο ονόματα ανήκοντα εις έν γένος;
Θεαίτητος.
Πολύ πιθανόν.
Ξένος.
Νομίζω όμως ότι παραδέχεσαι ότι τα όντα, άλλα μεν λέγονται μόνα
των, άλλα δε σχετιζόμενα μεταξύ των.
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Ξένος.
Η ετερότης όμως πάντοτε λέγεται με ετερότητα. Δεν είναι έτσι;
Θεαίτητος.
Έτσι είναι.
Ξένος.
Αλλ' αυτό δεν θα συνέβαινε, εάν δεν είχαν μεγάλην διαφοράν το ον
και η ετερότης. Αλλά εάν η ετερότης μετείχε και των δύο αυτών
ειδών, καθώς το ον, τότε θα ήτο δυνατόν και η μία από τας
ετερότητας να μη σχετίζεται προς ετερότητα. Τόρα όμως απλούστατα,
παν ό,τι είναι διαφορετικόν, κατ' ανάγκην είναι τοιούτον, μόνον
ως προς άλλο διαφορετικόν.
Θεαίτητος.
Τα λέγεις καθώς είναι.
Ξένος.
Επομένως πρέπει να θεωρήσωμεν την ετερότητα ως πέμπτον μεταξύ των
ειδών τα οποία παραδεχόμεθα.
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Ξένος.
Και βεβαίως θα δεχθώμεν ότι αυτή διαπερά όλα τα άλλα. Διότι το
καθέν χωριστά είναι διαφορετικόν από τα άλλα, όχι εξ αιτίας της
ιδικής του φύσεως, αλλά διότι συμμετέχει της εννοίας της
ετερότητος.
Θεαίτητος.
Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος.
Τόρα λοιπόν ας επαναλάβωμεν τον χαρακτηρισμόν μας διά τα πέντε
αυτά ως εξής.
Θεαίτητος.
Πώς;
Ξένος.
Πρώτον μεν ότι η κίνησις είναι εντελώς διάφορος από την στάσιν. Ή
πώς θέλεις να το ειπούμεν;
Θεαίτητος.
Καθώς το είπες.
Ξένος.
Επομένως δεν είναι στάσις.
Θεαίτητος.
Διόλου μάλιστα.
Ξένος.
Και όμως υπάρχει, διότι συμμετέχει του όντος.
Θεαίτητος.
Υπάρχει.
Ξένος.
Αλλά πάλιν η κίνησις είναι διαφορετικόν πράγμα από την ταυτότητα.
Θεαίτητος.
Σχεδόν.
Ξένος.
Επομένως δεν είναι ταυτότης.
Θεαίτητος.
Βεβαίως δεν είναι.
Ξένος.
Και όμως ήτο κάπως ταυτότης, διότι όλα συμμετέχουν από αυτήν.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Ξένος.
Επομένως πρέπει να ομολογήσωμεν χωρίς δυστροπίαν, ότι η κίνησις
είναι και ταυτότης και όχι ταυτότης. Διότι όταν δεχώμεθα ότι
είναι και ταυτότης και όχι ταυτότης, δεν τα λέγομεν και τα δύο
κατά τον ίδιον τρόπον, αλλά οσάκις λέγομεν ότι είναι ταυτότης, το
λέγομεν διότι συμμετέχει η ταυτότης από αυτήν, οσάκις δε πάλιν
λέγομεν ότι είναι όχι ταυτότης, το λέγομεν διότι συγκοινωνεί με
την ετερότητα, ένεκα της οποίας αποχωρίζεται της ταυτότητος και
γίνεται όχι ό,τι λέγει αυτή, αλλά διαφορετικόν, ώστε και τότε
πάλιν ορθώς λέγεται όχι ταυτότης.
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Ξένος.
Επομένως και αν κάπως η ιδία κίνησις συμμετείχε από την στάσιν,
δεν θα ήτο διόλου παράλογον, νομίζω, να την χαρακτηρίσωμεν ως
στάσιμον.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά, εάν πρόκειται να δεχθώμεν ότι τα γένη άλλα μεν
δέχονται να συγκοινωνούν μεταξύ των, άλλα όμως όχι.
Ξένος.
