Ξένος.

Και λοιπόν; διά τους λόγους άραγε δεν το χωρεί ο νους μας, ότι

ημπορεί να υπάρχη καμμία άλλη τέχνη, εις την οποίαν επίσης είναι

δυνατόν, τους νέους και όσους ευρίσκονται ακόμη μακρυά από την

αλήθειαν των πραγμάτων να τους μαγεύη με λόγους εις την ακοήν

των, και να παρουσιάζη προφορικά ομοιώματα δι' όλα τα πράγματα,

ώστε να τους κάμνουν να νομίζουν ότι είναι αληθή τα λεγόμενα, και

ότι όστις τα λέγει ωρισμένως είναι ο σοφώτερος των ανθρώπων εις

όλα;

Θεαίτητος.

Και πώς δεν ημπορεί να υπάρχη καμμία παρομοία τέχνη;

Ξένος.

Λοιπόν, καλέ Θεαίτητε, οι περισσότεροι από όσους τα ήκουαν αυτά

τότε, όταν περάση πολύς καιρός, εις την ωριμωτέραν ηλικίαν,

επειδή θα πλησιάζουν περισσότερον την πραγματικότητα, και από τα

δεινοπαθήματά των θα αναγκάζωνται να λάβουν σαφή πείραν των

πραγμάτων, άραγε δεν είναι επόμενον να αλλάξουν την γνώμην που

εσχημάτισαν τότε, ώστε τα μεγάλα να φαίνωνται μικρά, και τα

εύκολα δύσκολα, και όλα να τα ευρίσκουν εντελώς αντεστραμμένα,

όσα όνειρα έπλασε η διδασκαλία, τόρα, που ήλθαν εις το μέσον διά

των πράξεων τα έργα;

Θεαίτητος.

Όσον τουλάχιστον ημπορώ να κρίνω εγώ εις την ηλικίαν που είμαι.

Νομίζω όμως ότι και εγώ είμαι από αυτούς που ευρίσκονται μακράν

ακόμη από τα πράγματα.

Ξένος.

Δι' αυτό λοιπόν ημείς εδώ όλοι θα προσπαθήσωμεν και προσπαθούμεν,

να σε φέρωμεν όσον το δυνατόν πλησιέστερον εις τα πράγματα χωρίς

παθήματα. Διά τον σοφιστήν λοιπόν ειπέ μου τα εξής. Άραγε έγινε

πλέον σαφές ότι αυτός είναι κάποιος από τους γόητας, ο οποίος

απομιμείται τα όντα; ή διστάζομεν ακόμη, μη τυχόν δι' όσα

φαίνεται ικανός να αντιλέγη, διά τόσα και πραγματικώς είναι

κάτοχος των επιστημών;

Θεαίτητος.

Και πώς είναι δυνατόν, καλέ Ξένε; Αλλά από όσα είπαμεν σχεδόν

είναι φανερόν, ότι αυτός είναι κάποιος από τους καταγινομένους

εις τα παιγνίδια.

Ξένος.

Τότε λοιπόν πρέπει να τον θεωρήσωμεν ως κάποιον ταχυδακτυλουργόν

και απομιμητήν.

Θεαίτητος.

Πώς δεν θα τον θεωρήσωμεν;

Ξένος.

Εμπρός λοιπόν, τόρα είναι χρέος μας να μην αφήσωμεν από κοντά το

θήραμα. Διότι σχεδόν τόρα πλέον τον εζώσαμεν εις ένα είδος

δικτύων, μεταχειριζόμενοι τους λόγους ως τοιαύτα όργανα, ώστε

αυτήν την φοράν δεν μας γλυτόνει πλέον.

Θεαίτητος.

Από τι;

Ξένος.

Από το να μη θεωρηθή ότι είναι κάποιος από το γένος των

ταχυδακτυλουργών.

Θεαίτητος.

Και εγώ εις αυτά την ιδίαν γνώμην έχω.

Ξένος.

Ώστε εγκρίνομεν να διχοτομούμεν το γρηγορώτερον την απομιμητικήν

τέχνην, και αφού φθάσωμεν εις το βάθος της, εάν μεν απομείνη ο

σοφιστής κατ' ευθείαν, να τον συλλάβωμεν συμφώνως με το ένταλμα

του κυριάρχου λόγου και να παραδώσωμεν εις εκείνον αυτό το

αγρίμι. Εάν όμως τυχόν κρύπτεται πουθενά εις τας υποδιαιρέσεις

της μιμητικής, να τον καταδιώκωμεν με νέας υποδιαιρέσεις του

μένοντος μέρους, έως ότου να συλληφθή. Και είμαι βέβαιος ότι ούτε

αυτός, ούτε κανέν άλλο παρόμοιον γένος δεν θα καυχηθή, ότι

εξέφυγε από την μέθοδον εκείνων, οι οποίοι έχουν την ικανότητα

κατ' αυτόν τον τρόπον να ερευνούν τα μέρη και το όλον.

Θεαίτητος.

Καλά λέγεις, και έτσι πρέπει να κάμωμεν.

Ξένος.

Συμφώνως λοιπόν με τον προηγούμενον τρόπον της εξετάσεως, εγώ και

τόρα νομίζω ότι παρατηρώ δύο είδη της μιμητικής. Ακόμη όμως δεν

ημπορώ να εννοήσω εις ποίον από τα δύο είδη ανήκει η έννοια την

οποίαν ζητούμεν.

