Διά μιας εστράφη εις τα οπίσω, και με τρία άλματα κατέβη εις

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to

monotonic, otherwise the spelling of the book has not been

changed. Bold words are included in &. Two footnotes have

been placed at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε

μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του

βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.

Δύο υποσημειώσεις σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του

βιβλίου.

Η ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Η ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

ΣΤΑΔΙΟΥ 43 — ΑΘΗΝΑΙ

Η ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ

Ημέραν τινά βοσκός τις απώλεσεν επί των ορέων της Λακωνικής

ερίφιόν τι εκ της αγέλης του. Αναζητών αυτό μεταξύ των φαράγγων

και δρυμών, έφθασεν εις κρημνώδες τι μέρος, δι' ου δεν είχεν

άλλοτε διαβή, και παρετήρησεν ότι το έδαφος εκρότει υποκώφως υπό

τους πόδας του. Ερευνήσας μετά προσοχής ανεκάλυψε βαθείαν οπήν

κρυπτομένην υπό τινας θάμνους. Έρριψε λίθον· μόλις ήκουσε τον

κρότον της πτώσεως. Ο πυθμήν δεν ήτο ορατός ένεκα του σκότους. Ο

βοσκός ήτο τολμηρός, εξετύλιξε το σχοινίον, όπερ έφερε περί την

οσφύν διά σκοπούς χρησίμους εις το επάγγελμα και προσέδεσε λίαν

σφιγκτώς την άκραν αυτού εις τον κορμόν σχοίνου, το δε μήκος του

σχοινίου κατεβίβασεν εις το βάθος της οπής. Είτα πτύσας εις τας

παλάμας του και τρίψας προς αλλήλας τας χείρας, εκρεμάσθη εις το

βάθος του κοιλώματος, κρατών ηρέμα το σχοινίον. Ότε έφθασεν εις

τον πυθμένα, εξέβαλεν εκ του κόλπου του τον πυρίτην λίθον, τον

χάλυβα και την ίσκαν και ήναψε δάδα. Ερευνών εις τα υποχθόνια

εκείνα σκότη, εύρε δυο ή τρία αγάλματα θεών, τον Απόλλωνα, την

Ήραν και τον Δία. Δεν εγίνωσκε την αξίαν των, αλλά παρετήρει

περιέργως αυτά. Είτα ανεκάλυψε την κυρίαν είσοδον του σπηλαίου και

εξήλθεν εις το φως, χωρίς πλέον να λάβη ανάγκην της διά του

σχοινιού αναρριχήσεως. Ταύτα συνέβησαν περί τα μέσα της

παρελθούσης εκατονταετηρίδος.

Τα τρία αγάλματα ήσαν εκ των περικαλλεστάτων, όσα παρήγαγέ ποτε η

αρχαία τέχνη. Αγνοώ ποία μαύρα πελάγη διέπλευσαν και εις ποίον

μουσείον της Εσπερίας διεπεραιώθησαν τα κειμήλια ταύτα. Αν

κατωρθώθη να μείνωσιν επί του πατρίου εδάφους, θα ήτο τούτο

αναμφιβόλως το ύστατον θαύμα των ταλαιπώρων εκείνων θεών.

Το σπήλαιον υπήρξε κατοικία του τελευταίου των ελλήνων φιλοσόφων,

του οψίμου αναμορφωτού της ΙΕ' εκατονταετηρίδος. Περίεργον είναι

ότι η περί του σπηλαίου τούτου παράδοσις δεν

απώλετο, ενώ το σπήλαιον αυτό ήτο άγνωστον μέχρι της τυχαίας

ανακαλύψεως αυτού. Υποθέτω ότι η παράδοσις ανεγεννήθη εκ της

τέφρας της κατά τον προλαβόντα αιώνα, αφού πρότερον επί μακρούς

χρόνους είχε ταφή. Πιθανώτερον δε μοι φαίνεται, ότι η δευτέρα

παράδοσις διαφέρει της αρχαιοτέρας. Όπως και αν έχη τούτο, φίλος

τις συνέλεξεν εκ του στόματος των περιοίκων αγροτών πληροφορίας

τινάς περί της παραδόσεως. Εφιλοτιμήθη δε να μοι χορηγήση τας

σημειώσεις του υπό τον όρον να μη μνημονεύσω το όνομα αυτού εν τη

παρούση εκδόσει. Αλλ' όμως δεν δύναται να μοι απαγορεύση και την

δημοσίαν έκφρασιν της ευγνωμοσύνης μου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εάν ο Ιωάννης Βράγγης είχε προλάβει να αρπάση από των χειρών του

Δαρώτα την φλοκάταν, ην είχε δανεισθή όπως φέρη προς τον κύριόν

του, και με τόσην τέχνην του αφείλεν εκείνος, διαλαθών την ουχί

λίαν εντεταμένην προσοχήν του, δεν ήθελεν υποστή την απώλειαν

τούτην, εφ' ή ουδέποτε έμελλε να παρηγορηθή.

Αλλ' ήτο πεπρωμένον εις το αγαθόν τούτο πλάσμα να χάνη τα πάντα

και μηδέν να κερδίζη εις τον πλάνον τούτον κόσμον. Η δανεισθείσα

και ανάρπαστος γενομένη φλοκάτα δεν ήτο το μόνον, όπερ ποτέ

απώλεσε. Μεταξύ των άλλων απωλειών του ατυχούς πρέπει να

καταλογισθώσι μία αμνάς, έν δίκρανον, μία δαμασκηνή σπάθη, τέσσαρα

υποκάμισα, είς όνος, έν ζεύγος περικνημίδων και είς αγρός, ο μόνος

κληροδοτηθείς αυτώ υπό του πατρός του, επί ποινή αφορισμού, αν δεν

έμελλε να φανή άξιος όπως διατηρήση αυτόν. Άλλως δε κατά τον

καιρόν εκείνον ουδείς ήτο κτήτωρ του ιδίου αυτού αγρού, ουδέ

κάτοχος των πεδίλων του. Η γη δεν ανήκεν εις τους κατοίκους αυτής.

Τα μεν παράλια περιήρχοντο αμοιβαδόν εις την κατοχήν των πειρατών

και των τολμηρών τυχοδιωκτών παντός είδους, τα δε μεσόγεια ανήκον

εις τους τιμαριούχους και εις τους άρχοντας.

Δυστυχώς, την ημέραν εκείνην ειπέρ ποτε, ήτο λίαν ανιαρά εις τον

Βράγγην η απώλεια της καπότας. Διότι είχε πεμφθή επίτηδες δι'

αυτήν παρά του κυρίου του, και αν επέστρεφε με κενάς χείρας, πολύ

ήθελε τον λυπήσει. Από της πρωίας της προτεραίας, προ της ανατολής

του ηλίου, καθ' ην στιγμήν της Ηούς τα ρόδα διεχύνοντο εις τον

αιθέρα, ο γέρων Γάρμπος, παλαιός πολέμαρχος, όστις είχε διέλθει

τον βίον του συναθροίζων μισθωτούς στρατιώτας, όπως αγωνίζηται

μετ' αυτών, οτέ μεν συμμαχών με τους Τούρκους ή με τους Βενετούς,

οτέ δε με τους Φράγκους ή με τους Έλληνας, είχε εγερθή εκ της

σκληράς στρωμνής του και κράξας τον Βράγγην, παλαιόν σύντροφόν

του, τω είπεν·

— Όλην την νύκτα εσυλλογιζόμην δι' αυτό, αλλά τέλος το ηύρα.

— Και τι ηύρες αφέντη; τω είπεν ο Βράγγης.

— Σηκώσου γρήγορα.

— Είμαι όρθιος, αφέντη.

— Ετοίμασε το άλογόν σου, παιδί μου.

— Αλλά δεν έχω άλογον, είπε μετ' απορίας ο Βράγγης.

— Δεν πειράζει, πηγαίνεις με τους πόδας σου.

— Και με τας χείρας μου, αν ήτο τρόπος.

— Να υπάγης γρήγορα να εύρης τον παλαιόν μου φίλον τον Λιμπέρην.

— Είναι εννέα ωρών δρόμος, είπεν απηλπισμένος ο Βράγγης.

— Δεν βλάπτει, τον παίρνεις δι' επτά ώρας.

— Και τι θα κάμω;

— Να του είπης ....

— Τι;

— Να σου δώση την φλοκάταν του . . .

— Την φλοκάταν του;

— Ναι.

— Να την κάμω τι;

— Να μου την φέρης.

Ο Βράγγης εκρέμασε τας χείρας περί τα πλευρά, και το ήθος του ήτο

πλήρες ερωτημάτων και αποριών. Ο γέρων Γάρμπος δικαιολογούμενος

μάλλον προς εαυτόν ή απαντών εις τας ερωτήσεις του συντρόφου του,

είπε μετ' εμφάσεως·

— Αλλά συ είσαι ανόητος, δεν σκέπτεσαι τίποτε πλειότερον από τα

μυαλά σου. Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι αύριον φθάνει ο κόμης, και θα

παρουσιασθώ εις αυτόν να του ζητήσω την άδειαν να στρατολογήσω!

Και πώς θα παρουσιασθώ εις αυτόν χωρίς φλοκάτα; . . .

— Αλλ' η γενναιότης σας με συγχωρεί να της ενθυμίσω, δεν

στερείται μόνον την φλοκάταν, είπε δειλώς ο Βράγγης. Η γεναιότης

σας δεν έχει ούτε στολήν καθαράν, ούτε θώρακα, ούτε

υποκάμισον . . .

— Ανόητε, και δεν ειξεύρεις ότι η τάξις απαιτεί να είμαι

κομβωμένος, όταν θα παρουσιασθώ; Πού θα ίδη ο κόμης αν θα έχω

θώρακα ή υποκάμισον; Η φλοκάτα τα σκεπάζει όλα.

— Υπομονή, είπεν αποφασιστικώς ο Βράγγης.

— Λοιπόν μη χάνης καιρόν.

