Τι δυσάρεστη, τι λυπητερή φαντασία που την έχω! Πάντα θέλει τα

πράματα να τα μεγαλώνη• τον ποντικό τον κάμνει γιαννίτσαρη. Η

φαντασία μου με χάλασε όλο μου το κέφι. Μόλις έκατσα δυο ώρες στο

Μπουγιούχντερε. Μόλις πρόφταξα να διώ τους φίλους μου, να πάω στο

σκολειό, νακούσω το δάσκαλο που γύρεβε να μάθη στα χωριατόπουλα τις

εβγένειες της γλώσσας μας. Είμουν όλο συλλογισμένος, βαρεμένος• είχα

μια τρομερή σταναχώρια. Αχ! που είσαι Γιάννη μου, αδερφέ μου; Να σ'

είχα βοηθό! Να μπορούσαμε κ' οι δυο μας μαζί να ξεφορτωθούμε τον

Τούρκο, να τον κάμουμε να φύγη πια, να τον πετάξουμε στο νερό, να

βγάλουμε από το λαιμό μας και καταχτητή και καπετάνιο. Ή τουλάχιστο

με τις κουβέντες, με τα γέλοια να ξεχάσω ο δύστυχος εκείνα τα λόγια!

Και πάλε ταπόγεμα, στις τέσσερεις, ξαναπήρα το βαπόρι. Μα δεν

κοίταζα, δεν πρόσεχα τίποτις, μήτε Μπογάζι, μήτε θάλασσα, μήτε

ουρανό. Πήγα να κλειδωθώ κάτω σε μια καμπίνα, που δεν είταν κανείς. Η

ίδια φράση όλο μ' έδερνε το νου, όλο μ' έτρωγε το κεφάλι. Όλο έλεγα

μέσα μου σιγά σιγά• «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!»

ΙΓ'.

Τα Μνηματάκια.

Κόντεβε να φτάξη το βαπόρι. Είταν η ώρα που μισοφέγγουν ακόμη τα

βουνά και που αρχινούν οι κοιλάδες να μαβρίζουν. Η μέρα πήγαινε να

σωθή κι ο ήλιος έλεγε να βασιλέψη. Η ροδοσκότεινη βραδιά κατέβαινε

λίγο λίγο από πάνω από τον ουρανό και προχωρούσε να μας ανταμώση. Το

Μπογάζι έμοιαζε λυπημένο. Οι γλάροι σαν παραπονεμένες ψυχές πετούσαν

κ' έψαλναν το μοιρολόγι τους. Ο ήλιος αποχαιρετούσε το Μπογάζι κ'

έσερνε απάνω στους λόφους τις υστερνές του τις αχτίδες, που

φαίνουνται σα βαρεμένες, σαν κουρασμένες από τη λάψη και μελαχολικά

φιλούν τη γις.

Όταν αράζαμε στο γεφύρι, είτανε νύχτα. Σαν της θάλασσας τα ρέματα που

ανεβοκατεβαίνουν, έτσι και στην καρδιά μου μέσα ανάμνησες παλιές,

κύματα κι αναφόρια με πολεμούσαν την ψυχή. Με το μέτωπο κατεβασμένο,

μ' αργοκούνητο ποδάρι, πήγαινα σιγά σιγά ανάμεσα στο λαό, μέσα στα

πλήθος που με σκουντούσε, που με ζουλούσε, που με πατούσε για να

περάση. Και να πάλε, σαν πρώτα στο Παρίσι, — τη νύχτα που σέρνουμουν

τριγύρω στον τάφο του Ποιητή και που προσκυνούσα την τροπαιόφορη

Καμάρα, — να πάλε που πρόσμενα κάτι να γίνη, καμιά μεγάλη δουλειά να

ξεσπάση. Και να πάλε, σα στα Παρίσι, να που μ' άρεζε να περπατώ μέσα

στο λαό, ήσυχος κι' άγνωστος εγώ.

Η φαντασία μου αμέσως παίρνει δρόμο• στράφτει ο νους μου• στο κεφάλι

μου μέσα σηκώνουνται φουρτούνες. Μάλιστα, άμα βρεθώ κοντά στους

δικούς μου, μ' έρχεται μια δύναμη ξεχωριστή• κάτι θέλω να φανώ, κάτι

θέλω να τους είμαι. Δε συφωνούμε σ' όλα, μα δε με μέλει! Ότι έχω μέσα

μου, θα τους το πω, θα το βγάλω όξω, θα τους καταπείσω, θα τους

πολεμήσω κι ας πιαστούμε, αν τύχη, χέρια με χέρια! Γίνουμαι σαν τον

αρχαίο μας το γίγα, όταν άγγιζε τη γις. Τέτοιες ώρες πλατάνους

ξερριζώνω.

