τούτων. Ο ιδρυτής αυτής, ακμάσας κατά τον θ' αιώνα, ήτο
ευπαίδευτος μοναχός, πιστός οπαδός των αυταδέλφων Γραπτών και του
Θεοδώρου του Στουδίτου, ακολουθήσας τα ίχνη αυτών εις τον κατά των
εικονομάχων πόλεμον. Εκαλείτο Δαυίδ Παργολάς, και η θέσις εν η
έκειτο το υπ' αυτού κτισθέν ησυχαστήριον ωνομάζετο εκ του ονόματος
αυτού μέχρι του χρόνου καθ' ον συμβαίνουσι τα ενταύθα ιστορούμενα.
Περί του ανδρός τούτου εσώζετο παράδοσις ότι είχε καταφρονήσει το
αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχου, όπερ προσέφερεν αυτώ είς των
εικονοκλαστών βασιλέων, υπό τον όρον να μεταστή προς το εναντίον
στρατόπεδον, προτιμήσας να είνε απλούς μοναχός και να μένη εν τη
ορθοδοξία. Μετά δε την αναστήλωσιν των εικόνων, έκτισε το
μοναστήριον τη συνδρομή της βασιλίδος Θεοδώρας. Εν τη βιβλιοθήκη
εσώζετο χειρόγραφόν τι, περιέχον ακριβή καταγραφήν των τε
προνομίων και της προικοδοτήσεως της σταυροπηγιακής ταύτης μονής,
και αναφέρον ότι η οικοδομή δεν συνεπληρώθη ευθύς υπό του Δαυίδ,
αλλά παρήλθον πολλά έτη μετά τον θάνατόν του και επερατώθη αύτη.
Έφερε δε τω όντι καταφανή τα ίχνη των επιπτυχών και του πολλαπλού
σχεδίου. Πάντα τα μέρη της οικοδομής ούτε το αυτό ύψος και εύρος
είχον, ούτε τον αυτόν ρυθμόν. Η βόρειος πλευρά ήτο μονώροφος κατά
τα τρία τέταρτα και μέρος της δυτικής πλευράς. Αι λοιπαί ήσαν
τριώροφοι. Εν τούτοις η ανωμαλία αύτη δεν εζημίου την πρόσοψιν του
κτιρίου, διότι συνετέλει εις το να φαίνονται εκ του μέρους της
θαλάσσης οι θόλοι και οι όροφοι του ναού, η άποψις δε αύτη ήτο
όντως γεραρά και σεβασμία. Τινές των πλευρών έφερον ίχνη εμπρησμού
και καταστροφής, διερχόμενος δέ τις διά νυκτός υπό τους
παλαιοκτίστους εκείνους ορόφους, ησθάνετο διπλούν ρίγος, το ρίγος
της υγρασίας και του ευρώτος, και το ρίγος του φόβου. Ευτυχής δε
θα ήτο αν ο φόβος δεν προέβαινε μέχρι δεισιδαιμονίας. Ανθρώπινον
πλάσμα, μονάζουσά τις, εκ των τότε διαιτωμένων εν τη μονή, ή
μοναχός εκ των πάλαι ακμασάντων βαστάζων δέλετρον, εκ των
μονοπλεύρων εκείνων και ετεροφαών και διαβαίνων εν νυκτί διά των
θλιβερών τούτων διαδρόμων, θα παρείχεν όψιν φάσματος εξελθόντος
αρτίως εκ της τελευταίας του κατοικίας όπως επισκεφθή άπαξ έτι τα
δώματα ταύτα, εν οις έζησέ ποτε τον πρόσκαιρον βίον. Βήμα αντηχούν
υπό τους θόλους τούτους, μη όντος ορατού του βαδίζοντος, ήθελεν
εκληφθή ως ηχώ υπάρξεως πάλαι εκλιπούσης. Πνοή τυχαία ακουομένη
περί τα υγρά ταύτα τείχη ήθελε νομισθή ως ύστατος αποχαιρετισμός
ψυχής απελθούσης εις την αιωνιότητα, και μυστικόν παράπονον
νεκρού, εις ον είνε λίαν στενή η ορισθείσα αυτώ κατοικία. Ενταύθα
δεν ηκούοντο φαιδραί λαλιαί, δεν αντήχουν άσματα, δεν ωπτάνοντο
πρόσωπα μειδιώντα, δεν ηκούοντο φιλήματα. Το μόνον ερύθημα όπερ
ενεφανίζετο, ήτο το ερύθημα της Ηούς, προκυπτούσης καθ' εκάστην εκ
του ορίζοντος, και ο μόνος ερωτικός στεναγμός, όστις αντήχει, ήτο
ο του άνεμου, όστις ενίοτε καθίστατο ηπιώτερος, αλλά συνήθως
εβρυχάτο απειλητικώς. Η μόνη θωπεία επί των παρθενικών παρειών ήτο
η της αύρας και το μόνον φίλημα ήτο το φλοισβίζον ρεύμα του ρύακος
το προσπαίζον στιγμιαίως επί της χλόης, και είτα χυνόμενον εις τον
βαθύν χείμαρον.
