Ο Σωκράτης δεν ήτο δημοτικός εις τας Αθήνας, και
κατηγορείτο, ότι δεν ελάμβανε μέρος εις τα πολιτικά, και
κατέκρινε παρρησία τα ελλείμματα της δημοκρατίας• η δε
αριστοκρατική μερίς τον κατηγόρει, ότι προσέβαλλε την
δημοσίαν λατρείαν αχώριστον ούσαν του πολιτικού οργανισμού.
Εις την μερίδα ταύτην ανήκεν ο Αριστοφάνης, και
υπερησπίζετο κατά το δοκούν αυτώ τους αρχαίους νόμους και
τας αρχαίας παραδόσεις. Επειδή δε οι δραματικοί ποιηταί
εμισθοδοτούντο ως υπάλληλοι, και απηλλάττοντο της
στρατιωτικής υπηρεσίας, ήσαν μάλλον συντηρητικοί ή
νεωτερισταί. Εν κράτει δε όπου διηνεκής στρατός δεν υπήρχε,
και οι άρχοντες ήσαν αιρετοί και ετήσιοι, μόνη εγγύησις της
ησυχίας ήτο το σέβας των καθεστώτων, και εν μέσω της
παντοτεινής κινήσεως ην επέφερεν η άκρα δημοκρατία, η
κωμωδία, ηδύνατο να παρουσιασθή ως μέσον κατάλληλον και
αποτελεσματικόν προς άμυναν της πολιτείας. Εχρησίμευσε δε
επί το πλείστον ως μέσον οπισθοδρομικόν, και παριστώσα την
ηθικήν διαφθοράν ως συνέπειαν των νέων ιδεών, ουχί σπανίως
περιέστειλε και κατεβίβασε το δημόσιον πνεύμα. Τινές των
γερμανών, οίον ο Βεργκ, ο Μεϊνέκε, ο Ράγκε και ο Βέστερμαν,
εξυμνούσι τους κωμωδοποιούς ως σοφούς και αυστηρούς φύλακας
της δημοσίας ηθικής και των νόμων, αλλά την κρίσιν ταύτην
δικαίως ελέγχει ως ψευδή ο Γρότε, αι δε &Νεφέλαι&
αποδεικνύουσι τρανώς, ότι ιδίως ο Αριστοφάνης δεν ήτο ούτε
μάρτυς πιστός ούτε επικριτής αμερόληπτος. Φανερόν ότι ο
ποιητής ούτος δεν ήτο θρήσκος, και επειδή διεκωμώδει τους
θεούς χωρίς να σκανδαλίση το κοινόν, πρέπει να πιστεύσωμεν
ότι ότε υπερησπίζετο το θρήσκευμα, έπραττε τούτο διά
πολιτικόν λόγον. Και όμως εύνους τη αριστοκρατία εφαίνετο
και αυτός ο Σωκράτης, αλλά τη επιστημονική, εν ώ ο
Αριστοφάνης υπεστήριζε την αριστοκρατίαν των τότε πολιτικών
και ποιητών και θεολόγων.
Ο Αριστοφάνης παριστά τον οίκον του Σωκράτους πλήρη μαθητών
ασχολουμένων εις παν είδος μαθήσεως, την αστρονομίαν, την
γεωμετρίαν, την γεωγραφίαν (&Νεφέλ. 187&), διακωμωδεί δε
την ασάφειαν και λεπτότητα της διαλεκτικής του, δι' ης
ζητών το &καθόλου& χάνεται εις τας νεφέλας, (227, 270) εν
ταυτώ δε, την μανίαν των διαιρέσεων και υποδιαιρέσεων, δι'
ην κατέρχεται εις τας εσχάτας λεπτολογίας• &και λεπτολογείν
ήδη ζητεί και περί καπνού στενολευχείν — και γνωμιδίω
γνώμην• νύξασ' ετέρω λόγω αντιλογείσαι (320)&• και αύται αι
λέξεις υποβάλλονται παρ' αυτού εις λεπτομερή εξέτασιν (394,
660), και πανταχού αι αξιώσεις του φιλοσόφου αντιτίθενται
προς το φρούδον της μεθόδου και των μελετών αυτού (366).