Κι ως τόσο άλλα συλλογιούμουν. Την πρώτη μου την αγάπη πήγε να θυμηθή

η βασανισμένη μου η ψυχή. Θυμούμουν τα χρόνια τα παλιά που παίζαμε

στην Πόλη μαζί. Με τη γλυκειά της, με τη χαδεμένη της τη φωνή μ'

έλεγε κι όλο με ξανάλεγε• « Εγώ γυναίκα σου θα γίνω• εσένα θα πάρω κι

άλλο άντρα δε θέλω.» Πόσο μ' άρεζε να την ακούω• πόσο με κολάκεβαν τα

λόγια της παιδί.

Ύστερα την ξαναείδα, όταν έγινα δεκοχτώ χρονώ παλληκάρι, γεμάτος

ελπίδες, έτοιμος να της το πω. Πόσα τραγούδια, πόσες μελωδίες

ψιθύριζε η καρδιά μου! Τι ουράνια μουσική έπαιζε στο στήθος μου μέσα

και τόκαμνε όλο χαρά! Τι γλυκό πράμα με φαίνουνταν η νιότη, χαρούμενη

και λαφριά σαν το πουλί... Ένα βράδυ που είχαμε μείνει μονάχοι

βγήκαμε στο παράθυρο κι ακκουμπήσαμε στο κάγκελλο κ' οι δυο μας. Με

γλυκό μάτι μας κοίταζε το φεγγάρι, και ταγαπημένο μου το ταίρι μ'

έπιασε το χέρι και μ' είπε ήσυχα και σιγά• « Τι καλά έκαμες και

γύρισες στην Πόλη.

Όταν άκουσα πως θα μας έρθης, χάρηκα που θα σε ξαναδιώ. Εσύ είσαι ο

φίλος μου ο παλιός. Εσένα όλα τα λέω. Θέλω να μάθης το κρυφό μου. Ο

πατέρας μου θέλει να με παντρέψη. Κανείς ακόμη δεν το ξέρει. Με λεν

πως είναι πλούσιος• εμένα μ' αρέσει, γιατί μοιάζει καλός. Δε θέλησα

όμως να τον πάρω, χωρίς να στο πω.»...

Τέτοια συλλογιούμουν, ανεβαίνοντας το Γαλατά. Έτσι είχα στο νου μου

την πρώτη μου την αγάπη, τις χίλιες της νοστιμάδες και τις ομορφιές

της. Κι όσο τη θυμούμουν, κι όσο συλλογιούμουν τα παλιά μας, τα

παιδιακήσια μας τα παιχνίδια, τόσο πιώτερο με τρέλλαινε η αγάπη που

την είχα• αν την έβλεπα μπροστά μου, ίσως πάλε θα την παρακαλούσα να

με πιάση το χέρι σαν εκείνη τη βραδιά, να με πη όσα μ' έλεγε τότες, —

τουλάχιστο για να ξανακούσω τη φωνή της. Οι γυναίκες έχουνε φτερά και

μ' ένα τους λόγο ίσια με τον ουρανό σε σηκώνουν• οι γυναίκες

γίνουνται μολύβι, μολύβι βαρύ, και κάτω κάτω, στης θάλασσας τον πάτο,

σε τραβούν.

Αφτούς τους λογισμούς έστρεφα και ξανάστρεφα στο νου μου. Δεν είχα

όρεξη άθρωπο να διώ μήτε να μιλήσω με κανέναν όλο πήγαινα μπροστά

μου. Γύρεβα μοναξιά κ' είταν η ψυχή μου με τους πεθαμμένους. Τι να

συλλογιστώ παρά θάνατο και σκοτάδι; Με φαίνουνταν πως άνοιγαν μπροστά

μου όλα τα μνήματα που είχα διεί στη ζωή μου. Έβγαιναν όξω οι

πεθαμμένοι φίλοι κι αργοκουνούσαν το χέρι. Η γλυκειά μου η μαννούλα

με κοίταζε με πόνο. Η πρώτη μου η αγάπη μ' αποχαιρετούσε• κείτουνταν

οι νιόνυφες ελπίδες τυλιμένες στο κιβούρι με τα χρυσά τους ρούχα. Πού

τα νιάτα κ' οι χαρές; Πού τα δέντρα που παίζαμε μαζί, πού οι σκάλες

που τρέχαμε με τα γέλοια; Πούλησαν και το σπίτι που την αγάπησα

παιδί. Το πούλησαν και κείνο, γιατί χρειάστηκε ο Τούρκος παράδες.

Άραγες και την αγάπη μου, και την καρδιά μου, που την είχα αφήσει

μέσα στο σπίτι, με το σπίτι μαζί την πούλησαν και κείνη; Σπίτι και

καρδιά, όλα θα μας τα πάρουν! Όπου γυρίσης να διής, πίσω ή μπροστά,

παντού βλέπεις θάνατο και θλίψη. Η τύχη μας είναι βαρειά• μας

πικραίνουν τα παλιά μας τα βάσανα και σήμερα πάλε, άλλο τριγύρω σου

δε βλέπεις παρά βάσανα και χαμό.

Προχωρούσα, προχωρούσα χωρίς να ξέρω καλά καλά που με πήγαιναν τα

ποδάρια μου. Δεν πρόσεχα πια και δε μ' έμελε πού θα καταντήσω.

