Εμένα μ' άρεζε ο Πλατανίσσης μέσα σ' όλους τους φίλους του αδερφού

μου του Γιάννη. Φάγαμε μια μέρα μαζί στα Ψωμμαθιά και ποτές τόσο δε

γέλασα. Ο Πλατανίσσης είταν άλλο βουνό. Πώς να σας τον παραστήσω; Με

τι να συγκρίνω τον Πλατανίσση, που να μοιάζη; με τι παλάτι, με τι

κάστρο, με τι νησί; Βρήτε με καμιά κατάλληλη σύγκριση για τον

Πλατανίσση• πρέπει να τον πούμε νησί! Το νησί ταιριάζει καλά και

βρήκαμε την εικόνα που θέλαμε. Ο Πλατανίσσης, ίσια ίσια, είταν όλο

φάρδος και πάχος• ανάστημα πολύ δεν είχε, μα τι πλάτες, μα τι μέση,

μα τι κεφάλι! — σα μυλόπετρα! Κι ο ίδιος καμάρωνε. Πλούσιος δεν είταν

ο κακόμοιρος, μα τον έβλεπες πάντοτες χαρούμενο• δεν παραπονιούνταν

ποτές• του άρεζε η ζωή και του άρεζε μάλιστα ο τρόπος που ζούσε. Το

κέφι του κοίταζε και τίποτις άλλο! Ό τι είχε δικό του ο Πλατανίσσης,

αμέσως έπρεπε να σε πη που κανένας άλλος δεν το είχε. Κάθε ώρα,

έβγαζε κατιτίς από τη φαρδειά του την τζέπη, — (η τσέπη του είταν πια

μαγαζί!) —, ή κουτί σπίρτα ή σουγιά ή μολύβι ή κουμπί και μας

τόδειχτε. — « Διέστετο, δεν έχει τέτοιο κανένας!» Στα Ψωμμαθιά που

κάτσαμε να φάμε, μας έβαλε δυο σκαμνιά, ένα πιάτο και λίγη μουστάρδα•

— « Τέτοια μουστάρδα, παιδιά, μας κάμνει, κ' η βασίλισσα της

Ιγγιλτέρας δεν την τρώει.»

Δε σ' αρέσει να καφκιέσαι, καλέ μου φίλε που με διαβάζεις; Όχι; Τότες

δεν είσαι Γραικός και να πετάξης το βιβλίο μου. Ποιος από μας δε διψά

για έναν έπαινο; Εγώ πεθαίνω! Πεθαίνεις και συ άλλο τόσο, μα δεν το

λες. Όσα έχει ο Γραικός — κι ας μην έχη τίποτις — είναι καλά, και

μόνο εκείνα καλά• τάλλα δεν αξίζουν. Ο Πλατανίσσης όμως είχε κάπου

κάπου έναν έπαινο και για τους άλλους. Έπιανε μάλιστα γρήγορα φιλία•

το φίλο του στον ανέβαζε ίσια με τον ουρανό• — « Δεν ξέρεις τι παιδί!

διαμάντι!» Μα... έρχουνταν και το μα. Το διαμάντι ξαναγίνουνταν

κάρβουνο. Μαζί τα πηγαίναμε λαμπρά. Την πρώτη φορά που τον είδα,

βαστούσε στο χέρι ένα μπαστούνι που με φάνηκε πλάτανος. Πρι να με πη

τίποτις, του λέω• — « Τέτοιο ραβδί δεν είδα στη ζωή μου!» Δε

φαντάζεσαι τη χαρά του. Πήγε να με φιλήση κι από τότες μ'

εγκορφώθηκε. Είπε όμως και κείνος μερικά για το μπαστούνι, γιατί όσο

κι αν παινέσης το Γραικό, ποτές σου δεν τον παίνεσες όσο θέλει.