Και όμως, πριν να αποδείξωμεν το ζήτημά μας, γρηγορώτερα
εφθάσαμεν εις την απόδειξιν αυτού, διότι εξακριβώσαμεν ότι εκ
φύσεως είναι τοιούτον.
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Ξένος.
Ας το επαναλάβωμεν λοιπόν πάλιν. Άραγε η κίνησις δεν είναι
διάφορος από την ετερότητα, καθώς ήτο διάφορος από την ταυτότητα
και την στάσιν;
Θεαίτητος.
Είναι κατ' ανάγκην.
Ξένος.
Επομένως κατά τον λόγον τούτον εδώ, είναι κάπως και διάφορος και
όχι διάφορος.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Ξένος.
Τόρα λοιπόν τι έπεται από αυτά; Άραγε πάλιν θα δεχθώμεν ότι αυτή
από μεν τα τρία είναι διάφορος, όχι όμως και από το τέταρτον,
αφού παρεδέχθημεν ότι είναι πέντε όλα αυτά, δι' όσα προηγουμένως
απεφασίσαμεν να ερευνήσωμεν;
Θεαίτητος.
Πώς γίνεται αυτό; Είναι αδύνατον να δεχθώμεν μικρότερον αριθμόν
από αυτόν ο οποίος απεδείχθη προ ολίγου.
Ξένος.
Επομένως δεν πρέπει χωρίς φόβον να θεωρήσωμεν εις την συζήτησιν
μας την κίνησιν ως διαφορετικήν από το ον;
Θεαίτητος.
Χωρίς κανένα φόβον απολύτως!
Ξένος.
Τότε λοιπόν δεν έπεται σαφώς ότι η κίνησις είναι και ον και μη
ον, αφού συμμετέχει από το ον;
Θεαίτητος.
Σαφέστατα βεβαίως.
Ξένος.
Επομένως είναι δυνατόν κατ' ανάγκην να υπάρχη το μη ον και εις
την κίνησιν και εις όλα τα γένη. Διότι εις όλα αυτά η φύσις της
ετερότητος καθιστά το καθέν διάφορον από το ον, και το κάμνει μη
ον, και δι' αυτό όλα αυτά ανεξαιρέτως υπό την έποψιν αυτήν είναι
ορθόν να τα θεωρήσωμεν ως μη όντα, και αντιστρόφως, επειδή
συμμετέχουν από το ον, να τα θεωρήσωμεν ότι υπάρχουν και είναι
όντα.
Θεαίτητος.
Επάνω κάτω.
Ξένος.
Επομένως εις έκαστον από τα είδη υπάρχει αρκετή δόσις από το ον,
υπάρχει όμως και αμέτρητον ποσόν από το μη ον.
Θεαίτητος.
Έτσι φαίνεται.
Ξένος.
Λοιπόν και το ίδιον το ον πρέπει να το θεωρήσωμεν ως διαφορετικόν
από τα άλλα.
Θεαίτητος.
Αυτό είναι λογικόν.
Ξένος.
Επομένως και το ίδιον το κακόμοιρον το ον τόσες φορές δεν υπάρχει
(!), όσα είναι τα άλλα. Διότι, αφού δεν είναι ό,τι είναι εκείνα,
μίαν φοράν υπάρχει εξ αιτίας του εαυτού του, αμέτρητες φορές όμως
δεν υπάρχει εξ αιτίας όλων των άλλων.
Θεαίτητος.
Σχεδόν καθώς το λέγεις είναι.
Ξένος.
Τότε λοιπόν και εις αυτά δεν πρέπει να δυστροπήσωμεν, διότι έχει
συγκοινωνίαν η φύσις των γενών. Εάν όμως κανείς δεν τα
παραδέχεται αυτά, ας καταφέρη να πείση τους προηγουμένους λόγους
μας, και τότε ας μας πείση διά τα κατόπιν.
Θεαίτητος.
Ωμίλησες με άκραν δικαιοσύνην (!).
Ξένος.
Ας ιδούμεν λοιπόν και το εξής.
Θεαίτητος.
Ποίον δηλαδή;
Ξένος.
Όταν λέγωμεν το μη ον καθώς φαίνεται, δεν λέγομεν τίποτε
αντίθετον από το ον αλλά απλώς διαφορετικόν.