Ο Βράγγης εκρέμασεν επ' ώμου την πήραν του, έλαβεν εις την χείρα

την ράβδον, έκαμε το σημείον του σταυρού, και ήρχισε την

οδοιπορίαν. Διήλθεν εις οκτώ ώρας τεσσαράκοντα περίπου μιλίων

οδόν, και έφθασεν εις το άλλο άκρον της νήσου, όπου κατώκει ο

γέρων Λιμπέρης, διάσημος εις τα χρονικά της Ρόδου, διότι ήτο ο

μόνος όστις διεπραγματεύθη εξ αρχής προς τους Τούρκους χωρίς να

παραβή και τον προς τους ιππότας της νήσου όρκον πίστεως. Ο ατυχής

Βράγγης έχων την γλώσσαν έξω των χειλέων κρεμαμένην, επαρουσιάσθη

προς αυτόν και τω μετεβίβασε την παραγγελίαν του κυρίου του. Ο

Λιμπέρης, ου μόνον δεν δυσηρεστήθη διά το αίτημα, αλλ' εμακάρισεν

εαυτόν διότι τόσον μικρόν πράγμα εζήτουν παρ' αυτού. Είξευρεν ότι

ο Γάρμπος δεν ηστεΐζετο, και αν σήμερον εδυστύχει, ηδύνατο άλλην

τινά ημέραν να οπλίση δέκα ή δώδεκα τολμητίας, και να του τα κάμη

θάλασσα.

Την αυτήν όμως διάκρισιν δεν έδειξε και ο ημίγυμνος Δαρώτας,

κλέπτης εκ γενετής, επιτήδειος αλήτης, όστις παρεμόνευε τους

διαβάτας και ηλάφρυνε πολλάκις αυτούς, αν είχον φορτίον τι, όπερ

έκρινε δυσανάλογον προς τους ώμους των. Ιδών τον Βράγγην

διερχόμενον και φέροντα επί των ώμων την περίφημον φλοκάταν, ήτις

ήτο προωρισμένη να καλύψη το ατημέλητον διασήμου πολεμάρχου και

παραστήση αυτόν ευπρεπή εις τας όψεις του κόμητος, του μέλλοντος

να καταπλεύση την επιούσαν μετά του υπ' αυτόν στόλου και κομίση

την ευδαιμονίαν εις τους κατοίκους της Ρόδου, ιδών την ατονίαν

μεθ' ής εβάδιζεν ο Βράγγης, ενόησεν ότι ήτο κεκμηκώς και

συμπεράνας ότι έμελλε να σταθή μετ' ολίγον όπως αναλάβη δυνάμεις

παρηκολούθησε μακρόθεν αυτόν. Τω όντι ο Βράγγης ως εξήλθεν εκ της

κώμης, εστάθη παρά τινα πηγήν εντός ρεύματος, υπό την σκιάν των

πλατάνων και ήκουε τον μελαγχολικόν ψίθυρον του ρύακος όπου

εσχηματίζετο και καταρράκτης αρκούντως υψηλός. Εξέβαλεν εκ της

πήρας τεμάχιον ξηρού άρτου, έβρεξεν αυτό εις την πηγήν και έφαγε.

Την αυτήν στιγμήν ενεφανίσθη ο Δαρώτας, και τον εχαιρέτισεν.

Εζήτησε ν' αρχίση ομιλίαν μετ' αυτού, αλλ' ο Βράγγης προφανώς

ενύσταζε και δεν είχεν όρεξιν. Τούτο έκρινεν ο Δαρώτας ως

κάλλιστον οιωνόν.

— Πόθεν ήλθες, ξένε; τω έλεγεν.

Ο Βράγγης απήντησε διά νεύματος, ότι ήλθεν από της άλλης άκρας της

νήσου.

— Και επιστρέφεις τώρα εις τα ίδια;

— Ναι.

— Τι είχες έλθει να κάμης εδώ;

Ο Βράγγης απήντησε διά κινήσεως των ώμων. Είχε τους οφθαλμούς

ημικλείστους και προσεπάθει ν' αποσείση τον ύπνον, όστις ήρχισε ν'

αποναρκόνη αυτόν κατ' ολίγον. Την πήραν, την ράβδον και την

φλοκάταν είχεν ακουμβήσει όπισθεν αυτού παρά τον κορμόν της

πλατάνου. Ο Δαρώτας τω είπεν, ως να τον είχε καλέσει ο Βράγγης, ή

ως να τον προέτρεπε να μείνη·

— Θα υπάγω. Είναι καιρός. Τόσον δρόμον έτρεξα σήμερον!...

Συγχρόνως υπεξείλεν ηρέμα την φλοκάταν όπισθεν των ώμων του

Βράγγη, μη παρατηρήσαντος αυτόν, και έφυγε τραπείς την προς την

κώμην άγουσαν. Διότι, ότε επαρουσιάσθη το πρώτον προς τον Βράγγην,

δεν ήλθε διά της αυτής οδού, ην ηκολούθησε και ούτος, αλλά διά της

αντιθέτου. Πριν ή έλθη προς αυτόν, εφρόντισε να λάβη ατραπόν τινα,

ήτις έφερεν αυτόν εις το εναντίον άκρον, και ούτως, ότε επέστρεψεν

εις την κυρίαν οδόν, έδειξεν ότι μετέβαινεν εις την κώμην, και

ουχί ότι εξήρχετο, ως αληθές, εξ αυτής, ακολουθήσας τα ίχνη του

Βράγγη.

Όσον σιγανόν και αν ήτο το κίνημα του Δαρώτα, αρπάσαντος την

φλοκάταν, και όσον εγγύς του ύπνου και αν ευρίσκετο ο Βράγγης,

ήκουσεν ουχ ήττον ελαφρόν κρότον όπισθέν του.

Εστράφη, αλλά δεν ενόησε κατ' αρχάς την έλλειψιν της πολυτίμου

φλοκάτας. Από της κενής όμως θέσεως το βλέμμα του μετέβη γοργώς

εις τον φεύγοντα Δαρώταν. Ούτος ευρίσκετο ήδη τριάκοντα βήματα

μακράν, και ήρχισε να εντείνη το βήμα και να ανοίγη φοβερώς τα

σκέλη, ώστε θα τον εφθόνει και αυτός ο κολοσσός της Ρόδου.

Προφανώς ελησμόνησε πόσον δρόμον είχε τρέξει, ως ισχυρίζετο. Ο

Βράγγης απετίναξε την νάρκην του νυσταγμού, ανωρθώθη εν ακαρεί,

έβαλε κραυγήν, και τον κατεδίωξεν, εκσφενδονίζων κατ' αυτού λίθους

και βώλους γης. Εξηκολούθησε να τρέχη επί πολύ κατόπιν αυτού, αλλά

μάτην. Ο Δαρώτας είχεν εντείνει τους διασκελισμούς, και ημιλλάτο

προς τον αρχαίον εκείνον κομπαστήν, τον πηδήσαντα το παρά τω

μυθοποιώ αναφερόμενον πήδημα...

Ο Βράγγης κατεδίωξεν ευσυνειδήτως τον άρπαγα μέχρι των προθύρων

της πολίχνης. Εκεί εισέδυ ούτος εις οδόν τινα εν μέσω καλυβών και

μανδρών, εστράφη επιδεξίως πολλάκις προς τους διαφόρους ελιγμούς

του λαβυρινθώδους εκείνου μέρους, και ο ατυχής Βράγγης τον έχασεν

από των οφθαλμών αυτού. Μόνη δε αντηχούσα διαμαρτύρησις έμειναν αι

κραυγαί του διώκτου, αίτινες άνθρωπον ουδένα προσείλκυσαν. Ο τόπος

εφαίνετο έρημος και μόνον δύο ή τρεις γυναίκες πλύνουσαι οθόνια

εντός κήπου, διέκοψαν απορούσαι το έργον και εκύτταζον μηδέν

εννοούσαι. Είς δε μέγας μανδρόσκυλος και έτερος σκύλαξ νεογνός

ήρχισαν να υλακτώσι και ερρίφθησαν κατά του Βράγγη. Τότε μία των

πλυντριών έκραξε: Κλέπτης! Ο δυστυχής Βράγγης, ου η ψυχή είχεν

αναβή εις τους οδόντας, κατά το κοινόν λόγιον, ησθάνθη ότι μάταιον

ήτο του λοιπού να μεριμνά περί του αρπαγέντος πράγματος και ότι

καλλίτερον θα ήτο να φροντίση περί της ιδίας αυτού ασφαλείας. Όθεν

σταθείς επί στιγμήν τινα, εστράφη εις τα οπίσω, και αμυνόμενος διά

λίθων κατά των δύο κυνών, εξήλθεν ως τάχιστα εκ του μέρους

εκείνου. Τότε παιδία τινά, προσδραμόντα αίφνης εκ του θορύβου,

ήρχισαν να ερεθίζωσι κατ' αυτού τους κύνας. Το έν έκραζε·

— Μη χτυπάς το σκυλί μου!

Έν άλλο δεν έχασε καιρόν εις λόγια, αλλά συλλέξαν όσους ηδυνήθη

πλείστους λίθους ήρχισε να λιθοβολή διά της τακτικωτάτης μεθόδου

τον φεύγοντα. Τα άλλα δεν ήργησαν να μιμηθώσι τον σύντροφόν των,

και εν τω άμα εσχηματίσθη πλήρης στρατιά εμπείρων και τολμηρών

λιθοβολητών, καταδιώξασα τον φυγάδα μέχρι του λόφου. Ο ατυχής

Βράγγης, πνευστιών, αγωνιών, κάθιδρως, τετραυματισμένος, ουδ'

ετόλμησε ν' αντεπεξέλθη κατά τοσούτον πολυαρίθμου εχθρού, αλλ'

ετράπη κανονικώς εις φυγήν, εντείνων τας υπολειπομένας αυτώ

δυνάμεις εις το μη περαιτέρω της καρτερίας και ευψυχίας. Ότε

εισήλθεν εις την πρώτην εν μέσω των αγρών οδόν, την περιερχομένην

οφιοειδώς τον λόφον, τα παιδία τον άφησαν ήσυχον, μη τολμήσαντα να

καταδιώξωσιν αυτόν πορρωτέρω. Ήδη είχεν αρχίσει να νυκτόνη, και

εφοβούντο το σκιόφως, όπερ εν τω μέσω των θάμνων και των δένδρων

εφαίνετο πυκνότερον, και είχε φανταστικόν τι και απειλητικόν.

