Ότε αύτη είχε καταβή επτά βαθμίδας της κλίμακος, τότε και η Βεάτη

εκινήθη. Αλλά περιέμεινε μέχρις ου η Σιξτίνα καταβή και την

τελευταίαν βαθμίδα, και επειδή έμελλε τότε αύτη να στραφή

επικάρσια όπως εύρη την θύραν, η Βεάτη ήθελεν ελλαμφθή υπό του

φωτός του δελέτρου, όπως καταβή αφόβως την κλίμακα.

Τούτο και έπραξεν. Αλλά δυστυχώς καθ' ην στιγμήν η Βεάτη επάτει

εις την δευτέραν εκ των άνω βαθμίδα, η σανίς έτριξε, και η αδελφή

Σιξτίνα εκπλαγείσα εστράφη να ίδη.

Η Βεάτη παρεκάλει τον ουρανόν, ή εν ελλείψει αυτού την γην και τας

υποχθονίους θεότητας, να τυφλώσωσι τα όμματα της Σιξτίνης, να

αναπετάσωσι πυκνόν πέπλον προ των οφθαλμών αυτής, όπως μη δυνηθή

να την ίδη. Ευτυχώς θαύμα συνέβη. Η Σιξτίνα εστράφη μεν, αλλ'

ουδέν είδεν. Είτε διότι η ακτίς του οφθαλμού της δεν διηυθύνθη

προσφυώς, είτε διότι η ακοή δεν ωδήγησεν αρκούντως την όρασιν,

είτε διότι δεν έστρεψεν επαρκώς το δέλετρόν της, είτε τέλος διότι

δεν αντελήφθη καλώς τον τριγμόν ον ήκουσεν ουδ' έδωκε πολλήν

σημασίαν εις την αντίληψιν ταύτην, το βλέμμα της μόλις εστράφη και

απεστράφη πάλιν, και εξηκολούθησε να βαδίζη διά του διαδρόμου. Η

Βεάτη, ήτις είχε προσπαθήσει να ενωθή ει δυνατόν με τον μέλανα

τοίχον, περιέμεινε στιγμάς τινας μέχρις ου απομακρυνθή, προτιμώσα

να μείνη αυτή εις το σκότος ή να κινδυνεύση αύθις τον αυτόν

κίνδυνον.

Η αδελφή Σιξτίνα προέβη. Η Βεάτη την ηκολούθησεν χωρις ν' ανησυχή

πλέον.

Η Σιξτίνα προεπορεύετο, μηδαμώς υποπτεύουσα εις τι εχρησίμευεν η

νυκτερινή αύτη περιοδεία της και ο φανός ον εκράτει. Αν είξευρεν

ότι τα πάντα εγίνοντο όπως φωτίση τα βήματα της νυκτοπόλου Βεάτης,

βεβαίως η Σιξτίνα ήθελε προτιμήσει να μείνη εις το πενιχρόν

κελλίον της, να δαπανήση τα βήματα όσα έκαμεν εις τας γονυκλισίας,

και να καύση το έλαιον προ της εικόνος της Αγίας Περπετούας

μάλλον, ή προ των οφθαλμών της Βεάτης. Αλλά πάσαν την οσιότητα ην

ήσκει, δεν είχε φθάσει ακόμη εις υψηλά μέτρα αρετής και δεν είχεν

αποκτήσει το προορατικόν χάρισμα. Άλλως δε ο στέφανος αυτής

προήρχετο εκ της υπακοής, διότι έπραττε τα πάντα όπως υπακούση εις

την δέσποινάν της την ηγουμένην.

Η δυστυχής Βεάτη είχε και αυτή άλλην δέσποιναν, τοσούτω

δεσποτικωτέραν όσω δεν είχε σάρκα και οστά, και εις αυτήν μόνην

υπήκουεν. Ήτο δε αύτη η αδυναμία της, ήτις ώθει αυτήν να επιχειρή

παραβόλους εκστρατείας, όπως ανακαλύψη πράγματα, περί ων ουσιωδώς

δεν διεφέρετο. Αλλ' η πρώτη αποτυχία τη ενέπνευσεν

ισχυρογνωμοσύνην και ωρκίσθη ν' ανακαλύψη το πράγμα ως τάχιστα.

Όλην την νύκτα η Βεάτη ωνειρεύετο ότι είχε παραβιάσει την θύραν

του κλειστού θαλάμου, και συνδιελέγετο μετά της ξένης. Είνε αληθές

ότι το όνειρόν της ήτο ατελές. Ωμίλει μεν μετ' αυτής, αλλά δεν την

έβλεπε. Την πρωίαν, ότε αφυπνίσθη, δεν ανεπόλει τους χαρακτήρας

του προσώπου της. Και αυταί δε αι λέξεις ας αντήλλαξε μετ' αυτής

ήχουν μόνον ως βόμβος συγκεχυμένος εντός της κεφαλής της.

Όλην την επομένην ημέραν η αδελφή Βεάτη κατείχετο υπό νευρικής

ανυπομονησίας. Περιέμενεν ανυπομόνως την νύκτα, όπως δυνηθή να

εκτελέση το σχέδιόν της. Ήτο αφηρημένη όλην την ημέραν. Αι μοναχαί

παρεπονούντο ότι το παρατεθέν αυταίς γεύμα ήτο άβραστον και

ανάλατον. Η αδελφή Κλάρα, μία των φρονιμοτέρων καλογραιών, ελθούσα

όπως τη μεταβιβάση παραγγελίαν τινά της ηγουμένης, ηναγκάσθη να

επιστρέψη άπρακτος. Η Βεάτη δεν είχε την δύναμιν ν' ακούση, ουδέ

να εννοήση τι.

