— Μπράβο, παιδί μου, ώμορφα!
— Θα σκάσης, γραία λώβα! έκραζεν ο γέρων.
Και τότε ήρπαζε τον ραιστήρα και τον ανύψου κατά της γραίας. Ο
Βούγκος εξέτεινε την χείρα και προελάμβανε το κτύπημα. Διότι η
δυστυχής γύφτισσα δεν είχεν ουδεμίαν πλευράν σώαν. Το ραχοκόκκαλόν
της είχε κυρτωθή, και τα παγίδιά της εκρέμαντο γύρω τόσον
ανειμένως, ώστε το σύνολον των ώμων και της ράχεως είχον όψιν
σωρού. Και αν ο είς των υιών της, αφότου ήλθον εις ηλικίαν, ή η
νέα κόρη, δεν απέτρεπόν τινα περιπλέον κτυπήματα, και δεν ήρπαζον
τολμηρώς το βαρύ εργαλείον από των χειρών του σκληρού Γύφτου, προ
πολλού ο σωρός ούτος δεν θα ήτο υπέρ την επιφάνειαν της γης.
Η νέα, περί ης δεν ωμιλήσαμεν, Αϊμά ονόματι, ήτο δεκαέξ ετών.
Μέχρις ου χρόνου εξικνείτο η μνήμη της, εκτός μιας μόνης και
φρικώδους αναμνήσεως της βρεφικής της ηλικίας, δεν ενθυμείτο άλλην
οικίαν πλην της καλύβης των σιδηρουργών, ουδέ άλλους γονείς πλην
του σεβασμίου τούτου ανδρογύνου. Ενταύθα είχεν ηλικιωθή, το μόνον
δε όπερ κατώρθωσεν ήτο, αφότου ηλικιώθη, το να αποφύγη την
βαναυσότητα του πρώτου των γύφτων, και τούτο διά της γλυκείας
γλώσσης της. Είχε μέλανας και μεγάλους οφθαλμούς, ωχράν και
αδύνατον την όψιν, και ωραίαν καστανήν κόμην. Το ανάστημά της
εφαίνετο ολίγον κυρτόν. Ηδύνατο να καταστή ωραία, αν δεν έζη εν
μέσω τοιούτου κύκλου, αλλά νυν δυσκόλως ηδύνατό τις να διακρίνη αν
ήτο ευειδής ή άσχημος. Μεθ' όλην την ασβόλην καθ' ης επάλαιε,
προσεπάθει να ενδύηται κοσμίως, και σπανίως εφαίνετο κηλιδωμένη.
Άλλοτε ίσως εχειρίζετο και αυτή τους φυσητήρας και εβοήθει και εις
τα λοιπά έργα. Αλλά προ πολλού ήτο απηλλαγμένη ήδη της αγγαρείας
ταύτης. Η γραία μαστόρισσα είχε συναισθανθή την ανάγκην της
οικιακής τάξεως, και ανέθηκεν αυτήν εις την Αϊμάν. Πλην τούτου οι
δύο νέοι γύφτοι είχον αγαθήν καρδίαν, και οσάκις έπαυον να
τραγωδώσι, συνηγόρουν υπέρ της νεάνιδος πάντοτε. Ο δε γέρων ήτο
αφοπλισμένος υπ' αυτής και ποτέ το τρομερόν εργαλείον του κατ'
αυτής δεν εστράφη.
Η Αϊμά διετήρει, όσον ενήν, την καθαριότητα, έπλυνε τα ενδύματα
των τριών γύφτων, παρεσκεύαζε το φαγητόν, έκλωθεν, έπλεκεν,
έρραπτε και επεσκεύαζε τας ποδιάς και τα υποκάμισα. Κατώρθωσε δε
να εκτελέση και άλλον άθλον, ανήκουστον τέως, ως προς τον πετρώδη
εκείνον τόπον, τον ηδικημένον υπό της φύσεως, τον μη ευλογημένον
υπό του ουρανού, τον απεξηραμένον υπό των σκωριών και μαυρισμένον
υπό των ανθράκων. Μεταξύ δύο υψηλών βράχων ανεκάλυψεν ως εκ
θαύματος γην, και μάλιστα λιπαράν. Συνέλαβε την ιδέαν να κάμη
κήπον. Μετεχειρίσθη το ολίγον εκείνο χώμα ως ζώπυρον, μετέφερε
μακρόθεν επί των ώμων της εκατοντάδας κοφίνων μεστών χώματος, και
ούτω κατεσκεύασε την φωλεάν της. Εφύτευσε διάφορα δένδρα και ευώδη
φυτά, βασιλικούς, καρυόφυλλα, ηδυόσμους, τα απότιζε δις της
ημέρας, κατεσκεύασεν αιμασιάν εκ λίθων με τας χείρας της, και μετ'
ολίγον χρόνον πάντες οι γύφτοι ηναγκάσθησαν να σέβωνται το έργον
τούτο των χειρών της. Τω όντι δε ο κήπος εκείνος, μικρός όσον ήτο,
απετέλει ευάρεστον θέαμα και ήτο εις αντίθεσιν προς τους
σκυθρωπούς και καπνισμένους τοίχους της μελαγχολικής καλύβης.