Θεαίτητος.
Πώς;
Ξένος.
Λόγου χάριν όταν ονομάσωμεν ένα πράγμα όχι μέγα, τότε με αυτήν
την λέξιν νομίζεις, ότι περισσότερον εκφράζομεν το μικρόν παρά το
ίσον;
Θεαίτητος.
Πώς είναι δυνατόν;
Ξένος.
Επομένως, όταν εκφράζωμεν άρνησιν, δεν θα δεχθώμεν ότι λέγομεν το
αντίθετον, αλλά απλώς ότι άλλο εκφράζει το μη και το όχι
προτασσόμενα εις τα ονόματα, ή μάλλον εις τα πράγματα, εις τα
οποία αναφέρονται τα εκφωνούμενα μετά την άρνησιν ονόματα.
Θεαίτητος.
Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος.
Ας σκεφθώμεν λοιπόν το εξής, μήπως το παραδεχθής και συ.
Θεαίτητος.
Ποίον δηλαδή;
Ξένος.
Η φύσις της ετερότητος μου φαίνεται ότι είναι κομματιασμένη καθώς
η επιστήμη.
Θεαίτητος.
Πώς;
Ξένος.
Ως γνωστόν, μία είναι και εκείνη, αλλά το μέρος αυτής το σχετικόν
με οποιονδήποτε πράγμα, αποχωρίζεται και λαμβάνει ιδιαίτερον
όνομα. Δι' αυτό και τέχναι πολλαί υπάρχουν και επιστήμαι.
Θεαίτητος.
Βεβαιότατα.
Ξένος.
Τόρα λοιπόν και τα μέρη της φύσεως της ετερότητος, ενώ αυτή είναι
μία, έπαθαν το ίδιον.
Θεαίτητος.
Πολύ πιθανόν, αλλά ας ιδούμεν πώς.
Ξένος.
Υπάρχει ένα μέρος της ετερότητος, το οποίον αντιτίθεται προς το
ωραίον;
Θεαίτητος.
Υπάρχει.
Ξένος.
Αυτό λοιπόν ανώνυμον θα το θεωρήσωμεν, ή έχει κανέν όνομα;
Θεαίτητος.
Έχει. Διότι παν ό,τι συνήθως ονομάζομεν όχι ωραίον, αυτό δεν
είναι διαφορετικόν από άλλο τίποτε, παρά από την φύσιν του
ωραίου.
Ξένος.
Εμπρός λοιπόν ειπέ μου το εξής.
Θεαίτητος.
Τι θέλεις να σου ειπώ;
Ξένος.
Δεν είναι αληθές ότι το μη καλόν κατωρθώθη να παραχθή, αφού
απεχωρίσθη από έν γένος των όντων, και συγχρόνως ετάχθη ως
αντίθετον προς έν από τα όντα;
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Ξένος.
Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, το μη καλόν αποτελεί αντίθεσιν ενός
όντος προς έν άλλο.
Θεαίτητος.
Ορθότατα.
Ξένος.
Και λοιπόν; Συμφώνως με αυτά άραγε περισσότερον ανήκει εις τα
όντα το καλόν παρά το μη καλόν;
Θεαίτητος.
Διόλου μάλιστα.
Ξένος.
Δεν πρέπει επομένως εξ ίσου να παραδεχθώμεν, ότι υπάρχει και το
μη μέγα, όσον το ίδιον το μέγα;
Θεαίτητος.
Εξ ίσου.
Ξένος.
Επομένως και το μη δίκαιον δεν πρέπει να το κατατάξωμεν ως προς
την ύπαρξιν εις ίσην μοίραν με το δίκαιον, χωρίς να υπάρχη το έν
περισσότερον από το άλλο;
Θεαίτητος.
Τι άλλο βεβαίως.
Ξένος.
Και διά τα άλλα λοιπόν το ίδιον θα ειπούμεν, αφού η φύσις της
ετερότητος απεδείχθη ότι είναι έν από τα όντα. Και αφού εκείνη
είναι ον, κατ' ανάγκην βεβαίως πρέπει να θεωρήσωμεν ως όντα και
τα μέρη της και με το παραπάνω.