— Λοιπόν τι να της είπω; ηρώτησεν η αδελφή Κλάρα.

— Ποίας; είπεν αλλόφρων η Βεάτη.

— Ποίας; Της ηγουμένης που μ' έστειλε.

— Ό,τι θέλεις, είπε μειδιώσα η Βεάτη.

— Πώς ό,τι θέλω;

— Πε της ότι δεν με ηύρες.

— Δεν σε ηύρα; Πώς γίνεται;

— Πώς δεν γίνεται; επανέλαβε φαιδρά η Βεάτη.

— Τότε θα μου πη, μην έφυγε το μαγειρείο από τον τόπον του;

— Ειμπορεί και να έφυγε, απήντησεν απροσέκτως η Βεάτη.

— Και τότε;

— Τότε;

— Η ηγουμένη θα μου πη πως ετρελλάθηκα.

— Ας σου πη.

— Και πως θέλω διάβασμα.

— Ας θέλης, είπεν η Βεάτη εξακολουθούσα να μειδιά προσηνώς.

— Αλλά τότε ο αββάς Βικέντιος Δεκρόττας....

— Ποίος Βικέντιος Δεκρόττας;

— Ο ιερεύς μας.

— Την ευχή του, είπεν η Βεάτη.

— Θα γυρεύη ν' ανοίξη την Σύνοψιν.

— Ας την ανοίξη.

— Και να με διαβάση.

— Ας σε διαβάση.

— Αλλά τούτο δεν θα με γλυτώση από την κατάραν της ηγουμένης,

είπε μετά τρόμου η Κλάρα.

— Ποίας ηγουμένης; είπεν αλλοφρονούσα η Βεάτη.

— Ποίας ηγουμένης; Είσαι 'στά καλά σου;

— Στα καλά μου;

— Ναι. Είνε άλλη ηγουμένη;

— Άλλη ηγουμένη;

— Βέβαια.

— Δεν ξεύρω, είπεν αφελώς η Βεάτη.

— Δεν ξεύρεις; επανέλαβεν η Κλάρα.

— Βέβαια, απήντησεν η Βεάτη.

— Να ξεραθής, είπε ξηρώς η Κλάρα.

— Να μαραθής, απήντησε μεμαραμμένως η Βεάτη.

Και η αδελφή Κλάρα, αισθανθείσα ακατανίκητον αγανάκτησιν έκαμε το

σημείον του Σταυρού, και εξήλθεν εκ του μαγειρείου χωρίς να στραφή

να ίδη οπίσω της.

Ήτο ήδη περί εσπέραν. Η αδελφή Βεάτη ουδόλως ηνησύχησεν εκ του

μικρού τούτου συμβάντος, αλλ' ελησμόνησεν ήδη αυτό πριν ή συμβή.

Ότε ο αραχνώδης πέπλος του σκότους ήρχισε να καταπετάννυται περί

τα ζοφερά τείχη του μοναστηρίου, και οι κώδωνες κατά το σύνηθες

βραδέως κρουόμενοι αντήχησαν ανά το ύψος του κωδωνοστασίου

καλούντες θορυβωδώς τας καλογραίας εις την επιλύχνιον προσευχήν,

τότε η αδελφή Βεάτη έλαβε δύο κηρία, έθηκε το έν αυτών εις το

θυλάκιόν της, ήναψε το έτερον και ανέβη ανά μίαν τας βαθμίδας της

λιθίνης κλίμακος, της αγούοης από του μαγειρείου εις το πρώτον

πάτωμα της μεσημβρινής πλευράς. Την φοράν ταύτην η Βεάτη ησθάνετο

εν εαυτή διπλούν θάρρος ή την προλαβούσαν εσπέραν, είχε δε

απόφασιν να εξαγάγη κέρδος τι, όπως ηδύνατο, εκ της δευτέρας

ταύτης κατοπτεύσεως.

Αφού ανέβη και τας τεσσάρας κλίμακας, έστη επί στιγμήν όπως

αναπνεύση, επλησίασεν εις την θύραν του κλειστού θαλάμου και

ηκροάσθη. Ουδέ πνοή ηκούετο. Η Βεάτη ήθελε να βεβαιωθή μόνον, ότι

η Σιξτίνα δεν ήτο εν επισκέψει παρά τη εγκλείστω. Είτα έκρουσε

θαρραλέως την θύραν. Την φοράν ταύτην η Βεάτη υπήρξεν ευτυχεστέρα.

Μετά την δευτέραν κρούσιν, στεναγμός ηκούσθη λίαν ευκρινώς. Η

μοναχή εξέλαβε τούτο ως ευοίωνον σημείον και έκραξε·

— Κόρη μου! Είσαι μέσα;

— Ποίος είνε; ηρώτησεν ασθενής φωνή ένδοθεν του θαλάμου.

— Μία φίλη, απήντησεν η Βεάτη.

— Αχ, είπεν η έσωθεν φωνή.

— Διατί σ' έχουν εδώ; επανέλαβεν η Βεάτη.

— Δεν ειξεύρω.

— Ποίος σ' έφερεν;

— Άνθρωποι άγνωστοι.

— Πόθεν είσαι;

— Από τα περίχωρα.

— Και θα σε κρατήσουν πολύν καιρόν εδώ;

— Δεν ειξεύρω.