Καθ' όσον ηλικιούτο η Αϊμά, ησθάνετο εν εαυτή ορμεμφύτως της
συστολής και ευπρεπείας το αίσθημα. Εντός της ακόμψου εκείνης
καλύβης κατώρθωσε να κάμη και είδος κοιτώνος δι' εαυτήν. Δύο
σανίδες ήρκεσαν όπως αποτελέσωσι χώρισμα εις μίαν των γωνιών, δι'
ου εκρύπτετο από των οφθαλμών των άλλων, και έτεραι δύο οριζοντίως
καρφωθείσαι απετέλεσαν κλίνην. Άλλως δεν κατεκλίνετο αυτή αφ'
εσπέρας, όπως οι λοιποί σύνοικοι. Την μεν ημέραν πλην της
επιμελείας του κήπου, είχε την παρασκευήν του φαγητού, και την
πλύσιν καθ' εβδομάδα, την δ' εσπέραν μέχρι βαθείας νυκτός
έρραπτεν, έπλενε και εμβάλωνε. Ότε δε οι γύφτοι εξύπνουν με την
φωνήν του αλέκτορος, όπως αρχίσωσι την σφυρηλασίαν, αύτη
απεκοιμάτο τότε. Ο βαρύς κρότος των σφυρών και των ραιστήρων δεν
ηνώχλει πλέον, φευ! τα ώτα της, από πολλού συνειθισμένα εις τον
ήχον τούτον. Ίσως μάλιστα η μακρά συνήθεια είχε καταστήσει
ευαρέστους εις την ακοήν αυτής τους κρότους εκείνους. Πλην τούτου
ήκουεν από όρθρου βαθέως μέχρι πρωίας συνδιαλέξεις, βλασφημίας,
επιφωνήσεις και άσματα. Είπομεν ότι όχι μόνοι οι τρεις γύφτοι
ειργάζοντο πάντοτε, και τούτο εμετρίαζε την μονοτονίαν των
γογγυσμών του πρώτου γύφτου, των μειδιαμάτων και ακκισμών της
γραίας και των αδιαλείπτων συριγμών των δύο μικρών γύφτων. Οι
άλλοι προσερχόμενοι εις συνεργασίαν χαλκείς ήσαν εύθυμοι οπωσούν
σύντροφοι. Ο είς αυτών διηγείτο μύθους, οίτινες δεν ετελείονόν
ποτε αυτονυχί, οι δε άλλοι δύο έλεγον πολλά τετριμμένα αστεία εν
τω μεταξύ και ημπόδιζον τον πρώτον να τελειώση. Η μαστόρισσα ήτο η
δυστυχεστάτη πασών γυναικών, διότι, ενώ ύψονε και κατεβίβαζε τας
δύο σφύρας, ενύσταζεν. Αλλά τις έπταιε; Την ημέραν δεν ήθελε να
κοιμηθή, φιλοτιμουμένη να δίδη εις την μικράν συμβουλάς εις όλα τα
έργα της.
Ηδύνατο ν' ακούση τις, κατά τους βαθείς όρθρους, καθ' ον χρόνον τα
μαυρισμένα πρόσωπα των γύφτων έλαμπον φανταστικήν λάμψιν αντικρύ
του πυρός, ο δε βαρύγδουπος ραιστήρ κατεφέρετο εκ διαλειμμάτων
διακόπτων την μονότονον ιαχήν των δύο φυσητήρων, και ο μέλας
καπνός ανεπέμπετο διά της ύπερθεν ρωγμής, και οι σπινθήρες
ανέβαιναν απειράριθμοι εις ύψος, ηδύνατο ν' ακούση διαλόγους οίος
ο επόμενος·
— Κάργα, γέρο μάστορη!
— Βρόντα!
— Τζάνουμ! σπρώξε.
— Σβύσε το!
— Μπουφ! Μπουφ!
— Ακόμα!
— Κτύπα! Δύναμι!
— Φόρτσα!
— Δος μου χέρι!
— Φόρτε!
— Σώνει, μάστορη!
— Δος του!
— Βάρδα, Μάχτο!
— Ωχ! κόμπιασα...
— &Θα χραπανίσης ψιλούς& ( 1).
— Ο διάβολος να σε πνίξη, πανούκλα!
— &Μη περιβολάς& ( 2).
— &Χαρχανταίς, μανταίς και αντάραις&!
Και ούτω παρήρχοντο αι νύκτες εκείναι, προπεμπόμεναι υπό γελώτων,
θορύβων, βλασφημιών και υπό της κραυγής &Ήλιος!& ην συνείθιζε να
εκπέμπη πάντοτε ο Μάχτος, ότε η πρώτη ακτίς ανέτελλεν επί του
στερεώματος.
Εν μέσω του αλλοκότου τούτου κύκλου, όπου έζη η Αϊμά, παράδοξον
πράγμα, ήτο σχεδόν ευτυχής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Η συνάντησις.