Θεαίτητος.

Τότε και συ ειπέ μας πρώτον πώς εννοείς τα μέρη αυτής της

διαιρέσεως.

Ξένος.

Το έν μέρος αυτής μου φαίνεται ότι είναι η εικαστική τέχνη. Αυτή

δε συνίσταται προ πάντων εις το να εκτελή κανείς την μίμησιν

συμφώνως με τας συμμετρίας του δείγματος εις μήκος και πλάτος και

βάθος, αποδίδων ακόμη και τα χρώματα, τα οποία αρμόζουν εις το

καθέν.

Θεαίτητος.

Και μήπως αυτό δεν προσπαθούν να κάμουν και όλοι, όσοι

απομιμούνται;

Ξένος.

Όχι τουλάχιστον όσοι πλάττουν ή ζωγραφίζουν κανέν από τα μεγάλα

έργα. Διότι αν αποδώσουν αυτοί την πραγματικήν συμμετρίαν των

ωραίων πραγμάτων, γνωρίζεις ότι τα επάνω μέρη θα φαίνωνται

μικρότερα από ό,τι πρέπει, και τα κάτω μεγαλίτερα, επειδή εκείνα

φαίνονται από μακράν, ενώ αυτά εδώ από κοντά.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Ξένος.

Επομένως οι καλλιτέχναι δεν αφίνουν άραγε κατά μέρος την αλήθειαν

και πλέον δεν αποδίδουν την πραγματικήν συμμετρίαν, αλλά εκείνην

η οποία θα φανή καλή εις το ομοίωμα;

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Ξένος.

Ώστε το έν μέρος από τα δύο δεν είναι δίκαιον να το ονομάσωμεν

εικόνα, αφού είναι απεικόνισις;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Και το ανάλογον μέρος της μιμητικής δεν πρέπει να το ονομάσωμεν

εικαστικήν, καθώς είπαμεν προηγουμένως;

Θεαίτητος.

Πρέπει να το ονομάσωμεν.

Ξένος.

Τόρα λοιπόν; Εκείνο το οποίον ομοιάζει με το ωραίον, διότι δεν το

βλέπομεν από καλήν θέσιν, το οποίον όμως εάν είχαμεν την

ικανότητα να το βλέπωμεν τηλεσκοπικώς, ούτε ομοιότητα έχει καν

προς εκείνο το οποίον απεικονίζει, πώς θα το ονομάσωμεν; Άραγε

επειδή φαίνεται μόνον όμοιον, χωρίς να ομοιάζη πραγματικώς, δεν

πρέπει να το ονομάσωμεν φάντασμα;

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως;

Ξένος.

Λοιπόν αυτό δεν αποτελεί αρκετά μεγάλο μέρος και από την

ζωγραφικήν και από όλην εν γένει την μιμητικήν;

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Ξένος.

Επομένως αυτήν την τέχνην, η οποία κατασκευάζει φάντασμα και όχι

εικόνα, άραγε δεν είναι πολύ ορθόν να την ονομάσωμεν φανταστικήν;

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Ξένος.

Αυτά λοιπόν τα δύο είδη της απομιμητικής έλεγα, δηλαδή την

εικαστικήν και την φανταστικήν.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Εκείνο το οποίον όμως και τότε αμφέβαλλα, δηλαδή εις ποίον από τα

δύο πρέπει να κατατάξωμεν τον σοφιστήν, ούτε τόρα ακόμη δεν το

εννοώ καλά, αλλά είναι πραγματικώς αυτός ο άνθρωπος αξιοθαύμαστος

(!) και διά να τον εννοήση κανείς είναι πολύ δύσκολος, αφού και

αυτήν την φοράν με τόσην επιτηδειότητα κατέφυγε εις ένα είδος το

οποίον δεν ημπορεί κανείς να το ερευνήση τελείως.

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Ξένος.

Άραγε αυτό το λέγεις με επίγνωσιν, ή μήπως από την συνήθειαν σε

παρέσυρε η ορμή του λόγου, διά να το παραδεχθής αμέσως;

Θεαίτητος.

Πώς και διατί αυτή η ερώτησις;

Ξένος.

Πραγματικώς, αξιομακάριστε φίλε, ευρισκόμεθα εις έν ζήτημα παρά

πολύ δύσκολον. Διότι ακριβώς αυτό το να νομίζωμεν και το να

φαίνεται, χωρίς να είναι, και το να λέγωμεν κάτι τι, όχι όμως

αληθές, όλα αυτά μας φέρουν εις πολλάς απορίας πάντοτε και

προηγουμένως εις όλην μας την ζωήν και τόρα. Διότι είναι πολύ

δύσκολον, φίλε Θεαίτητε, να ειπής ότι πραγματικώς είναι δυνατόν,

να ομιλή ή να κρίνη κανείς ψευδείς λόγους και κρίσεις.

Θεαίτητος.

Πώς δηλαδή;

Ξένος.