— Τι κακόν έπραξες διά να σε φυλακίσουν ούτω;

— Δεν ειξεύρω, αλλά...

— Αλλά; επανέλαβεν η Βεάτη.

— Έχω αμαρτίας, ως φαίνεται, είπεν η φωνή μετά στεναγμού.

— Και είσαι μόνη εδώ μέσα;

— Μόνη.

Η Βεάτη εσκέφθη επί μικρόν.

— Ποία είσαι; την ηρώτησε το αόριστον πρόσωπον.

— Είμαι καλογραία. Ησθάνθην συμπάθειαν, όταν έμαθα διά σε. Αν

ειμπορούσα να σε σώσω...

— Αλλοίμονον, είπεν η φωνή.

— Μην απελπίζεσαι. Έχε θάρρος.

— Θάρρος...

— Και σ' έχουν κλεισμένην απ' έξω;

— Ναι.

— Είνε οι στροφείς στερεοί; Δοκίμασε την θύραν.

— Είνε πολύ βαρεία.

— Και αυτή η γυναίκα που έρχεται κάθε μέρα δεν σε περιποιείται;

— Ναι.

— Σοι φέρει τροφήν;

— Μοι φέρει.

— Και τι σοι λέγει;

— Δεν ειξεύρει και αυτή τίποτε.

— Μη την πιστεύης, είπε σχετλιαστικώς η Βεάτη. Είνε γεμάτη

πονηρίαν.

— Αυτή!

— Ναι! Μη την εμπιστεύεσαι.

— Ω!...

— Αν ζητή να της ειπής τίποτε, μη της το λέγης.

— Τι να της είπω; είπεν η φωνή, ήτις εφαίνετο όλως καταβεβλημένη

και ο διάλογος τη επροξένει κάματον.

— Μη καταβάλλεσαι, είπεν η Βεάτη, εννοήσασα το αίσθημα της ξένης·

έχε θάρρος, σοι λέγω.

— Ναι, βέβαια.

— Εγώ θα πάρω τον τύπον του κλείθρου τώρα.

— Του κλείθρου;

— Ναι, θα κάμω αντικλείδι.

— Α! είπεν η φωνή και εφάνη ότι η λέξις αύτη τη επανέφερε ζοφεράν

ανάμνησιν.

— Και θα την ανοίξω διά να σ' ελευθερώσω, είπεν η Βεάτη.

— Ω, Θεέ μου! είπε μετ' ελπίδος η άγνωστος.

— Δύο ή τρεις ημέρας υπομονήν.

— Αλλ' ειξεύρω αν θα μείνω εδώ;

— Πώς; Θα σε μεταφέρουν αλλού;

— Δεν ειξεύρω τίποτε.

— Αν σ' εβγάλουν ή ημέραν ή νύκτα, εγώ θα τρέξω κατόπιν.

— Ω, ευχαριστώ, είπεν η άγνωστος.

— Μη σε μέλη, είπεν η Βεάτη. Έλπιζε.

— Ελπίζω.

— Και κάθε βράδυ θα έρχωμαι να σ' επισκέπτωμαι, καθώς τώρα.

— Ω, ναι, παρακαλώ.

— Θα συνομιλώμεν χωρίς να βλεπώμεθα.

— Καλά.

— Έχεις φως μέσα;

— Έχω.

— Απομάκρυνε το σώμα σου, μη σκιάζης την οπήν του κλείθρου.

Ηκούσθη θρους τις εκ κινήματος, όπερ έκαμεν η άγνωστος.

— Καλώς, είπεν η Βεάτη.

Και προσεκόλλησε το όμμα της εις την οπήν του κλείθρου.

— Σκύψε με τρόπον, ώστε το πρόσωπόν σου να μη φράττη την οπήν.

Στάσου δύο σπιθαμάς μακράν της θύρας. Αντίκρυσε το πρόσωπόν σου

εις το κλείθρον.

Η άγνωστος εξετέλεσε τας οδηγίας ταύτας της Βεάτης. Αλλ' αύτη

σχεδόν δεν διέκρινε την μορφήν της.

— Ο λύχνος σου είνε κινητός; ηρώτησεν η Βεάτη.

— Κινητός.

— Λάβε τον εις την χείρα και έλα να ιδώ το πρόσωπόν σου.

Η ξένη υπήκουσε και εις τούτο. Η Βεάτη προσήρμοσεν αύθις τον

οφθαλμόν εις το κλείθρον και τότε κατώρθωσε να διακρίνη πρόσωπόν

τι νεάνιδος ωχρόν και ισχνόν, περιβαλλόμενον υπό ατάκτου καστανής

κόμης. Η Βεάτη ευηρεστήθη εκ της εξετάσεως ταύτης.

— Είσαι ωραία, είπε.

— Κ' εγώ δεν θα σε ίδω; είπεν η ξένη.

— Ιδέ με, αν ειμπορέσης, είπεν η Βεάτη πλησιάζουσα το ανημμένον

κηρίον εις το πρόσωπον και τοποθετουμένη εις τρόπον ώστε ν'

αντικρύση το βλέμμα της ξένης.

— Είσαι αγαθή, είπεν αύτη.

— Τώρα θα σε αφήσω, κόρη μου.

— Διατί; είπε παραπονετικώς η νέα.

— Δεν είνε καιρός να έλθη εκείνη η γυνή;

— Ναι, είπεν η ξένη.

— Θα λάβω μόνον τον τύπον του κλείθρου.