Και όμως η φύσις ήτο ουχ' ήττον φαιδρά, αλλ' η τύχη είχεν
επιζητήσει να καταστρέψη πάσαν αυτής την ευεργετικήν χάριν. Το
σεβάσμιον τούτο ίδρυμα εφαίνετο ως πολιός γέρων κατακεκλιμένος επί
της χλόης, και απολαύων εκ περισσού άπας έτι των ευεργετημάτων της
φύσεως. Η κοιλάς διερρέετο υπό χειμάρρου αρδεύοντος πλουσίως τας
φυτείας και τους κήπους. Σύσκια και χλοερά άσυλα εσχηματίζοντο
παρά τας εκατέρωθεν κλιτύς, εις ά αι ακτίνες του ηλίου δυσκόλως
εισεχώρουν. Κλήματα άγρια, έρποντες κισσοί και περιπλοκάδες
περιεπτύσσοντο τα στελέχη των πλατάνων και αρκεύθων. Ίχνη αρχαίας
φιλοπονίας εσώζοντο περί τους διατηρουμένους εισέτι κήπους, αλλά
καθ' ον χρόνον υπόκειται η παρούσα ιστορία, η καλλιέργεια αυτών
είχε παραμεληθή. Βάτοι και άκανθαι απέφραττον τας κανονικώς άλλοτε
τμηθείσας διόδους μεταξύ των πρασιών, και αι αμαδρυάδες αι
κατοικούσαι τα άλση ταύτα βαδίζουσαι, θα ηναγκάζοντο βεβαίως να
ανασηκόνωσι τα κράσπεδα των εσθήτων αυτών, αν ήθελον να μη
σχισθώσιν αύται υπό των βάτων. Λέγομεν τούτο φανταζόμενοι, ότι
κατά τους χριστιανικούς αιώνας και αύται αι μυθολογικαί νύμφαι,
όσαι επέζων εισέτι, ενεδύθησαν πάντως εσθήτας, και δεν ετόλμων
πλέον να εμφανίζωνται γυμναί, όπως κατά την ειδωλολατρικήν
αρχαιότητα. Αν όμως η εικασία ημών είνε εσφαλμένη, αιτούμεν
ταπεινώς συγγνώμην παρά των εγκρατών της αρχαίας και νεωτέρας
μυθολογίας.
Εν τούτοις κηπουρός τις υπήρχεν, αλλά και ούτος, αν είχε τινα
ικανότητα, ήτο αύτη διά παν άλλο έργον πλην του έργου του
κηπουρού. Ο άνθρωπος ούτος, γνωστός ήδη εις τον αναγνώστην,
κατώκει παρά το ρεύμα, εντός καλύβης τινός, ήτις άλλοτε ήτο
αχυροσκεπής, ως εφαίνετο εκ της ολίγης καλάμης, ήτις εσώζετο έτι
επί της στέγης της. Μύλος τις εφαίνετο υποκάτω δεξαμενής, όστις
άλλοτε πρέπει να είχε και τροχόν, ως ηδύνατό τις να συμπεράνη εκ
της ρωγμής δι' ης εχύνετο το ύδωρ. Παρά το ερείπιον τούτο έβλεπέ
τις κειμένας δέσμας καλάμων και ράβδους αιγοκλήματος, και ο
κηπουρός εκάθητο, ή μάλλον έκειτο βλέπων μετά ζηλοτύπου οφθαλμού
κύνα τινά, όστις ήτο εξηπλωμένος μακαρίως επί της πεπατημένης
χλόης. Προφανώς τον εζήλευε διότι δεν ήτο υποχρεωμένος να
εργάζηται, ενώ αυτός ήτο ηναγκασμένος να πλέκη καλάθια διά να
ζήση. Από καιρού εις καιρόν ο κηπουρός, διακόπτων την εργασίαν
ταύτην εχασμάτο βλέπων τον κύνα. Ούτος δε απήντα διά νωθρού
γαυγισμού εις τον προκλητικόν τούτον τρόπον του κυρίου του.
Περιττήν θεωρούμεν πάσαν περαιτέρω σύστασιν προς τον αναγνώστην.
Αμφότερα τα όντα ταύτα είνε ήδη αυτοσύστατα, και ο μεν κύων
εκαλείτο Χόμο, ο δε άνθρωπος ωνομάζετο Τρέκλας. Διά να είνε όμως
σωστή η ανταλλαγή των ονομάτων έπρεπε και ούτος να καλήται
&Κάνις&. Αλλ' αν θέλη ο αναγνώστης, είνε ελεύθερος να τω δώση και
το όνομα τούτο, ή και οιονδήποτε άλλο.
Είνε άξιαι πολλού διαφέροντος αι ανθρωποκυνικαί σχέσεις μεταξύ των
δύο τούτων όντων. Αύται εποίκιλλον εφ' απάσης της διατονικής
κλίμακος των αισθημάτων, από της σκληροτάτης τραχύτητος μέχρι της
μαλακωτάτης τρυφερότητος. Ως χαρακτήρ ο Χόμο ήξιζεν αναμφιβόλως
κάτι πλειότερον του Τρέκλα, αλλ' όμως δεν εξετιμάτο κατά την αξίαν
του. Ο Χόμο ησθάνετο άκραν αφοσίωσιν προς πάντας τους κυρίους του,
και είχε πολλούς και πολλάς, έλειχε δε τας ποδιάς όλων. Αλλ' η
διαγωγή του Τρέκλα προς τον Χόμο ηδύνατο ου μόνον παρά τοις κυσί,
αλλά και παρά τοις ανθρώποις να χαρακτηρισθή ως επίμεμπτος.