Αυτός ο λόγος τολμά να υποθέση ότι υπάρχει το μη ον. Διότι κατ'

άλλον τρόπον δεν θα εγεννάτο το ψεύδος. Ο δε Παρμενίδης ο μέγας,

παιδί μου, όταν ημείς ήμεθα μικρά παιδιά, από την αρχή έως το

τέλος πάντοτε αυτό επανελάμβανε, και εις πεζόν λόγον και εις

στίχους λέγων εκάστοτε:

Αδύνατον να χωνεύσης ποτέ ότι υπάρχουν τα μη υπάρχοντα.

Και δι' αυτό στρέψε τον νουν σου από τον δρόμον αυτής της

[ερεύνης.

Λοιπόν και από εκείνον μαρτυρείται αυτό, αλλά προ πάντων και

μόνος του αυτός ο λόγος ημπορεί να το δηλώση, εάν τον βασανίσωμεν

ολίγον. Ώστε αυτό πρώτον ας εξετάσωμεν, εάν είσαι σύμφωνος.

Θεαίτητος.

Όσον δι' εμέ κάμε όπως θέλεις, αρκεί να προσέξης το καλλίτερον,

εις ποίαν διέξοδον θα μας φέρη ο λόγος, και να προχωρής με

προσοχήν και συ ο ίδιος, και εμέ να οδηγής εις αυτόν τον δρόμον.

Ξένος.

Μάλιστα, αυτό πρέπει να γίνη. Ειπέ μου λοιπόν, εκείνο το οποίον

δεν υπάρχει όλως διόλου, άραγε δεν τολμώμεν ούτε να το ειπούμεν;

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Ξένος.

Λοιπόν ας μη συζητούμεν ούτε με το πνεύμα της αντιλογίας, ούτε ως

να παίζωμεν. Αλλά εάν κανείς από τους ακροατάς τύχη να συλλογισθή

σοβαρώς, και να μας απαντήση πού πρέπει να αποδώσωμεν το όνομα

αυτό το &μη ον&, τότε τι νομίζεις; Εις ποίον πράγμα και ποίου

είδους θα το εφαρμόση, και θα το δεικνύη εις τους ερωτώντας;

Θεαίτητος.

Πολύ δύσκολον ερώτημα μου αποτείνεις και σχεδόν άλυτον δι' ένα

άνθρωπον της ηλικίας μου.

Ξένος.

Οπωσδήποτε όμως τούτο είναι προφανές, ότι δηλαδή το μη

ον δεν επιτρέπεται να το αποδώσωμεν εις κανέν από τα όντα.

Θεαίτητος.

Βεβαίως πώς είναι δυνατόν;

Ξένος.

Αφού λοιπόν δεν εφαρμόζεται εις το ον, τότε δεν είναι ορθόν να το

εφαρμόσωμεν ούτε εις το κάτι τι.

Θεαίτητος.

Πώς δηλαδή;

Ξένος.

Νομίζω ότι και τούτο είναι φανερόν, ότι δηλαδή και αυτήν την

λέξιν κάτι τι την εφαρμόζομεν πάντοτε εις πράγματα, που υπάρχουν.

Διότι είναι αδύνατον να το ειπούμεν μόνον του αυτό το κάτι τι,

ωσάν γυμνόν και έρημον από κάθε άλλο πράγμα. Δεν είναι έτσι;

Θεαίτητος.

Βεβαίως είναι αδύνατον.

Ξένος.

Άραγε παραδέχεσαι με αυτήν την σκέψιν ότι κατ' ανάγκην, όστις

λέγει κάτι τι, λέγει έν οποιονδήποτε πράγμα;

Θεαίτητος.

Παραδέχομαι.

Ξένος.

Διότι θα ειπής ότι το κάτι τι είναι ενικού αριθμού, καθώς το

κάποια είναι πληθυντικού.

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Ξένος.

Όστις όμως δεν λέγει κάτι τι, είναι πολύ λογικόν, καθώς φαίνεται,

να μη λέγη τίποτε όλως διόλου.

Θεαίτητος.

Βεβαίως είναι πολύ λογικόν.

Ξένος.

Τότε λοιπόν μήπως ούτε και αυτό δεν πρέπει να παραδεχθώμεν, ότι

δηλαδή ο τοιούτος ομιλεί μεν, αλλά δεν λέγει τίποτε; Και να

ειπούμεν ότι ούτε ομιλεί καν, όστις δοκιμάζει να προφέρη με τα

χείλη του το μη ον.

Θεαίτητος.

Μάλιστα, διότι τουλάχιστον θα ετελειώναμεν αυτό το δύσκολον

ζήτημα.

Ξένος.

Μη λέγης μεγάλον λόγον ακόμη. Διότι, αξιομακάριστε φίλε, ακόμη

υπάρχει, και μάλιστα η μεγαλιτέρα δυσκολία και η πρώτη. Διότι

αφορά αυτήν την αρχήν αυτού.

Θεαίτητος.

Πώς; τι εννοείς; Λέγε και μη διστάζεις διόλου.

Ξένος.

Νομίζω ότι εις το ον δύναται να αποδοθή κανέν άλλο από τα όντα.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Ξένος.

Τόρα όμως άραγε και εις το μη ον είναι δυνατόν να αποδοθή κανέν

άλλο από τα όντα;

Θεαίτητος.

Πώς είναι δυνατόν;

Ξένος.

Και όμως όλους τους αριθμούς τους θεωρούμεν ως όντα.