Πάντοτες ομπρός! Από την κούραση τη μεγάλη, έννοιωθα μόνο πως είταν

ανίφορος, γιατί είχα τα γόνατα σπασμένα. Άξαφνα σκούνταψα και κόντεψα

να πέσω. Κόντεψα να πέσω με τη μύτη κάτω. Είχα σκουντάψει σε μια

πέτρα που στέκουνταν ολόρθα και φορούσε στην άκρη σαρίκι, βαμμένο

κόκκινα και πράσινα. Χωρίς να το καταλάβω, είχα πάει ως το

Σταβροδρόμι, και βρίσκουμουν ίσια ίσια στα Μνηματάκια.

Κάθισα μια στιγμή κατά γης, να πάρω την αναπνοή μου. Είμουν ανάμεσα

στα τούρκικα μνήματα. Είταν πανώρια νύχτα. Ξαπλώθηκα λιγάκι χάμω κι

από το λόφο που κείτουμουν, οι τάφοι τριγύρω μου με φαίνουνταν πως

κατέβαιναν ίσια με τη θάλασσα κάτω, δίχως να κοπή η σειρά τους.

Ολόφωτο φεγγάρι περεχούσε τον Κετχανά. Η θάλασσα χαμογελούσε• φυσούσε

αγέρι λιγοστό και σιγά σιγά κουνιούνταν τα κύματα, σα νάπαιζε το

φεγγάρι με το νερό. Στο πλάγι μου, κάτι ψηλά κυπαρίσσια έσειαν την

κορφή τους, σα να είχαν πανηγύρι. Τα κυπαρίσσια με μισοσκέπαζαν

αντίκρυ την Πόλη• μπορούσα όμως να διακρίνω ζερβά δυο μιναρέδες της

Αγιά-Σοφιάς• παρέκει, δεξιά, έβλεπα τοίχους παλιούς με βασιλικές

καμάρες όλο πέτρα, κι αφτοκρατορικά παλάτια γκρεμισμένα.

Ένα σύννεφο μικρό κάπου κάπου σκέπαζε το φεγγάρι• όσο πήγαινε κ'

έρχουνταν το συννεφάκι, τα σαρίκια ξάπλωναν ή μάζωναν τον ίσκιο τους•

νόμιζες πως είτανε χέρια και σάλεβαν• κόνταιναν και μεγάλωναν κάθε

ώρα. Πολύ πολύ δε μ' αρέσει να κάθουμαι στα μνήματα μέσα. Δεν ξέρει

κανείς τι μπορεί να του τύχη. Μπορεί μέσα στο σκοτάδι κανένας άξαφνα

να σε τραβήξη, μια φωνή νακούσης σταφτί σου κοντά και να μην

καταλάβης από πού βγαίνει. Τότες σε πιάνει τρομάρα και δεν ξέρεις πια

τι σου γίνεται.

Πίσω μου με φάνηκε πως κάποιος περπατούσε και μετρούσε τα βήματά του,

σαν το στρατιώτη που βιγλίζει κι ανεβοκατεβαίνει. Είχα τη ράχη

γυρισμένη και δεν έβλεπα καλά. Μήπως είταν ο αδερφός μου ο Γιάννης

που πρόσμενε να του φωνάξω; Δεν πρόσεχα πολύ, γιατί είταν ο νους μου

αλλού. Λίγο παρέκει κι απάνω μεριά, στο δημόσιο κήπο, έπαιζε μια

λωλή, μια διαβολεμένη μουσική. Τι είχαν οι μουσικάντοι, και

φαίνουνταν τρέλλα να τους έπιασε με μιας; Τι είχανε μέσα τους, που

τους δαιμόνιζε με τέτοιο τρόπο; Είχαν έρωτα και φωτιά. Άκουγα τις

νότες που πηδούσαν και χόρεβαν ένα χορό τρομερό, κ' η μια με την

άλλη, ενωμένες, σα σφιχταγκαλιασμένες, συρτά συρτά στους ουρανούς

πετούσαν. Τίποτις δεν ξέρω που να ξανοίγη, που νανάφτη την ψυχή σαν

τη μουσική. Σε παίρνει νου και καρδιά, σε κάμνει να γυρέβης πράματα

μεγάλα, να συλλογιέσαι γι' αγάπη και για δόξα. Με τρέλλαινε αφτή η

μελωδία• έμοιαζε σα νάμπαινε στα σωθικά μου μέσα, για να διώξη λύπες

και πίκρες, για να βγάλη όξω βάσανα και θλίψη, να πάρη τους πόνους

και να πετάξη ψηλά ψηλά• — «Έλα, μ' έλεγε, έλα μαζί μου. Στάστρα

τουρανού που χαδέβουν τα φτερά μου και που γλυκαίνουνται με τη φωνή

μου, έλα έλα και συ μαζί μου νανεβής.»