Σπανίως τω έρριπτε κόκκαλόν τι, συχνότατα όμως τω επεδαψίλευε
μαστιγώσεις. Και όμως ο Χόμο δεν απέκαμνε να υπομένη τας
δυστροπίας του, εκάθητο δε παρά τους πόδας αυτού μετά
παραδειγματικής εγκαρτερήσεως. Οι δε μεταξύ των δύο συναπτόμενοι
διάλογοι είνε άξιοι ιδιαιτέρας περιγραφής. Εάν ο Χόμο, βαρυνόμενος
την αργίαν, και μη έχων εκδρομήν τινα να εκτελέση, ήρχιζε να
σκαλίζη χάριν ασκήσεως το έδαφος με τους πόδας του, ο Τρέκλας τω
έλεγε·
— Ησύχασε, Χόμο.
— Γαυ! απήντα ο κύων, και εξηκολούθει να σκαλίζη.
— Μη σκαλίζης, σου λέγω.
— Γαυ! Γαυ!
— Θα σε δείρω, Χόμο.
Ενταύθα ο Χόμο μετέβαλλε τον συνήθη αυτώ γρυσμόν επί το
βαθυφωνότερον, από &Γαυ& εις &Γωύ&. Τότε ο Τρέκλας ήρπαζε λεπτήν
ράβδον και έτυπτε τον Χόμο.
Ο Χόμο εξέπεμπεν ωρυγμόν, και μετά την πρώτην πληγήν απεμακρύνετο.
Το ευτύχημα ήτο ότι ο Τρέκλας και εβαρύνετο να τον καταδιώκη και
δεν ίσχυε με τους στρεβλούς πόδας του να τον φθάση. Άπαξ όμως
είχεν οργισθή πολύ, και απεφάσισεν αντί πάσης θυσίας να τον φθάση.
Έρριψε ρόπαλόν τι κατόπιν του, αλλ' ο Χόμο υπερεπήδησε τον ρύακα
και έφυγεν. Ο Τρέκλας έτρεχε κατόπιν του, και προσεποιείτο ότι
έχει να τω δώση έν κόκκαλον. Αλλ' ο Χόμο δεν ηπατάτο ευκόλως.
Ενόει καλώς ότι ο σκοπός του Τρέκλα ήτο εχθρικός. Εν τούτοις ο
Τρέκλας, βλέπων το ανωφελές της καταδιώξεως, μετέβαλε τακτικήν,
και επανελθών εις τον μύλον εκάθισε και ήρχισε να πλέκη το
καλάθιον. Ο Χόμο, μη ων πανούργος, ενόμισεν ότι ο θυμός του
παρήλθε, και επέστρεψε προς αυτόν σείων την ουράν. Αλλά τότε ο
Τρέκλας αρπάζει αιφνιδίως τον Χόμο από του λαιμού και τον έτυπτεν
ασπλάγχνως. Και όμως ο κύων δεν εμνησικάκει.
Αξία ιδιαιτέρας προσοχής είνε η συνήθως επαναλαμβανομένη περιπαθής
εκείνη σκηνή, καθ' ην ο Τρέκλας διηγείτο εμπιστευτικώς τους
καϋμούς του εις τον Χόμο. Τότε ο Χόμο τον επαρηγόρει, ως ηδύνατο.
— Χόμο, φίλε μου, νηστικούς θα μας αφήσουν σήμερα.
— Γαυ! έκαμνεν ο Χόμο. Το επιφώνημα τούτο ίσως εσήμαινεν «Εμέ με
αφήνεις πολλαίς φοραίς νηστικόν, και δεν παραπονούμαι».
— Αυταίς η διαβολοκαλόγρηαις, η ψεύτραις, η παληοβρώμες....
— Γαυ! Γαυ!
— Αυταίς η υποκρίτριαις, η άνοσταις....
— Γαυ!
— Θα μας αφήσουν να ψοφήσωμε της πείνας και οι δυο.
— Γαυ! Γωύ!
— Αταίς τους ξέρουν να τρώνε, και έχουν πολλά για να φάνε, που να
βγάλουν τη φάγουσα.
Ο κύων έσεισε την ουράν.
— Για μένα και για σένα είνε η νηστεία.
Ο κύων κατεβίβασε τα ώτα.
— Εμάς τους δύο θέλουν και καλά να μας πάνε στον παράδεισο.
— Γωύ! έκαμνεν αρνητικώς ο κύων.
— Με το στανιό θέλουν να μας αγιάσουνε.
— Γωύ!
— Δεν μας σώνουν τα άλλα τα βάσανά μας, μας αφήνουν και
νηστικούς.
— Γαυ! έκαμεν ο κύων καταφατικώς.
— Να είχα τουλάχιστον ένα κόκκαλο να σου ρίξω εσένα, και μένα δεν
με μέλει, ειμπορώ να μείνω και νηστικός.
— Γουβ! το επιφώνημα τούτο εξέφραζεν ίσως απορίαν, πού τα εύρεν ο
Τρέκλας τόσα αγαθά αισθήματα. Βεβαίως θα ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην
θα έκαμνε τοιαύτην θυσίαν.
— Πόσον ευχαριστούμαι, καλέ μου Χόμο, που σ' έχω συντροφιά.
Του κυνός η μορφή εξέφραζεν έκπληξιν.
— Είνε καλό να έχη κανείς ένα φίλον εις αυτόν τον κόσμο. Και εμέ
τα βάσανά μου είνε πολλά.