Θα ήτο δ' ευτυχεστέρα, αν δεν συνέβαινον και μικρά δυσάρεστα από
καιρού εις καιρόν. Όπισθεν του πετρώδους λόφου ευρίσκετο η έπαυλις
αγρότου τινός, όστις έβοσκε πέντε πρόβατα, δύο αγελάδες, μίαν αίγα
και αγέλην χηνών. Η οικία ήτο έρημος σχεδόν όλην την ημέραν, διότι
ο χωρικός μετά της γυναικός και των δύο μικρών υιών του μετέβαινεν
εις τα λειβάδια, όπου εύρισκε βοσκήν δι' όλους τους υποτελείς
αυτού. Αλλ' ενίοτε αι δύο μικραί μάγκαι επανήρχοντο εις την οικίαν
ενωρίς, και τότε έβρισκον διασκέδασιν εις το να ρίπτωσι μεγάλους
λίθους κατά των τοίχων της καλύβης, Επειδή όμως δεν ετόλμων να
πλησιάσωσι πολύ, διότι εφοβούντο την βρεχτούραν του Μάχτου, όστις
δεν ηγάπα τα αστεία, φυσικώ τω λόγω οι λίθοι έπιπτον εντός του
κήπου της Αϊμάς, και επροξένουν θραύσιν εις τα βασιλικά και εις
τον δενδρολίβανον. Απερίγραπτος ήτο η λύπη της Αϊμάς, ότε έβλεπε
τα άνθη της και τα ευώδη της φυτά, δι' α είχε τόσον πολύ κοπιάσει,
θραυόμενα ούτοι και καταστρεφόμενα. Επειδή δεν ήθελε να βλάψη τους
μικρούς βοσκούς, ων ο μεγαλείτερος μόλις ήτο δεκαετής, δεν έκαμε
κανέν παράπονον εις τον Μάχτον. Αλλ' εφαντάσθη άλλον τρόπον, δι'
ου ήλπιζε να αφοπλίση τους δύο μικρούς βανδάλους. Έδρεψε παντός
είδους ευώδη φυτά και τα προσέφερεν εις τους μικρούς βοσκούς,
ειπούσα αυτοίς·
Μη ρίχνετε πέτραις, διότι κάμνετε κακόν. Με τα χέρια θέλουν
κόψιμον αυτά τα πράγματα. Ιδού, λάβετε.
Οι δύο μικροί έπαυσαν την εσπέραν εκείνην να λιθοβολώσι. Την
επαύριον όμως ήρχισαν εκ νέου τα αυτά.
Ιδούσα η Αϊμά ότι απέτυχε το άκρως αφελές εκείνο μέσον, εσκέφθη να
μεταβή εις τον οίκον του αγρότου, και να παρακαλέση την μητέρα των
δύο οχληρών να περιορίση ολίγον τας κακάς έξεις των. Τω όντι μετά
δύο ημέρας μετέβη εις την μικράν έπαυλιν. Η γυνή του χωρικού ήτο
ανίκανος όλως να παιδεύση τους δύο μικρούς διαβόλους. Ήτο
μεγαλόσωμος γυνή, έχουσα δύο υπερμεγέθεις μαστούς κρεμαμένους έξω
της τραχηλιάς, και ποτέ δεν κατώρθωσε να τους συμμαζεύση εις το
περιστήθιόν της. Ήτο πελιδνή, λημώσα τους οφθαλμούς, αδρανής και
άτονος. Ότε είδε την νέαν εισερχομένην,
— Τι θέλεις; τη είπε.
— Κυρά, είπεν ικετευτικώς η Αϊμά, να χαρής το στέφανόν σου και τα
παιδιά σου, μίαν χάριν ήλθα να σου ζητήσω.
— Τι χάριν; είπεν η χωρική.
— Μάλωσε τα παιδιά σου να μη μου χαλνούν τον κήπον.
— Έχεις κήπον;
— Έχω ένα μικρόν.
— Και τι έχεις σπαρμένα; κρομμύδια, μαρούλια; . . .
— Όχι. Βασιλικούς και άλλα διάφορα μυριστικά.
— Ουφ! είπεν η χωρική, αισθανθείσα αηδίαν επί τη ματαιοπονία της
νέας. Και τι σου χρησιμεύουν αυτά;
— Μ' αρέσουν, είπεν η Αϊμά.
— Και σου τα χαλνούν τα παιδιά μου;
— Ναι,
— Με ποίον τρόπον;
— Ρίχνουν πέτραις κάθε βράδυ.
— Κάθε βράδυ; Αλλά τα παιδιά μου πηγαίνουν με τον πατέρα των.
Μήπως ευρίσκονται εδώ;
— Όταν έρχωνται, τέλος.
Η χωρική εσιώπησε.
— Σε παρακαλώ, κυρά, επανέλαβεν η νέα, μάλωσέ τα, να μη μου
πειράζουν τα φυτά μου. Τι κακόν τους κάμνουν τα καϋμένα τα φυτά
μου; Εγώ τα περιποιούμαι, τα ποτίζω, κοπιάζω τόσον δι' αυτά. Δεν
είνε κρίμα να μου ρίχνουν πέτραις, να μου τα καταστρέφουν;
— Και τι πταίω εγώ; είπεν η χωρική.
— Δεν λέγω πως πταίεις, αλλά να τα μαλώσης, κυρά. Μου φαίνεται
ότι ως μητέρα ειμπορείς πολύ καλά να τα παιδεύσης.
— Είνε παιδεμμένα τα παιδιά μου, είπεν η γυνή τρωθείσα.
— Ειμπορεί να είνε παιδεμμένα, αλλ' ας μη βλάπτουν τον κήπον μου.
— Θα τα επείραξες τίποτε.