Αλήθεια μ' έδινε θάρρος η μουσική. Έννοιωθα μέσα μου που γίνουμουν

άξαφνα πιο γενναίος, πιο αντρειωμένος παρά ποτές. Κοίταζα αντίκρυ

στην Πόλη, κοίταζα κάτω στο μέρος που είταν η Αγιά-Σοφιά, που

φαίνουνταν τα τούρκικα τζαμιά και παρέκει τα μνήματα τω Σουλτάνων.

Κοίταζα με μάτι αγριωμένο, φοβερό. Είχα την καρδιά γεμάτη πείσμα και

μ' έρχουνταν όλο να φωνάξω• — « Εδώ είμαι• κανένα σας δε φοβούμαι.

Χριστιανός Τούρκο δεν τρέμει.» Αστραπές είταν οι ματιές μου, οι

γροθιές μου σηκωμένες και γίνουμουν όλος μέσα μου θεριό.

Εκεί που κοίταζα κ' έβραζε η καρδιά μου, άξαφνα βλέπω κάτω κάτω στην

Πόλη μια παράξενη ασπράδα.

Με πήρε ανατριχήλα, σαν παίρνει στις ώρες που μεγάλα πράματα πα να

γίνουν. Η ασπράδα έρχουνταν από κει που είναι η Αγιά-Σοφιά, έβγαινε

μέσα από του Μαχμούτη τον τουρμπέ κι άρχιζε να κουνιέται. Με το

χόντρος της σκέπαζε όλη τη μέση Οδό του Βυζαντίου. Πρώτα δεν μπορούσα

να καταλάβω τι είταν. Έμοιαζε σαν κάτασπρο σεντόνι τεντωμένο που

πετούσε. Έπειτα είδα που είχε μισοφέγγαρο μπροστά, σα να το φορούσε

ίσια ίσια στο μέτωπο. Πήγαινε καβάλλα σε μια πέτρα ολόμακρη, που είχε

σαρίκι στην άκρη. Το φάντασμα μεγάλωνε, μεγάλωνε και προχωρούσε.

Κατάλαβα που εμένα ζητούσε, γιατί έρχουνταν ίσια στον τόπο που

κάθουμουν. Τώρα μάλιστα μπορούσα να διώ που βαστούσε στο χέρι σκυρτό

τούρκικο σπαθί. Το σπαθί γυάλιζε με το φεγγάρι.

Στάθηκα μια στιγμή, τρομασμένος. Σε τι περίεργη διάθεση βρίσκουνταν η

ψυχή μου! Αντίθετες ιδέες με πολεμούσαν. Είμουν όλο μαζί γεμάτος

έχτρα, σικλέτι, φόβο, μίσος, αγάπη, αθυμιά κι άπειρο θάρρος. Το

φάντασμα κόντεβε να με φτάξη, — γιατί είταν τόντις φάντασμα.

Φαίνουνταν τώρα και το πρόσωπο• είχε μάβρα γένεια κι ολόχλωμο,

κίτρινο το πετσί. Κάτασπρα είταν τα μάτια. Έκαμε ένα πήδημα και

βρέθηκε αμέσως πλάγι μου στο λόφο. Είταν ο Σουλτά Μαχμούτης.

Στέκουνταν από πάνω μου ολόρθιος, με το σπαθί στο χέρι. Εγώ είμουν

πάντα ξαπλωμένος κατά γης• σήκωσα λιγάκι τα μάτια για να διώ καλήτερα

το πρόσωπό του. Πρόσμενα τι θα με πη.

ΙΔ'.

Ο Μαχμούτης.

Ο σουλτά Μαχμούτης πολύ κέφι δεν είχε. Πιώτερο έμοιαζε Μαχμούρης παρά

Μαχμούτης. Αγριοκοίταζε και με θυμό είχε τα μάτια του σε μένα. Άρχισε

τότες και μ' έβγαλε λόγο, — ένα λόγο που βάσταξε κάμποσο καιρό, γιατί

είχε φαίνεται πολλά να με πη ο σουλτά Μαχμούτης. Ο βάρβαρος είναι

μωρόλογος και δεν έμαθε να συμμαζέβεται μήτε να συγκεντρώνη το νου

του. Έλεγα μέσα μου και γω• — « Άμα πιάση ο Τούρκος τις κουβέντες, θα

πη που δε θα παίξη το σπαθί. Ας διούμε τι μας θέλει και βλέπουμε.»

Σοβαρά, αραδιαστά και μάλιστα με κάποια βαρύτητα, μιλούσε ο σουλτά

Μαχμούτης. Μα όσο κι αν ήθελε να το κρύψη, έτρεμε η φωνή του κι ο

θυμός του άναφτε και μεγάλωνε με κάθε λέξη που έβγαζε το στόμα του.