Τους έκαμνα χάζι και τους δυο μαζί. Όταν έπιαναν τις κουβέντες,

τελειωμό δεν είχαν. Ο Πλατανίσσης έφτειανε κάτι φράσες δικές του• τα

λόγια του είτανε γεμάτα νοστιμάδες. Κάθε τόσο, σ' έβγαζε κ' ένα• — «

Μας γίνεται λόγος!» Αφτό το «_μας γίνεται λόγος_» έπαιρνε κ' έδινε

όσο τον άκουγες. Άμα σ' έλεγε τίποτις για κανένα μεγάλο ή σημαντικό

πρόσωπο, συνήθιζε να λέη και το «κάποιος». Όταν του ρωτούσαν τόνομά

του ή όταν ο ίδιος σε μιλούσε για λόγου του, αμέσως σε πετούσε κ'

ένα• — «Κάποιος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος.» Μάλιστα, γιατί του

άρεζε να φαίνεται πως είναι κάτι, τόκαμνε κι όλας• — « Κάποιος

τρομερώτατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος». Αφτός όμως ο «_κάποιος

τρομερώτατος Πλατανίσσης, μας γίνεται λόγος_», παίζοντας μια μέρα με

τα μπαστούνι του, μοναχός του και δίχως βοήθεια, σκόρπισε σα μύγες

δεκάξι ζαφτιέδες. Μπράβο το παλληκάρι!

Δεν έπρεπε να πέσης στα χέρια του. Δεν έπρεπε να πέσης στα χέρια του

αδερφού μου του Γιάννη, γιατί και τον Πλατανίσση τον έβαζε κάτω. Τους

γιγάντους τους σέβουνται και τα νησιά. Κατάλαβα μάλιστα που δεν

έπρεπε να πολυμιλώ για τον Πλατανίσση, δεν έπρεπε να τον πολυδοξάζω,

μήτε να τον κάμνω χάδια• ο αδερφός μου α Γιάννης τόπαιρνε ανάποδα• —

«Γιατί τάχατις τον Πλατανίσση, κι όχι εμένα;»

Για την ώρα, είταν όλο γαλήνη ο αδερφός μου ο Γιάννης. Διασκεδάζαμε

με τους συντρόφους και κάμναμε ένα βιος που δεν είταν άλλο. Με τα

λόγια, με τους χωρατάδες, με τα γέλοια περνούσε περίφημα ο καιρός —

ήσυχα και πολιτικά. Με τον αδερφό μου το Γιάννη έφκολα καλοπερνούσες,

αν ήξερες να τον πιάσης• θύμωνε μόνο όταν έπρεπε να θυμώση. Κι αφτό

μπορεί κατόπι να το διούμε. Ο αδερφός μου ο Γιάννης είταν αρνί είταν

όμως και λιοντάρι.

ΙΑ'.

Πατριαρχικά.

Δεν μπορεί κανείς όλο να χωρατέβη. Τον αδερφό μου το Γιάννη ίσως τον

ξαναδιούμε και πιο ύστερα. Για την ώρα είχα άλλες δουλειές. Σηκώθηκα

ένα πρωί να πάω στο Πατριαρχείο. Με καρδιοχτύπι πάτησα το χώμα του

Φαναριού. Προσκυνούσα και τις πέτρες του δρόμου. Μ' έδειξαν την πόρτα

που είχαν κρεμάσει τον πατριάρχη. Μάλιστα μ' είπαν που αφού τον

κρέμασαν και βγήκε η ψυχή του, τον ξεκρέμασαν και τον έρριξαν κάτω

στη θάλασσα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω κι' ακόμη δεν το πιστέβω.

Βέβαια δε μ' έλεγαν την αλήθεια και δε θα είταν έτσι το περιστατικό.

Τον πατριάρχη δεν τον ξεκρέμασαν• τον έβλεπα πάντοτες απάνω στην

πόρτα, σα να κρέμουνταν και τώρα, με το ράσο του το μάβρο και με τ'

άσπρα του τα μαλλιά. Στο πρόσωπό του είτανε γραμμένα όλα μας τα

βάσανα, γραμμένες όλες μας οι δυστυχίες. Για να μη βλέπω πια τον

πατριάρχη, πρέπει καμιά μέρα να διώ στην ίδια θέση το Σουλτάνο.