— Εγώ; είπεν η νέα αγανακτούσα. Εγώ τα επείραξα; Και τι είχα εγώ
να κάμω με αυτά; Όχι μόνον δεν τα επείραξα, αλλ' ουδέ είπα εις τον
αδελφόν μου να τα πειράξη, ενώ αν το έλεγα, τότε δεν θα είχα
ανάγκην να σας παρακαλέσω διά τίποτε. Αλλά θέλω με το καλόν.
— Δεν εκατάλαβα τι είπες, είπεν η αγρότις.
— Είπα ότι, αν το έλεγα του Μάχτου τι τρέχει, ο Μάχτος δεν
χωρατεύει, και θα τα έδερνε.
— Έχομε και απ' αυτά; έκραξεν η χωρική· μας φοβερίζεις κι' όλας,
παληογύφτισσα! Φεύγ' απ' εδώ, να μην έλθουν τώρα, και σου σχίσουν
το φουστάνι...
Η Αϊμά ησθάνθη το αίμα της αναβαίνον εις την κεφαλήν, και πρώτην
φοράν εις την ζωήν της κατελήφθη υπό επιθυμίας όπως πνίξη
άνθρωπον. Εν τούτοις συνέσχε τον θυμόν της, ενθυμηθείσα ότι
ευρίσκετο εις τον οίκον της γυναικός εκείνης, και δεν θα έπραττε
καλώς. Τη είπεν όμως με φωνήν τρέμουσαν·
— Δεν φέρεσαι καλά, κυρά· εγώ ήλθα να σε παρακαλέσω δι' ένα
μικρόν πράγμα, καθώς ενόμιζα, και συ το έκαμες βουνόν. Ας είνε,
εγώ θα παραπονεθώ και εις τον άνδρα σου ακόμη, και ελπίζω εκείνος
να φερθή διακριτικώτερα.
— Φεύγ' απ' εδώ, έγρυξεν η χωρική.
Η Αϊμά εξήλθεν εκ της μικράς επαύλεως αιδήμων και τεταραγμένη.
Εκυριεύθη δε υπό τοσαύτης λύπης, ώστε επί πολύ περιεπάτει
αλλόφρων, και εξετράπη απροσέκτως εκ της οδού. Ότε ήλθεν εις
εαυτήν ενόησεν ότι ήτο μακράν της οδού αυτής, και είχεν ανάγκην να
περιγράψη μέγαν κύκλον, όπως παρακάμψη τα βραχώδη μέρη της ακτής
και επανέλθη εις την καλύβην της. Είχε δε δύσει αρτίως ο ήλιος,
και η αμφιλύκη ήρχιζε να πίπτη επί την γην. Η νεάνις ετάχυνε το
βήμα. Ευτυχώς εγνώριζε καλώς όλα τα μονοπάτια των πέριξ μερών.
Φθάσασα εις ρεύμα τι, όπερ ώφειλε να διαβή, όπως ανέλθη εις το
ύψωμα το κείμενον αντικρύ της καλύβης, ησθάνθη φόβον. Το μέρος ήτο
σκιερόν και υγρόν, θάμνοι δε και καλαμώνες πυκνοί υψούντο πέριξ.
Πάντοτε εφοβείτο να διαβή νύκτα διά του ρεύματος εκείνου. Και δεν
ήτο μεν νυξ, αλλ' επέκειτο. Ευτυχώς βλέπει αιφνιδίως εκεί ένα
ίππον προσδεδεμένον εις κορμόν δένδρου, και ακούει φωνήν
ανθρωπίνην. Δύο άνθρωποι εκάθηντο παρά την οδόν και συνδιελέγοντο.
Η Αϊμά δεν ήκουσε τι έλεγαν, καθότι δεν είχε περιέργειαν ν' ακούση
λέξεις, αλλ' επεθύμει φωνήν ανθρωπίνην.
Τους εχαιρέτισε και διέβη. Αλλ' αίφνης η φωνή του ενός των δύο
ανθρώπων παρήγαγε παλμούς εις την καρδίαν της. Η νέα εσταμάτησεν
άκουσα. Ηκροάσθη μετά προσοχής. Τω όντι δεν ηπατάτο. Η φωνή ήτο
γνωστή εις την ακοήν της. Ηδύνατο να μη την είχεν ακούσει από
πολλών ετών, αλλ' όμως δεν την είχε λησμονήσει. Η φωνή αύτη
ενεποίησε βόμβον και ζάλην εις την κεφαλήν της. Τη ενθύμιζε
παλαιόν τι συμβάν, φοβερόν συμβάν της βρεφικής ηλικίας της. Και
οποία τρομερά, αλλά και εναργής ανάμνησις! Πάντα τα άλλα του
παλαιού εκείνου χρόνου ήσαν συγκεχυμένα εν τη διανοία αυτής, μόνον
η ανάμνησις αύτη έμενε σαφής. Ηκροάσθη πάλιν. Τω όντι, ήτο η φωνή,
η φωνή ης τον ήχον δεν είχε λησμονήσει.
Οι δύο οδοιπόροι παρετήρησαν ότι είχε σταματήσει η νέα, και η
προσοχή των εστράφη προς αυτήν.