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Ξένος.
Επομένως, καθώς φαίνεται, η αντίθεσις εκείνου του μέρους από την
φύσιν της ετερότητος, το οποίον αντίκειται προς την φύσιν του
όντος, είναι ουσία του ιδίου του όντος και με το παραπάνω, αν
επιτρέπεται η έκφρασις, και δεν σημαίνει το εκ διαμέτρου
αντίθετον, αλλά απλώς το διαφορετικόν.
Θεαίτητος.
Πολύ λογικά.
Ξένος.
Πώς λοιπόν να την ονομάσωμεν αυτήν;
Θεαίτητος.
Είναι προφανές ότι εκείνο το μη ον, το οποίον εζητούσαμεν χάριν
του σοφιστού, εκείνο το ίδιον είναι τούτο εδώ.
Ξένος.
Και λοιπόν άραγε, καθώς είπες, αυτό δεν καθυστερεί ως προς την
ουσίαν από κανέν άλλο, και με θάρρος πλέον πρέπει να λέγωμεν ότι
ασφαλώς υπάρχει το μη ον με την ιδιαιτέραν του φύσιν καθώς το
μέγα είπαμεν ότι είναι μέγα και το καλόν καλόν και το μη μέγα μη
μέγα και το μη καλόν μη καλόν; Κατά τον ίδιον τρόπον λοιπόν και
το μη ον απεδείχθη και είναι μη ον, συγκαταλεγόμενον ως έν είδος
από τα πολλά όντα; Ή μήπως δυσπιστούμεν κάπως ακόμη ως προς αυτό,
φίλε Θεαίτητε;
Θεαίτητος.
Διόλου δεν δυσπιστούμεν.
Ξένος.
Εκατάλαβες λοιπόν ότι περισσότερον απεσκιρτήσαμεν από τον
Παρμενίδην, παρά όσον μας απηγόρευσε εκείνος;
Θεαίτητος.
Τι εννοείς;
Ξένος.
Από όσα μας απηγόρευσε εκείνος να ερευνώμεν, ημείς εξετάσαμεν εις
τα προηγούμενα πολύ περισσότερα, και τα απεδείξαμεν εις το πείσμα
του.
Θεαίτητος.
Πώς;
Ξένος.
Ιδού πώς· εκείνος ως γνωστόν λέγει:
Αδύνατον να χωνεύσης ποτέ ότι υπάρχουν τα μη όντα,
Και δι' αυτό στρέψε τον νουν σου από τον δρόμον αυτής της
[ερεύνης.
Θεαίτητος.
Αυτό δεν αρνούμαι ότι το λέγει.
Ξένος.
Ημείς όμως απεδείξαμεν, όχι μόνον ότι υπάρχουν τα μη όντα, αλλά
εφέραμεν εις φως και το είδος ακόμη εις το οποίον ανήκει το μη
ον. Διότι, αφού απεδείξαμεν ότι η φύσις της ετερότητος είναι ον,
και μοιράζεται εις όλα τα όντα μεταξύ των, ετολμήσαμεν να
αποφανθώμεν ότι το μέρος αυτής, το οποίον αντιτίθεται προς το ον,
αυτό ακριβώς είναι το όντως μη ον.
Θεαίτητος.
Και νομίζω, φίλε Ξένε, ότι είπαμεν εντελώς την αλήθειαν.
Ξένος.