Εάν δε η λεπτή αύτη ανάλυσις εφαρμοσθή και εις τα θεία,
πάσα υπερφυσική δύναμις εξατμίζεται. Εν δε τη τολμηρά σκηνή
εν ή ο δίκαιος και ο άδικος προσωποποιούνται (1080),
προτίθεται ο ποιητής ν' αποδείξη, ότι η υπό των σοφιστών
και διαλεκτικών εκπαίδευσις επιφέρει μετά της ασεβείας και
την ηθικήν διαφθοράν. Και εις τα δύο ταύτα ανάγεται επί
τέλους η κατά του Σωκράτους κατηγορία του Αριστοφάνους, εις
ην φαίνεται απαντών ο Πλάτων διά του &Ευθύφρονος&,
ανταποδεικνύων, ότι η τυφλή πίστις εις το επικρατούν
θρήσκευμα δύναται εκ των εις τους θεούς αποδιδόμενων
ανοσιουργιών να εξαγάγη λογικώς πάσαν κακίαν. Τοιούτω τρόπω
ο συντηρητικός ποιητής και ο νεωτερίζων φιλόσοφος
διεμάχοντο κατ' αλλήλων, το παρελθόν κατά του μέλλοντος, η
πολυθεΐα κατά του πνευματισμού, και τα αυτά
επαναλαμβάνονται οσάκις καθαρωτέρα θρησκεία και ηθική
ανατέλλει εν τη ιστορία• ο ηθικώτερος φαίνεται ανήθικος,
και ο θεοσεβέστερος άθεος. Ούτω δε συνέτεινεν εμμέσως ο
Αριστοφάνης εις την καταδίκην του Σωκράτους• η δε νέα
κριτική απέδειξε, κατά του Αιλιανού και Διογένους του
Λαερτίου, ότι ο ποιητής δεν παρεκινήθη εις τούτο υπό των
προτροπών των αμέσων αυτού κατηγόρων, του Ανύτου και
Μελήτου.
<b>Γ’.
Αίτια της δίκης του Σωκράτους, και σχέσις αυτών προς τας
φιλοσοφικάς αυτού διδασκαλίας.</b>
Τα αληθή αίτια της δίκης του Σωκράτους δεν διαγινώσκονται
ακριβώς ειμή διά της φιλοσοφικής αυτού διδασκαλίας. Η
κυριωτάτη ιδέα του Σωκράτους ήτο, ως είδομεν, ότι η
επιστήμη, παντοδύναμος επί του πνεύματος, ταυτίζεται τω
αγαθώ, και παράγει εξ ανάγκης την ηθικήν αρετήν, την
πολιτικήν ωφέλειαν, το τεχνικόν κάλλος, την θρησκευτικήν
πίστιν• αφιέρωσε δε αποκλειστικώς την ζωήν του εις την διά
της διαλεκτικής των τε νοημάτων και των έργων κατάκτησιν
της επιστήμης. Μεγάλη ήτο η ιδέα του, αλλ' ατελής, ως
είδομεν, διότι απέκλειε το ουσιωδέστατον στοιχείον του
αγαθού, την ηθικήν ελευθερίαν. Εντεύθεν και το ηθικόν ύψος
του Σωκράτους, και το αίτιον της καταστροφής του• διότι
απορροφών εν τη ιδέα της επιστήμης πάσαν την διαλεκτικήν,
παρέσχε λαβήν εις τους εχθρούς των σοφιστών μεθ' ων τον
συνέχεον• απορροφών εν τη αυτή ιδέα πάσαν την ηθικήν, και
αρνούμενος την ελευθερίαν, έδωκεν αφορμήν εις τους
κατηγορήσαντας αυτόν επί διαφθορά των νέων• απορροφών πάσαν
την &πολιτικήν&, διήγειρε καθ' εαυτού τους πολιτικούς•
απορροφών την &ποίησιν& και την τέχνην, επροκάλεσε τους
ποιητάς και τους καλλιτέχνας• απορροφών τέλος την
&θρησκείαν&, έμελλε να ερεθίση τους θεολόγους. Άρα η
παράλειψις του υπ' αυτού παραγνωρισθέντος στοιχείου καθίστα
επιλήψιμον και την διαλεκτικήν, και την ηθικήν, και την
πολιτικήν, και την καλολογίαν, και την θρησκείαν αυτού.