— Τι τρέχει; Μήπως θέλεις τίποτε, κόρη; είπεν ο ανήρ, ου είχεν
αναγνωρίσει την φωνήν η Αϊμά.
— Όχι, εψέλλισεν η νεάνις.
Ο απευθύνας την ανωτέρω ερώτησιν ήτο γηραλέος ανήρ, και εφαίνετο
σεβάσμιος. Ηγέρθη και επλησίασεν εις την νέαν.
— Μήπως έχεις ανάγκην από τίποτε; Μήπως έχασες τον δρόμον;
Η Αϊμά είδεν οπωσούν καλώς τους χαρακτήρας του ανθρώπου τούτου,
και έφριξεν. Όχι μόνον η φωνή, αλλά και η μορφή αυτού αλλόκοτον
εντύπωσιν τη επροξένει.
— Πού υπάγεις; ηρώτησεν ο ξένος.
Η Αϊμά δεν απήντησεν. Επεθύμει να φύγη, και δεν ηδύνατο. Το
συνέχον αυτήν αίσθημα ήτο κράμα φόβου, συγκινήσεως και δειλίας.
— Μήπως ονειρεύομαι; έλεγε καθ' εαυτήν.
— Πού κατοικείς; τη είπε μετ' αγαθότητος ο ξένος.
Η νέα εψεύσθη. Αγνοώ αν τυχαίως ή εκ προθέσεως.
— Κατοικώ πολύ μακράν, εψιθύρισεν.
Αλλ' ο άγνωστος έλαβε τότε ενδιαφέρον.
— Ειπέ εις ποίον μέρος, διά να σε οδηγήσωμεν εκεί. Δύνασαι να
αναβής εις τον ίππον μου, αν είσαι κουρασμένη.
— Όχι, είπεν η Αϊμά.
— Θεόδωρε! έκραξεν ο ξένος προς τον σύντροφόν του.
— Τι διατάττει ο άρχων; απήντησεν ο Θεόδωρος.
— Θα αναβιβάσης αυτήν την κόρην εις τον ίππον. Ημείς περιπατούμεν
πεζοί.
— Ορισμός σας, άρχων!
— Είνε λοιπόν άρχων; είπε καθ' εαυτήν η Αϊμά. Αλλ' εκείνος τότε,
ο ιδικός μου, εφαίνετο επαίτης. Δεν θα είνε αυτός.
— Έλα λοιπόν, κόρη, είπεν ο &άρχων&, λαβών την χείρα της νέας. Μη
συστέλλεσαι. Να μας είπης μόνον πού θέλεις να σε φέρωμεν.
Εις την επαφήν της χειρός εκείνης, η Αϊμά ησθάνθη παράδοξον
φρικίασιν. Απώθησε την χείρα, και ετράπη εις φυγήν, αφήσασα
εκπλήκτους τους δυο ανθρώπους.
— Πού υπάγεις, κόρη; έκραξεν ο &άρχων&.
— Θα είνε τρελή, είπεν ο Θεόδωρος.
Το συμπέρασμα τούτο ηναγκάσθη να παραδεχθή και ο &άρχων&
προσωρινώς Αλλ' ύστερον εσκέφθη, και ανεύρεν απορίας και φόβους
εις την συνείδησίν του. Η σκέψις δε αύτη προήγαγεν αυτόν εις το να
συλλάβη υπονοίας, ας επί μακρόν χρόνον έμελλε να ανακυκά εν τη
ψυχή.
Εν τούτοις η Αϊμά είχε γείνει άφαντος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Αι γειτονοπούλαι.
Από τινος χρόνου και άλλο τι ηνώχλει την Αϊμάν. Σχεδόν καθ'
εκάστην, ότε μετέβαινεν ίνα αντλήση ύδωρ εκ του φρέατος ή δι'
άλλον έργον απεμακρύνετο εκ της καλύβης, νέος τις διήρχετο,
ίστατο, έφευγεν, επανήρχετο και την ωφθαλμοβόλει αδιακόπως. Ήτο δε
ούτος ο γνώριμος ημών Σκούντας, ο επιλεγόμενος Περίδρομος,
διαβόητος αλήτης καθ' όλα τα περίχωρα. Η Αϊμά δεν εγνώριζεν ούτε
αυτόν ούτε το επάγγελμά του. Ουδεμίαν αντιπάθειαν είχε προς αυτόν,
αλλ' όμως εις μάτην εκείνος εξετέλει εις τα πέριξ τόσους δρόμους.