Τρέμοντας και μ' άφατο σέβας, ανέβηκα τις σκάλες, και μπήκα μέσα σ'

ένα μικρό καμεράκι. Εκεί μας δέχτηκε ο πατριάρχης. Ήσυχα κι αγάλια,

με τρόπο γλυκό, με χαμηλή φωνή, με πολλή κρίση και καλοσύνη, με

μιλούσε ο Παναγιώτατος για τη θρησκεία, για το έθνος, για τους δικούς

μου, γιατά μένα. Εγώ στέκουμουν εκεί σα βουβός. Δεν μπορούσα, νανοίξω

το στόμα, δεν μπορούσα λέξη να βγάλω για να τον απαντήσω. Φαντάζουμαι

πως θα του φάνηκα σα χαμένος. Η αλήθεια είναι που η καρδιά μου πάλεβε

κ' έτρεμε, σαν κανένα χέρι να την έσφιγγε δυνατά και σα να γύρεβε η

καρδιά μου να γλυτώση από το σφίξιμο το φοβερό. Προσπάθησα κάτι να

πω, τα μπέρδεψα, προσκύνησα κ' έφυγα.

Ας αφήσουμε τα παιχνίδια• εδώ πολλά λόγια δε χρειάζουνται. Θρήσκος με

το παραπάνω δεν είμαι. Μα ποιος μπορεί να διή Πατριαρχείο και

Πατριάρχη, δίχως να ταραχτή; Τετρακόσια χρόνια στάθηκε τούτος ο

μικρούτσικος τόπος, — ένα ξύλινο σπίτι, ένα παλιόσπιτο, — το μόνο μας

καταφύγιο, η μόνη πατρίδα. Εδώ βαστιούνταν το έθνος.

Ξέρω τι θα με πήτε, γιατί εμείς αγαπούμε να τα ξεσκαλίζουμε όλα. Θα

με δείξετε που όλοι οι πατριάρχηδες δεν είταν άγιοι• θα ξετάσετε την

ιστορία τους• θα βρήτε μέσα λεκέδες ένα σωρό. Ο ένας έγδερνε το λαό

και σήκωνε άδικα φόρους• ο άλλος έπαιρνε χρήματα• ένας τρίτος δε

ζούσε σαν καλόγερος που είταν. Αφήστε τα τέτοια και δε με μέλει• δε

θέλω να τακούσω, δε θέλω να τα ξέρω. Τους γνωρίζω τους λεκέδες• μα

σφαλνώ τα μάτια και δεν τους βλέπω. Τι να τους διώ; Αν τους αθρώπους

τους θέλετε όλους αγγέλους, από τώρα λέω να σηκώσουμε την τέντα μας

και να πάμε να τη στήσουμε στα σύννεφα. Μην κοιτάζουμε όλο τάτομα• ας

διούμε μια φορά και την ιδέα. Όταν πούμε τίποτις για το Φανάρι, ας

έχουμε στο νου μας όχι τους πατριάρχηδες έναν έναν, άλλα το

Πατριαρχείο μοναχά. Το Πατριαρχείο τόντις κάτι σημαίνει.

Οι καλοί μας οι πολίτες κάθε δυο χρόνια πρέπει να κάμουν άλλο

πατριάρχη. Άμα τον κάμουν, τους βλέπεις και περπατούνε στους δρόμους

με χαρούμενο πρόσωπο, σα να είχαν πριν κανένα βάρος στο στομάχι και

τώρα τόβγαλαν αποπάνω τους. Τους ακούς να λεν• — « Καλά που τον

ξεφορτωθήκαμε! Όλα τάφταιγε αφτός ο πατριάρχης! Όλα τα κακά τα είχε.

Ο καινούριος ο πατριάρχης είναι φρόνιμος, άξιος άθρωπος — και με νου•

όλα τα καλά τάχει. Τώρα θα πηγαίνουν τα πράματα περίφημα.»

Οι καλοί μας οι πολίτες έτσι μιλούν — κάθε δυο χρόνια• για κάθε

καινούριο πατριάρχη, λεν τα ίδια. Πού είναι ο σιδερένιος

διοργανισμός, πού τα γερά θεμέλια και πού το χέρι της Ρώμης τω

Λατίνων, της Ρώμης που κατώρθωσε στα βασίλεια να βασιλέψη και την

Εβρώπη να κυβερνήση; Εμείς, τίποτις απ' αφτά δεν ξέρουμε. Οι κοσμικοί

κάμνουν και ξεκάμνουν τους παπάδες• οι ιδιώτες κυβερνούν Εκκλησία και

Πατριάρχη. Έναν είδα μάλιστα να τα ψάλη, σαν που λεν, ενός δεσπότη. Ο

καθένας ανακατώνεται στα θρησκεφτικά, γιατί άλλη δουλειά δεν έχει.