Και πρώτη μεν η διαλεκτική του Σωκράτους ήγειρε κατ' αυτού
τα πνεύματα ένεκεν του ιδανικού όπερ διετύπωσε, της
αποστολής ην ανέλαβε, και των λογικών μέσων άτινα
μετεχειρίσθη. Εν τη κατά &Πλάτωνα Απολογία& παρίσταται
αυτός ο Σωκράτης εκθέτων τον κυριώτερον λόγον των κατ'
αυτού διαβολών &πόθεν αι διαβολαί σοι αύται γεγόνασι;& (ε')
και καταφαίνεται το υπ' αυτού συλληφθέν ύψιστον ιδανικόν
της επιστήμης, όπερ θεωρεί ως θείαν αποκάλυψιν κυριεύουσαν
αυτόν, διά τινος εσωτερικού χρησμού, ου ο εν Δελφοίς
πατρίδος. Εν ώ δε περιεφρόνει τους πολιτευομένους, αυτός
απέσχε των κοινών, και τούτο επηύξανε τον κατ' αυτού
ερεθισμόν. Τους λόγους της αποχής του εκθέτει σαφώς εν τη
παρά &Πλάτωνι Απολογία• Τούτου δε αίτιόν εστι ό υμείς εμού
πολλάκις ακηκόατε πολλαχού λέγοντος . . . αναγκαίον εστι
τον τω όντι μαχούμενον υπέρ του δικαίου, και ει μέλλει
ολίγον χρόνον σωθήσεσθαι, ιδιωτεύειν, αλλά μη δημοσιεύειν&.
Ουδέν ήττον οσάκις ανέλαβε δημοσίαν τινά λειτουργίαν,
απεδείχθη αδιάσειστος εν τη δικαιοσύνη απεναντι και αυτής
παντοδυναμίας των τριάκοντα. Προς τούτοις δε, ένεκεν αυτών
των πολιτικών διδασκαλιών του, άς εξεθέσαμεν εν οικείω
τόπω, και άκων παρεκινείτο να υποστηρίζη μάλλον την
αριστοκρατικήν μερίδα, και τούτο επίσης, έπρεπε να θεωρηθή
ως περιφρόνησις των καθεστώτων (&Απομ. Δ', Β'&)• οι δε
μαθηταί αυτού, ο Ξενοφών και ο Πλάτων, εξεθείαζον την
Σπάρτην, και εκάκιζον τας Αθήνας, και παρ' αυτού επίσης
είχον διδαχθή ο Αλκιβιάδης και ο Κριτίας, ώστε κατά πάντα
λόγον έμελλε να θεωρηθή ως εχθρός της πολιτείας.
Ουχ ήττον των πολιτικών έπρεπε να τον υποβλέπωσιν οι
ποιηταί και οι καλλιτέχναι, ους έτασσε μετά των πολιτικών
και των σοφιστών εις τον κατώτερον κύκλον της εμπειρίας και
της δόξης, και επίσης υπέβαλλεν εις την μαιευτικήν του,
όπως τοις αποδείξη ότι δεν εγνώριζον τον λόγον των &ιδίων
έργων• Μετά γαρ τους πολιτικούς ήα επί τους ποιητάς . . .
έγνων ουν και περί των ποιητών εν ολίγω τούτο, ότι ου σοφία
ποιοίεν ά ποιοίεν& κλ. (&Απολογ. 22&). Επειδή δε οι
ποιηταί, οι ραψωδοί και οι υποκριταί διεσκέδαζον τον λαόν,
είχον παρ' αυτώ ου μικράν επιρροήν, και η απέχθεια αυτών
ήτο λίαν επίφοβος. Μετά δε της ποιήσεως στενώτατα συνεδέετο
η μυθολογία και η θεολογία, και πρώτον μεν προϊόν της
απεχθείας ταύτης είναι αι &Νεφέλαι&• τελευταίον δε, η υπό
Μελήτου, κατηγορία.