Φθάσας ο Βράγγης εις την πηγήν εκείνην, την μάρτυρα του παθήματός

του, εύρεν ευτυχώς την ράβδον και την πήραν, όπου τας είχεν

αφήσει, και επαρηγορήθη μικρόν τι, διότι δεν ευρέθη και άλλος τις

απροσδόκητος αλήτης, όστις να κλέψη και τους δύο τούτους

συντρόφους της οδοιπορίας του. Αλλ' ήτο τοσούτον απηυδηκώς ήδη

ώστε δεν ηδύνατο να εξακολουθήση την πορείαν του. Εκάθισε παρά την

βρύσιν, απέμαξε διά της χειρός τον ιδρώτα από του μετώπου του,

εστέναξε παρατεταμένως και διηπόρει τι ώφειλε να πράξη. Αδύνατον

τω εφαίνετο να επανέλθη με κενάς χείρας προς τον κύριόν του. Τι να

τω είπη; Να ψευσθή προς αυτόν ότι ο Λιμπέρης δεν ηθέλησε να τω

δώση την φλοκάταν; Αλλ' ο γέρων αρματωλός ταχέως ήθελε μάθει την

αλήθειαν. Να διηγηθή το πράγμα όπως συνέβη; Αλλά προσεβάλλετο

δεινώς η φιλαυτία του. Το άριστον μέτρον εφαίνετο αυτώ το εξής: Να

διανυκτερεύση παρά την πηγήν, και εγερθείς την επαύριον να

επιστρέψη εις τον Λιμπέρην, προς ον να διηγηθή με μικράν

παραλλαγήν το γεγονός, να περιγράψη τους χαρακτήρας του κλέπτου,

και να αιτήση δικαιοσύνην διά των νομίμων μέσων. Ή εν αποτυχία

αυτών, να καταζητήση αυτός τον ένοχον και να λάβη ταντίποινα με

την χείρα του. Αυτό ήτο το καλλίτερον καταφύγιον. Άλλως δε ουδέ

είχε να εκλέξη άλλο. Αποφασίσας ούτως, εδείπνησε με τον

υπολειπόμενον κρίθινον άρτον, και έπιε δροσερόν ύδωρ. Είτα εξέλεξε

θέσιν καλήν επί των βρύων, υπό τινα βράχον επικαμπή, όστις ηδύνατο

να τον στεγάση εν μέρει, έκοψε πτέριδας και κλώνας πλατάνου,

έστρωσε δι' αυτών την κλίνην του, έθεσε την πήραν προσκεφάλαιον,

έλαβεν εις τας αγκάλας την ράβδον του και απεκοιμήθη δροσερόν και

βαυκαλιζόμενον ύπνον.

Δεν είχον αρχίσει ακόμη τα όνειρα να καταβαίνωσιν εις την

καταπεπονημένην ψυχήν του δυστυχούς απομάχου, και αφυπνίσθη υπό

κρότου βημάτων και ήχου φωνής ανθρωπίνης. Ανοίξας τους οφθαλμούς

είδε τότε όψιν τινά, ην έμελλεν εσαεί να εκλάβη ως όνειρον, αν δεν

ετύγχανεν έκτοτε ψηλαφητών τεκμηρίων περί του πραγματικού της

εμφανίσεως εκείνης. Άνθρωπός τις εφάνη κρατών δέμα εν τη χειρί, ως

εφαίνετο, διότι ο Βράγγης δεν ηδύνατο καλώς να διακρίνη. Το φέγγος

της σελήνης κατήρχετο διά του ανοίγματος των δένδρων επί του

προσώπου του αγνώστου και εφώτισε τους χαρακτήρας του. Ήτο

άνθρωπος με χρώμα ηλιοκαές ή φύσει μελαψόν, με οστεώδεις και

μακράς εξοχάς εν τη μορφή, με ερρυτιδωμένον μέτωπον. Υψηλός το

ανάστημα, αλλά κυρτός. Εφόρει πενιχρότατα ενδύματα. Εκ των

χειρίδων του εξήρχοντο δύο σκελετώδεις βραχίονες, αι χείρες του δε

ήσαν τόσον ρικναί και κατάξηροι και μαύραι, ώστε εφαίνετο έχουσαι

συγγένειάν τινα με τα σκληρά μέταλλα, τον σίδηρον και τον χαλκόν.

Ήτο ίσως Αιγύπτιος, εξ εκείνων οίτινες μόνοι κατειργάζοντο κατά

τον χρόνον εκείνον εν τη Ανατολή τα ειρημένα μέταλλα.

Εκράτει, ως είπομεν, δέμα μεταξύ των δύο χειρών του. Αι χείρες

αύται ωμοίαζον προφανώς η μία με σφύραν και η άλλη με άκμονα. Ο

άνθρωπος ούτος ενεποίησε παράδοξον εντύπωσιν εις τον Βράγγην.

Έρριψεν άπληστα βλέμματα επ' αυτού. Δεν ήτο συνήθης οδοιπόρος, δεν

ήτο απλούς παροδίτης. Τα πάντα ενέφαινον πολύ το μυστηριώδες και

το αλλόκοτον εν αυτώ. Η νυξ με τα τόσα αυτής μυστήρια, προσετίθει

και άλλο τι σκότιον και φανταστικόν εις τον άνθρωπον τούτον. Δεν

εφαίνετο εκ του κόσμου τούτου. Ενόμιζέ τις ότι τον είχε γεννήσει η

νυξ. Η μόνη σωτηρία του Βράγγη ήτο το να νομίζη ότι ονειρεύεται,

ει δε μη, ήθελεν εκβάλει κραυγήν τρόμου. Ο άγνωστος δεν επλησίασεν

εις την πηγήν του ρύακος, δεν εκάθισεν υπό τα δένδρα, τεκμήριον

ότι δεν ήτο οδοιπόρος κεκμηκώς. Ανέβη εις τον μέγιστον βράχον,

αντικρύ της κοιτίδος, εν ή εκοιμάτο ο Βράγγης, και δεν εκάθισεν

επ' αυτού, έμεινεν όρθιος. Ύψωσε το βλέμμα προς τον ουρανόν, είτα

περιέφερεν αυτό γύρω. Τι διενοείτο; Είτα ήρχισε να μονολογή.

Ο βράχος, εφ' ον ανήλθεν ο άγνωστος, ήτο το εκφαντότερον μέρος της

μικράς κοιλάδος. Ήτο όλος περίοπτος. Εκεί η λάμψις της σελήνης

κατέπιπτε καθαρωτέρα και ο Βράγγης είδε τότε ή τω εφάνη ότι είδεν,

ότι το δέμα όπερ εκράτει ο παράδοξος άνθρωπος εις τους βραχίονας,

εκινείτο, ως να ήτο έμψυχον.

Ο άγνωστος ήρχισε να ψιθυρίζη, αρκούντως ευκρινώς, ώστε ν' ακούη ο

Βράγγης:

— Τετέλεσται, τέκνον, δεν δύναμαι πλέον να σε σώσω. Το πεπρωμένον

το θέλει. Ήτο γραπτόν. Τις δύναται να παλαίση με την Μοίραν; Επί

μακρά έτη περιπλανώμαι. Ύπνος δεν έκλεισε τα βλέφαρά μου,

ανάπαυσιν δεν εύρε το σώμα μου. Εις την κοιλάδα αυτήν είναι το

τέλος. Μοι το είπεν η αψευδής φωνή. Ήτο ειμαρμένον να τελειώση εδώ

το μαρτύριόν σου. Σώζων σε καταστρέφω την πίστιν, φυλάττων σε

προδίδω τον όρκον. Μετήλθον όλα τα μέσα. Δεν ήτο γραπτόν να σωθής.

Περιήλθον όλην την γην, διέδραμον όλην την οικουμένην. Οι διώκται

σου είναι ισχυροί. Έχουσι την συμμαχίαν του πεπρωμένου. Τον άρτον

μου δεν τον έθεσα ποτέ επί τραπέζης, επί προσκεφαλαίου δεν

εστήριξα την κεφαλήν μου. Ουδέποτε ανεπαύθην υπό τον ήλιον,

πάντοτε ηκολούθησα την πορείαν αυτού, πάντοτε διεσταύρωσα την

επιστροφήν του. Οι αστέρες έλαμπον εις τον ουρανόν και τα όμματά

μου δεν εκλείσθησαν επί της γης. Οι άνεμοι εφύσων εκ των τεσσάρων

σημείων, και μετ' αυτών έτρεχον. Αι νεφέλαι ενεκυμόνουν τους

υετούς και επί της γης στέγασμα δεν εζήτησα. Η χιών επυκνούτο εις

τα όρη και εστίαν πυρός ποτέ δεν ήναψα. Οι κεραυνοί εβρόντων εις

τον αιθέρα και δεν με κατεπτόησεν η φλοξ αυτών. Οι χειμώνες

περιέβαλλον την γην με πάγους και τους δακτύλους μου δεν εθέρμανα.

Οι νάρκισσοι ήνθησαν από των λειμώνων, αλλά την ευωδίαν αυτών δεν

απήλαυσα. Ο Σείριος ηπείλησε τους θνητούς με βέλη του Φοίβου, αλλ'

ουδέποτε εδρόσισα το στόμα μου. Υπό στρώμα φύλλων κατεκαλύφθη το

έδαφος της γης, και δεν επόθησα την σκιάν, ην δεν είχον απολαύσει.

Και τώρα τι μέλλομεν; Η γη ολισθηρά, το πεπρωμένον ωθεί, τα γόνατα

τρέμουσιν. Η ψυχή αγωνιά, το στόμα δέεται, ο ουρανός κωφεύει. Τα

γεγονότα σπεύδουσιν, οι εχθροί αγρυπνούσι, με καταδιώκουσι. Θεοί,

θεοί τι θα πράξω!

Και έμεινεν επί τινας στιγμάς σιγών, ακίνητος, βλέπων προς τον υπό

τους πόδας του καταφερόμενον καταρράκτην. Ο Βράγγης συνέχων την

αναπνοήν του, ήκουεν, έβλεπεν, ηπόρει, εσίγα.

Ο άγνωστος έστρεψεν αίφνης προς τα οπίσω την κεφαλήν. Είχεν

ακούσει ελαφρόν τινα κρότον, ον απετέλεσαν βεβαίως τα φύλλα υπό

του ανέμου σειόμενα. Ηκροάσθη επί πολύ. Είτα επανέλαβε τον

μονόλογόν του.