Και εξαγαγούσα εκ του θυλακίου της το κηρίον, όπερ είχε φέρει

επίτηδες μεθ' εαυτής, απετύπωσε δι' αυτού το σχήμα του κλειδίου.

— Καλήν νύκτα, κόρη μου, είπεν αποσυρομένη.

— Καλήν νύκτα, απήντησεν η νέα μη δυναμένη ν' αποσυρθή εκ της

θύρας, ης όπισθεν ίστατο.

Αλλά μακρυνθείσα δύο ή τρία βήματα η Βεάτη, επέστρεψεν αιφνιδίως

πάλιν.

— Ελησμόνησα να σ' ερωτήσω πώς ονομάζεσαι, είπε.

— Αϊμά, απήντησεν η φωνή.

— Αϊμά; Αυτό είνε το όνομά σου;

— Αυτό.

— Ευχαριστώ.

Και η Βεάτη απεμακρύνθη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Η Σιξτίνα.

Ότε η Βεάτη έφθασεν εις το κατώτερον πάτωμα, ήκουσεν όπισθέν της

το βήμα της Σιξτίνης, ήτις ανέβαινε διά της κλίμακος με το σοβαρόν

βήμα της, κρατούσα τη ετέρα των χειρών το περίφημον μονόφωτον

δέλετρόν της. Ο τρόπος δε μεθ' ου, εβάδιζε και πάντα τα κινήματα

αυτής ενέφαινον γυναίκα έχουσαν την συναίσθησιν της ιδίας

αξιοπρεπείας και μηδ' υποπτεύουσαν ότι είνε δυνατόν να σφάλη ή να

παρεκκλίνη κατά κεραίαν εκ των χρεών της.

Η αδελφή Σιξτίνα ήτο μία εκ των γυναικών εκείνων, αίτινες

ομοιάζουσι καθ' όλα με την χελώνην, αν υποθέσωμεν ότι το κολόβιον

δύναται προσφυώς να παραβληθή με το καυκίον, όπερ δεν είνε

απίθανον. Όλην την ζωήν της είχε προσπαθήσει να μάθη την τέχνην

του να κρύπτη τους λογισμούς της, όπως κρύπτει η χελώνη την

κεφαλήν και τα κώλα. Οφείλομεν δε να ομολογήσωμεν ότι είχε

κατορθώσει να τελειοποιηθή εις την τέχνην ταύτην, τόσας δε

προόδους είχε κάμει εις το επάγγελμα τούτο, ώστε κατήντησε να μη

δύναται πλέον, και αν ήθελε, να εκφράση, ή να επιδείξη αφελές

αίσθημα ή αληθή ιδέαν. Αν ενεφανίζετο αίφνης υπερφυής τις δύναμις,

ήτις να τη επιβάλη ως απαραίτητον χρέος το να φανή εφάπαξ

ειλικρινής, η Σιξτίνα και αν επεθύμει, δεν ηδύνατο να κατορθώση

τούτο. Το ψεύδος και η υπόκρισις είχον καταστή παρ' αυτή δευτέρα

φύσις, θάττον δε ηδύνατό τις να αποσπάση απ' αυτής την ψυχήν ή την

μακροχρόνιον ταύτην έξιν. Ήθελε προτιμήσει δε να μείνη επί ένα

όλον αιώνα εις το Καθαρτήριον πυρ, ή να εκστομίση έστω και μίαν

λέξιν μη προλελογισμένην ή υπηγορευμένην πρός τινα απόρρητον

πάντοτε σκοπόν.

Η αδελφή Σιξτίνα επρωταγωνίστει εις την τέχνην του να λέγη άλλα

αντ' άλλων. Ηρίστευεν εις την τέχνην του να σιγά. Το στόμα της ήτο

τόσον ερμητικώς κεκλεισμένον, ώστε εφαίνετο ότι εγεννήθη

κωφάλαλος. Εκ της μακράς και κατηναγκασμένης συσφίγξεως των

οδόντων, είχον σχηματισθή περί τας άκρας των χειλέων της δύο

ελικοειδείς ρυτίδες, ήσαν δε αύται, ούτως ειπείν, η σκιά των

λέξεων, αίτινες διήρχοντο αλλά δεν εξεφωνούντο. Το στόμα διέπνεεν

αντί να λαλή. Αι σκέψεις της εξητμίζοντο εις αορίστους φθόγγους

και εις ανάρθρους ψιθυρισμούς, αλλ' ουδέποτε εξεφράζοντο. Ηδύνατό

τις ανατέμνων τον εγκέφαλόν της να εύρη μόρια εννοιών, αλλ' ουχί

ακεραίας εννοίας. Τόσον εκ της πολυχρονίου έξεως του να συστέλλη

τας λέξεις είχε μεταβή κατ' αντανάκλασιν ο τοιούτος περιορισμός

και μέχρι της σκέψεως, ώστε μη δυναμένη να ομιλή, δεν ηδύνατο

πλέον μηδέ να σκέπτηται.