Τωόντι ο Μέλητος εκπροσωπεί ου μόνον την ποίησιν, αλλά και
την θρησκείαν. Οι δε ανορθώσαντες τότε την δημοκρατικήν
κυβέρνησιν ώφειλον ν' αποκαταστήσωσι και την εθνικήν
θρησκείαν, και ο Σωκράτης έπρεπε να θυσιασθή εις το πνεύμα
της υπό Θρασυβούλου πολιτικής μεταβολής. Δύο τινά υπήρχον
εν τη θρησκευτική διδασκαλία του Σωκράτους εξ ίσου
επιλήψιμα• ο &ορθολογισμός& και ο &μυστικισμός& του. Εν τη
λατρεία ο Σωκράτης διώκει το λογικόν στοιχείον, και ούτε
τυφλήν θέλει την πίστιν, ούτε ανήθικον την ευσέβειαν. Την
ύπαρξιν και τα προσόντα του Θεού αποδεικνύει διά του λόγου
δι' ου καθαίρει αυτόν από παντός κακού και μόνον παν αγαθόν
τω αποδίδει. Λογικήν δε θέλει και την προσευχήν, αποκλείων
αυτής τας εγωιστικάς και παιδαριώδεις αιτήσεις, και ούτως
εισάγει εις την θρησκείαν το διαλεκτικόν και μεταφυσικόν
στοιχείον, το &καθόλου&, αντικείμενον του λόγου. Εκ ταύτης
δε της ανυψώσεως του λόγου εις τον ύπατον βαθμόν, εξ ου η
παντοδυναμία της επιστήμης και η εκ θείας τινός αποκαλύψεως
ιερά αυτής αποστολής επήγαζε, διά της συνταυτίσεων του
λογικού και του θείου, ο ενθουσιασμός και ο μυστικισμός
του, και του φαινομένου τούτου, πρωτοφανούς τότε, είδεν
ακολούθως άλλα παραδείγματα η ιστορία της φιλοσοφίας διά
του πλατωνισμού των Αλεξανδρινών, του Βρούνου, του Σπινόζα
και του Σχελλίγγου• ώστε αυτός ο σκώπτων τους εμπνευσμένους
ποιητάς θεωρεί επί τέλους εαυτόν κατεχόμενον υπό του θείου
και εμπνεόμενον διά τινων δαιμονίων σημείων υποβοηθούντων
την αμάθειάν του, αλλά κατωτέρων πάντοτε της αληθούς
επιστήμης. Εκ τούτων απάντων οι αντιπρόσωποι της αρχαίας
λατρείας έπρεπε να συμπεράνωσιν, ότι ο Σωκράτης απορρίπτων
την αρχαίαν θρησκείαν και τους λειτουργούς αυτής, εισήγε
&καινά δαιμόνια& και νέον μέσον συγκοινωνίας προς το θείον.
Και εάν κατά την πρώτην περίοδον του φιλοσοφικού βίου
αυτού, επόμενος εις τας φυσικάς θεωρίας του Αναξαγόρου,
εκλόνισε την λατρείαν του ηλίου και της σελήνης, αι κατά
την δευτέραν ηθικαί μελέται, δι' ων ανήλθεν εις την ιδέαν
θείας προνοίας πανταχού ενεργούσης, προ πάντων δε εν τη
ανθρωπίνη ψυχή, και ιδίως εν τη ιδική του, τον εδίδαξαν ν'
απαλλαγή της ανάγκης πολλών θεών και ν' αναγνωρίση ένα και
μόνον.
Τοιούτοι είναι οι εσωτερικοί και τρόπον τινά μεταφυσικοί
λόγοι της δίκης του Σωκράτους, οίτινες συγκεφαλαιούνται εις
τας τολμηράς αυτού θεωρίας, και οι λόγοι ούτοι ενεθάρρυναν
αυτόν κατά την διάρκειαν της δίκης και παρηγόρησαν κατά τας
τελευταίας στιγμάς της ζωής.
<b>Δ’.