— Ο άνεμος σείει τα δένδρα, είπε, καθώς εμέ η πνοή της συμφοράς.

Οι διώκται όμως δεν αργούσι. Κοιμάσαι, αθώον πλάσμα, εις τας

αγκάλας μου, αλλ' ουδέ υποπτεύεις πού θ' αφυπνισθής. Δεν θα σε

παραδώσω εις τας χείρας των, θα σε μεταβιβάσω εις την αθανασίαν.

Εις τους υποχθονίους θεούς θα σ' αφιερώσω. Συ, ω θείε άνερ, καλώς

είπες, ουδ' ηδύνατο νους τις να ίδη όσα συ κατενόησας. Μετά την

ζωήν η μετεμψύχωσις, μετά την φθοράν η αθανασία. Η ιδέα ζη εν τη

ψυχή ως λύχνος καιόμενος. Αύτη κατοπτρίζει το θείον κάλλος, αύτη

γεννά την ευδαιμονίαν. Ο έρως ηράσθη της ψυχής, η ένωσις αυτών

παρήγαγε την ανθρωπότητα. Ευτυχία, απόλαυσις, γλυκασμός, τρυφή,

ηδυπάθεια, πάντα εν τω έρωτι. Ο θείος έρως δεν είναι γήινος, και η

ψυχή δεν είναι πηλίνη. Το άυλον εν τω αΰλω, το ιδεώδες εν τω

ιδεώδει. Το σώμα είναι το σκότος, η ψυχή είναι η ακτίς. Ακτίς του

αϊδίου, του απείρου, του υπερτελείου φωτός. Το μηδενός επιθυμείν,

η σωφροσύνη, η απάθεια, τούτο θείον. Το όμμα σου, ω θείε άνερ, ήτο

όμμα αετού, η διάνοιά σου ήτο της θείας διανοίας κοινωνός. Και

ευτυχώς επέστη ήδη ο χρόνος, όπως τα δόγματά σου βασιλεύσωσιν επί

της γης. Αι δυστυχίαι της ανθρωπότητος, επί δεκατέσσαρας αιώνας,

ήσαν η τιμωρία αυτής, διότι σε παρεγνώρισε. Δεν παραπονούμαι δι'

όσα υπέφερα, αρκεί ότι θα ίδω τον θρίαμβον του δόγματος. Εις σε

αφιερώ την κόρην ταύτην, αξίωσον αυτήν της δόξης και της

αθανασίας. Το μέγιστον δώρον, όπερ δύναται θνητός να προσφέρη εις

θνητόν...

Διεκόπη. Ήκουσε και πάλιν παρατεταμένον θρουν όπισθέν του.

Ηκροάσθη επί μακρόν. Ουδέν. Και όμως εφαίνετο περιμένων να έλθωσί

τινες.

Ο Βράγγης είχεν ιδεί αύθις το δέμα κινούμενον εις τας αγκάλας του

αγνώστου, και εσκέπτετο ότι ίσως να ήτο βρέφος τι. Εφρικίασεν. Ο

άγνωστος επανέλαβεν·

— Ούτω πρέπει να πράξω και να μη διστάσω πλέον.

Από στιγμής εις στιγμήν οι διώκται δύνανται να φθάσωσι.

Πρώτον το χρέος, είτα η ελευθερία. Συ, ω θείε Πλάτων, αν ήσο, το

αυτό θα έπραττες!...

Και εκινήθη, ετοιμαζόμενος, ως διά να ρίψη το εν ταις αγκάλαις

αυτού κρατούμενον πράγμα εις τον καταρράκτην. Ο Βράγγης είδε τότε

ευκρινέστερον ότι το πράγμα τούτο ήτο όντως έμψυχον. Εκινήθη

προφανώς. Το παιδίον (διότι ήτο μικρά κόρη εξαετής,

περιτετυλιγμένη εντός λευκής οθόνης) αφυπνίσθη εκ της κινήσεως των

χειρών του αγνώστου. Έσφιγξε σπασμωδικώς τους βραχίονας και

εκρατήθη εκ του τραχήλου του. Έβαλε μίαν κραυγήν.

Ο άγνωστος προσεπάθησε ν' αποσπάση τους βραχίονας της παιδίσκης

από του λαιμού του. Αλλ' αύτη τον εκράτει με όλην την δύναμίν της.

— Πατέρα, έκραξε μετά δακρύων, πατέρα!

— Τι έχεις, κόρη μου;

Η μικρά ήρχισε να ολολύζη.

— Πατέρα, μη με φονεύης, έλεγε μετά λυγμών.

Ο άνθρωπος εκείνος εφάνη ότι συνεκινήθη· αλλ' όμως κατέπνιξε το

αίσθημα τούτο και απήντησεν·

— Όχι κόρη μου, υπάρχει αθανασία!

Και προσεπάθησε πάλιν ν' απαλλάξη τον τράχηλόν του από της

περισφίγξεως των μικρών βραχιόνων.

Ο Βράγγης ταραχθείς, έκθαμβος, ιλιγγιών, ανεσηκώθη επί της

στρωμνής του, και ήτο έτοιμος να εφορμήση προς βοήθειαν. Αλλ' η

κοιτίς εφ' ης ευρίσκετο, εχωρίζετο από του βράχου, εφ' ου ίστατο ο

άγνωστος, διά πλατείας χαράδρας, και όπως φθάση εκείσε ο Βράγγης,

ώφειλε να περιγράψη ευρύν κύκλον. Ανωρθώθη και έσπευσεν, ίνα φθάση

εγκαίρως, αλλ' εις μάτην. Η παιδίσκη έσφιγγε σφοδρώς τον τράχηλον

του αγνώστου, αλλ' ούτος ήτο ισχυρότερος και επί τέλους κατώρθωσε

ν' αποσπάση τους βραχίονας αυτής...

Φοβερόν και παθητικόν ήτο το θέαμα της αντιστάσεως της μικράς

ταύτης κόρης, υπερασπιζούσης την ζωήν της κατά των αγώνων του

παραδόξου εκείνου ανθρώπου. Και τούτο μακράν πάσης ανθρωπίνης

αρωγής, εν τω σκότει της νυκτός, εν τη ερημία εκείνη, επί του

ύψους του μεμονωμένου βράχου, υπέρ τον πίπτοντα καταρράκτην, όστις

αν δεν είχεν αρκετόν βάθος προς πνιγμόν, είχεν όμως αρκετόν ύψος

προς κατασύντριψιν ασθενούς πλάσματος.

Οι ολολυγμοί της κόρης αντήχουν κατανυκτικοί και σπαραξικάρδιοι.

— Πατέρα! μη με φονεύης!...

Ο Βράγγης ησθάνθη την καρδίαν του μαλαττομένην και πιεζομένην.

Είχε φθάσει ήδη εις την ρίζαν του βράχου, εφ' ου ίστατο ο άγνωστος

μετά της κόρης. Εκείνος ουδέ είχε παρατηρήσει την παρουσίαν αυτού.

Διά σφοδρού άλματος ανέβη ούτος εις την κορυφήν του βράχου. Αλλά

δεν ήτο πλέον καιρός.

Ο Βράγγης ήκουσε μόνον ψόφον τινά, πάταγον σώματος καταπεσόντος

εντός ύδατος. Είτα είδε τον απαίσιον εκείνον άνθρωπον ιστάμενον

ενώπιον του όρθιον, με εσταυρωμένας τας χείρας υψούντα προς τον

ουρανόν το βλέμμα, ως να απήγγελλε δέησιν... δέησιν υπέρ της ψυχής

του θύματος, όπερ είχε προπέμψει αρτίως εις την αιωνιότητα.

Έστρεφε δε τα νώτα προς τον Βράγγην.

Ούτος ησθάνθη τότε τοσαύτην ορμήν παραφόρου αγανακτήσεως, ώστε

μικρού εδέησε να κατενέγκη επί των ώμων αυτού σφοδρόν κτύπον,

όστις έμελλε να τον αποστείλη προς συνάντησιν του αθώου εκείνου

μικρού πλάσματος. Αλλ' εκράτησε την χείρα του συλλαβών αίφνης

σκέψιν τινά. Ο κρότος της πτώσεως της μικράς παιδίσκης, ον είχεν

ακούσει, δεν ήτο σκληρός, οίος ο επί αντιτύπου σώματος. Ήτο

πλατάγημα όμοιον με το παραγόμενον εκ της συγκρούσεως προς ρευστόν

σώμα. Δυνατόν να έζη εισέτι η μικρά κόρη, αν δεν εκτύπησεν επί του

βράχου. Τω όντι δε εις την λεκάνην, όπου κατέρρεεν ο χείμαρρος,

εσχηματίζετο λάκκος τις, έχων βάθος ίσον προς το τρίτον

αναστήματος ανθρώπου. Η σκέψις αύτη εφώτισεν ένδοθεν την ψυχήν τον

δυστυχούς απομάχου.

Διά μιας εστράφη εις τα οπίσω, και με τρία άλματα κατέβη εις το

ρίζωμα του κρημνού, υπερεπήδησε την χαράδραν, διέβη δύο ή τρεις

χθαμαλούς βράχους και τέλος έφθασεν εις τον βόθρον. Το σώμα της

μικράς κόρης ήτο κατά το ήμισυ βεβυθισμένον εις το ύδωρ, και τα

ενδύματά της επέπλεον. Ο Βράγγης έκυψε, την ανέσυρε και

περιέβαλλεν αυτήν εις τας αγκάλας του. Ρύακες ύδατος έρρεον εκ των

ενδυμάτων της, και ο γέρων απόμαχος κατεβράχη όλος. Αλλά δεν τον

έμελε διά τούτο. Έσπευσε να ψηλαφήση την καρδίαν, να βεβαιωθή αν

ήτο ζώσα η παιδίσκη. Το σώμα ήτο κατάψυχρον. Παρ' ολίγον ο γέρων

στρατιώτης απηλπίζετο. Έψαυσεν επανειλημμένως την καρδίαν, εκάθισε

παρά τον λάκκον, εθέρμανε το σώμα διά προστριβών. Εφύσησεν εις το

πρόσωπον της ατυχούς μικράς. Τέλος ενόησεν ότι έζη, αλλ' ήτο

βεβυθισμένη εις βαθείαν λιποθυμίαν. Ο Βράγγης δεν εδειλίασεν

εξηκολούθησε να εφαρμόζη τα γνωστά αυτώ πρόχειρα μέσα της

θεραπείας.