Η αδελφή Σιξτίνα είχεν ασκήσει την πρώτην δοκιμασίαν της έν τινι

σεμιναρίω θηλειών ιδρυμένω παρά τον Τίβεριν, ονόματι «Άκουα

Σιλέντσιι», περιφήμω επί μοναστική πειθαρχία κατ' εκείνον τον

χρόνον. Η αρχή και το τέλος της δοκιμασίας εν τω ειρημένω μοναχικώ

παιδαγωγείω συνίστατο εις το να υποχρεώσι τας δοκίμους να κρατώσιν

επί πολλάς καθ' εκάστην ώρας εντός του στόματος σταγόνας τινάς

ύδατος χωρίς να τας καταπίνωσιν, εξ ου και το όνομα του

σεμιναρίου. Σκοπός δε του πειράματος τούτου ήτο να γυμνάσωσι τας

τροφίμους εις την σιωπήν. Φρονώ ότι η μέθοδος αύτη δεν εστερείτο

επιβολής, απήτει δε τοσαύτας σταγόνας ευφυίας όσας και ύδατος.

Φαίνεται δε ότι, πλην του ότι ώξυνε την έξιν, επενήργει

αντιδραστικώς επί του λάρυγγος η τοιαύτη άσκησις, ώστε εκ της

συνεχούς παρουσίας της υπερμέτρου υγρότητος επέφερεν

αντιπεπονθότως την ξηρότητα, και εντεύθεν μάλλον προήρχετο η έξις

της σιγής. Άλλως δεν τολμώ να υποβάλω εις τους φυσιολόγους την

τοιαύτην εξ απειρίας προερχομένην εικασίαν.

Όπως και αν έχη τούτο, η αδελφή Σιξτίνα είχεν επαρθή εις τοιούτον

υπεράνθρωπον σημείον εις την τέχνην ταύτην της σιωπής, ώστε καθ'

ην στιγμήν ανένηψε και ενεθυμήθη ότι ήτο ανθρωπόμορφον πλάσμα και

ώφειλε να απαντά τουλάχιστον εις τας απευθυνομένας αυτή ερωτήσεις,

τότε μόνον παρετήρησεν ότι ο λάρυγξ αυτής ετραύλιζεν, η γλώσσα

είχε καταστή ψελλή, τα δε χείλη εστρεβλώθησαν. Την στρεβλότητα δε

ταύτην των αισθητηρίων είχε παρακολουθήσει και η στρέβλωσις του

πνεύματος, ώστε κατ' αρχάς μόνον κολοβάς φράσεις κατώρθου να

προφέρη, εδέησε δε να παρέλθη πολύς χρόνος μέχρις ου μάθη ν'

απαγγέλλη αύθις περιόδους, και τότε εψεύδετο πλέον άνευ

συνειδήσεως. Είχε καταστή αυτόματον, και αι απαιτήσεις της νέας

αυτής θέσεως, επιβάλλουσαι αυτή την τυφλήν υπακοήν, την ηνάγκαζον

να ψεύδηται κατά κόρον διά λογαριασμόν άλλων.

Επί τοσούτον δε προέβη το αξιόλογον τούτο προτέρημα, ώστε θαύμα θα

ήτο αν η αδελφή Σιξτίνα κατώρθου ποτέ να είπη μίαν λέξιν αληθή,

από αμνημονεύτων δε χρόνων δεν ηξιώθη να διαπράξη το σφάλμα τούτο.

Εν τούτοις έμελλε να παρουσιασθή περίστασις, καθ' ην ήθελον

ανατραπή πάσαι αι μεθοδείαι και αι τέχναι αύται, και η αδελφή

Σιξτίνα έμελλε να χάση και αυτή την πυξίδα της.

Ότε εξήλθε τελεία εκ του σεμιναρίου του «Ύδατος της σιωπής», η

αδελφή Σιξτίνα είχεν ακολουθήσει απόσπασμά τι του τάγματός της εις

την Ανατολήν, των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. Μετ' αυτών είχε