Η πνοή αυτού δεν ήτο τόσον ισχυρά, όπως ανοίξη τον κάλυκα. Η Αϊμά
δεν ησθάνετο ουδέν εν τη καρδία. Ουδέν άλλο ηγάπα ειμή το φως, την
αύραν, τα άνθη και την εργασίαν. Ο προς την οικογένειαν των
χαλκέων σύνδεσμος αυτής δεν ήτο στοργή. Πλην του Μάχτου, όστις
είξευρε να περιποιήται αυτήν στοιχειωδώς, προς ουδένα άλλον είχε
συμπάθειαν. Ο Βούγκος, καίπερ λίαν αφελής τους τρόπους, μετείχεν
ολίγον της βαναυσότητος του γέροντος. Η δε γραία θα ήτο ανεκτή, αν
δεν είχε τους δύο μακρούς οδόντας κρεμαμένους έξω του στόματος. Το
συνδέον αυτήν προς την οικογένειαν εκείνην πλειότερον ακόμη και
του άρτου και της στέγης και της συνηθείας, ήτο το κοινόν των
παθημάτων. Το όνομα &γύφτισσα&, το ζοφερόν τούτο μορμολύκειον των
νηπίων, το κατάμαυρον εκ σκωρίας και καπνού, ο κεραυνός ούτος της
περιφρονήσεως, ο εκσφενδονιζόμενος καθ' εκάστην κατά των δυστυχών
εκείνων πλασμάτων, δεν ερρίπτετο μόνον κατά της δυστυχούς γραίας,
ερρίπτετο και κατ' αυτής της Αϊμάς. Πας διαβάτης, παν παιδίον, πας
μοχθηρός γείτων, πάσα κακότροπος γραυς εξετόξευε το βέλος τούτο
κατά της ατυχούς Αϊμάς. Τι να πράξη τότε; Αναλογιζομένη ότι ήτο
γύφτισσα, ότι ήτο καταδικασμένη να είνε γύφτισσα, ώφειλε
τουλάχιστον να συμπονή τους συναδέλφους αυτής εν τη δυστυχία.
Πανταχού όπου μετέβαινεν, όπου ίστατο, όθεν διήρχετο, ερρίπτετο
κατ' αυτής ως λίθος αναθέματος η λέξις αύτη. Γειτονοπούλαι τινες
ήσαν τόσον μοχθηραί (λέγομεν τας κατοικούσας τρία ή τέσσαρα στάδια
μακράν, διότι δεν υπήρχον άλλαι πλησιέστεραι), ώστε ουδ' ετόλμα
ποτέ η Αϊμά να διαβή υπό τα παράθυρα αυτών. Η μία τούτων ήρκει να
την ίδη, και παρευθύς εσάλπιζε σύναξιν. Εκτύπα τας παλάμας ως
κώδωνα, ύψου ως σύριγγα την φωνήν, και ανέκραζεν·
— Η γυφτοπούλα! Η γυφτοπούλα!
Και όλαι αι γειτόνισσαι, όσαι δεν είχον εργασίαν να κάμουν,
έτρεχον. Είνε δε περίεργον πόσον ολίγον απητείτο (και ίσως γενικώς
ισχύει τούτο), όπως επιφέρη άκραν θυμηδίαν και ιλαρότητα εις
εκείνην την συναναστροφήν. Τα πάντα εφαίνοντο αστεία εις τας
γειτονοπούλας εκείνας, χωρίς να είνε τοιαύτα. Αι γυναίκες εκείναι
εφαιδρύνοντο, εκάγχαζον, εξεκαρδίζοντο άνευ αιτίας σχεδόν. Διότι,
αυστηρώς αν κρίνωμεν τα πράγματα, η Αϊμά ουδέν το γελοίον είχεν.
Αλλ' αι καλαί γειτόνισσαι εγέλων, μόνον διότι ήτο γυφτοπούλα. Διά
του ονόματος τούτου εξεδικούντο δι' ό,τι φοβερόν υπέστησάν ποτε εκ
του άλλου τύπου, &γύφτισσα&. Διότι η Αϊμά, παρά πάσαν την
σοβαρότητά της, εφαίνετο φαιδρά, ένεκα της νεότητος αυτής. Η μήτηρ
της όμως, με τους δύο προκύπτοντας και επικαμπείς οδόντας, ήτο το
φόβητρον όλων των μικρών παιδίων.
Από παραθύρου εις παράθυρον, περί την πρώτην αμφιλύκην της
εσπέρας, συνήπτοντο πολλάκις διάλογοι οίος ο εξής μεταξύ νεαρών
γυναικών, και ηδύνατο ο διαβάτης να τους ακούση·
— Γειτόνισσα!
— Τι θέλεις;
— Είδες την Γυφτοπούλαν;
— Όχι.
— Κρίμα!
— Διατί;
— Είνε τόσον νόστιμη!
— Αστειεύεσαι!
— Όχι.
— Αλήθεια;
— Να χαρώ τα μάτια μου.
— Και πώς σου ήλθεν αυτό;
— Να σου ειπώ, δεν είνε τόσον άσχημη.
— Είνε πολύ μαύρη.
— Σου φαίνεται;
— Βέβαια.
— Θα είνε άνιφτη, πιστεύω.
— Να νίπτωνται λέγεις ποτέ, αυταίς η Τσιγγάναις;
— Ποιος ξεύρει;
— Αλλά, ως γυφτοπούλα, δεν φαίνεται και πολύ μαύρη.
— Όχι.
— Και ίσως, αν εσυνείθιζε να νίπτεται...
Η γειτόνισσα εκάγχαζε, προφανώς χωρίς νακούση κανέν αστείον. Και
ούτως αι εύθυμοι εκείναι νέαι εύρισκον εύκολον διασκέδασιν. Η Αϊμά
ετρέπετο εις φυγήν, οσάκις έβλεπεν όμιλον δύο ή τριών γυναικών επί
το αυτό. Ημέραν τινά εις το φρέαρ προτού να γεμίση ακόμη την
στάμναν της, έφθασαν τέσσαρες νεαραί γυναίκες όπως αντλήσωσι. Και
τότε εύρον πρόχειρον θύμα.