« Καιρός είναι να τα πούμε. Αφότου μας ήρθες στην Πόλη, σε γυρέβω να

σε μιλήσω. Δε με λες; τι τρόπος είναι ο δικός σου; τι είναι τούτο το

φέρσιμο; Τον μπελά μου βρήκα μαζί σου. Πού τάμαθες αφτά που μας

βγάζεις κάθε ώρα στη μέση; Παραπονιέσαι που δεν κοιμάσαι. Περπατείς

στους δρόμους και φωνάζεις που το αίμα σου βράζει. Μπαρούτι πνες και

φωτιά... Μπαρούτι; πρόσεχε καμιά μέρα να μη σε τινάξω γω στον αέρα...

Λεφτεριά λες όλο που θέλεις και που δε μας θέλεις εμάς! Από την

Εβρώπη μας τις έφερες αφτές τις ιδέες. Τι μιλείς για σκλαβιά; Σιχτίρ,

σιχτίρ, γκιαούρ! Μήπως ξέχασες, τσελεμπάκι μου, που είσαι ραγιάς, που

είσαι σκυλί και τίποτις άλλο; Μήπως δεν το ξέρεις που όλοι σας μαζί,

όλη η γραικολογιά που σήμερα σηκώνει ψηλά τη μύτη, δεν είσαστε μια

φορά κ' έναν καιρό παρά σκυλιά που μας έγλυφαν τα πόδια; Κάτι με

κοιτάζεις; Ο αφέντης σου είμαι γω, η τρομάρα σου και το βάσανό σου.

Τι κάθεσαι ήσυχα και δε σηκώνεσαι, που σε μιλεί ο βασιλιάς της

Ανατολής, ο αφτοκράτορας της Πόλης;

Για διές καλήτερα τους «ομογενείς», τι αγάπη που μ' έχουν τώρα! Πάρε

παράδειμα και συ. Όλο με κολακέβουν και με καλοπιάνουν. Ο μεγαλήτερός

τους φίλος έγινα σήμερα. Κάμε και συ σαν και κείνους. Φτάνουν τα

μπόσικα λόγια. Τίποτις από τα τέτοια δε βγαίνει. Έλα μαζί μου. Δε

βλέπεις που ξέχασαν το παλιό το μίσος και την πρώτη σκλαβιά και τα

δάκρια; Γιατί τάχατις δεν έρχεσαι σε μένα; Μήπως εσύ θυμάσαι και δε

συχωρνάς; Τι; δεν το ξέχασες άραγες ακόμη που οι δικοί σου δεν

μπορούσαν πρώτα στο δρόμο να βγουν, α δεν τους έδινα την άδεια, που

οι μαννάδες σας έπρεπε σα χανούμισσες να σκεπάζουν το πρόσωπό τους,

που μια εκκλησιά δεν είχετε να πάτε, που τους πλούσιους τους έσφαζα

σαν τα πρόβατα, και που τις χριστιανές σαν πατσαβούρες τις πατούσα;

Μήπως έχεις υποψία που αν μπορούσα, θα ξανάκαμνα πάλε τα ίδια; Δεν

κατάλαβες που πια κανείς δεν τα θυμάται τα τέτοια; Σκλάβοι, σκλάβοι

γεννηθήκετε στην Πόλη και θα πεθάνετε σκλάβοι!

Να σε πω το κάτω κάτω, δε με μέλει πολύ για τα λόγια σου. Ρίξε πέτρα

στη θάλασσα, και πες με αν μπορείς να μετρήσης τι βάθος έχει. Έτσι

και μαζί μου. Ποτές σου δε θα καταλάβης, κι αν πέτρες χιλιάδες ρίξης

μέσα, ως που πάει το μίσος μου για σένα. Όχι! δεν το λέω σωστά. Πού

να σε μισήσω; μήτε σε ψηφώ. Φαφλατάς και συ σαν τους άλλους. Βέρος

πολίτης! Με τις φωνές και με τις ρητορικές δε θα κάμης δουλειά. Αφτά

ξέρετε σήμερα• μα τα λόγια δε φελούν. Έτσι δε μας πιάνεις. Το

λιοντάρι πολεμάς να φοβερίσης;