Θεαίτητος.

Βεβαίως πρέπει να τους θεωρήσωμεν ως όντα περισσότερον από κάθε

άλλο.

Ξένος.

Τότε λοιπόν ας μη δοκιμάσωμεν από τους αριθμούς ούτε τα πολλά

ούτε το ον να αποδώσωμεν εις το μη ον.

Θεαίτητος.

Βεβαίως δεν θα ήτο ίσως ορθόν να πράξωμεν αυτό, καθώς το απαιτεί

ο λόγος.

Ξένος.

Αλλά τότε πώς είναι δυνατόν ή με το στόμα μας να προφέρωμεν, ή

και απολύτως με μόνην την διάνοιαν να συλλάβωμεν τα μη όντα ή το

μη ον χωρίς αριθμόν;

Θεαίτητος.

Λέγε πώς το εννοείς;

Ξένος.

Όταν λέγωμεν μη όντα, δεν αποδίδωμεν εις αυτά πληθυντικόν

αριθμόν;

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως;

Ξένος.

Αλλά πάλιν το μη ον δεν είναι ενικού αριθμού;

Θεαίτητος.

Πολύ καθαρά μάλιστα.

Ξένος.

Αλλά εξ άλλου είπαμεν, ότι δεν είναι ούτε δίκαιον ούτε ορθόν να

προσπαθούμεν να εφαρμόσωμεν το υπάρχον εις το μη υπάρχον.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Ενόησες καλά λοιπόν, ότι δεν είναι δυνατόν ούτε να το προφέρωμεν

ορθώς, ούτε να το ειπούμεν, ούτε να το σκεφθούμεν αυτό το μη ον

μόνον του, αλλά είναι εντελώς ακατανόητον, και ανέκφραστον και

απρόφερτον και αδιόριστον;

Θεαίτητος.

Είμαι συμφωνότατος.

Ξένος.

Άραγε λοιπόν, όταν προ ολίγου είπα ότι θα σου παρουσιάσω την

μεγαλιτέραν δυσκολίαν αυτού, σου είπα φέμματα (!);. Ιδού ότι

έχομεν να ειπούμεν κάποιαν άλλην μεγαλιτέραν δυσκολίαν.

Θεαίτητος.

Ποίαν δηλαδή;

Ξένος.

Αξιοθαύμαστε φίλε! Από αυτά μόνον που είπαμεν δεν εννοείς, ότι το

μη ον φέρει και αυτόν τον ελέγχοντα εις τοιαύτην δυσκολίαν, ώστε,

όταν θελήση να το εξελέγξη οποιοσδήποτε, αναγκάζεται ο ίδιος να

αντιφάσκη με τον εαυτόν του ως προς αυτό;

Θεαίτητος.

Πώς το εννοείς; Εξήγησέ το σαφέστερα.

Ξένος.

Δεν είναι ανάγκη εις το άτομόν μου να ζητής το σαφέστερον. Διότι

εγώ, όταν προ ολίγου εδέχθην ότι δεν πρέπει να έχη το μη ον ούτε

ενικόν ούτε πληθυντικόν αριθμόν, και τότε ωμίλησα ομοίως καθώς

τόρα. Δηλαδή σου ομιλώ διά το μη ον. Το εννοείς καλά;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Και όμως ολίγον προηγουμένως πάλιν σου είπα ότι αυτό είναι

απρόφερτον και ανέκφραστον και αδιόριστον. Με παρακολουθείς;

Θεαίτητος.

Βεβαίως, πώς δεν σε παρακολουθώ;

Ξένος.

Αφού λοιπόν ετόλμησα να συνάψω τι είναι, δεν αντιφάσκω προς όσα

είπα προηγουμένως;

Θεαίτητος.

Έτσι φαίνεται.

Ξένος.

Και λοιπόν; Όταν συνάπτω αυτό, δεν ομιλώ περί αυτού ως να είναι

ον;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Και πάλιν, όταν το έλεγα ανέκφραστον και απρόφερτον, δεν ωμιλούσα

περί αυτού με ενικόν αριθμόν ως να είναι έν;

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Ξένος.

Και όμως είπαμεν ότι πρέπει, εάν πρόκειται να ομιλούμεν ορθώς,

ούτε ως έν ούτε ως πολλά να προσδιορίζωμεν αυτό, μάλιστα ούτε με

την αντωνυμίαν αυτό να το προσδιορίζωμεν. Διότι με αυτήν την

έκφρασιν πάντοτε λαμβάνει ενός είδους χαρακτηρισμόν.

Θεαίτητος.

Είμαι συμφωνότατος.

Ξένος.

Δι' αυτό λοιπόν τις η ανάγκη να αναφέρωμεν πλέον τον κύριον Εμέ.

Διότι θα τον εύρωμεν νικημένον και προ πολλού και τόρα

τελευταίως, ως προς την εξέλεγξιν του μη όντος. Ώστε, καθώς είπα,

ας μη ζητούμεν εις το άτομόν μου τον ορθόν ορισμόν διά το μη ον,

αλλά τόρα πλέον ας τον ζητήσωμεν εις το άτομόν σου.

Θεαίτητος.

Πώς εννοείς;

Ξένος.