— Ω, θεέ μου, έλεγε, φωτιά, να είχα τρόπον ν' ανάψω φωτιά. Υψώσας

το βλέμμα προς την κορυφήν του υψηλού βράχου, είδε μετά χαράς ότι

ο άγνωστος δεν ήτο πλέον εκεί. Αφού εκρήμνισε την μικράν κόρην,

ενόμισε καλόν να γείνη άφαντος. — Τω όντι, διενόθη ο Βράγγης,

τούτο ήτο το καλλίτερον όπου είχε να κάμη. Αλλ' εγώ τι να κάμω; Αν

δε μου έκλεφταν την φλοκάταν, ιδού πού θα εχρησίμευε τώρα. Αλλά

και πάλιν καλλίτερον οπού μου έκλεψαν μίαν φλοκάταν, και έσωσα

μίαν ψυχήν. Αλλά πρέπει να την σώσω μέχρι τέλους.

Εξηκολούθησεν ανενδότως τας προστρίψεις και τας εμπνοάς. Η

παιδίσκη παρείχε κατά μικρόν σημεία ζωής. Στεναγμός τις ελαφρός,

ως λεπτή αύρα εν γαλήνη, εξήλθεν εκ των χειλέων της. Το πρόσωπον

ήτο λευκόν, ως κηρός, και οι καστανοί βόστρυχοι της περιέβαλλον

την μορφήν, ως στεφάνη γραπτής αγίας. Ο παλαιός στρατιώτης

ησθάνετο παράδοξον και συμπαθή γοητείαν εις την θέαν του δυστήνου

τούτου πλάσματος. Εσκέπτετο ότι και αυτός, αν δεν εδαπάνα την

νεότητά του εις αγόνους και σκαιάς επιχειρήσεις, θα ηδύνατο να

είναι πατήρ, και να έχη εις το γήρας του μικράν κόρην, οία αύτη,

ήτις θα ήτο η παραμυθία του. — Τώρα δε τι εκέρδισα; έλεγεν.

Ηκολούθησα όλην την ζωήν μου τον Γάρμπον, όστις μ' εδίδαξε να

καταφρονήσω όλα τα επίγεια, χωρίς να κερδίσω τα ουράνια

τουλάχιστον. Αλλά διατί να μη υιοθετήσω αυτήν την μικράν; Αυτή δεν

έχει ούτε πατέρα, ούτε μητέρα. Έκαστος δύναται να γείνη φυσικώς

πατήρ μιας κόρης, αλλά δεν δύναται να σώση και μίαν κόρην από τον

θάνατον, καθώς εγώ. Αλλά τις ειξεύρει αν δεν είμαι και πατήρ της;

Ταύτα σκεπτόμενος κατήντησε να πιστεύση ότι τω όντι η μικρά αύτη

ήτο θυγάτηρ του. Εσυλλογίζετο δε την έκπληξιν, ην ήθελεν αισθανθή

ο Γάρμπος, αν εμάνθανεν ότι ο παλαιός σύντροφός του απέκτησεν

αίφνης εις το γήρας μίαν κόρην. Πιθανόν ο αλλόκοτος εκείνος

άνθρωπος, όστις την κατεκρήμνισεν από του ύψους του βράχου, να ήτο

πατήρ της, ως τον είχεν ονομάσει αύτη. Αλλά προφανώς, αφού υπερέβη

πάντα όρον αστοργίας, επιχειρήσας να την φονεύση, απέβαλε διά

τούτο τα δικαιώματα της πατρότητος. Και αφού ούτως είχε το πράγμα,

η νεαρά αύτη κόρη είχεν ανάγκην πατρός.

Εκ της σκέψεως ταύτης ησθάνθη αγαλλίασιν ο Βράγγης. Έλαβε την

μικράν εις τας αγκάλας του, υπερεπήδησε τους βράχους πατών με

ασφαλές και έμπεδον βήμα, και ελθών απέθεσε την κόρην επί της

κλίνης του. Την εσκέπασε με τα ενδύματά του, την περιέθαλψε, την

εθέρμανε, και εκάθισε παρ' αυτήν. Τα σημεία της εις την ζωήν

επανόδου ήσαν ήδη προδηλότερα. Αλλ' όμως βηξ και άσθμα κατείχε το

στήθος της. Ο γέρων ανησύχει. Ήτο ήδη βαθεία νυξ και εφοβείτο το

νυκτερινόν ψύχος. Εκράτει πάντοτε τας χείρας της, αίτινες ήσαν έτι

ψυχραί. Η παιδίσκη δεν ωμίλησε, και εφαίνετο εν αγνωσία

διατελούσα. Η δύσπνοια του στήθους επετείνετο και ο φόβος του

καλού απομάχου παρηκολούθει μετά προσοχής τα συμπτώματα ταύτα. Αν

και εγίνωσκε την χρήσιν του ξαντού διά τα τραύματα, ποτέ δεν

εφαντάσθη ότι ηδύνατο να είναι τόσον αγαθός νοσοκόμος.

Διελογίσθη ότι εκεί πλησίον, εις το χωρίον, όπερ δεν απείχε πολύ,

όθεν οι κύνες και τα παιδία τον είχον εξώσει θριαμβευτικώς την

εσπέραν, υπήρχον μικραί τινες επαύλεις, καλύβαι μάλλον ή οικίαι,

κεχωρισμέναι από της κυρίως κώμης, αίτινες κατωκούντο υπό

ανθρώπων, και ηδύναντο να έχωσι πυρ εις την εστίαν και θερμήν

κλίνην δι' ύπνον. Αν ελάμβανε την ατυχή ταύτην παίδα εις τας

αγκάλας του, και εβάδιζε δύο ή τρία μίλια, διότι δεν ησθάνετο

πλέον κάματον, αν έβλεπε φως λάμπον εις τον φεγγίτην, και έκρουε

μετά θάρρους και συστολής άμα την θύραν . .. . . . πιθανόν να

δυσηρεστούντο οι κάτοικοι της καλύβης διά το άκαιρον και

απροσδόκητον της ενοχλήσεως, αλλ' αυτός θα ωμίλει, θα διηγείτο με

δύο λέξεις το πράγμα, θα μετήρχετο την ευγλωττίαν του πάθους και

της οδύνης, και ίσως θα τους συνεκίνει.

Δεν εδίστασεν επί πλέον. Ανήγειρε την μικράν κόρην, ετύλιξεν αυτήν

με το ένδυμά του, και λαβών την πέτραν και την ράβδον του, ήρχισε

να βαδίζη. Καθ' ην στιγμήν διήρχετο υπό την πλάτανον, την

εγγυτέραν προς τον βράχον όθεν έπιπτεν ο καταρράκτης, είδε,

βοηθεία ακτίνος τινος της σελήνης, στίλβον τι πράγμα κείμενον κατά

γης. Έκυψε και το έλαβε. Το έθηκεν εις την πήραν, χωρίς να το

περιεργασθή, διότι το συμπαθές φορτίον όπερ εβάσταζε δεν επέτρεπε

αυτώ τούτο. Ετάχυνε γενναίως το βήμα, και εισήλθεν εις την

σύνδενδρον και σκιεράν οδόν, την άγουσαν εις το χωρίον.

Ότε προέβη αρκετήν οδόν, ήκουσεν αίφνης ποδοβολητόν ίππων

ερχομένων όπισθέν του. Τα σιδηρά πέταλα αντήχουν επί του εδάφους

και αι φωναί των ιππέων ηκούοντο. Η πρώτη ελθούσα αυτώ ιδέα ήτο να

αποταθή προς τους ιππείς και να ζητήση την βοήθειαν, ης είχεν

ανάγκην. Ουδεμίαν αντίληψιν ή ανάμνησιν είχε των λόγων του

αγνώστου, δι' ων υπηνίχθη διώκτας της μικράς κόρης επερχομένους.

Αλλ' όμως συνέλαβεν αόριστον τινα φόβον, και εσκέφθη ότι ουχί παρά

των διαβατών, οίτινες δεν είχον προφανώς τα μέσα, αλλά παρά των εν

οίκω ώφειλε να ζητήση βοήθειαν. Παρεμέρισεν εκ της οδού, επορεύθη

εις πυκνόν θάμνον, και εκρύβη όπισθεν αυτού, περιμένων να

περάσωσιν οι ιππείς. Ότε επλησίασαν ούτοι, ήκουσε τον εξής

διάλογον.

— Δεν ημπορεί να είναι μακράν.

— Αυτός ο διαβολόγερος ειξεύρει τον τρόπον να χάνεται ως

κονιορτός.

— Πώς ευρέθης εδώ και τι συνέβη; ηρώτησε τον Βράγγην ο φαινόμενος

ως αρχηγός των ιππέων.

— Βοήθειαν πρώτον, αυτή η μικρά κινδυνεύει.

— Και τι έχει;

— Κρυόνει θανατηφόρως.

— Τύλιξέ την μ' αυτό.

Ο ιππεύς εξέβαλεν εκ του μαρσίπου του μάλλινον σκέπασμα και το

έρριψεν εις τον Βράγγην. Ούτος δε έσπευσε να περιτυλίξη το σώμα

της κόρης.

— Αλλ' ειπέ με δύο λέξεις τι συνέβη, επανέλαβεν ο ιππεύς.

Άλλος εκ των ιππέων εξέβαλε φιάλην εκ του κόλπου του και την

έδωκεν εις τον Βράγγην.

— Δος της να μυρισθή αυτό, είπεν.

Ο Βράγγης εξετέλεσε και την δευτέραν ταύτην παραγγελίαν.

— Ειπέ τι συνέβη, επανέλαβεν ανυπομόνως ο πρώτος των ιππέων.

— Κύριοι, εγώ εκοιμώμην, εκεί υποκάτω των δένδρων, σιμά εις τον

ρύακα. Έξαφνα βλέπω ένα μανιακόν, ένα αλλόκοτον άνθρωπον, ένα έξω

απ' εδώ, και ήλθε και έρριψεν αυτήν την μικράν, την εκρήμνισεν εις

τον καταρράκτην. Επρόφθασα και την έσωσα, αλλ' όμως αποθνήσκει!