Εμείς άλλα θέλουμε. Οι γονιοί σας ήξεραν την τέχνη. Ας είσουν και συ

σαν το Μισέ — Γιάννη! Να άθρωπος! Λόγια πολλά δε συνήθιζε• ως τόσο

φτάνει να ζητούσε κατιτίς, αμέσως του τόκαμνα. Τον έλεγαν το μάτι της

Χιος και το στόμα του βασιλιά. Μη σε μέλη! όλοι οι Γραικοί δε

φιλούσαν πόδι. Μια μέρα πήγε στου βεζίρη μου, θύμωσε για ένα λόγο που

του είπε ο βεζίρης, και του πέταξε το φέσι του στο πρόσωπο. Τέτοιοι

είταν οι ραγιάδες. Μ' άρεζε πολύ κείνος ο άθρωπος. Του έδωσα τη Χιο,

να την έχη• τόντις την είχε, γιατί δεν άφινε Τούρκος να πατήση στη

Χιο, αν πρώτα δεν του ζητούσε άδεια. « Γιατί μας σφάξετε και μας

γδείρετε, έλεγε, γίνεται τάχατις όλο να μας σφάζετε και να μας

γδέρνετε;» Τι να τον πης έναν άθρωπο που σε μιλεί σωστά; Όσο

βάρβαρους κι α μας έχεις, φτάνει να φερθής με κρίση και με τρόπο•

νοιώθουμε και μεις από δικιοσύνη. Κάπου κάπου μ’ έφερνε πορτοκάλια,

μαστίχα, λεμόνια σ' ολόχρυσα πανέρια• ήξερε να με πη κ' ένα λόγο

ζαχαρένιο να με κολακέψη• — « Νάσου, αφέντη μου, κ' ένα λουλούδι του

μπαχτσέ σου.» Ως τόσο τον μπαχτσέ, εκείνος τον είχε. Πιώτερο καλό σας

έκαμαν οι τέτοιοι παρά οι σημερνοί σας διπλωμάτες. Όλο φρόντιζε για

τους δικούς του και μόλον τούτο είτανε φίλος πιστός και μ' αγαπούσε.

Τον ερίφη! Πόσο τον αγαπούσα και γω! Όταν πέθανα, μόνος εκείνος ήρθε

στο λείψανό μου. Ακόμη δεν το ξεχνώ. Όλοι τον είχαν πατέρα και

προστάτη κι όταν έφταξε η ώρα του και κεινού, έμειναν οι Ρωμιοί

ωρφανεμένοι, σαν πρόβατα δίχως τσοπάνη.

Εσύ για μένα τι έκαμες; Με ζήτηξες τίποτις ποτές σου; Με γύρεψες τη

Χιο; Ήρθες στο λείψανό μου; Πώς τολμάς τώρα και βγαίνεις στον τόπο

μου μέσα να με βρίζης; Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Πρόσεχε καλά. Ο

Τούρκος είναι ήσυχος και δε σε πειράζει, όσο δεν του δώσης αφορμή. Μα

φτάνει να τον πειράξης, και τότες φαίνεται τι είναι και τι τον έκαμε

η φύση• βάρβαρο θεριό. Μη νομίζης που για το χατίρι σου θαλλάξω.

Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Πήγαινε στις επαρχίες να διής αν μπορεί να

κουνήση ο ραγιάς. Εκεί θα μάθης με τι σιδερένιο χέρι σας βαστώ. Εδώ

είμαι αναγκασμένος να φέρνουμαι διαφορετικά• στην Πόλη φοβούμαι,

γιατί με βλέπει η Εβρώπη. Μα μην πάρης θάρρος. Και δω μπορώ καμιά ώρα

ναγριέψω. Ο Τούρκος είναι πάντοτες Τούρκος. Στο λέω, για να το ξέρης.

Έλα, όσο είναι καιρός, να γίνης δικός μου• έλα να σε δώσω καμιά

δουλειά στο παλάτι. Μπαίνεις υπάλληλος κ' έπειτα κάθεσαι και μιλείς

ήσυχα και σοφά για τις εβγένειες της γλώσσας, για τον Ξενοφώντα,

σκορπίζεις δοτικές, κόφτεις όσα λόγια κόφτει η γλώσσα σου για την

αναγέννηση της Ελλάδας κι όλος ο κόσμος απορεί με τη ρητορική σου.

Δε θέλεις; τότες βλέπεις ποίος είμαι. Μη νομίσης που προσμένω να

πολιορκίσουν την Πόλη ή να την πάρουνε, για να σας σφάξω όλους σας

στα σοκάκια. Μη θαρρής που για να ξανακάμουμε κανένα γιουρούσι,

πρέπει πρώτα νανάψη μέσα μας ο φανατισμός. Και τώρα σας ξεπαστρέβω.

Ας ορίσουν κατόπι οι Δυνάμες. Σιχτίρ, σιχτίρ, γκιαούρ! Ο Μαχμούτης

είμαι γω. Δεν τους βλέπεις όλους αφτούς που κείτουνται γύρω γύρω στα

μνήματά τους; Ένα λόγο φτάνει να πω κι όλοι τους σηκώνουνται με μιας,

όλοι τους αρπάζουν το σπαθί, γιατί άλλο τίποτις δεν είστε για μας

παρά ραγιάδες, γκιαούρηδες, σκυλιά και με μια κλωτσιά στο Σαράι

μπουρνού σας πετούμε.»

Τέτοια μ' έλεχε ο Μαχμούτης• έτριζαν τα δόντια του, βροντούσε η φωνή

του, κι όσο μιλούσε σάλεβαν τα σαρίκια, άνοιγε το χώμα κ' ένας ένας

οι Τούρκοι έβγαιναν από τον τάφο τους και τριγύριζαν τον καλίφη τους.

Τον κοίταζα καλά καλά μέσα στα κάτασπρά του μάτια και πολλά λόγια δεν

του είπα.

— « Τη Χιο μήτε στη ζήτηξα, μήτε στη ζητώ, μήτε θα στη ζητήξω ποτές.