Έλα προσπάθησε καλά με όλα σου τα δυνατά, αφού είσαι νέος, χωρίς

να αποδώσης εις το μη ον ούτε ύπαρξιν ούτε ενικόν ούτε

πληθυντικόν αριθμόν, να ομιλήσης τίποτε περί αυτού καθώς το

απαιτεί η λογική.

Θεαίτητος.

Έπρεπε να έχω πολύ μεγάλην και αλλόκοτον προθυμίαν διά να

προσπαθήσω, αφού βλέπω ότι και συ ακόμη έπαθες αυτήν την

συμφοράν.

Ξένος.

Τότε, αν θέλης, το άτομόν σου και το άτομόν μου ας τα αφήσωμεν

κατά μέρος, έως ότου δε να επιτύχωμεν κανένα ικανόν διά να πράξη

τούτο, ας λέγωμεν ότι ασφαλώς ο σοφιστής εκρύφθη εις

ανεξερεύνητον τόπον.

Θεαίτητος.

Και πολύ μάλιστα είναι φανερόν.

Ξένος.

Δι' αυτό λοιπόν, εάν του ειπούμεν, ότι έχει κάποιαν φανταστικήν

τέχνην, αυτός θα εύρη πάτημα από αυτήν την στενοχωρίαν των

ορισμών μας, και θα αντιστρέψη τους λόγους εις το αντίθετον, όταν

τον ονομάζωμεν ομοιωματοποιόν, και θα μας ερωτά αναδρομικώς, τι

εννοούμεν το κάτω κάτω, όταν λέγωμεν ομοίωμα. Λοιπόν πρέπει, φίλε

Θεαίτητε, να προσέξωμεν τι θα απαντήσωμεν εις αυτόν τον

παλικαράν, όταν μας ερωτήση.

Θεαίτητος.

Είναι φανερόν ότι θα ειπούμε, ότι είναι τα είδωλα, που

εμφανίζονται μέσα εις τα νερά και εις τα κάτοπτρα, ακόμη δε και

τα ζωγραφισμένα και τα γλυμμένα και όλα τα παρόμοια.

Ξένος.

Τόρα φαίνεσαι, φίλε Θεαίτητε, ότι δεν είδες ποτέ σου σοφιστήν.

Θεαίτητος.

Διατί δηλαδή;

Ξένος.

Αυτός θα σου φανή ότι έχει κλειστά τα μάτια του, ή ότι ολότελα

δεν έχει μάτια.

Θεαίτητος.

Πώς;

Ξένος.

Όταν του δώσης αυτήν την απάντησιν, θα σε περιπαίξη διά τους

ορισμούς σου, διότι θα προσποιήται ότι δεν γνωρίζει ούτε

κάτοπτρα, ούτε νερά, ούτε όρασιν το κάτω κάτω, αλλά μόνον θα σε

ερωτήση το συμπέρασμα των λόγων.

Θεαίτητος.

Ποίον;

Ξένος.

Αυτό το οποίον ενόμισες, ότι χαρακτηρίζει όλα αυτά τα πολλά τα

οποία ανέφερες, και με έν όνομα το ωνόμασες ομοίωμα, ως κοινόν

γνώρισμα δι' όλα. Τόρα λοιπόν λέγε και κράτει την θέσιν σου

απέναντι του ανδρός αυτού, χωρίς να υποχωρής διόλου.

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως, φίλε Ξένε, θα ειπούμεν ότι είναι το ομοίωμα,

παρά εκείνο το οποίον ομοιάζει το αληθινόν, και ότι είναι άλλο

κανέν παρόμοιον;

Ξένος.

Αυτό το άλλο κανέν παρόμοιον το εννοείς ως αληθινόν, ή διά ποίον

λόγον το είπες παρόμοιον;

Θεαίτητος.

Διόλου μάλιστα αληθινόν, αλλά απλώς όμοιον.

Ξένος.

Επομένως το αληθινόν δεν το εννοείς ως όντως ον;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Και λοιπόν; Το μη αληθινόν δεν είναι το αντίθετον του αληθινού;

Θεαίτητος.

Τι άλλο βεβαίως;

Ξένος.

Τότε λοιπόν δεν θεωρείς ως όντως ον το παρόμοιον, αφού λέγεις ότι

αυτό δεν είναι αληθινόν.

Θεαίτητος.

Ναι, αλλά υπάρχει κατά τινα τρόπον.

Ξένος.

Υπάρχει, όχι όμως αληθώς, καθώς είπες.

Θεαίτητος.

Όχι βεβαίως, εκτός ότι είναι όντως εικών.

Ξένος.

Τότε λοιπόν δεν είναι όντως ον αυτό το οποίον λέγομεν όντως

εικόνα του όντος.

Θεαίτητος.

Σχεδόν τοιαύτη περίπλοκος είναι η σχέσις του όντος προς το μη ον,

και εντελώς αλλόκοτος.

Ξένος.

Πώς να μην είναι αλλόκοτος; Διότι βλέπεις και αυτήν την φοράν με

αυτήν την εναλλαγήν ο πολυκέφαλος σοφιστής μας αναγκάζει να

δεχθώμεν, ότι το μη ον υπάρχει κατά τινα τρόπον·

Θεαίτητος.

Αυτό το βλέπω καθαρά.

Ξένος.