Ξέρετε που κι ο αδερφός μου ο Γιάννης είχε μάθει την ψαλτική. Όταν τα

συγκρίνεις τα δικά μας με τη Ρώμη, σε φαίνουνται κωμωδία. Κι ως τόσο

ποιος ακόμη και σήμερα βαστιέται και μνίσκει, κ' είναι αντίπαλος της

Ρώμης; Ο πατριάρχης αφτός που αλλάζει κάθε δυο χρόνια. Ήρθε μια μέρα

— είναι καιρός κ' αιώνες — που ο πατριάρχης κι ο πάπας χωρίστηκαν ο

ένας από τον άλλο• έτσι τόφερνε, όχι η θρησκεία, όχι το « Πιστεύω»,

όχι ένα « και», σαν που το νομίζει ο κόσμος• έτσι τόφερνε η ιστορία

και κάτι λόγοι της γεωγραφίας. Άμα μεγάλωσε η Δύση, έγινε ανάγκη να

μην ακούση κανέναν και να μην έχη στο κεφάλι της αφέντη ξένο, τον

αφτοκράτορα της Ανατολής, που κι ο πάπας έπρεπε να τον ακούση. Ο

Καρλομάγνος δεν ήθελε άλλο νοικοκύρη παρά τον Καρλομάγνο• οι άρχοντες

της Δύσης είχαν την υλική εξουσία, θέλησαν όμως νάχουν και την

πνεματική. Έκαμαν το δικό τους τον Πατριάρχη, τον πάπα, ανεξάρτητο

από το βασιλέα της νέας Ρώμης.

Ο πατριάρχης κι ο πάπας μοιράστηκαν τότες τον κόσμο. Πήρε ο ένας τη

Δύση κι ο άλλος την Ανατολή. Σε λίγο καιρό, η ορθοδοξία έκαμε το

Ρούσσο δικό της. Έτσι πιάνει τον τόπο της στην Εβρώπη, και σήμερα

έχει κάποια σημασία και δύναμη. Τίποτις περισσότερο όμως δε θα

κατορθώση• εκεί θα σταθή• άλλους από τους Ρούσσους δε θα κάμη δικούς

της. Το κακό — ή το καλό — είναι που ο Γραικός δεν έχει μέσα του

μεγάλη θέρμη για τα μυστήρια της θρησκείας και για την πίστη, δεν

έχει φανατισμό. Είναι θεολόγος καλός, θρήσκος καθαφτό δεν είναι• έχει

εβλάβεια, φωτιά του λείπει. Η θρησκεία δεν του κόφτει την όρεξη, δεν

του χαλνά τον ύπνο, δεν του ανάφτει τη φαντασία ή την καρδιά• κάθεται

όλη μέσα στο νου του. Οι άγιες Τερέζες, οι Φραγκίσκοι της Ασίζας σε

μας δε γεννιούνται. Ο Γραικός δε φροντίζει να καταπείση τους άλλους,

να τους κάμη ορθόδοξους• θρησκεία για το Γραικό άλλο τίποτις δε θα πη

παρά πατρίδα — και την πατρίδα του δεν τη θέλει για τους άλλους• τη

θέλει για λόγου του μόνο.

Για τούτο κι ο πατριάρχης δεν μπόρεσε ποτές να γίνη σαν τον πάπα,

δυνατός και μεγάλος. Στο μεσαίωνα είταν από κάτω από το βασιλιά• τον

έλεγαν _πρόβληση αφτοκρατορική_. Μια φορά μόνο μπόρεσε νακουστή η

φωνή του• πρώτο πρόσωπο δεν έγινε ποτές ο πατριάρχης στο Βυζάντιο. Το

σύστημά μας έχει τα καλά του• δεν του λείπουν όμως και τα κακά. Έχει

μάλιστα για την ώρα ο Πατριάρχης δύσκολη θέση. Ή το Ρούσσο πρέπει

νακούση ή τον Τούρκο. Κι ο ένας θυμώνει όταν ακούση τον άλλο.