Από σένα δεν την προσμένω. Μάθε το, Μαχμούτη, γιατί φαίνεται που δεν

το ξέρεις. Ο κόσμος είναι δικός μου. Μη ρωτάς τόνομά μου• μη γυρέβης

να σε πω α με λεν Πέτρο, Γιάννη ή Θανάση. Τόνομά μου; θέλεις να στο

χτυπήσω στη μούρη και να στράψη στο μάγουλό σου σαν μπατσιά;

Λεφτεριά, Λεφτεριά με λένε. Δεν είμαι ένας, είμαι λαός. Δεν είμαι

άθρωπος, είμαι ιδέα. Δεν είμαι Γραικός, είμαι Εβρώπη. Να το ξέρης• η

Λεφτεριά σουλτάνους δε φοβάται. Ότι πη θα γίνη• όπου περάση, θα

χαθής. Από παντού σα σκύλο θα σε διώξη. Μια πήχη γις σ' όλη την

οικουμένη δε θα βρης για να μπήξης το παλούκι που θα βγη η ψυχή σου.

Μεγαλήτερο από το δικό σου, είναι το βασίλειο το δικό μου• είναι

απέραντο σαν τον κόσμο κ' οι πολίτες του αρίφνητοι σαν ταστέρια. Τη

δύναμή μου, μήτε στόνειρό σου την είδες, γιατί ως τώρα δε φοβήθηκα

βασιλιάδες, με φοβήθηκαν εκείνοι κι απορώ με την τόλμη σου και με το

θυμό σου• ποιος είσαι συ και με μιλείς με τόσο θάρρος; Από το δρόμο

μου να φύγης! Δεν το βλέπεις, σουλτά Μαχμούτη, που είσαι σκιά, σκιά

και τίποτις άλλο; Φτάνει να το θέλω, και σα σκόνη, σαν κουρέλλι, σα

σκουπίδι μ' ένα χτύπημα του χεριού μου σε ξεπαστρέβω.»

Σηκώθηκα τότες, ήσυχος και φοβερός. Φύσηξα κι άρχισε ο Μαχμούτης να

τρέμη σαν το ψάρι. Του κάκου προσπαθούσε, του κάκου πολεμούσαν οι

δικοί του να με σπρώξουν, ο ένας με το σπαθί, ο άλλος με το κοντάρι.

Έπρεπε, έπρεπε όλοι τους να φύγουν από μπρος μου• έτσι είτανε στον

ουρανό γραμμένο. Δε χωράτεβα πια. Κοντά κοντά πήγαινα στους Τούρκους,

κι όσο προχωρούσα, πίσω πίσω τραβιούνταν οι καταραμένοι.

Άξαφνα ακούστηκε μια φωνή — τρομάρα! — σαν το θάνατο φοβερή.

Ταράχτηκε η γις, σείστηκε ο κουλάς, κλωνίζουνταν η Εβρώπη. Άρχισα να

τρέμω. Σαν το λιοντάρι που ξαφνικά προβάλλει στην άκρη του βουνού και

κατεβαίνει, φάνηκε ο αδερφός μου ο Γιάννης απάνω στο λόφο. Στάθηκε

μια στιγμή, και μ' όλη του την ορμή τον είδα να κατεβή, να πεταχτή,

να πέση απάνω στα σκυλιά. Τρέχαμε κ' οι δυο μας, εκείνος μπροστά, εγώ

πίσω. Κατρακυλούσαν οι Τούρκοι ο ένας απάνω στον άλλο, με το Μαχμούτη

μαζί. Ίσια με κάτω στο γιαλό τους σπρώχταμε, για να πνιγούνε στη

θάλασσα μέσα. «Δρόμο, δρόμο», φώναζε δυνατά το λαμπρό μου το

παλληκάρι• « Έρχεται και νάτος! ταφεντικό σας φτάνει!» Έβραζε ο θυμός

του• σειούνταν το κορμί του σαν το δέντρο που άνεμος το περεχύνει•

εμένα έδειχτε στους Τούρκους με φοβέρες και γίνουνταν όλεθρος η φωνή

του• — «Δρόμο, δρόμο τα σκυλιά. _Καπιτάν μπονρντά γκελίορ!_»

ΙΕ'.

Μάθημα.

Με τους σουλτάνους δεν είναι φρόνιμο να μαλλώνη κανείς, ας είναι και

πεθαμμένοι. Τέτοιοι καβγάδες έχουν κάτι συνέπειες δυσάρεστες.

Συλλογίστηκα πως θα είταν καλό να φύγω γρήγορα από την Πόλη. Έπειτα,

να πούμε την αλήθεια, αφτοί οι καβγάδες δε φελούν και πολύ. Σας είπα

που έσπρωξα το Σουλτάνο ίσια με κάτω στο γιαλό• καλά! μα μπορούσα να

τον πιάσω; Όχι βέβαια, αφού είτανε σκιά. Και ποια είναι η δύναμη του

Τούρκου; ίσια ίσια που είναι σκιά. Γι' αφτό κ' η Εβρώπη δεν τον

πιάνει.