μεταβή εις την νήσον Ρόδον, την κτήσιν ταύτην των ειρημένων

ιπποτών. Ταύτα συνέβησαν προ δέκα ετών και επέκεινα. Η Σιξτίνα

είχε διατρίψει επί τινα έτη εν Ρόδω. Σήμερον δε, ότε διέμενεν εν

τη Μονή της Αγίας Περπετούας, έτυχεν αφορμής ν' αναμνησθή γεγονότα

τινά από μακρού χρόνου τεθαμμένα εν τη διανοία αυτής. Τα γεγονότα

ταύτα δεν επίστευεν η Σιξτίνα ότι έμελλόν ποτε ν' αναζήσωσιν εν τη

μνήμη της, και διά τούτο εξεπλάγη ότε ησθάνθη εν εαυτή νυγμόν

τινα, ως ωδίνας εγκυμοσύνης, τας μόνας ας ποτε υπέστη. Η αφορμή δε

της αναμνήσεως ταύτης εδόθη εκ της παρουσίας ξένου τινός προσώπου

εις το μοναστήριον. Οι χαρακτήρες του προσώπου τούτου, ους

επιμελώς ηδυνήθη να παρατηρήση, ενεποίησαν αυτή παράδοξον

εντύπωσιν. Προ δέκα ετών είχε γνωρίσει νεαρώτατόν τι πρόσωπον,

παιδίον ως όλα τα παιδία, το οποίον με τους χαρακτήρας

μεταβεβλημένους εκ της ηλικίας, ενεφανίζετο σήμερον εις τους

οφθαλμούς αυτής. Δυνατόν να ηπατάτο η Σιξτίνα, αλλά πιθανόν να

έβλεπεν ορθώς. Η στομακάκη ης την βάσανον είχεν υποστή κατά την

νεαράν αυτής ηλικίαν, δεν ηδύνατο να παραβλάψη και την όρασιν

αυτής, αι αισθήσεις της δε ωξύνθησαν τοσούτω μάλλον, όσω τα

φωνητήρια όργανα είχον αμβλυνθή. Η Σιξτίνα ησθάνθη κατ' αρχάς

ασθενή παλμόν υποσείοντα το στήθος της, ότε είδε το πρόσωπον

τούτο. Τη επαύριον ο παλμός μετεβλήθη εις σκίρτημα. Όσον μάλλον

εθεώρει την μορφήν ταύτην, τόσον μάλλον επείθετο περί της

ομοιότητος, και περί της πιθανής ταυτότητος του προσώπου. Την

τρίτην ημέραν η Σιξτίνα ήλθεν εις πειρασμόν να εκστομίση προς το

εν λόγω πρόσωπον τα αισθήματα υφ' ων κατείχετο. Αλλ' οίμοι! Η

μακροχρόνιος έξις του να ψεύδηται, είτε διά του λόγου είτε διά της

σιγής, καθότι και η σιγή ήτο είδος σιωπηλού ψεύδους, δεν τη

επέτρεπε να έλθη εις τοιαύτην διάχυσιν. Πριν ή πέση εις το

ολίσθημα τούτο, ώφειλε κατά τους κανόνας να εξομολογηθή εις την

ηγουμένην ή εις τον αββάν Βικέντιον. Αλλά τούτο θα ισοδυνάμει προς

άρνησιν της επιθυμίας της, και προς παντελή αποχήν.

Τέλος αφού επί πέντε ημέρας η αδελφή Σιξτίνα διήλθεν όλους τους

σταθμούς της αμαρτίας, από της &προσβολής& και του &συνδυασμού&

μέχρι της &συγκαταθέσεως& και της &πάλης&, έμελλε πιθανώς να φθάση

εις το πέμπτον και τελευταίον στάδιον, εις το &πάθος&. Την εσπέραν

καθ' ην επέστρεφεν η Βεάτη εκ της συνδιαλέξεως, ην είχε συνάψει

διά της οπής του κλείθρου προς την έγκλειστον, η Σιξτίνα ανέβαινε

μετά την κατάβασιν αυτής, απόφασιν έχουσα να μη οπισθοδρομήση,

αλλά να παραβή εφάπαξ τους κανόνας της και να ικανοποιήση τέλος

την εύλογον περιέργειαν ην ησθάνετο από τοσούτων ημερών. Προς

ανάπαυσιν δε της συνειδήσεώς της εφαντάζετο ότι ίσως η θεία

Πρόνοια εκάλει αυτήν να εκτελέση αγαθήν τινα πράξιν, και διά τούτο

ησθάνετο τον ασυνήθη τούτον γαργαλισμόν μεταξύ της γλώσσης και του

λάρυγγος.

Η Σιξτίνα κύπτουσα όλη υπό την ροπήν της απηγορευμένης ταύτης

παραβάσεως των κανόνων ανέβαινεν ανά δύο, όσον ηδύνατο να εκταθώσι

τα σκέλη της, τας λιθίνας βαθμίδας της κλίμακος. Φθάσασα εις το

υπερώον, ήνοιξε την θύραν, και εύρε την ξένην ορθίαν εισέτι, και

διατελούσαν προφανώς υπό την εντύπωσιν της συνδιαλέξεως αυτής μετά

της Βεάτης. Αλλ' η Σιξτίνα ουδεμίαν είχεν αφορμήν να παρατηρήση

τούτο.

— Ε, πώς πέρασες, κόρη μου; την ηρώτησεν η Σιξτίνα.

— Καλά, μητέρα μου, απήντησεν η Αϊμά, αναμιμνησκομένη την

σύστασιν της Βεάτης, όπως μη εμπιστεύηται εις την Σιξτίναν.

— Σου έφερα φαγί, είπεν η Σιξτίνα, αποθέτουσα επί της τραπέζης

πινάκιον.

— Ευχαριστώ, είπεν η Αϊμά.

— Η ηγουμένη επιτρέπει να τρώγης λάδι, είπεν η Σιξτίνα.

— Δεν με μέλει δι' αυτό, απήντησεν η Αϊμά.

— Τούτο το εκάμεν επειδή ήσουν αδύνατη. Άλλως πως οι κανόνες του

μοναστηρίου δεν το επιτρέπουν, επειδή είνε σαρακοστή.

Η Αϊμά εσίγα.

— Φάγε, κόρη μου, είπεν η Σιξτίνα.

— Δεν πεινώ.

— Περιμένεις να φύγω, είπεν η Σιξτίνα.

Η Αϊμά την παρετήρει έκπληκτος. Ήτο η πρώτη φορά καθ' ην έλεγε

τοσούτους λόγους η μοναχή.

— Μήπως σ' ενοχλώ; επανέλαβεν αύτη.

— Όχι, μήτερ μου.

— Διατί δεν γευματίζεις;

— Δεν έχω όρεξιν, είπεν η Αϊμά απορούσα διά την φιλοφροσύνην

ταύτην, και δυσπιτούσα έτι μάλλον, επί τη αναμνήσει των νουθεσιών

της Βεάτης.

Η Σιξτίνα έμεινεν επί τινας στιγμάς σιωπηλή και ήτο σύννους. Τέλος

είπεν·

— Η ηγουμένη επιθυμούσε να εξαγορευθής, αν ήθελες.

— Να εξαγορευθώ;

— Ναι, βέβαια.

— Και τι θα πη αυτό; ηρώτησεν αμαθώς η Αϊμά.

— Δεν ειξεύρεις;

— Δεν ειξεύρω, είπεν η νέα.