Κοντέβει πάλε να χωριστή καμιά μέρα η Εκκλησία μας. Γρήγορα θα μας

ξεφύγουν οι Ρούσσοι. Πού ο Ρούσσος να το βαστάξη ποτές, — ο Ρούσσος

που θέλει να είναι παντοδύναμος στον τόπο του, — που να το βαστάξη,

άλλος στα ξένα νάχη πνεματική εξουσία, μεγαλήτερη από τη δική του και

να μπορή να τον προστάζη; Ό τι έγινε με τη Δύση, θα ξαναγίνη πάλε με

τη Ρουσσία. Θα βρεθή τότες κανένα καινούριο «και», καμιά δυσκολία για

το «Πιστεύω». Πολλούς άκουσα να με λεν « Ο πατριάρχης είναι

πατριάρχης στους ραγιάδες. Ας πα να βασιλέβη στην Πόλη, όχι σε μας.

Τι μπορεί στην Ελλάδα, στη Ρουσσία, που είναι βασίλεια ανεξάρτητα;»

Αφτά τα λόγια θα μας βγάλουν καμιά καινούρια ετεροδοξία. Δε θα το

φταίξη η θρησκεία• έτσι πάλε θα το φέρη κανένας λόγος της ιστορίας,

έτσι θα το θελήση καμιά πολιτική ανάγκη. Όσο κάθουνται οι Τούρκοι

στην Πόλη, όλα τα κακά θα τα πάθουμε. Κ' οι δικοί μας πάλε, άλλο τόσο

πολεμούν τον πατριάρχη• ό τι θέλουν πρέπει να το κάμη. Οι Ρούσσοι κ'

οι Γραικοί μαζί του φιλούν το χέρι, μα του έχουν το χέρι δεμένο. Του

το φίλησα και γω κ' έλεγα μέσα μου• — «Πρέπει, πρέπει να γκρεμιστούν

οι Τούρκοι!»

Όπου πάω, ό τι κάμω, ό τι απαντήσω, παντού βλέπω, παντού βρίσκω τον

Τούρκο. Φτάνει νανοίξω τα μάτια, φτάνει να γυρίσω να διώ, όλα με

θυμίζουν τη σκλαβιά. Πήγα στην Αγιά-Σοφιά κ’ έπρεπε να φορέσω

τουρκικά παπούτσια, για να μπω σ' ορθόδοξη εκκλησιά. Πού να κοιτάξω

να διώ τα μεγαλεία της τέχνης; Τα παπούτσια που φορούσα μ' έκαιγαν

τις πατούνες και κάθε ώρα έβραζα μέσα μου• μ' έρχουνταν όλο να τα

πετάξω στου πορτάρη το μούτρο.

Πήγα στο Σελαμλίκι κι από μακριά που στέκουμουν είδα έναν αφανισμένο,

άρρωστο και κατάχλωμο άθρωπο, που περνούσε βιαστικά• είταν ο

Σουλτάνος. Είδα στρατιώτες, αξιωματικούς, στρατηγούς στην παράταξη κ'

έλεγα μέσα μου• — « Να κ' η βαρβαριά που ροβολάει». Κι όσο τους

έβλεπα, σήκωνα τα μάτια, για να διώ τάχατις α δεν πέσουν ξαφνικά

φλογερές αστραπές από τον ήσυχο, τον ολόφαιδρο ουρανό.

Πήγα με τον καλό μας τον Ω, να σεργιανίσω τη Βλαχέρνα και ταρχαίο το

Βυζάντιο. Ο σοφός μας ο αρχαιολόγος μ' έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι• —

« Εδώ είταν εκκλησιά και την έκαμαν τζαμί• εδώ είταν παλάτι κ' έγινε

αχούρι. Το ξέρω, γιατί διάβασα την τούρκικη επιγραφή, απάνω στην

πόρτα της εκκλησιάς, που το γράφει, και γιατί πέρασα τρεις φορές

όλους τους Βυζαντινούς της Μπόννας». Εγώ, όσο τον άκουγα, μ' έπιανε

μια φοβερή σταναχώρια. Μ’ έτρωγαν τα λόγια του σα σκουλήκι. Έβραζε το

αίμα μου και θυμούμουν την πρώτη νύχτα που είχα πλαγιάσει στην Πόλη•

έσκανα. Έπρεπε κάπου να ξεσπάσω.