Για να μη με πιάση και κείνος στα ξημερώματα, αποφάσισα να φύγω πρωί

πρωί. Είχε βαπόρι την ίδια μέρα. Μπαρκαρίστηκα και πήρα δρόμο για τη

Χιο.

Η θάλασσα είταν καλή• είχαμε και καλή συντροφιά. Στο ταξίδι κάμνει

κανείς γρήγορα φίλους• τελειώνει το ταξίδι, τέλειωσε κ' η φιλία.

Απάντησα έναν ταξιδιώτη στο κατάστρωμα κι αρχίσαμε τις κουβέντες. Μ'

είπε που είτανε δάσκαλος, δε θυμούμαι πού• είχα όμως ξεχάσει όλους

διόλου να του πω τι γύρεβα κι από που έρχουμουν, και δε με ρώτηξε ο

ίδιος. Μιλούσαμε για το ένα και για τάλλο, για το λαμπρό τον καιρό,

για τα κύματα που είναι μαβιά και για τα σύννεφα που είναι άσπρα, κι

ως τόσο κάπου μαβρίζουν. Εκεί που μιλούσαμε, δεν ξέρω πια τώρα καλά

καλά τι έλεγα, μα θυμούμαι που

πήγαινα ναρχίσω μια φράση με τη λέξη• «Νόμισα...»

— Με διακόφτει αμέσως ο δάσκαλος — το συνηθίζουν κάποτες μαζί μου —

και με λέει• «Ενόμισα.» — Αθώα κι απλά του κάμνω γω• — «Γιατί τάχατις

ενόμισα;»

— « Διότι, μ' απαντά, η αρχαία είναι ευγενεστέρα και δια του _ε_

καταντά _ευγενικώτερος_ ο τύπος.»

Δεν ξέρω αν είδες ποτές σου στους κάμπους μαραμένα λουλουδάκια να

γέρνουν τα κεφαλάκι τους λυπημένα κατά γης; Στάσου να πέση στη

στεφάνη τους μέσα μια σταλαματιά νερό• τα βλέπεις αμέσως χαρούμενα

και γελαστά. Έτσι τόπαθα και γω• για το διψασμένο, για το καταξερό

μου το μυαλό, δροσιά είταν τα λόγια του δασκάλου. Με φάνηκε που με

μιας φωτίζουνταν ο νους μου, που τέλος ποτίζουνταν αλήθεια. Τώρα

καταλάβαινα ξαφνικά τι θα πη ορθή κρίση. Ζούσα στο σκότος και να που

θωρούσα τον ήλιο για πρώτη φορά. Τόσο μεγάλος, τόσο φρόνιμος μ' ήρθε

ο λόγος του δασκάλου, που κατέβηκα αμέσως να κλειδωθώ στο καμεράκι

μου κάτω, για να μπορέσω πιο ήσυχα να μετρήσω, σαν το φιλάργερο,

πόσους θησαβρούς είχα μαζώξει στο κεφάλι μου μέσα σε διάστημα μιας

στιγμής, σε μια μόνη λέξη.

Θαρρούσα πρώτα που όλη η εβγένεια του αθρώπου είναι μέσα στην ψυχή

του• νόμιζα που ένα πράμα, ό τι όνομα κι αν του δώσης, δεν αλλάζει τη

φύση του. Έλεγα• — «Να μεθήσω με κρασί ή με _οίνον_, το ίδιο μεθώ. Κι

αν πω _μεθύω_, με φαίνεται που πολύ δεν πρόκοψα.» Ο ποιητής, που θα

κάμη στίχους, πρώτα θα κοιτάξη να διή αν είναι τόντις ποιητής• τότες

βάζει ποίηση και στη γλώσσα που θα γράψη. Αν του έρχουνται πού και

πού δυο ιδέες, αν έχει κεφάλι, καρδιά και λίγη τέχνη, ανάγκη καμιά

δεν είναι να κάμνη τον Κινέζο• θέλω να πω, δε θα πιστέβη που ένα

ψώφιο πράμα — σαν το ψηφί —, έχει μέσα του καμιά εβγένεια ξεχωριστή,

καμιά αξία δική του• το ψηφί, για να ζωντανέψη, πρέπει το πνέμα να

φυσήξη και να του δώση έννοια κ' εβγένεια. Για να φανή κανείς

μεγάλος, δε θα προσέξη μόνο στους τύπους• θάχη το νου του στο νόημα

που βγαίνει από τα λόγια του. Ο Όμηρος, που μιλούσε χυδαία στην εποχή

του, στάθηκε βέβαια μεγαλήτερος ποιητής από τους σημερνούς μας τους

δασκάλους που γράφουν την καθαρέβουσα. Έτσι θαρρούσα• μα βλέπω που το

σύστημά μου τούτο είναι κακορίζικο• το παραιτώ και τώρα πιάνω άλλο.

Το Ταξείδι μου · 第 5 / 14 段