Ο κύων δεν μετείχε πλέον του διαλόγου. Ο Τρέκλας εμονολόγει.
— Φαντάσου να σ' αφήση έξαφνα η γυναίκα σου, Χόμο. Το έπαθα εγώ
αυτό. Μ' επαράτησεν η άπιστη. Και τι τα θέλεις, είνε άσχημο να σε
παρατήση η γυναίκα σου. Ας λέγουν ότι θέλουν, μοναχός του δεν
ειμπορεί να ζήση κανείς. Τραβά τον διάβολο του, Χόμο. Ξαλαφρόνω
που σου τα λέγω, και είνε το καλό οπού έχω βεβαιότητα πως δεν θα
πας να τα πης αλλού. Αλλ' ως τόσο, καλλίτερα είχα να μη σου τα
'λεγα και να μην είχαν συμβή. Να κοιμηθής μια βραδειά με την
αγκαλιά ζεστή, Χόμο, και την άλλη να μείνης μάρμαρο, δεν είνε καλή
δουλειά, Εσείς οι σκύλοι τώχετε ως τόσο καλά. Κάνετε όλαις ταις
δουλειαίς σας με μεγάλη ελευθερία, χωρίς να σας μέλη τέσσερα.
Εμείς είμεθα αναγκασμένοι να κλειδομανταλόνωμε ταις πόρταις, και
πάλι οι μουσαφεραίοι μας έρχονται απ' τα παράθυρα.
Ο Χόμο εφαίνετο ότι ηκροάτο την παθητικήν ταύτην εξομολόγησιν,
αλλά δεν ήτο διατεθειμένος να δώση απάντησιν. Άλλως δε δεν ηγάπα
να συζητή περί ανέμων και υδάτων. Είνε αληθές ότι δεν είχεν
ανάγκην να λάβη μαθήματα ηθικής παρά του Τρέκλα, όπως δεν είχεν
ανάγκην ουδέ τροφήν να λάβη παρ' αυτού. Αν ήτο να περιμένη ο Χόμο
την τροφήν του εκ της χειρός του Τρέκλα, θα ήτο άξιος οίκτου. Το
καλόν ήτο ότι ο Χόμο περιήρχετο δις και τρις της ημέρας περί τα
μαγειρεία των καλογραιών, και εκείθεν τακτικώς εψωμίζετο. Εκείσε
δε διηυθύνθη και σήμερον, αφού ήκουσε την εποικοδομητικήν ταύτην
διδαχήν του Τρέκλα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Ο μοναστικός βίος.
Εν τω περιβόλω του μοναστηρίου συνέβαινον καθ' εκάστην τρομεραί
μάχαι μεταξύ του επιδρομέως Χόμο και πολυαρίθμων αμυνομένων. Δύο
δωδεκάδες γαλών ετρέφοντο εν τω περιβόλω τούτω, αίτινες θα ήσαν
ικαναί να καταδιώκωσι τελεσφόρως τους μυς, αν δεν επαχύνοντο
υπερμέτρως. Αλλ' όσον διά τον Χόμο, ούτος δεν ηδύνατο ο δυστυχής
να εισχωρήση αποινεί εις το ιερόν οίκημα. Διά την τύχην αυτού η
τοσαύτη πιμελή εχρησίμευεν οιονεί προς λίπανσιν των σωμάτων και
όξυνσιν των ονύχων των εχθρών του. Αλλ' όμως ο φόβος δεν εκώλυεν
αυτόν του να εισχωρή εις το μοναστήριον, βιαζόμενος υπό του
ενστίκτου της ζωής. Είνε βέβαιον ότι μεταξύ των μοναζουσών είχε
και προστάτιδας. Μία αυτών, η αδελφή Βεάτη, εδεικνύετο εξόχως
ευμενής προς τον κύνα. Η ευμένεια δε ήτο το κυριώτατον γνώρισμα
της γυναικός ταύτης. Αύτη εμειδία τόσον προθύμως και περιχαρώς
προς πάντα τα περί αυτήν, ώστε ουδείς ηδύνατο να την μεμφθή ούτε
διά το υψηλόν της ανάστημα ούτε διά την άπλυτον εμπροσθέλλαν ην
εφόρει. Η αδελφή Βεάτη ήτο η επιτηδειοτάτη των μαγείρων και η
αμελεστάτη των καλογραιών. Εις μάτην οι κώδωνες εκώφαινον
νυχθημερόν τα ώτα της. Εις την εκκλησίαν δεν επάτει. Δεν ενόει να
καταλίπη ουδέ στιγμήν το μαγειρείον. Ήτο δ' ευχαριστημένη με το
επάγγελμά της, όπερ εδικαιολόγει αποχρώντως την εκ του ναού
απουσίαν. Εδήλωσε δε εις την ηγουμένην, ότι αν εις το μέλλον τυχόν
επαύετο από του διακονήματος τούτου, η προτιμώμενη παρ' αυτής
θέσις ήτο η της κωδωνοκρουστρίας.