Τότε λοιπόν; Πώς θα ορίσωμεν την τέχνην αυτού, ώστε να

ημπορέσωμεν να μην αντιφάσκωμεν με τον εαυτόν μας;

Θεαίτητος.

Πώς εννοείς και τι φοβούμενος τα λέγεις αυτά;

Ξένος.

Όταν ειπούμεν ότι αυτός απατά με το φάντασμα και ότι η τέχνη του

είναι απατητική, τότε άραγε θα υποθέσωμεν ότι η ψυχή μας απατάται

από την τέχνην εκείνην και σχηματίζει ψευδείς κρίσεις, ή άλλο

τίποτε θα παραδεχθώμεν;

Θεαίτητος.

Αυτό. Διότι τι άλλο ημπορούμεν να παραδεχθώμεν;

Ξένος.

Τόρα δε πάλιν ψευδής κρίσις δεν θα είναι εκείνη, η οποία φρονεί

τα αντίθετα από τα υπάρχοντα, ή άλλο τίποτε;

Θεαίτητος.

Βεβαίως τα αντίθετα.

Ξένος.

Λέγεις λοιπόν ότι η ψευδής κρίσις παραδέχεται τα μη υπάρχοντα;

Θεαίτητος.

Κατ' ανάγκην.

Ξένος.

Πώς άραγε; Διότι φρονεί ότι με κανένα τρόπον δεν υπάρχουν τα μη

όντα, ή ότι υπάρχουν κατά τινα τρόπον.

Θεαίτητος.

Βεβαίως πρέπει να υπάρχουν κατά τινα τρόπον τα μη όντα, αφού

εδέχθημεν ότι είναι δυνατόν να λέγωμεν ψεύδη δι' ένα πράγμα.

Ξένος.

Και τόρα; Άραγε δεν ημπορούμεν να φρονούμεν ότι με κανένα τρόπον

δεν υπάρχουν τα πάντως υπάρχοντα;

Θεαίτητος.

Μάλιστα.

Ξένος.

Και αυτό λοιπόν δεν είναι ψεύδος;

Θεαίτητος.

Και αυτό.

Ξένος.

Τότε, νομίζω, ομοίως θα νομισθή ψευδής λόγος, συμφώνως με αυτά,

όστις λέγει ότι τα υπάρχοντα δεν υπάρχουν, καθώς και ότι τα μη

υπάρχοντα υπάρχουν.

Θεαίτητος.

Βεβαίως, διότι πώς αλλέως ήτο δυνατόν να γίνη ψευδής;

Ξένος.

Σχεδόν με κανένα άλλον τρόπον. Αυτά όμως ο σοφιστής δεν θα τα

παραδεχθή, αλλά θα ειπή: Ποίος τρόπος υπάρχει, διά να τα

παραδεχθή αυτά ένας άνθρωπος με νουν, αφού αυτά τα οποία τόρα

παραδέχεσθε δι' αυτά, προηγουμένως τα είπατε ανέκφραστα και

αδιόριστα και ακατανόητα; Εννοούμεν, καλέ Θεαίτητε, αυτά που

λέγει εδώ ο σοφιστής;

Θεαίτητος.

Πώς δεν τα εννοούμεν, ότι θα διισχυρισθή ότι ημείς αντιφάσκομεν

προς τα προηγούμενα, διότι ετολμήσαμεν να ειπούμεν ότι υπάρχουν

ψεύδη και εις τας κρίσεις και εις τους λόγους; Διότι πολλάκις

ηναγκάσθημεν να συνάψωμεν το ον εις το μη ον, ενώ μόλις προ

ολίγου παρεδέχθημεν ότι αυτό είναι εντελώς αδύνατον.

Ξένος.

Καλά το απεμνημόνευσες. Αλλά τόρα πλέον είναι καιρός να σκεφθώμεν

τι πρέπει να πράξωμεν ως προς τον σοφιστήν. Διότι βλέπεις ότι

είναι άφθονα και πολλά τα πατήματά του και αι δυσκολίαι, όταν

χάριν ερεύνης θελήσωμεν να τον κατατάξωμεν εις την τέχνην των

πλαστογράφων και των ταχυδακτυλουργών.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Και σε βεβαιώ πολύ ολίγον μέρος από αυτάς εξετάσαμεν έως τόρα,

ενώ είναι με μίαν λέξιν ατελείωτοι.

Θεαίτητος.

Τότε, καθώς φαίνεται, είναι αδύνατον να συλλάβωμεν τον σοφιστήν,

αφού αυτά είναι καθώς τα λέγεις.

Ξένος.

Και λοιπόν; Πρέπει τάχα να τον αφήσωμεν από την μαλθακότητά μας;

Θεαίτητος.

Εγώ νομίζω ότι δεν πρέπει να τον αφήσωμεν, εάν είμεθα εις θέσιν

και μίαν άκραν του ακόμη να συλλάβωμεν.

Ξένος.

Τότε λοιπόν άραγε θα με δικαιώσης και, καθώς είπες τόρα, θα

μείνης ευχαριστημένος, εάν έστω και μίαν άκραν αποσπάσωμεν από

αυτόν τον τόσον πανίσχυρον λόγον;

Θεαίτητος.

Πώς όχι;

Ξένος.