— Η εξαγόρευσις είνε μυστήριον της αγίας καθολικής Εκκλησίας μας,

είπε δογματικώς η Σιξτίνα, και είνε ανάγκη ο κάθε χριστιανός να

εξομολογήται τακτικά. Άλλως, θα υπάγης εις την κόλασιν.

— Πού;

— Εις την κόλασιν, επανέλαβεν η Σιξτίνα.

— Και πού είνε αυτή η κόλασις; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Η κόλασις είνε εις τα καταχθόνια του Άδου, είπε μετά

πεποιθήσεως η Σιξτίνα.

Η Αϊμά εσιώπα.

Εν τούτοις ενόησεν η Σιξτίνα ότι είχεν εκλέξει κακήν μέθοδον. Ο

σκοπός αυτής κατ' αρχάς ήτο να πείση την νέαν ότι οφείλει να

εξομολογηθή, και να εκτελέση αυτή χρέη πνευματικού. Αλλ' ησθάνθη

διττήν τύψιν συνειδήσεως, ένθεν μεν επί τη φυσική απάτη, ένθεν δε

επί τη παραβάσει των ηθικών παραγγελμάτων. Όθεν έστη ενταύθα και

μετέβαλε τακτικήν. Εσκέφθη ότι το καλλίτερον ήτο να έλθη αποτόμως

εις το προκείμενον, και να υποβοηθήση την μνήμην της νέας, αν ήτο

δυνατόν να ενθυμηθή τι αύτη, ει δ' άλλως να πεισθή αυτή ότι

ηπατάτο. Αλλά δεν εφαντάζετο ότι έμελλεν από ανακριτρίας να

περιέλθη εις την θέσιν της εξεταζομένης. Αιφνιδίως λοιπόν λέγει

προς την Αϊμάν·

— Ενθυμείσαι, κόρη μου, αν έζησες ποτε εις την Ρόδον;

— Εις την Ρόδον; επανέλαβεν ενδοιάζουσα η Αϊμά.

— Εις την νήσον Ρόδον, επέμεινεν η Σιξτίνα. Είνε ωραία νήσος.

— Όχι, δε έζησα εκεί, είπεν η Αϊμά.

— Για θυμήσου καλά, είπεν ισχυρογνωμόνως η Σιξτίνα.

— Δεν θυμούμαι τίποτε.

— Ήσουν πολύ μικρή τότε.

— Δεν θυμούμαι.

— Και όμως, είπε βιάζουσα την γλώσσαν η Σιξτίνα, διότι ησθάνετο

δυσκολίαν όπως κινή αυτήν, αν και ήσουν μικρή, έπρεπε να θυμάσαι.

— Διατί;

— Διότι έκαμες εις τα χέρια μου.

— Πώς;

— Έζησες καμπόσους μήνας σιμά μου.

— Εγώ;

— Ναι.

— Πότε;

— Εις εκείνον τον καιρόν.

— Πού;

— Σοι το είπα, εις την Ρόδον.

Η νεάνις εκίνησε τους ώμους.

— Βίασε το μνημονικόν σου να ενθυμηθής, είπεν η Σιξτίνα. Δεν

ενθυμείσαι την Ρόδον;

— Σας είπα όχι.

— Δεν ενθυμείσαι τέλος πάντων τίποτε εκ της παιδικής σου ηλικίας;

Η νέα έκαμεν αμφίβολον κίνημα.

— Προτού να έλθης εις τον Μωρέαν, πού ήσουν;

— Δεν ειξεύρω.

— Δεν έζης έως τώρα με τους Γύφτους, καθώς έμαθα;

— Ναι.

— Και είνε αυτοί οι γονείς σου;

— Ποιος ξεύρει;

— Μέσα σου τι πιστεύεις; ότι είσαι θυγάτηρ των;

Η κόρη έκαμε μορφασμόν.

— Ειμπορεί να είμαι, είπεν.

— Ειμπορεί. Αλλά δεν έχεις βεβαιότητα, καθώς φαίνεται.

— Δεν έχω, είπεν η Αϊμά.

— Τότε, εις την κεφαλήν σου δεν κατέβη ποτέ καμμία ιδέα; δεν σ'

εφώτισεν η φαντασία σου;

— Εις τι πράγμα;

— Ότι αυτοί δεν είνε γονείς σου.

— Τι ωφελεί αυτό; Αφού δεν γνωρίζω ποίοι είνε.

— Ειμπορείς να τους μάθης.

— Αλήθεια; είπεν η Αϊμά, και οι οφθαλμοί της ήστραψαν.

— Όλα γίνονται.

— Πώς; ειξεύρεις λοιπόν να μ' ειπής; έκραξεν η Αϊμά.

— Ειμπορεί και να ειξεύρω, είπε πανούργως η Σιξτίνα. Αλλά πρέπει

να έχης υπομονήν.

— Ω, είπεν η Αϊμά μετ' ατονίας, και τούτο εσήμαινεν: Αλλ' έχω

παραπολλήν. Έως τώρα τίποτε άλλο δεν είχα.

— Δεν σου λέγω με βεβαιότητα τίποτε, κόρη μου, είπε θωπευτικώς η

Σιξτίνα. Εν τούτοις, αν με βοηθήσης...

— Τι να σε βοηθήσω; είπεν αφελώς η Αϊμά.

— Αλλά συ, φαίνεται, δεν ενθυμείσαι τίποτε. Αλλ' είνε δυνατόν να

μην ενθυμήσαι αληθώς;

— Τι θέλεις να ενθυμούμαι;

— Την παιδικήν σου ηλικίαν.