— Α! η γυφτοπούλα! Εδώ είσαι;
— Γυφτοπούλα, τι κάμνεις;
— Καλά, εψέλλισεν η Αϊμά ενοχληθείσα, και επέσπευσεν όπως ανασύρη
το ταχύτερον δύο ή τρία ιβάνια ύδατος και απογεμίση την λάγηνον.
— Και πώς δεν σε βλέπομεν, γυφτοπούλα;
— Μη την πειράζης, είπεν άλλη, δεν έχει την όρεξίν σου,
— Και δεν μας λες, γυφτοπούλα, πώς περνάς τον καιρόν σου;
— Και πού κρύβεσαι και δεν σε βλέπομεν συχνά;
— Γυφτοπούλα, είπεν άλλη των γυναικών, ένα πράγμα ήθελα να σ'
ερωτήσω. Αληθεύει, ότι εσείς, η φυλή σας, τρώγετε ανθρώπινον
κρέας;
— Μπα, αυτό δεν το κάμνουν, μη κολάζεσαι άδικα.
— Και ότι ξεχώνετε την νύκτα τους πεθαμένους και τους γδύνετε;
— Τέτοιο φριχτό πράγμα!
— Πιστεύεις να το κάμνουν αυτό;
— Μήπως είνε αυτοί άνθρωποι σαν ημάς;
— Αυτοί είνε άπιστοι.
— Άθρησκοι.
— Αφύσικοι.
— Και κάμνουν και μαγείας.
— Το κάμνετε και αυτό, γυφτοπούλα;
— Αυτό το πιστεύω.
— Τίποτε δεν αφήνουν.
— Όλα τα διαβολικά εις ενέργειαν τα έχουν.
— Τι ασυνείδητοι!
— Και άλλα χειρότερα ακόμα.
— Είνε και άλλα χειρότερα;
— Βέβαια.
— Σαν τι;
— Αυτοί παίρνονται αναμεταξύ τους, αδελφός με αδελφή, πατέρας με
κόρη.
— Τι λέγεις!
— Δεν το πιστεύεις;
— Ερώτησε την Γυφτοπούλαν.
— Γυφτοπούλα, είνε αληθές;
Η Αϊμά είχε τελειώσει το άντλημα και ητοιμάζετο να άρη την λάγηνον
επ' ώμων. Αγνοείται αν το ερύθημα, όπερ έβαπτε τας παρειάς της,
προήλθεν εκ του κόπου και εκ της σωματικής κινήσεως, ην έκαμε
κύψασα προς την γην όπως αναλάβη την βαρείαν στάμνον.
Την στιγμήν εκείνην εξέλεξεν η τολμηροτέρα των τεσσάρων γυναικών,
όπως τη δώση το τελευταίον κτύπημα.
— Γυφτοπούλα, είπεν, είνε αληθές ότι κάμνεις τον έρωτα με τον
αδελφόν σου;
Η Αϊμά δεν ησθάνθη πλειοτέραν αγανάκτησιν προς το άκουσμα της
διαβολής ταύτης. Έλεγε καθ' εαυτήν ότι είνε ψεύδος, και δεν την
έμελεν. Ουδ' ενόει ευκρινώς ποίαν έννοιαν είχον οι λόγοι ούτοι,
και αν είχον δ' έννοιάν τινα, πάλιν ώφειλε να είνε ψευδής αύτη.
Είχε φορτωθή την στάμναν και απεμακρύνθη.
Εν τούτοις τα παρά των γυναικών τούτων εκπεμπόμενα βέλη δεν ήσαν
τα δριμύτατα. Υπήρχεν άλλη τις τάξις, η τάξις των γραϊδίων, ων οι
ονειδισμοί ουδεμίαν είχον φαιδρότητα, αλλ' ωμοίαζον με βέλη
αγρίων. Μία τούτων, ήτις κατώκει μόνη εις οπήν τινα υποχθόνιον,
ουχί μακράν της καλύβης των χαλκέων, ωνομάζετο δε κοινώς
&Εφταλουτρού&, ήτο το φόβητρον της δυστυχούς νέας. Η γραυς αύτη
εκράτει οζώδη ράβδον, δι' ης υπεστήριζε το βήμα, έτρεμε, και είχεν
επί της ράχεως δύο ογκώδεις ύβους ουχί ισομεγέθεις. Ο είς ήτο
διπλάσιος του ετέρου, και υψούτο προς τον δεξιόν ώμον. Τούτο
έδιδεν εις το κυρτόν σώμα της γραίας τοιαύτην ροπήν, ώστε εβάδιζε
πάντοτε με την μίαν πλευράν, την ευώνυμον, ήτις έκλινεν
χαμηλότερον προς το έδαφος.
Η Εφταλουτρού εξήρχετο δις της ημέρας εκ της φωλεάς της, και
έκαμνε γύρον περί την ακτήν επεσκέπτετο όλας τας οικίας, και
εισέπραττεν ουχί ελεημοσύνην, αλλά φόρον παρ' όλων των γυναικών.