ΙΒ'.

« Καπιτάν μπουρντά γκελίορ»

Αφότου είμουνα στην Πόλη, δεν είχα πάει ακόμη στο Μπογάζι. Οι

δασκάλοι το λένε Βόσπορο κ' έχουν άδικο οι δασκάλοι. Ο λαός Κατάστενο

το ξέρει• κάπου κάπου μπορεί και Βόσφορο να στο πη. Οι δασκάλοι

θαρρούν πως τάμαθαν όλα• δεν έμαθαν όμως ακόμη που πρέπει κανείς να

σέβεται τις δημοτικές ονομασίες κάθε τόπου. Η μάθησή τους δε φτάνει

ίσια με την επιστήμη. Επιστήμη νομίζουν όσα χωρεί το στενούτσικό τους

το κεφαλάκι. Φωνάζουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, γράφουν, πολεμούν,

παρακαλούνε να τους δώσουμε τους τύπους που συνηθίζει ο λαός.

Τίποτις! Οι δασκάλοι μήτε τάκουσαν. Οι σοφοί κ' οι γλωσσολόγοι

θυμώνουν που δεν είμαστε άξιοι να καταλάβουμε τι γυρέβουν από μας, κ'

οι δασκάλοι τι κάμνουν; Ίσια ίσια για να μην έχουν οι Εβρωπαίοι κακή

ιδέα για την Ελλάδα, κόφτουν, κλαδέβουν, ξεπαστρέβουν, καθαρίζουν τα

γεωγραφικά ονόματα, τα στρώννουν, τα φέρνουνε στο ελληνικό — και

προσμένουν ήσυχα να τους καμαρώσουμε στην Εβρώπη! Πως καταστρέφουν

την ιστορία με την ψεφτογραμματική τους, μήτε τους πέρασε από το νου.

Τι θα κάμης λοιπό με τέτοια... κεφάλια;

Εγώ λέω να μην κάμης τίποτις και να σείρουμε το δρόμο μας, γιατί

βαρέθηκα τους δασκάλους. Τους βαρέθηκες βέβαια και συ που με

διαβάζεις. Όσο για το Βόσφορο, μ' αρέσει Κατάστενο να το λέω• έτσι το

συνήθιζε η γιανούλα και τούτο με φτάνει. Μ' αρέσει και Μπογάζι να

τακούω• όσο είναι οι Τούρκοι στην Πόλη, με φαίνεται καλό νάχουμε κι

αφτό τόνομα — για να μην ξεχνούμε.

Ένα πρωί θέλησα λοιπό να σεργιανίσω το Μπογάζι και να διώ κάτι φίλους

στην εξοχή. Κατέβηκα στο γεφύρι, το βαπόρι σφύριζε, πήρα μπιλλιέτο,

και μπήκα μέσα να πάω στο Μπουγιούχντερε. Μ' αφτό τόνομα οι καημένοι

μας οι δασκάλοι τα μπερδέβουν. Τις δοτικές τις σκορπίζουν όπου

μπορούν• _εν Ταταούλοις_ θα σε πουν, _εν Βλαχέρναις_ κι άλλες τέτοιες

νοστιμάδες. Με το Μπουγιούχντερε αδύνατο να χώσουν και μια κατάληξη

αρχαία• τόνομα τούτο δεν κλίνεται. Το Μπουγιούχντερε τους το κάμνει

πείσμα. Το Μπουγιούχντερε μοναχό του ρίχτει κάτω όλα τους τα σοφά τα

συστήματα, τη γραμματική τους και τη γλώσσα τους. Ας κατεβάσουν

πενήντα χιλιάδες απαρεφάτους, μιλλιούνια πληθυντικές δοτικές• φτάνει

το Μπουγιούχντερε να δείξη τη μυτίτσα του, να ξετρυπώση ξαφνικά και

να βγη στη μέση. Αμέσως βλέπουμε τι τρέχει, καταλαβαίνουμε που ζούμε

στα χίλια οχτακόσια τόσα κι όχι στης πρώτης ολυμπιάδας τον καιρό. Το

λαμπρό τους το παλάτι γκρεμνά και πέφτει, και φαίνεται με μιας, από

κάτω από τις πέτρες του παλατιού, το σημερνό μας, ταληθινό μας το

γραικικό χώμα.