Η Βεάτη εύρισκε καιρόν να συμβιβάζη τα χρέη της με τας αδυναμίας
της και τούτο ήτο επίσης αξιόλογον προτέρημα. Μία των αδυναμιών
της συνίστατο εις το να περιέρχηται νύκτωρ τα δωμάτια των
μοναζουσών, και ν' αρχίζη μετ' αυτών συνδιαλέξεις σχοινοτενείς
περί παντός πράγματος. Θέμα αυτών συνήθως ήτο, ως εννοείται, η
κακολογία. Η αδελφή Βεάτη είχε την καλήν συνήθειαν να λοιδορή
αδυσωπήτως πάσας τας μοναχάς, όσαι είχον την ευτυχίαν να συζώσι
μετ' αυτής υπό την αυτήν στέγην. Η αδελφή Βεάτη ήτο φιλοπράγμων
και ανυπόμονος εις το έπακρον. Δεν ηνείχετο να υπάρχωσι μυστικά
δι' αυτήν. Τω όντι εσκέπτετο ότι, αφού παν μυστικόν ήτο
προωρισμένον να είνε γνωστόν εις δύο τουλάχιστον πρόσωπα, διατί να
μη είνε και εις τρίτον, και διατί το τρίτον τούτο να μη είνε αυτή
αντί πάσης άλλης; Ησθάνετο δε τοσούτον γαργαλισμόν περιεργείας,
οσάκις εδίδετο αφορμή προς ανίχνευσιν μυστικού τινος, ώστε δεν
ηδύνατο ούτε να κοιμηθή ούτε να φάγη. Εάν δεν κατώρθου νανακαλύψη
τι συνέβαινε, κατέφευγεν εις εικασίας, εις συνδυασμούς, εις
πλάσματα, και τέλος έλυεν οπωσδήποτε την απορίαν της. Σπανίως δε
ηστόχει ολοσχερώς του επιδιωκομένου παρ' αυτής αξιεπαίνου σκοπού.
Μία τοιαύτη περίστασις απαιτούσα θηρευτικήν και ανιχνευτικήν
όσφρησιν είχε παρουσιασθή αρτίως εις το μοναστήριον και διήγειρε
σκανδαλωδώς ορθήν και άγρυπνον την προσοχήν της Βεάτης. Νέα τις
άγνωστος εις πάσας τας μοναχάς είχεν έλθει εις το μοναστήριον και
την είχον κλείσει εις δωμάτιόν τι χωρίς μηδεμία των μοναζουσών να
ίδη αυτήν. Εψιθυρίσθη μόνον το πράγμα, και τις των αδελφών,
ονομαζομένη Πογκία, ισχυρίζετο ότι την είδεν, αλλ' ήσαν
συνειθισμέναι να μη πιστεύωσιν εις τας διαβεβαιώσεις της Πογκίας,
καθόσον αύτη ήτο γνωστή ως ελαφρόσκιος, και είχε τόσας δράσεις
όσους και οφθαλμούς. Οι οφθαλμοί της δ' έβλεπον προς τα εντός
μάλλον ή προς τα εκτός, και υπείκον αποκλειστικώς εις την
φαντασίαν της. Ήτο γνωστόν μόνον ότι η εν λόγω νέα είχεν έλθει διά
νυκτός, αλλ' ουδεμία των μοναχών είξευρεν ούτε τις την έφερεν ούτε
διατί ήλθε. Περιέμενον την επιούσαν και την μεθεπομένην,
ελπίζουσαι να την ίδωσιν εξερχομένην του κελλίου, όπου είχε
κλεισθή τη διαταγή της ηγουμένης. Αλλ' η προσδοκία αύτη υπήρξε
ματαία. Ουδεμία των καλογραιών ηξιώθη να ίδη το πρόσωπόν της. Τις
άρα ήτο η ξένη αύτη; Ήτο δόκιμος; Ήτο νεοφώτιστος; Ήτο
κατηχουμένη; Ήτο μετανοούσα; Ήτο κατάδικος; Άγνωστον.
Η αδελφή Βεάτη ετριγυρίσθη. Αύτη μόνη είχε τόσην περιέργειαν, όσην
αι άλλαι μοναχαί όλαι ομού. Τι να κάμη; Ανάγκη πάσα νανακαλύψη το
μυστικόν. Ν' αποθάνη τις εκ σκληραγωγίας, υπομονή. Ν' αποθάνη εκ
γήρατος, χάρισμα. Ν' αποθάνη εκ νόσου, υποφέρεται. Ν' αποθάνη εκ
βιαίου θανάτου, τι να γείνη; Αλλά ν' αποθάνη εκ περιεργείας; Τούτο
θα ήτο πρωτάκουστον. Και όμως η αδελφή Βεάτη θα ήτο ικανή να δώση
εις τον κόσμον το τοιούτον παράδειγμα.
Η Βεάτη, ιδούσα ότι δεν έμελλε να κατορθώση τι διά των συνήθων
μέσων, ήρχισε να σκέπτηται ήδη ότι ήτο ανάγκη εκτάκτου τινός
διαβήματος. Εν τω μεταξύ δ' εξέφαζε διαφόρους αλλήλας αναιρούσας
εικασίας. Κατά την αδελφήν Πογκίαν, η νέα ήτις είχεν έλθει είχεν
όλως φανταστικά χρώματα. Ήτο υψηλή ως ανήρ και ωμοίαζε κατά την
φυσιογνωμίαν με την Αγίαν Περπέτουαν, την προστάτιν του
μοναστηρίου, ήτις είχε την έκτακτον όλως χάριν να δαμάζη τα άγρια
θηρία. Τοιαύτην την είχεν ιδεί η αδελφή Πογκία εις τας οπτασίας
της.