Λοιπόν τούτο μόνον σου ζητώ ακόμη.

Θεαίτητος.

Ποίον;

Ξένος.

Να μη νομίσης ότι έγινα ως άλλος πατροκτόνος.

Θεαίτητος.

Διατί δηλαδή;

Ξένος.

Θα είναι ανάγκη ημείς προς αντίστασιν να βασανίσωμεν πολύ τον

λόγον του πατρός Παρμενίδου και να τον παραβιάσωμεν παραδεχόμενοι

ότι και το μη ον υπάρχει κατά τινα τρόπον, και πάλιν το ον δεν

υπάρχει κάπως.

Θεαίτητος.

Φαίνεται ότι αυτό πρέπει να το υποστηρίξωμεν εις την συζήτησιν.

Ξένος.

Πώς δεν φαίνεται βεβαίως, και μάλιστα και εις τον τυφλόν, καθώς

λέγει η παροιμία; Διότι, εάν αυτά δεν τα εξελέγξωμεν και δεν

μείνωμεν σύμφωνοι, τότε πολύ ολιγώτερον θα ημπορέσωμεν να μη

γίνωμεν καταγέλαστοι, διότι θα αναγκαζώμεθα να αντιφάσκωμεν εις

τον ίδιον εαυτόν μας, όταν ομιλούμεν περί λόγων ψευδών ή περί

ψευδούς κρίσεως, είτε περί ομοιωμάτων ή εικόνων ή απομιμήσεων, ή

φαντασμάτων, είτε ακόμη και περί των τεχνών, όσαι ασχολούνται εις

αυτά.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά.

Ξένος.

Δι' αυτά λοιπόν πρέπει να αποφασίσωμεν να προσβάλωμεν τόρα τον

πατρικόν λόγον, ή άλλως να τον αφήσωμεν εντελώς πλέον, αν μας

εμποδίζη κάποιος δισταγμός.

Θεαίτητος.

Όχι, ας μη μας εμποδίση ποτέ τίποτε από αυτά.

Ξένος.

Τόρα λοιπόν διά τρίτην φοράν θα σου ζητήσω μίαν μικράν χάριν.

Θεαίτητος.

Λέγε και μη σε μέλει.

Ξένος.

Τόρα προ ολίγου εδήλωσα ότι εγώ απέκαμα εντελώς ως προς την

εξέλεγξιν αυτών των λόγων, και τόρα μάλιστα πολύ περισσότερον.

Θεαίτητος.

Ναι, το είπες αυτό.

Ξένος.

Φοβούμαι λοιπόν δι' όσα είπα, μήπως με θεωρήσης μανιακόν, διότι

αμέσως μετεβλήθην και έγινα το μέσα έξω. Επομένως εις εσέ θα

χρεωστούμεν χάριν, εάν τον εξελέγξωμεν.

Θεαίτητος.

Όσον δι' εμέ, έσο βέβαιος ότι δεν θα θεωρήσω ως σφάλμα σου, εάν

προχωρήσης εις αυτόν τον έλεγχον και την απόδειξιν. Όσον δι' αυτό

προχώρει με θάρρος.

Ξένος.

Εμπρός λοιπόν, τι αρχήν άραγε πρέπει να κάμη κανείς εις

ένα παρακινδυνευμένον λόγον; Διότι νομίζω, παιδί μου, ότι είναι

μεγάλη ανάγκη να πάρωμεν αυτόν τον δρόμον.

Θεαίτητος.

Ποίον δηλαδή;

Ξένος.

Πρώτον να εξετάσωμεν αυτά τα οποία τόρα μας φαίνονται ότι είναι

ξεκαθαρισμένα, μη τυχόν δεν είμεθα καλά εξηγημένοι ως προς αυτά,

και αβασανίστως μένωμεν σύμφωνοι, ότι τα εννοούμεν ευκρινώς.

Θεαίτητος.

Ειπέ σαφέστερον, αυτό το οποίον λέγεις.

Ξένος.

Μου φαίνεται ότι χωρίς να κουρασθή πολύ μας ωμίλησε ο Παρμενίδης,

και οστισδήποτε άλλος ετόλμησε να ορίση, πόσα είναι τα όντα και

ποία;

Θεαίτητος.

Πώς;

Ξένος.