Πριν ή τελειώση τον λόγον του ο Βράγγης, ο πρώτος των ιππέων

ένευσε προς ένα των συντρόφων του. Ούτος έκαμε δύο βήματα με τον

ίππον και εκτείνας τας χείρας προς τον Βράγγην.

— Δος μοι αυτήν την μικράν, είπε.

— Τι θέλετε;

— Δος μοι την μικράν και πήγαινε τον δρόμον σου, γέρο.

Ο Βράγγης κατελυπήθη, ιλιγγίασεν, ησθάνθη επιθυμίαν ν'αντισταθή.

— Αλλ' είναι 'δική μου η μικρά, είπεν. Εγώ μόνον βοήθειαν

εζήτησα.

— Είναι 'δική σου;

— Είναι 'δική μου, κόρη μου. Δεν ειμπορώ ν' αποχωρισθώ απ' αυτήν.

— Ετρελλάθης, γέρο!

— Σας λέγω, είναι κόρη μου, επέμεινεν ο Βράγγης, μεταμεληθείς ότι

δεν διηγήθη εξ αρχής τον μύθον τούτον.

— Μη αστεϊσμούς, γέρο! είπεν αυστηρώς ο πρώτος των ιππέων. Δος

την μικράν, και τράβα!

— Αλλ' είναι 'δική μου, κύριε!

— Όταν θέλης να λέγης ψεύματα, να τα σκέπτεσαι εξ αρχής.

Ο Βράγγης κατεταράχθη, επόνεσεν, έκλαυσεν. Αντεστάθη μέχρις

εσχάτων.

— Και όταν συλλογίζωμαι ότι το άλογόν μου κοντεύει να σκάση.

— Μήπως θα είναι το πρώτον;

— Και τρέχομεν τόσας ώρας, χωρίς να ειξεύρωμεν διατί!

— Και ποίος ημπορεί να παραπονεθή;

— Αλλά δεν είναι ευχάριστον να ενεργή τις εις τα τυφλά.

— Πιστεύεις ότι ενεργούν εις τα τυφλά;

— Δι' ημάς είναι άγνωστον.

— Εγώ λέγω ότι χάνομεν τον κόπον μας.

— Οι καταδιωκόμενοι δεν ευρίσκονται εις τους μεγάλους δρόμους.

Αι τελευταίαι λέξεις μόλις ηκούσθησαν. Η συνοδία παρήλθεν. Ο

Βράγγης ουδεμίαν υπόνοιαν συνέλαβεν εκ του διαλόγου τούτου.

Προέκυψεν όπισθεν του θάμνου, παρετήρησε μετά προσοχής, και ότε οι

ιππείς απεμακρύνθησαν αρκούντως, εξηκολούθησε και ούτος τον δρόμον

του.

Αλλά μόλις προέβη δύο τρία βήματα, και εξέπεμψε σπαρακτικήν

κραυγήν. Ησθάνθη εις τας αγκάλας του κατάψυχρον το σώμα της μικράς

κόρης. Τότε δεν εδίστασε πλέον. Οι ιππείς δεν ήσαν παραπολύ

μακράν, και ηδύναντο εισέτι να τον ακούσωσιν. Έκραξε με όλην την

δύναμιν του στήθους.

— Κύριοι! Ιππείς! βοήθειαν!

Οι ιππείς εστάθησαν ευθύς. Ήσαν επτά ή οκτώ τον αριθμόν. Ο Βράγγης

έσπευσε να φθάση εις το μέρος, όπου εσταμάτησαν, όλος ταραχή και

αγωνία.

— Τι τρέχει, έκραξεν εις των ιππέων. Ποίος φωνάζει;

— Κύριος, δι' έλεος, βοήθειαν!

— Ποίος είσαι;

— Πτωχός γέρος απόμαχος.

— Και τι θέλεις;

— Βοήθειαν εις ένα πλάσμα, κύριοι!

— Τι πλάσμα;

— Μίαν μικράν κόρην, ήτις αποθνήσκει.

Οι ιππείς παρετήρησαν μετά προσοχής, διότι ο Βράγγης είχε

πλησιάσει ήδη, και είδον το εν ταις αγκάλαις αυτού βασταζόμενον.

Παρετήρησαν αλλήλους ερωτηματικώς.

Εφαίνοντο ως να έλεγον·

— Αυτή να είναι;

— Και όμως ο γέρος δεν είναι αυτός, είπε μεγαλοφώνως είς αυτών.

— Ειμπορεί να μην είναι ο γέρος, και να είναι η μικρά, απήντησεν

άλλος.

Οι ιππείς εδέησε να μετέλθωσι βίαν. Ήρπασαν από των χειρών του

Βράγγη την μικράν παιδίσκην, και εξηκολούθησαν τον δρόμον των.

Ο Βράγγης έκλαιεν ως παιδίον.

— Πάρε αυτό, γέρο, διά να παρηγορηθής! έκραξεν ο πρώτος των

ιππέων ρίψας αυτώ βαλάντιον πλήρες χρημάτων.

Ο Βράγγης κατεπάτησε το βαλάντιον με τους δύο πόδας του, και

έτρεξε κλαίων κατόπιν των καλπαζόντων ίππων. Έμελλε δε να τρέχη

μέχρι της αυγής, διότι οι ιππείς δεν απήλθον εις μέρος εγγύς

κείμενον. Τέλος απώλεσε τα ίχνη των.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ότε ανέτειλεν η ημέρα, και ο Βράγγης συνήλθεν ολίγον τι, θέσας

τυχαίως την χείρα εις την πήραν του, ανεύρεν εκεί το μόνον

ενθύμιον, όπερ τω έμεινεν εκ της νυκτερινής οπτασίας. Ήτο το

στίλβον εκείνο πράγμα όπερ είχεν εύρει υπό την πλάτανον. Ήτο δε

είδος αργυρού εγκολπίου, έχον εγκεχαραγμένα σύμβολα και μίαν

λέξις. Τα σύμβολα παρίστων γλαύκα, θύρσον, και στέφανον δάφνης. Η

λέξις, ην και αν είξευρε ν' αναγινώσκη, δεν θα ενόει πάντως ο

Βράγγης, έλεγε κεφαλαίοις γράμμασι ΠΛΗΘΩΝ.

ΜΕΡΟΣ Α'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Η ικέτις.

Μίλιά τινα μακράν της Μονεμβασίας, έκειτο παρά τον αιγιαλόν, κατά

τον ΙΕ' αιώνα, συνοικία τις αλιέων καλουμένη κοινώς Στάμπα. Ο

όρμος ήτο αρκούντως ευρύς και πλήρης λέμβων και ακατίων, υπήρχον

λίθιναι αποβάθραι, εργαστήριά τινα, και έν πλινθοποιείον. Παρά την

αντίθετον άκραν της παραλίας έκειτο πύργος, όστις δυνατόν να

κατωκείτο πάλαι ποτέ, αλλά κατά τον ειρημένον χρόνον ήτο έρημος.

Νύκτα τινά του Απριλίου του έτους 1453, καθ' ην ώραν οι αλιείς

ητοίμαζον τους πυρσούς διά τας νυκτερινάς οψοθηρίας, αι δε

γυναίκες των απεκοιμίζον τα βρέφη επί των γονάτων αυτών,

συρίζουσαι το σύνηθες νανούρισμα και ημικλείστους έχουσαι υπό

νυσταγμού τους οφθαλμούς, παράπηγμά τι ήτο ανοικτόν εις την άκραν

της συνοικίας. Ο μπάρμπα Κατούνας ο οινοπώλης δεν ήτο δύσκολος

άνθρωπος, και εδέχετο πάσης τάξεως πελάτας εις το καπηλείον του,

ήρκει να ήσαν οινοπόται. Κατά την παρούσαν στιγμήν δύο μόνον

θαμώνες υπήρχον εν τω παραπήγματι και έπινον καθήμενοι παρά

τράπεζαν. Ο Κατούνας όρθιος, με την ποδιάν κρεμαμένην εκ της

οσφύος, περιέμενε, πριν ή αποκοιμηθή, να κενώσωσι τα ποτήρια οι

δύο πόται, ίνα παραγγείλωσι και άλλον οίνον.

Οι δύο ούτοι ηλιοκαείς άνθρωποι συνδιελέγοντο σιγά, ενώ έπινον. Ο

Κατούνας ουδέ λέξιν ήκουεν. Εις μάτην έτεινε τα ώτα. Είνε αληθές

ότι οι δύο ομιληταί δεν επεθύμουν προφανώς νακουσθώσι. Δεν ήσαν εξ

εκείνων οίτινες ενεργούσι τα πράγματα προς επίδειξιν.

— Λοιπόν, έλεγεν ο είς, πώς το ειξεύρεις;

— Έχω πληροφορίας, σοι λέγω, απήντα ο έτερος.

— Πόθεν σου ήλθαν; ηρώτα ο πρώτος, όστις εφημίζετο ως επιτήδειος

κλέπτης, ήτο δε διάσημος εις τα πέριξ. Ωνομάζετο Σκούντας,

επεκαλείτο δε κοινώς &Περίδρομος&.

— Μου ήλθαν από την Ρώμην, απήντα ο δεύτερος, Τρανταχτής ονόματι.

Ούτος είχε δύο επαγγέλματα. Με τους τιμίους ήτο τίμιος, και με τον

Σκούνταν ομότεχνός του.

— Και έχεις εσύ σχέσεις εις την Ρώμην, διαβόλου Τρανταχτή;

— Δεν το ειξεύρεις; απήντησεν ο Τρανταχτής ιλλωπίζων τους

οφθαλμούς.

Και ποίος είνε ο ανταποκριτής σου;

— Ο Πάπας, είπεν απαθώς ο Τρανταχτής.

Ο Σκούντας έβαλε πλατύν γέλωτα.

— Διατί γελάς;

— Διότι μ' εμπαίζεις, είπεν ο Σκούντας.

Την στιγμήν ταύτην ο Κατούνας, ιδών την φαιδρότητα του Σκούντα

έλαβε θάρρος και επλησίασε δύο βήματα. Αλλ' ο Περίδρομος

συνέστειλε τας οφρύς.

— Τι θέλεις, Κατούνα; είπεν οργίλως.

— Ενόμισα ότι είχετε σώσει το κρασί, εμορμύρισεν ο Κατούνας.