Η Βεάτη ουδέν εκ πάντων τούτων παρεδέχετο. Τα συμπεράσματα αυτής
ήσαν άλλα, έμελλε δε να πλάση ολόκληρον ιστορίαν περί του
πράγματος, αν δεν επροτίμα να κάμη μίαν αληθή. Προς τούτο ήρχισε
να κατασκοπεύη περί την εσπέραν τα κατατόπια, όπου είχε μάθει ότι
κατώκει η ξένη. Αύτη ήτο έγκλειστος εις το υψηλότερον δώμα,
κτίριόν τι πυργοειδές, μέρος έρημον, οπού σπανίως ανέβαινον αι
μοναχαί. Άλλως δε η θύρα του χωρίσματος τούτου ήτο από
αμνημονεύτων χρόνων ερμητικώς κεκλεισμένη.
Περί την δευτέραν ώραν της νυκτός, ενώ αι μοναχαί ανεγίνωσκον εν
τω καθολικώ το απόδειπνον, η αδελφή Βεάτη εσκέφθη ότι δεν έπρεπε
να χάση καιρόν, έλαβεν εκ του μαγειρείου δάδα ανημμένην και ανήλθε
τα τρία πατώματα της &κόρδας&. Έφθασεν εις την θύραν του
πυργοειδούς δώματος. Ώθησεν αυτήν, και εξεπλάγη ιδούσα ότι ήτο
ανοικτή. Στενή κλίμαξ ήτο ενώπιόν της άγουσα προς το δώμα, όπου
έπρεπε να κατοική η ξένη, αν υπήρχε τοιαύτη και δεν ήτο πλάσμα της
φαντασίας. Η Βεάτη έθηκεν αποφασιστικώς τον πόδα επί της πρώτης
βαθμίδος, και αι σεσαθρωμέναι σανίδες έτρεμον υπό τα γόνατά της.
Ευρώς και υγρασία διέπνεε διά των χωρισμάτων τούτων. Η δας ην
εκράτει η μοναχή επλησίαζε να σβεσθή. Έφθασεν εις το ύψος της
κλίμακος. Η θύρα του πρώτου χωρίσματος ενέδωκεν επίσης. Ήτο τούτο
είδος προθαλάμου, μετ' αυτόν δε είπετο ο κύριος θάλαμος, εν ώ
έπρεπε να κατοική το μυστηριώδες πρόσωπον. Περί των δύο τούτων
θαλάμων υπήρχεν αρχαία τις παράδοσις. Η Βεάτη ήθελεν αισθανθή
φόβον, αν δεν κατείχετο υπό μεγίστης πολυπραγμοσύνης και έμενε
χώρος δι' άλλο αίσθημα εν τη καρδία της.
Η παράδοσις αύτη έλεγεν ότι μοναχός τις κατοικών το πάλαι εις τα
δώματα ταύτα, ασκήσας μεγίστην εγκράτειαν, είχεν αγιάσει. Κατ'
άλλους δεν είχεν αγιάσει, αλλά τουναντίον εβρυκολάκιασε, και κατά
την συνήθειαν των ομοίων του ηρέσκετο να επανέρχηται νύκτωρ εις το
έρημον τούτο δώμα, όπως επισκέπτηται μετά θάνατον την πάλαι
κατοικίαν του. Την τελευταίαν ταύτην γνώμην παρεδέχετο και η
ηγουμένη του μοναστηρίου, η μήτηρ Πία, καθότι δεν εδέχετο αύτη ότι
ήτο δυνατόν να αγιάση σχισματικός μη πρεσβεύων τα δόγματα του
Πάπα. Αγνοώ ποτέρα των δύο γνωμών είνε η ορθή.
Ο προθάλαμος, εν ώ ευρίσκετο η αδελφή Βεάτη, κάθυγρος, με τους
τοίχους μαύρους και αραχνιώντας, ήτο θλιβερώτατος. Εφ' ενός των
τοίχων, σώζοντος εισέτι ολίγην κονίαν, εφαίνετο κεχαραγμένος μέλας
Σταυρός μετά της λόγχης και του σπογγοφόρου καλάμου. Υπό το
σημείον τούτο υπήρχεν ελληνική τις επιγραφή λέγουσα: «Ίδε, έφθασε,
ταλαίπωρε ψυχή, ο απόστολος ο ερχόμενος οπίσω μας. Τι καθήμεθα;
Αποδημία εστίν αιώνιος, μη έχουσα πάλιν επάνοδον». Την επιγραφήν
ταύτην εχάραξε πιθανώς αυτός ο πάλαι ποτέ ζήσας αναχωρητής, όστις
δεν εφαντάσθη, φαίνεται, ότι έμελλε να βρυκολακιάση και να
επανέρχηται ενταύθα και μετά την αιώνιον αποδημίαν.
Όπως και αν έχη τούτο, η Βεάτη δεν κατείχετο την στιγμήν ταύτην
υπό ουδενός δεισιδαίμονος αισθήματος. Επλησίασε θαρραλέως και
έκρουσε την θύραν. Αλλ' αύτη ανθίστατο. Ήτο στερρώς κεκλεισμένη. Η
Βεάτη επανέλαβε την κρούσιν. Έκρουσε δε ηρέμα και συνεχώς. Ουδεμία
φωνή ηκούσθη.
— Ποία είσαι αυτού μέσα; ηρώτησεν η Βεάτη.
Ουδεμία απάντησις.