Ας μη θέληση λοιπόν κανείς να μας ειπή ότι, αφού απεδείξαμεν ότι
το μη ον είναι το αντίθετον του όντος, τολμώμεν να διισχυρισθώμεν
ότι υπάρχει (!). Διότι ημείς όσον διά κανέν αντίθετον εις αυτό
δεν σκοτιζόμεθα πολύ, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει, με λογικήν ή
χωρίς λογικήν. Όσον όμως δι' αυτό που είπαμεν ότι είναι το μη ον,
ή ας μας πείση κανείς εξελέγχων ότι δεν το είπαμεν ορθά, ή,
εφόσον δεν έχει αυτήν την ικανότητα, πρέπει και αυτός να
παραδεχθή, καθώς παραδεχόμεθα ημείς, και ότι συγκοινωνούν μεταξύ
των τα γένη, και ότι το ον και η ετερότης εισχώρουν και εις όλα
τα άλλα και μεταξύ των. Και ότι η ετερότης, επειδή συμμετέχει του
όντος, υπάρχει μεν ένεκα αυτής της συμμετοχής, δεν είναι όμως
εκείνο το ίδιον από το οποίον συμμετέχει, αλλά διαφορετικόν, και
αφού είναι διαφορετικόν από το ον, πολύ λογικώς έπεται ότι είναι
μη ον. Το ον δε πάλιν, επειδή συμμετέχει της ετερότητος, έπεται
ότι είναι διάφορον από τα άλλα γένη, και, αφού είναι διάφορον από
όλα εκείνα, δεν είναι το ίδιον με έκαστον από αυτά, ούτε με όλα
μαζί παρά μόνον του. Ώστε πάλιν χωρίς αμφιβολίαν το ον χιλιάδες
των χιλιάδων δεν είναι (!). Το ίδιον εφαρμόζεται και εις όλα τα
άλλα, δηλαδή και χωριστά και ομού διά πολλούς λόγους υπάρχουν και
διά πολλούς δεν υπάρχουν (!).
Θεαίτητος.
Λέγεις την αλήθειαν.
Ξένος.
Και τόρα, όστις δεν παραδέχεται αυτάς τας αντιλογίας, πρέπει ο
ίδιος να σκεφθή και να μας ειπή τίποτε καλλίτερον. Εάν δε πάλιν
ενόησε ότι είναι κάπως δύσκολον, και ευχαριστείται να σύρη τους
λόγους πότε από το έν και πότε από το άλλο μέρος, αυτός δεν
κάμνει σπουδαίον κατόρθωμα, καθώς αποδεικνύει αυτή εδώ η
συζήτησις. Διότι αυτό δεν είναι ούτε μεγάλο κατόρθωμα ούτε
δύσκολον, εκείνο όμως όχι μόνον είναι δύσκολον, αλλά και ωραίον.
Θεαίτητος.
Ποίον;
Ξένος.
Αυτό που είπαμεν και προηγουμένως, δηλαδή να τα αφήση αυτά, διότι
με την συζήτησιν δεν αποδεικνύονται ως αδύνατα, και να έχη την
ικανότητα οσάκις κανείς λέγει ότι είναι το ίδιον ένα πράγμα το
οποίον διαφέρει κάπως, ή ότι είναι διαφορετικόν, ενώ είναι το
ίδιον, να εξελέγχη βήμα προς βήμα κατ' εκείνον τον τρόπον και
συμφώνως με εκείνο το πράγμα, το οποίον λέγει ότι έπαθε έν
οποιονδήποτε από αυτά τα δύο. Άλλως όμως το να αποδεικνύη την
ταυτότητα με κάποιον τρόπον ως ετερότητα, και την ετερότητα ως
ταυτότητα, και το μέγα ως μικρόν, και το όμοιον ως ανόμοιον, και
αλαζονικώς να παρουσιάζη πάντοτε τα αντίθετα εις τας συζητήσεις,
αυτό δεν είναι αληθινός έλεγχος, και εξ άλλου προδίδεται ως
νεοφερμένος από εκείνους, οι οποίοι πρώτην φοράν γνωρίζουν τα
πράγματα χειροπιαστά.
Θεαίτητος.
Είμαι συμφωνότατος.
Ξένος.
Και βεβαίως, αγαπητέ μου, διότι το να προσπαθή κανείς να χωρίζη
όλα από όλα, και αλλέως δεν είναι αρμονικόν, και ωρισμένως τον
αποδεικνύει ως όλως διόλου άμουσον και αφιλόσοφον.
Θεαίτητος.
Διατί δηλαδή;
Ξένος.
Το να χωρίζωμεν έκαστον πράγμα από όλα τα άλλα είναι ολοτελής
εξόντωσις των λόγων. Διότι μόνον με την συμπλοκήν των διαφόρων
ειδών μεταξύ των κατορθόνομεν να σχηματίσωμεν τον λόγον.
Θεαίτητος.
Αυτό είναι αληθές.
Ξένος.