— Φέρε μίαν φιάλην, ανόητε, διά να μην ευρίσκης πρόφασιν να

έρχεσαι κάθε λίγο.

Ο Κατούνας έσπευσε να υπακούση.

— Και πώς συμβαίνει ώστε ο Πάπας να είνε ανταποκριτής σου;

επανέλαβεν ο Σκούντας.

— Όπως συμβαίνουν όλα τα πράγματα, απήντησεν ο Τρανταχτής.

— Εξήγησέ μου λοιπόν πώς συμβαίνουν τότε, διότι εγώ δεν το

ειξεύρω.

— Διά να συμβή κάτι, είπεν ο Τρανταχτής, εγώ ωμίλησα με

σπουδαίους ανθρώπους και το έμαθα αυτό, απαιτούνται δύο τινά·

θέλησις και δύναμις.

— Λοιπόν;

— Λοιπόν, την θέλησιν την έχουν όλοι, την δύναμιν όμως ολίγοι.

— Και έπειτα;

— Και διά τούτο βλέπομεν ότι ολίγοι επιτυγχάνουν εις αυτόν τον

κόσμον.

— Και είσαι συ εκ των ολίγων;

— Εννοείται, αφού έχω τόσα μέσα.

— Και τι μέσα έχεις;

— Όσα θέλω.

Ο Σκούντας έλαβε το ποτήριόν του και το συνέκρουσε με το του

συμπότου. Εξεκένωσε δε ο Σκούντας τον οίνον απνευστί. Ο Τρανταχτής

μόνον ολίγον έπιεν.

— Ας αφήσωμεν τους αστεϊσμούς, επανέλαβεν ο Σκούντας.

— Δεν είνε αστεϊσμοί, είπεν ο Τρανταχτής.

— Ομιλείς σπουδαία;

— Βέβαια.

— Λέγε λοιπόν καθαρά τότε.

— Καθαρά όπως αυτό το ποτήρι.

— Έμαθες αληθώς ότι θα έλθη;

— Ναι.

— Από πού λοιπόν το έμαθες;

— Σοι είπα, από τον Πάπαν.

Ο Σκούντας εμόρφασεν ανυπομόνως.

— Αλλά δεν είνε παράξενον, μοι φαίνεται, επανέλαβεν ο Τρανταχτής,

να το έμαθα από τον Πάπαν, αφού αυτός, διά τον οποίον ομιλούμεν,

είνε καρδινάλιος.

— Το ειξεύρω.

— Και από τον καρδινάλιον έως τον Πάπαν δεν είνε, μοι φαίνεται,

μεγάλη απόστασις.

— Δεν ειξεύρω.

— Αλλ' ας είνε, εγώ σοι λέγω ότι το έμαθα από τον θαλαμηπόλον

του.

— Και τον γνωρίζεις;

— Είνε φίλος μου.

— Τι διάβολο! όλους τους έχεις φίλους; είπεν ο Σκούντας.

— Και διά να πεισθής, ιδού.

Ο Τρανταχτής ήνοιξε το περιστήθιόν του και εξήγαγε φάκελλον εκ του

κόλπου. Έσυρε δε ένδοθεν του φακέλλου χαρτίον και το έδωκεν εις

τον Σκούνταν.

— Ιδού, διάβασε, είπεν.

Ο Σκούντας ανέγνω την εξής επιστολήν:

«Αγαπητέ μοι εν Χω αδελφέ. Πολύ ταχέως ελπίζω να ενταμωθώμεν, Θεού

θέλοντος, και με την ευχήν του Αγίου ημών Πατρός. Ο κύριός μου

σκοπεύει μετά ένα μήνα να έλθη εις την Ανατολήν. Μοι φαίνεται ότι

η αποστολή του έχει εκκλησιαστικόν και πολιτικόν σκοπόν, αλλά

πλειότερα δεν ανεκάλυψα. Ό,τι άλλο μάθω, θα σε πληροφορήσω. Θα

μεταβή δε, πιστεύω, εις Κωνσταντινούπολη, αλλά θα περάσωμεν και

από τα χώματά σας, διότι έχει σκοπόν να επισκεφθή τον παλαιόν

διδάσκαλόν του. Αν ως είνε βέβαιον εκτελέση την επίσκεψιν ταύτην,

θα αποβιβασθώμεν χωρίς άλλο εις την παραλίαν της Μονεμβασίας.

Επιθυμώ ο πρώτος άνθρωπος, τον οποίον θα ενταμώσω, να είσαι συ,

διότι το νομίζω ως καλόν οιωνόν. Άσπασαί μοι την Πογγίαν, την

Βεάτην και την Πίαν, τας αγαπητάς μοι εν Χω αδελφάς. Να τας

συμβουλεύης να μη δοθώσιν εις την άσκησιν και εις την

σκληραγωγίαν, διότι τούτο θα τας κάμη να φαίνωνται ως γραίαι, και

θ' αποβάλωσι το κόσμημα του κάλλους, το οποίον είνε έν εκ των επτά

αγίων χαρισμάτων. Όλος ασπασίως εις σε, μένω. Ο φίλος, Άγγελος

Δερμίνιος, μοναχός εκ του τάγματος του Αγ. Βενεδίκτου. Είθε η ευχή

του Αγίου Πατρός να είνε μεθ' ημών. Αμήν».

Αφού ανέγνω ο Σκούντας την ανωτέρω επιστολήν, την απέδωκεν εις τον

Τρανταχτήν, όστις εμειδία πονηρώς.

— Τώρα ναι, σε πιστεύω. Διότι, δεν γίνεται να είνε πλαστόν αυτό

το γράμμα, τι διάβολο!

— Δεν πιστεύω να με κάμης και πλαστογράφον, είπεν ο Τρανταχτής,

υποκρινόμενος ότι δυσαρεστείται.

— Και ποίαι είνε αυταί, οπού λέγει;

— Ποίαι;

— Η Μπογγία, η Πεάτη και η Βία...

— Η Πογγία, η Βεάτη και η Πία;

— Ναι.

— Είνε μοναχαί.

— Εις ποιον μέρος;

— Δεν ειξεύρεις ότι έχω σχέσεις εις έν γυναικείον μοναστήριον;

— Νομίζω να ήκουσα.

— Είνε το μοναστήριον της Αγίας Ελισάβετ. Απέχει τρεις ώρας απ'

εδώ.

— Το ειξεύρω.

— Εκεί έχω πολλάς σχέσεις.

— Τίνος είδους;

— Καλάς.

— Καλάς, το ειξεύρω, αλλά....

— Αγνάς εννοείται.

— Τόσον το καλλίτερον, είπεν ο Σκούντας στενάζων.

Παραδόξως δ' εσκυθρώπασε, και δεν επέμεινε περιπλέον εις το θέμα

τούτο του λόγου.

— Ας έλθωμεν εις το προκείμενον, είπεν.

— Ας έλθωμεν.

— Έως πότε λέγεις να φθάση εδώ;

— Ποίος;

— Ο Καρδινάλιος, αυτός, πώς τον λέγουν.

— Δυστυχώς αυτός ο Δερμίνιος, ο υποκριτής, ελησμόνησε να βάλη την

χρονολογίαν εις την επιστολήν.

— Όστε δεν ειξεύρεις;

— Την έλαβα προ οκτώ ημερών. Η επιστολή λέγει ότι μετά ένα μήνα

θα γείνη το ταξείδιον.

— Λοιπόν;

— Αν υπολογίσωμεν και τρεις εβδομάδας επάνω κάτω ίσως να φθάση

εις χείρας μου η επιστολή . . .

— Ως τόσον, πιστεύω.

— Ο καρδινάλιος τότε είνε εις τον δρόμον.

— Βέβαια.

— Λοιπόν;.....

Ο Τρανταχτής εκύτταξεν ατενώς κατά πρόσωπον τον Σκούνταν. Ούτος δε

κατέστη σύννους και σκεπτικός επί τινας στιγμάς. Είτα εκένωσε και

άλλο ποτήριον και απέμαξε τον μύστακα.

— Δεν έχω κανέν σχέδιον, είπεν. Αλλά θα σκεφθώ και σοι λέγω.

Ο Τρανταχτής προσήλθεν εγγύτερον προς τον Σκούνταν και εσφίγχθη

παρ' αυτόν. Εταπείνωσε πολύ την φωνήν και τω είπεν·

— Ο καρδινάλιος είνε αδύνατον να μη φέρη μαζύ του πολλά χρήματα.

— Το ειξεύρω. Αλλά θα τα φέρη επάνω του; Αδύνατον.

— Όχι. Αλλ' ένα πράγμα δεν μοι λέγει η επιστολή.

— Το ποίον;

— Αν θα έχη ιδιαίτερον πλοίον.

— Τω όντι.

— Αλλ' εγώ πιστεύω ότι, αν αληθεύη αυτό οπού λέγει αυτός ο

υποκριτής, ο Δερμίνιος...

— Τι λέγει;

— Λέγει ότι έρχεται διά πολιτικήν αποστολήν.

— Ναι.

— Λοιπόν αφού έρχεται διά πολιτικήν αποστολήν...

— Έπειτα;

— Θα ειπή ότι τον στέλλει ο Πάπας.

— Ίσως.

— Και αφού τον στέλλη ο Πάπας....

— Ε;

— Τούτο σημαίνει ότι θα του δώση πλοίον.

— Πιθανόν.

— Και αφού θα έχη πλοίον...

— Λοιπόν;

— Θα ειπή ότι τα χρήματα θα τα έχη εις το πλοίον μέσα.

Ο Σκούντας εσκυθρώπασεν αύθις.

— Είνε δύσκολον, είπε.

— Το ειξεύρω.

— Ειμπορούμεν ημείς να;

— Τι να;

— Να ληστεύσωμεν το πλοίον, είπεν ο Σκούντας.

— Πιθανόν να μη λάβωμεν ανάγκην να το ληστεύσωμεν.

— Αλλά τι;

— Να το γδύσωμεν μόνον.

— Δεν είνε το ίδιον; είπε μειδιάσας ο Σκούντας.

— Κατά τας περιστάσεις.

— Διατί;

— Υπόθεσε ότι δεν είμεθα ικανοί δι' έφοδον.

— Υποθέτω.

— Ούτε διά καύσιμον.

— Ούτε.

— Ούτε διά βούλιαγμα.

— Ούτε.