— Ποία είσαι; επανέλαβεν η Βεάτη. Δεν ομιλείς δι' αγάπην Θεού;
Τη στιγμή ταύτη εφάνη εις την Βεάτην ότι ήκουσεν ως πνοήν ή
στεναγμόν τινα, κίνημά τι ανθρώπου αφυπνιζομένου. Ηκροάσθη. Δεν
ήκουσε πλέον τίποτε. Ενόμισεν ότι ηπατήθη την πρώτην φοράν.
Ητοιμάζετο να κρούση και εκ τρίτου. Αλλά συγχρόνως ήκουσε βήματα
εκ του αντιθέτου μέρους. Διά της κλίμακος ην είχεν αρτίως αναβή,
ανέβαινέ τις.
Η Βεάτη μόλις επρόφθασε να κρυφθή όπισθεν της θύρας, δι' ης είχεν
εισέλθει, και είχεν αφήσει αυτήν ανοικτήν. Διενοήθη ότι πρέπει να
ήτο η ηγουμένη αυτή ήτις ήρχετο.
— Ποίος ήνοιξε αυτήν την πόρτα; ηκούσθη μορμυρίζουσα φωνή τις.
Εγώ την άφησα ανοικτή; Παναγία μου! Μη χειρότερα! Μη ήρθεν ο
βρυκόλακας;
Η Βεάτη ανεγνώρισε την γυναίκα ταύτην. Δεν ήτο η ηγουμένη. Ήτο η
αδελφή Σιξτίνα, ήτις εξετέλει χρέη νοσοκόμου εν τη μονή. Η Βεάτη
διενοήθη ότι αύτη βεβαίως θα ανέλαβε να υπηρετή την έγκλειστον εις
τα προς τροφήν και πάσαν άλλην διακονίαν του σώματος, και διά
τούτο ήρχετο ενταύθα.
Η Βεάτη εκόλλησεν όπως ηδυνήθη εις την κόγχην της θύρας. Άλλως θα
ήτο ήδη σκότος, διότι είχε σβέσει την δάδα. Η αδελφή Σιξτίνα,
φοβουμένη μη την κατασκοπεύωσι μακρόθεν, έφερεν ένα εκ των
ετεροπλεύρων εκείνων φανών, των φωτιζόντων τα έμπροσθεν του
βαστάζοντος, καθιστώντων δε βαθύτερον το όπισθεν σκότος. Δεν
εστράφη να ίδη οπίσω της θύρας, ήτο δε και αδύνατον να φαντασθή,
ότι ήτο τις ενταύθα. Αν και δεν ηρκέσθη βεβαίως εις την υπόνοιαν
ότι ήλθεν ο βρυκόλαξ, δεν συνέλαβεν όμως αλλοίαν υποψίαν. Μη
έχουσα πεποίθησιν εις την μνήμην της, δεν είξευρε μετά βεβαιότητος
ότι είχε κλείσει πράγματι την θύραν, την τελευταίαν φοράν καθ' ην
ήλθεν ενταύθα. Δυνατόν να την άφησε και ανοικτήν και να μη
ενεθυμείτο. Εν τούτοις προυχώρησεν αύτη προς τον κλειστόν θάλαμον.
Ανέσυρεν εκ της ζώνης της βαρείαν κλείδα και έθηκεν αυτήν εις το
κλείθρον. Η προστριβή και ο κρότος του σιδηρού εργαλείου αντήχησε
βραχνώς υπό τον λίθινον θόλον. Η θύρα ηνοίχθη μετά βαρέος τριγμού.
Η Βεάτη προέβαλε γοργώς την κεφαλήν όπισθεν της Σιξτίνης και
προσεπάθησε να ίδη τα εντός του ανοιχθέντος θαλάμου. Αλλ' όσον
άπληστον και αν ήτο το βλέμμα της ουδέν προέλαβε να ίδη. Η αδελφή
Σιξτίνα έκλεισεν αύθις την θύραν και σκότος βαθύ αποκατέστη.
Τότε η Βεάτη εσκέφθη ότι, αφού δεν είχεν ικανοποιήσει την όρασιν,
ώφειλε τουλάχιστον να ευχαριστήση την ακοήν. Πατούσα επ' άκρων των
ονύχων επλησίασεν εις την θύραν, και έτεινε τα ώτα. Αλλ' ουδέν
ήκουεν. Έμεινε χρόνον τινά αυτόθι. Ουδέν.
Η Βεάτη εσκέφθη ότι ίσως η ξένη εκοιμάτο, και αφού το πράγμα ούτως
είχεν, η Σιξτίνα μη έχουσα ν' αποτείνη τον λόγον πρός τινα, δεν
ήτο ανόητος να ομιλή μόνη της, και ούτω συνέβαινεν ώστε αυτή, η
Βεάτη, καίπερ τείνουσα υπερμέτρως τα ώτα, ουδέν όμως ήκουεν. Η
εικασία αύτη εφάνη εις την Βεάτην η λογικωτάτη, εξ όσων είχε κάμει
ποτέ.