Πρόσεξε λοιπόν να ιδής ότι πολύ σκοπίμως προ ολίγου επολεμούσαμεν
τους τοιούτους, και τους εξηναγκάσαμεν να αφήσουν να συγκοινωνή
το ένα με το άλλο.
Θεαίτητος.
Δια ποίον σκοπόν λοιπόν;
Ξένος.
Προς απόδειξιν ότι ο λόγος είναι έν από τα γένη των όντων. Διότι
εάν στερηθώμεν αυτόν, στερούμεθα το μεγαλίτερον μέρος της
φιλοσοφίας. Πρέπει δε ακόμη να έλθωμεν εις συμφωνίαν, τι πράγμα
είναι ο λόγος. Αν δε τύχη να μας τον αρπάξουν και να μας ειπούν
ότι ουδέ υπάρχει καν αυτός, τότε πλέον δεν θα ημπορούμεν ούτε να
ομιλούμεν (!), Και βεβαίως θα μας τον αρπάξουν, εάν παραδεχθώμεν
ότι κανέν πράγμα δεν συγκοινωνεί με κανέν άλλο.
Θεαίτητος.
Όσον δι' αυτό πολύ καλά, αλλά το διατί να έλθωμεν εις συμφωνίαν
ως προς τον λόγον, αυτό δεν το ενόησα.
Ξένος.
Αλλ' ίσως να το εννοήσης πολύ εύκολα, εάν με παρακολουθήσης ως
εξής.
Θεαίτητος.
Πώς;
Ξένος.
Δεν αρνείσαι ότι το μη ον το απεδείξαμεν ως έν γένος μεταξύ, των
άλλων το οποίον διαμοιράζεται εις όλα τα όντα.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Ξένος.
Τότε λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν τόρα αν συγκοινωνεί με τον λόγον
και με την κρίσιν.
Θεαίτητος.
Διατί δηλαδή;
Ξένος.
Διότι, αν αυτό δεν συγκοινωνή με αυτά, τότε είναι λογικώς
επόμενον να είναι όλα αληθινά. Εάν όμως συγκοινωνή, τότε
παράγεται και ψευδής κρίσις και ψευδής λόγος. Διότι ακριβώς το να
κρίνη κανείς ή να λέγη τα μη όντα αυτό βεβαίως είναι το ψεύδος,
το οποίον συμβαίνει εις την διάνοιαν και εις τους λόγους.
Θεαίτητος.
Το παραδέχομαι.
Ξένος.
Όταν δε υπάρχη ψεύδος, υπάρχει απάτη.
Θεαίτητος.
Μάλιστα.
Ξένος.
Και όμως, αφού υπάρχει απάτη, τότε έπεται πλέον λογικώς, ότι όλα
τα πράγματα είναι καταφορτομένα από ομοιώματα και εικόνας και
φαντάσματα.
Θεαίτητος.
Πώς όχι;
Ξένος.
Αλλά διά τον σοφιστήν είπαμεν ότι ετρύπωσε εις τούτο το μέρος και
αρνείται ότι υπάρχει καν ψεύδος. Διότι λέγει ότι το μη ον ούτε το
συλλογίζεται κανείς ούτε το λέγει, διότι το μη ον δεν έχει
ύπαρξιν καμμίαν με κανένα τρόπον.
Θεαίτητος.
Αυτά τα είπαμεν βεβαίως.
Ξένος.
Τόρα όμως αυτό απεδείχθη ότι συμμετέχει του όντος, ώστε υπό αυτήν
την έποψιν ίσως πλέον δεν θα ανθίστατο. Δεν είναι όμως απίθανον
να ειπή ότι από τα είδη άλλα μεν συμμετέχουν του μη όντος, άλλα
όμως όχι, ώστε διά την ειδωλοποιητικήν και φανταστικήν, εντός της
οποίας είπαμεν ότι ετρύπωσε αυτός, πάλιν θα εναντιόνεται ότι ούτε
καν υπάρχουν, επειδή η κρίσις και ο λόγος δεν συγκοινωνούν με το
μη ον. Διότι κατ' αρχήν δεν υπάρχει ψεύδος, αφού δεν υφίσταται
αυτή η συγκοινωνία. Δι' αυτό λοιπόν πρέπει πρώτον να εξετάσωμεν
καλώς, τι είναι ο λόγος και η κρίσις και η φαντασία, και εκ της
ερεύνης αυτής να εννοήσωμεν καλώς την συγκοινωνίαν των με το μη
ον, και αφού την εννοήσωμεν να αποδείξωμεν ότι υπάρχει το ψεύδος,
αφού δε το αποδείξωμεν, να ζώσωμεν μέσα εις αυτό τον σοφιστήν,
εάν είναι ένοχος, ή άλλως να τον απολύσωμεν και να τον ζητήσωμεν
εις άλλο γένος.