Ο καθείς από αυτούς μου φαίνεται ότι μας λέγει παραμύθια, ως να

είμεθα μικρά παιδιά, άλλος μεν ότι τα όντα είναι τρία, και ότι

άλλοτε μερικά από αυτά έχουν ένα είδος πολέμου μεταξύ των, άλλοτε

δε συμφιλιόνονται και κάμνουν γάμους και γεννήσεις και

ανατρέφουν τα γεννώμενα. Άλλος δε πάλιν λέγει ότι δύο πράγματα

υπάρχουν, το υγρόν και το στεγνόν, ή το θερμόν και ψυχρόν, και τα

σπιτόνει και τα υπανδρεύει. Το δε γένος των Ελεατών, εις τον

τόπον μας, αφ' ότου έκαμε την αρχήν ο Ξενοφάνης και οι

αρχαιότεροί του, διηγούνται εις τους μύθους των ότι δήθεν είναι

έν όλα τα πράγματα. Κατόπιν δε μερικαί Μούσαι της Ιωνίας και της

Σικελίας εσκέφθησαν ότι είναι ασφαλέστερον να τα συνδυάσουν αυτά

τα δύο και να λέγουν ότι το ον είναι και έν και πολλά,

συγκρατούνται δε με έχθραν και με φιλίαν. Διότι πάντοτε αι

διαφοραί συμβιβάζονται, λέγουν αι εμβριθέστεραι μούσαι. Αι άλλαι

όμως αι μαλθακώτεραι μούσαι εχάλασαν αυτήν την παντοτινήν

κατάστασιν, και τμηματικώς άλλοτε μεν λέγουν ότι έν είναι το παν

και αγαπητόν εις την Αφροδίτην, άλλοτε δε ότι είναι πολλά και

πολεμούν μεταξύ των ένεκα φιλονικίας. Από όλα αυτά, αν κανείς

είπε τίποτε αληθινόν ή όχι, είναι δύσκολον και απρεπές να

επικρίνωμεν εις ανθρώπους τόσον φημισμένους και παλαιούς (!) Το

εξής όμως δεν κατακρινόμεθα, αν το εξετάσωμεν.

Θεαίτητος.

Ποίον;

Ξένος.

Ότι πάρα πολύ μας επεριφρόνησαν ημάς τον απλόν λαόν. Διότι διόλου

δεν τους μέλει, αν παρακολουθούμεν τους λόγους των, ή μένωμεν

οπίσω. Ο καθείς των κυττάζει να τελειώση τον ιδικόν του λόγον.

Θεαίτητος.

Πώς το εννοείς;

Ξένος.

Όταν κανείς από αυτούς λέγη με το στόμα του ότι υπάρχουν, ή

έγιναν, ή γίνονται πολλά, ή έν, ή δύο, και ότι το θερμόν

αναμιγνύεται με το ψυχρόν, και εξ άλλου υποθέτη κάποιας συνθέσεις

και αποσυνθέσεις, τότε, φίλε Θεαίτητε, δι' όνομα θεού, συ εννοείς

καλά τι θέλουν να ειπούν; Διότι εγώ, όταν ήμην νεώτερος, και αυτό

που δεν εννοούμεν τόρα το μη ον, οσάκις το έλεγε κανείς, ενόμιζα

ότι το εννοώ τελείως. Τόρα όμως και συ ο ίδιος βλέπεις εις ποίον

βαθμόν απορίας ευρισκόμεθα ως προς αυτό.

Θεαίτητος.

Το βλέπω.

Ξένος.

Διόλου παράδοξον λοιπόν να έχωμεν εις την ψυχήν μας το ίδιον

πάθημα και διά το ον, και να νομίζωμεν ότι εις αυτό ευκολυνόμεθα

και το εννοούμεν, όταν κανείς το προφέρη, και ότι μόνον το άλλο

δεν εννοούμεν, ενώ ημείς είμεθα το ίδιον και διά τα δύο.

Θεαίτητος.

Ίσως.

Ξένος.

Λοιπόν και εις όλα τα άλλα, που είπαμεν προηγουμένως, ας

εφαρμόσωμεν αυτό το ίδιον.

Θεαίτητος.

Βεβαιότατα.

Ξένος.

Λοιπόν όσον διά τα άλλα τα πολλά, και κατόπιν θα εξετάσωμεν, όταν

θέλωμεν. Τόρα όμως πρέπει να σκεφθώμεν διά το πρώτον, το οποίον

είναι και το μέγιστον και αρχηγός.

Θεαίτητος.

Ποίον εννοείς; Ή μήπως εννοείς, ότι πρέπει πρώτα να ερευνήσωμεν

καλώς το ον, τι άραγε νομίζουν ότι εκφράζει αυτό, όσοι το λέγουν;

Ξένος.

Από το στόμα μου το πήρες, καλέ Θεαίτητε. Και βεβαίως εννοώ ότι

κατ' αυτήν την μέθοδον πρέπει να προχωρήσωμεν, και ως να είναι

αυτοί παρόντες να τους ερωτούμεν: Ελάτε εδώ σεις, όσοι λέγετε ότι

τα πάντα είναι θερμόν και ψυχρόν ή δύο παρόμοια, διατί άραγε και

εις τα δύο αυτά προσθέτετε και το είναι; Πώς να εξηγήσωμεν αυτό

σας το είναι; Άραγε ως τρίτον εκτός εκείνων των δύο, και τότε να

θεωρήσωμεν ως τρία το παν και όχι πλέον δύο, συμφώνως με τους

λόγους σας; Διότι νομίζω, αφού τα θεωρείτε ως δύο και διακρίνετε

το καθέν, δεν ημπορείτε να ειπήτε και διά τα δύο ομοίως το είναι.

Διότι τότε σχεδόν θα ήσαν διττώς έν, και όχι δύο.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά ομιλείς.

Ξένος.

Αλλά τότε μήπως θέλετε να θεωρήται ως ον το διττόν;

Θεαίτητος.

Ίσως.

Ξένος.

Αλλά καλοί μας φίλοι, θα τους ειπούμεν, και κατ' αυτόν τον τρόπον

πάλιν τα δύο τα λέγετε καθαρά έν.

Θεαίτητος.

Πολύ ορθά το είπες.

Σοφιστής · 第 2 / 5 段