Εν τούτοις ηκροάτο εισέτι. Έμελλε δε να μείνη επί μακρόν χρόνον
ορθία ενταύθα, αν δεν επήρχετο εις αυτήν η προφυλακτική πρόνοια,
ότι ήτο επόμενον η Σιξτίνα να εξέλθη όθεν εισήλθε, και τότε η
Βεάτη έμελλε να καταληφθή επ' αυτοφώρω ωτακουστούσα. Η σκέψεις
αύτη την έκαμε να τραπή εις φυγήν. Αλλ' ενταύθα πάλιν άλλη
δυσκολία. Είπομεν ότι ήτο σκότος. Η Βεάτη ήτο ηναγκασμένη να
βαδίση ψηλαφίνδα, να καταβή την σεσαθραιμένην κλίμακα, να διέλθη
τους σκοτεινούς εκείνους διαδρόμους δι' ων από μακρού χρόνου δεν
είχε διαβή.
Εν τη αμηχανία της εσκέφθη να κρυβή εις την κόγχην την όπισθεν της
θύρας του προθαλάμου, και να περιμείνη μέχρις ου εξέλθη η Σιξτίνα,
αφού, ως επίστευεν, έμελλε να εξέλθη αύτη. Αλλ' αν δεν εξήρχετο;
Αν έμελλε να μείνη εις τον θάλαμον της ξένης και να διανυκτερεύση
μετ' αυτής, όπερ δεν ήτο απίθανον; Τότε ουδέν έμελλε να χάση η
Βεάτη. Διότι μετά δύο ή τρεις ώρας δεν έμελλε να πυκνωθή
πλειότερον το σκότος, τουναντίον περί το μεσονύκτιον θ' ανέτελλεν
η σελήνη, ης το φέγγος θα διήρχετο διά τινος φεγγίτου, και θα
ωδηγείτο να βαδίση ευχερέστερον. Πλην τούτου οι οφθαλμοί της,
οίτινες έβλεπον καλώς, ήθελον συνειθίσει εις το σκότος, και θα
υπηρέτουν αυτήν καλλίτερον. Αν τουναντίον, παρά πάσαν πιθανήν
εικασίαν, εξήρχετο εκ του θαλάμου η Σιξτίνα, τότε η Βεάτη δεν
ηδύνατο να φοβηθή το τεχνητόν σκότος, όπερ προεκάλει όπισθεν της
νυκτοβάτιδος το ημιφαές δέλετρον, και η ανιχνεύτρια έμελλε να
οδηγηθή διά της αντιλαμπής του φωτός πλειότερον ή η Σιξτίνα διά
της ορθής αυτού λάμψεως.
Ταύτα διανοηθείσα η Βεάτη, απεφάσισε να παραμείνη. Εκάθισεν
αναπαυτικώς επί της κόνεως της σεσωρευμένης όπισθεν της θύρας, και
περιμένουσα μετ' άκρας υπομονής. Οφείλομεν προς τιμήν της να
είπωμεν, ότι ουχί ο φόβος και το σκότος εκώλυσαν αυτήν να
επανέλθη. Αν και είχε σβέσει εξ ανάγκης την δάδα, ην είχε φέρει,
εν τούτοις ηδύνατο να καταβή και άνευ φωτός, και τούτο τη συνέφερε
καλλίτερον. Αν είχεν ανάγκην φωτός, δεν ήθελε λησμονήσει να λάβη
εκ του μαγειρείου μεθ' εαυτής πυρίτην λίθον και χάλυβα. Ουχί η
επιλησμόνυση, αλλ' η ολιγωρία ήτο η αιτία της παραλείψεως ταύτης.
Εν τοσούτω η αγαθή αύτη γυνή προυτίμησε να μείνη μάλλον ή ν'
απέλθη, εκείνο δε όπερ έπεισεν αυτήν ν' αποφασίση τούτο, δεν ήτο
ουδέν των προειρημένων αιτίων, αλλ' εκείνο όπερ προείπομεν, η
πολυπραγμοσύνη υφ' ης κατείχετο. Και βεβαίως, αφού το αξιόλογον
τούτο προτέρημα την έκαμνε ν' αναβή τρία ή τέσσαρα πατώματα εν
καιρώ νυκτός, καθ' ον χρόνον αι άλλαι έψαλλον το &Χαίρε Μαρία&,
δεν ηδύνατο άρα να την βιάση να μείνη δύο ή τρεις ώρας ενεδρεύουσα
εις τον υψηλόν τούτον όροφον; Τι το κωλύον αυτήν;
Δεν περιέμενεν όμως πολύ. Εξαίφνης η θύρα του κελλίου ηνοίχθη. Η
Βεάτη συνεμαζεύθη όπως καλλίτερον ηδύνατο παρά την γωνίαν της,
αλλ' η αδελφή Σιξτίνα, ήτις εξήλθε βαστάζουσα το δέλετρον, δεν
διηύθυνε το βλέμμα μακράν. Εστράφη ευθύς οπίσω, εισήγαγε την
κλείδα εις το κλείθρον, αντήχησεν εκ νέου ο πένθιμος εκείνος
τριγμός, έθηκε την κλείδα εις το θυλάκιόν της, και στραφείσα
διηυθύνθη εις την κλίμακα.
Τότε η Βεάτη έμεινεν επί τινας στιγμάς αναποφάσιστος, διστάζουσα
αν έπρεπε να την ακολουθήση ή να μείνη. Αλλ' όμως διελογίσθη ότι
την κατόπτευσιν ην εξετέλεσεν απόψε ηδύνατο να την εκτελέση και
την εσπέραν της αύριον, και μάλιστα μετ' ελπίδων μείζονος
επιτυχίας. Όθεν ώρμησε κατόπιν της προπορευομέης Σιξτίνης.