Διότι την εφοβούντο, και δεν ηδύναντο να μη της δώσουν κάτι. Εάν
εύρισκε θύραν τινά κλειστήν, δεν έφευγεν. Εστρώνετο επί του
κατωφλίου και ήρχιζε με ικεσίας πρώτον και με υποκοριστικά
λέγουσα·
— Ανοίξατε την πορτίτσα σας εις την φτωχήν, την άμοιρην, την
έρημην γρήτσα. Θα σας δώσω την ευχούλα μου, να τα χιλιάνετε, να τα
μυριάνετε, να πάρετε τα χρονάκια μου, όχι τα βάσανά μου. Πάντα
μοναχή, έρημη και σκοτεινή ζω εις αυτόν τον κοσμάκη. Δεν έχω
ψωμάκι, δεν έχω λαδάκι, δεν έχω φαγάκι. Ανοίξατε την πορτούλα σας
χριστιαναίς.
Αν η οικοδέσποινα εκάμπτετο ευθύς και ήνοιγε το έν θυρόφυλλον, η
γραία εστήριζε τον ύβον της ως μοχλόν επ' αυτού, μετεχειρίζετο ως
αντηρίδα την βακτηρίαν της και εισεχώρει εις την οικίαν. Τούτου
καταργουμένου, μετέβαινε και εγκαθιδρύετο παρά την εστίαν, μεθ'
όλους τους μορφασμούς της οικοδεσποίνης. Τότε αύτη τη έδιδε
τεμάχιον άρτου.
— Τι να το κάμω ψωμί μοναχό; έγρυζεν η γραία. Δόσε μου και ολίγο
τυράκι, δυο ελήτσαις ή άλλο τίποτα.
Η οικοδέσποινα τη έδιδε τότε ό,τι ευρίσκετο εις το ερμάριον.
— Νάχης την ευχίτσα μου, έλεγεν η Εφταλουτρού. Δόσε μου και λίγο
λαδάκι, ν' ανάψω το καντήλι.
Και ανέσυρεν εκ του θυλάκου, ον είχεν εις την εσθήτα της εις βάθος
τριών σπιθαμών, μικράν φιάλην, και την επαρουσίαζε προς την
οικοδέσποιναν. Αύτη εκούσα άκουσα εγέμιζεν με έλαιον την φιάλην.
— Να χαρής τα νειάτα σου, να ζήσης, να ιδής τέκνα τέκνων δεν σου
βρίσκεται κανένα παληό υποκάμισο, καμμιά μαντήλα, κανένα
μισοφούστανο...
— Δεν μου περισσεύει τέτοιο πράγμα, έλεγεν η οικοκυρά. Μακάρι να
είχα.
— Για ψάξε, κόρη μου, ειμπορεί να ευρεθή. Κάμε τον κόπον. Η
οικοδέσποινα εκούσα άκουσα της έδιδεν ημιτριβή τινα μανδήλαν. Η
γραία την εδίπλονε και την έρριπτεν εις τον πυθμένα του θυλάκου
της. Ελέγετο δε ότι τα τοιαύτα ενδύματα, όσα κατώρθου συχνάκις να
αποσπά, τα επώλει εις τους εβραίους μεταπράτας, οίτινες ήρχοντο
είς τον τόπον από καιρού εις καιρόν.
— Δώσε μου και δυο κάρβουνα, κόρη μου, έλεγεν είτα η γραία. Ήθελα
ν' ανάψω ολίγη φωτίτσα, να πυρωθώ. Κρύο, κόρη μου, κάμνει κρύο εις
εκείνη την τρύπα.
Η οικοδέσποινα της έδιδε και κάρβουνα. Είτα η γραία εζήτει προσέτι
οίνον, όξος, καυσόξυλα, δαδίον, και άλλα πολλά. Αφού δ' έμενεν επί
πολλάς ώρας, απήρχετο τέλος περί την δύσιν του ηλίου αποκομίζουσα
όλα τα λάφυρα. Ταύτα συνέβαιναν καθ' εκάστην, αν η οικοδέσποινα τη
ήνοιγε την θύραν. Αν όμως εσκληρύνετο και δεν ήθελε να τη ανοίξη,
τότε η γραία από των ικεσιών μετέβαινεν εις τας επιπλήξεις και
παραινέσεις.
— Τόσον σκληραίς και αδιάκριταις είσθε! Μη το παίρνετε απάνω σας.
Ο κόσμος είνε σφαίρα και γυρίζει. Κ' εγώ είδα χρόνια, κ' εγώ είδα
ευτυχίαις. Μην είσθε παράξεναις. Θα το μετανοήσετε. Και σεις θα
γεράσετε. Εις αυτόν τον κόσμον είδαμεν δα πολλά. Μη θαρρείτε πως
θα είσθε πάντα νέαις, πως θα έχετε πάντα τους άνδραις σας να σας
κουβαλούν. Έχετε του κόσμου τα καλά, μα είναι ψεύτικα. Έρχεται μια
ώρα και γίνονται άφαντα όλα. Φαγητά, πιοτά, στολίδια, φορεσιές,
ασημικά, διαμαντικά, όλα φεύγουν. Κ' εγώ είχα. Τώρα δεν έχω ουδέ
ψωμί.
Η οικοδέσποινα επτοείτο συνήθως εκ των λόγων τούτων και ήνοιγεν.
Αν όμως επέμενεν αύτη εις την απόφασίν της, τότε η Εφταλουτρού από
των παραινέσεων μεθίστατο εις τας λοιδορίας,