— Τότε δεν βλέπεις έν άλλο μέσον;

— Ποίον;

— Ο Δερμίνιος αυτός είνε φίλος μου.

— Το ειξεύρω.

— Εμβαίνει ολίγον εις τα έντιμα μέσα.

— Ίσως.

— Είνε ψευδευλαβής, υποκριτής, ασυνείδητος Φαρισαίος

— Πιστεύω.

— Αν συνεννοηθώμεν μ' αυτόν...

— Ε;

— Τότε αυτός θα μας εύρη το μέσον.

— Άμποτε.

— Ή θα το εύρωμεν ημείς.

Ο Σκούντας έσεισε τους ώμους. Παρετήρησεν ότι η φιάλη είχε κενωθή.

Έκρουσεν αυτήν επί της σανίδος της τραπέζης. Ο κρότος εξύπνισε τον

Κατούναν, όστις μόνον με τους οφθαλμούς εκοιμάτο, με τα ώτα όμως

ηγρύπνει.

— Τι αγαπάτε; ηρώτησε.

— Κρασί.

Ο Κατούνας έλαβε την φιάλην και επορεύθη προς το βαρέλιον.

— Θα ίδωμεν, απήντησεν ο Σκούντας προς τον σύντροφόν του. Σαν

δύσκολα βλέπω τα πράγματα, αλλά ο Θεός βοηθός.

Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο Σκούντας τον λόγον και παράδοξος κρότος

ηκούσθη έξωθεν. Βήματα δρομαία αντήχησαν, πνοή δε και κραυγή

διακεκομμένη έπληξε τα ώτα των δύο συμποτών.

— Τι τρέχει; είπεν ο Σκούντας.

Ο Τρανταχτής δεν ωμίλησεν· έμεινε με το στόμα κεχηνός, βλέπων προς

την θύραν του παραπήγματος, ο δε Κατούνας, όστις είχεν ανοίξει την

στιγμήν εκείνην τον κρουνόν του βαρελίου, έχυσεν αρκετόν ρεύμα

οίνου εκτός της φιάλης, κάτω εις το έδαφος, διότι έστρεψεν

ακουσίως το πρόσωπον προς τον θόρυβον.

Νεάνις τις ατημελώς ενδεδυμένη, λυσίκομος, ανυπόδυτος, εν εξάλλω

ταραχή διατελούσα, εισώρμησεν εις το καπηλείον κράζουσα·

— Σώσατέ με! Σώσατέ με!

Οι δύο συμπόται ανωρθώθησαν αυτομάτως. Η νεάνις ήσθμαινεν, είχε το

πρόσωπον κάτωχρον και έτρεμεν όλον το σώμα της.

— Αϊμά, έκραξεν ο Σκούντας, αναγνωρίσας αυτήν, συ είσαι, Αϊμά;

Συγχρόνως τρεις άνδρες μαυρισμένον το πρόσωπον έχοντες, ημίγυμνοι,

κατησβολωμένοι, κρατούντες σφύρας και πυράγρας εισέβαλον κατόπιν

της νέας κόρης εις το καπηλείον κράζοντες·

— Τζάνουμ! Πιάστε την! Πιάστε την, για το Θεό!...

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Καπνοί και σκωρίαι.

Όπως διηγηθώμεν τι συνέβη, ανάγκη μικράς αναδρομής εις το

παρελθόν.

Ουχί μακράν του καπηλείου του Κατούνα, περί τα δισχίλια βήματα,

έκειτο μεμονωμένη τις καλύβη, σκαιά και αλλόκοτος την θέαν,

ιδρυμένη εις την υπώρειαν πετρώδους τινός λόφου, όπου ουδέ ίχνος

βλάστης υπήρχεν. Ο άχαρις εκείνος και γυμνός βράχος ηδύνατο να

προκαλή πάμπολλα σχόλια και μομφάς επί ελλείψει φιλοκαλίας, αν ήτο

έργον ανθρώπινον. Επειδή όμως ήτο έργον της φύσεως, ουδείς

εδικαιούτο να παραπονεθή.

Η εν λόγω καλύβη ήτο ευρεία και είχε μεγίστην οπήν εν τω μέσω της

στέγης. Κατωκείτο δε υπό οικογενείας σιδηρουργών, συγκειμένης εκ

τριών ανδρών και δύο γυναικών, εις ους εχρησίμευεν ου μόνον ως

κατοικία αλλά και ως εργαστήριον. Εν τω μέσω έκειτο η κάμινος,

κτιστή και υψηλή μέχρι των βουβώνων ανδρικού αναστήματος, εφ' ης

νυχθημερόν έκαιον οι εξ ερείκης άνθρακες. Αύτη συνείχετο με

ισοϋψές ίκριον, εφ' ου ήσαν ιδρυμέναι αι δύο φύσαι. Διά της εν τη

οροφή μεγίστης οπής εξήρχετο ο καπνός. Περί την κάμινον ίσταντο

τρεις μεγάλοι άκμονες, παρ' αυτούς έκειντο οι ραιστήρες, αι

σφύραι, αι πυράγραι και τα λοιπά εργαλεία.

Παρά τας τέσσαρας γωνίας της καλύβης εκοιμώντο επί του εδάφους οι

σιδηρουργοί και αι δύο γυναίκες. Ώρα του ύπνου ήτο συνήθως από της

δύσεως του ηλίου μέχρι μέσων νυκτών και τότε αφυπνίζοντο, ήναπτον

το πυρ και ήρχιζον την εργασίαν, μέχρι της πρωίας διαρκούσαν. Την

ημέραν σπανίως ευρίσκοντο οι άρρενες εν τω εργαστηρίω. Εξετέλουν

εκδρομάς εις τα πέριξ, είτε προς πώλησιν των προϊόντων της τέχνης

είτε και προς άλλους αγνώστους σκοπούς. Επέστρεφον δε την εσπέραν

κατάκοποι και κατεκλίνοντο. Ότε δε ηγείροντο προς το μεσονύκτιον,

ως ελέχθη, δεν ήσαν συνήθως μόνον οι τρεις σιδηρουργοί, οίτινες

ειργάζοντο. Ως επί το πλείστον ήρχοντο και άλλοι ομότεχνοι και

συνηγωνίζοντο μετ' αυτών. Αι δύο γυναίκες δεν υστέρουν και αυταί

εις το να βοηθώσι τους άνδρας. Ο ριπισμός των ανθράκων διά των

φυσών, ο ραντισμός του πυρός, η κατάσβεσις του πεπυρακτωμένου

μετάλλου ήσαν ίδια αυτών έργα. Ενίοτε δε και εις τον χειρισμόν του

ραιστήρος ελάμβανε μέρος η πρεσβυτέρα των δύο. Ήτο δε αύτη

εξηκοντούτις, ερρυτιδωμένη τας παρειάς, με δύο μεγάλους κυνόδοντας

κρεμαμένους εκ της άνω σιαγόνας. Είτε ήνοιγε το στόμα, είτε

κλειστόν είχεν αυτό, οι δύο κυνόδοντες ουδέποτε ηδύναντο να

κρυβώσιν. Ότε εμειδία (μειδίαμα δ' εννοούμεν τον συνήθη αυτή

μορφασμόν του προσώπου), επροξένει τρόμον εις την μικράν

προστατευομένην της. Η γραία αύτη ήτο σύζυγος του πρεσβυτέρου των

τριών ανδρών και μήτηρ των δύο νεαρών γύφτων. Ηδύνατο δε να

ορκισθή εις τον Ήφαιστον ότι και της νέας κόρης επίσης ήτο μήτηρ.

Ο γέρων ήτο παράξενος, δριμύς, οξύχολος, εμορμύριζε πάντοτε, ποτέ

δεν ήτο ευχαριστημένος. Έκαστος γογγυσμός αυτού απήντα εις έκαστον

μορφασμόν, εις εκάστην θωπείαν και φιλοφρόνησιν της γραίας. Οι δυο

νέοι γύφτοι εσύριζον, ετραγώδουν αδιαλείπτως, και δεν ωμίλουν

ποτέ. Ο είς ήτο 22 ετών, ο έτερος 19. Ο είς ωνομάζετο Βούγκος και

ο έτερος Μάχτος. Ούτω τους παρονώμαζεν ο πατήρ· αγνοείται αν είχον

και άλλα ονόματα. Η μήτηρ τους απεκάλει &μεγάλον& και &μικρόν&. Ως

δείγμα περί του τρόπου, καθ' ον συνεννοούντο προς άλληλα τα

τέσσαρα ταύτα πρόσωπα, αρκεί να παράσχωμεν το εξής· Ο Βούγκος,

έθετε τον σίδηρον εις το πυρ και ετραγώδει:

Με το βαρειό, με το βαρειό,

ξυπνά ο γύφτος το χωριό.

Το χωριό, το χωριό.

Τρα λα λα λα ρο λα ρο...

Για το σφυρί, για το σφυρί,

Τρελλαίνεται κι' η λυγερή.

Λυγερή, λυγερή.

Τρα λα λα λα ρη λα ρη, κτλ.

Ο Μάχτος εσύριζεν άλλον ήχον, όστις αντέφασκε και κατά μέλος και

κατ' έννοιαν προς τον υπό του Βούγκου αδόμενον. Ο γέρων εγόγγυζεν,

εψιθύριζεν, εστέναζεν αδιακόπως, και συνάμα κατέφερε την σφύραν

επί του άκμονος. Η μαστόρισσα εμειδία, εμόρφαζεν, εδείκνυε τους

δύο κρεμαστούς οδόντας, και έλεγεν·

— Άκουσέ τους, πώς το τερετίζουν. Μία χαρά!

— Σκάσε, παληόστριγλα, εγόγγυζεν ο γέρων. Χμι.. Γμ!..

— Σι σι σι, σι σι σι! εσύριζεν ο Μάχτος.

— Ώμορφα που σφυρίζεις, μικρό μου! έλεγεν η γραία.

— Σκασμός, γρηά φούρκα! έκραζεν ο μέγας Γύφτος. Γρου!....

Ο Βούγκος εξηκολούθει το άσμα·

Μες την φωτιά, μες την φωτιά

Παίζει ο Γύφτος τη ματιά,

Τη ματιά, τη ματιά,

Τρα λα λα λα τρα λα τα, κτλ.

Η Γυφτοπούλα · 第 1 / 23 段