— Εγώ τω όντι δεν ενθυμούμαι, είπεν η Αϊμά. Το μόνον, οπού...

— Λέγε, είπεν η Σιξτίνα, ιδούσα την νέαν διστάζουσαν.

— Το μόνον οπού ενθυμούμαι είνε, ότι δεν πρέπει να είμαι παιδί

των.

— Ποίων; Των Γύφτων;

— Ναι.

— Και πού στηρίζεσαι, διά να συμπεραίνης τούτο;

— Αλλά..., είπεν ενδοιάζουσα η Αϊμά, δεν ενθυμούμαι κ' εγώ ουδέ

το πιστεύω με βεβαιότητα. Ως όνειρον έρχεται εις την ενθύμησίν

μου, ότι μίαν ημέραν ήμουν εις τον δρόμον, και δεν είχα ούτε

πατέρα, ούτε μητέρα. Την άλλην ημέραν ευρέθην έξαφνα εις την

καλύβην των ανθρώπων αυτών.

— Ιδού οπού ενθυμείσαι. Και τι άλλο ακόμη;

— Και... ενθυμούμαι και ένα πέλαγο οπού αρμένισα, προτού να

ευρεθώ εκεί.

— Να, οπού δεν ήσουν πάντοτε εις αυτήν την χώραν. Διά να

αρμενίσης πέλαγο, θα πη ότι ήλθες απ' αλλού ...

— Βέβαια, είπεν η Αϊμά μειδιάσασα. Απ' αλλού θα ήλθα.

— Και αφού απ' αλλού ήλθες, θα ήλθες από την Ρόδον.

— Πώς το ειξεύρεις αυτό; παρετήρησεν η Αϊμά. Ειμπορεί να ήλθα από

άλλο μέρος και όχι από την Ρόδον.

— Σωστά, γίνεται και τούτο, είπεν η Σιξτίνα. Αλλ' όμως, αφού εγώ

σ' ενθυμούμαι από την Ρόδον.

— Λοιπόν ειπέτε μοι τούτο, είπεν ικετευτικώς η Αϊμά. Αφού μ'

εγνωρίσατε, διηγηθήτέ μοι· ίσως ενθυμηθώ κεγώ.

— Μη βιάζεσαι, απήντησεν η Σιξτίνα. Ειπέ μοι ακόμη, δεν

ενθυμείσαι τίποτε πλειότερον, απ' αυτά που μοι είπες;

— Τι άλλο;

— Προτού να σε πάρουν οι Γύφτοι ψυχοκόρην.

Και η Σιξτίνα διεκόπη, περιμένουσα ίνα συμπληρώση η Αϊμά την

φράσιν. Αλλ' αύτη εσίγα.

Η Σιξτίνα επανέλαβε·

— Και προτού ν' αρμενίσης το μεγάλο πέλαγο, που ήλθες από την

Ρόδον...

Και πάλιν η Σιξτίνα επέσχε τον λόγον. Αλλ' η Αϊμά ήκουε μόνον.

— Προτού να συμβούν όλα αυτά, δεν ενθυμείσαι άλλο τίποτε;

Η Σιξτίνα επέμενεν, ως να είξευρε τους λόγους, δι' ους η Αϊμά

εδίσταζεν. Αλλ' αν είχε καταμετρήσει το βάθος του δισταγμού της

κόρης, δεν θα ετόλμα, όσον και αν ήτο σκληρόκαρδος, να κινήση την

νευράν ταύτην. Η ισχυρογνώμων επιμονή της μοναχής προεκάλει

ακριβώς εν τη καρδία της νέας ανάμνησιν, ης η εξέγερσις έκαμνεν

αυτήν να φρίττη. Εις τα ενδόμυχα της ψυχής ταύτης υπήρχε τι ως

βάραθρον βαθύ ορωρυγμένον, ζοφερόν, ερεβώδες, απαίσιον, αλλ'

εσφραγισμένον διά της σφραγίδος του χρόνου. Όστις παρεκινδύνευε να

αποσπάση αποτόμως το επίπωμα τούτο, ώφειλε να ιλιγγιά προς το

βάθος της αβύσσου, εξετέλει δ' εξ ανάγκης έργον βάρβαρον.

Η Αϊμά επίεσε με την χείρα το στήθος, εδίστασεν επί μακρόν, και

είπεν

— Ενθυμούμαι... και κάτι άλλο ... αλλ' είνε όνειρον.

— Όνειρον; επανέλαβεν η Σιξτίνα.

— Πολύ κακόν, πολύ φρικτόν όνειρον, είπεν επιμόνως η νέα.

— Και δεν θέλεις να το είπης;

— Ω, δεν ειμπορώ. Δεν ειμπορώ ουδέ να το ενθυμηθώ.

— Δοκίμασε, κόρη μου.

— Είνε ανάγκη; είπεν η Αϊμά φρικιώσα.

— Είνε ανάγκη. Χωρίς να ειξεύρω όσα ενθυμείσαι εκ του βίου σου,

δεν ειμπορώ να σε βοηθήσω εις τίποτε.

— Ω, Θεέ μου, Θεέ μου!

— Διατί φοβείσαι τόσον; Μήπως τα παρελθόντα επανέρχονται;

— Ω, επανέρχονται είπεν η Αϊμά. Τω όντι, αυτός, αυτός είνε.

Η Γυφτοπούλα · 第 12 / 23 段