Θεαίτητος.
Πραγματικώς, καλέ Ξένε, φαίνεται εντελώς αληθές αυτό που είπαμεν
εις την αρχήν περί του σοφιστού, ότι δηλαδή είναι άπιαστη ράτσα.
Διότι φαίνεται ότι είναι γεμάτος από προβολάς, και όταν προβάλη
καμμίαν από αυτάς πρέπει πρώτον αυτήν να καταπολεμήσωμεν, πριν να
φθάσωμεν εις αυτόν τον ίδιον. Διότι τόρα μόλις διεσχίσαμεν την
προβολήν του ότι δεν υπάρχει το μη ον, αυτός επρόβαλε άλλην, και
τόρα πάλιν είναι ανάγκη να αποδείξωμεν ότι υπάρχει ψεύδος και εις
τον λόγον και εις την κρίσιν, και κατόπιν αυτής ίσως άλλην, και
πάλιν άλλην κατόπιν εκείνης, και, καθώς φαίνεται, δεν θα εύρωμεν
ποτέ την άκραν.
Ξένος.
Πρέπει, φίλε Θεαίτητε, να έχη θάρρος όστις ημπορεί να κάμνη έστω
και έν μικρόν βήμα προς τα εμπρός. Διότι, όστις λιποψυχήση εις
αυτά, τι θα ημπορέση να κατορθώση εις άλλα, αφού εις εκείνα ή
διόλου δεν προχωρεί εμπρός, ή εντελώς θα σπρωχθή οπίσω πάλιν;
Πολύ απέχει ο τοιούτος, καθώς λέγει η παροιμία να πάρη την πόλιν.
Τόρα όμως, αγαπητέ μου, επειδή ετελειώσαμεν αυτό που λέγεις,
ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ότι εξεπορθήσαμεν το ισχυρότερον τείχος,
και τόρα τα άλλα είναι μικρότερα και ευκολώτερα.
Θεαίτητος.
Καλά το είπες.
Ξένος.
Τόρα λοιπόν ας πάρωμεν εις το χέρι πρώτον τον λόγον και την
κρίσιν, καθώς είπαμεν, διά να σκεφθώμεν καθαρώτερα, άραγε
συγκοινωνεί με αυτά το μη ον, ή όλως διόλου αυτά τα δύο είναι
αληθή, και ποτέ δεν είναι ψευδές κανέν από τα δύο.
Θεαίτητος.
Πολύ ορθά.
Ξένος.
Εμπρός λοιπόν, καθώς ελέγαμεν προκειμένου περί των ειδών και των
γραμμάτων, ας σκεφθώμεν ομοίως και περί των ονομάτων πάλιν. Διότι
με αυτόν κάπως τον τρόπον ευρίσκεται αυτό το οποίον ζητούμεν.
Θεαίτητος.
Τι λοιπόν πρέπει να ερευνήσωμεν διά τα ονόματα;
Ξένος.
Αν όλα προσαρμόζονται με όλα, ή κανέν απολύτως, ή μήπως άλλα μεν
δέχονται προσαρμογήν, άλλα όμως όχι.
Θεαίτητος.
Αυτό είναι προφανές, ότι δηλαδή άλλα μεν δέχονται, άλλα όμως όχι.
Ξένος.
Ίσως εννοείς το εξής. Ότι όσα μεν λέγονται με τοιαύτην
συντακτικήν αλληλουχίαν, ώστε να εκφράζουν έννοιαν,
προσαρμόζονται, όσα όμως με την αλληλουχίαν δεν εκφράζουν
έννοιαν, δεν προσαρμόζονται.