Πόσο ταγαπώ αφτό το Μπουγιούχντερε! Δαιμονίζει τους δασκάλους. Να το

κάμουν άξαφνα Βαθυρρύαξ, κ' οι ίδιοι δε θα καταλάβουν τι λεν. Πρέπει

να το πουν Μπουγιούχντερε, έχει δεν έχει. Έπειτα, ας μας κόψουν όσες

ελληνικούρες έχουν όρεξη. Δε μας μέλει πια! Για να χάση το γάλα την

κάτασπρη του θωριά, φτάνει να πέση μέσα μια σταλιά καφές. Έτσι και με

τη γλώσσα• άμα βάλης μέσα έναν τύπο μόνο που δεν είναι αρχαίος,

τέλειωσε! Δεν είναι πια η γλώσσα σου αρχαία• τίποτις δεν είναι. Του

κάκου πολεμούν οι δασκάλοι, του κάκου πασκίζουν! Η γλώσσα τους

μοιάζει με λίμνη• τη γεμίζουν καθαρό νερό και την καμαρώνουν οι

ίδιοι. Για να θολώση το νερό, άλλο δε χρειάζεται παρά να ρίξης μέσα

ένα μικρούτσικο Μπουγιούχντερε, ας είναι κ' ένα άφαντο _να_. Με μιας

χάνεται όλη η ψέφτικη ομορφιά της λίμνης κ' η καθαρέβουσα λασπώνεται.

Οι δασκάλοι δε βλέπουν και ποτές δε θα διούν που, για όποιονα τόντις

ξέρει, αγαπά και σέβεται την αρχαία, φτάνει ένας μόνος τύπος να μην

είναι αρχαίος και καταστρέφει όλους τους άλλους. Ένα _εμπόδισε_ κάπου

να βάλουν, ένα_έγινε_ να τους ξεφύγη, ένα _ηξεύρω_ να πουν, ένα

_τίποτε_ να γράψουν, παν όλα! Μεγαλήτερο το κακό παρά αν είταν όλα

_βάρβαρα_, σαν που τα λεν• αν είταν όλα βάρβαρα, θα φαίνουνταν

τουλάχιστο μια σειρά, μια αλήθεια. Με τον τρόπο το δικό τους,

φαίνεται η αρχαία τόντις βάρβαρη κι ανώμαλη. Ένα όνομα καινούριο,

ένας δημοτικός τύπος, μια λέξη νέα χαλνά την αρχαία — κι αφανίζει

όλες τις δοτικές.

Εγώ που δεν ξέρω δοτικές, δεν ντράπηκα να μπω στο _βαπόρι_, και να

πάω στο _Μπουγιούχντερε_. Ο καμαρώτος, άμα μ' είδε, μυρίστηκε ξένο.

Αμέσως ήρθε να με χαιρετήση, να με δώση την καλήτερη θέση του

βαποριού. Ο καμαρώτος είταν Αρμένης. Πού να μιλήση γραικικά, αφού οι

Αρμένηδες και τη γλώσσα τους δε θέλουν πια να μάθουν, και λεν πως

είναι Τούρκοι; Κατάλαβα όμως τι μ' ήθελε. Δεν είχε και πολλά να με

πη. Μ' έδειξε μόνο σε τι θέση έπρεπε να κάτσω. Με πήγε απάνω στο

γεφυράκι με τα σίδερα, που συνηθίζει ο καπετάνιος και στέκεται. Κείνη

την ώρα ο καπετάνιος — ένας Τούρκος — είχε δουλειά από τάλλο το

μέρος. Κάθισα το λοιπό με την ησυχία μου από την άλλη μεριά. Η

καρέγλα μου βρίσκουνταν από πάνω από τα ταμπούρλα κι άκουγα τις ρόδες

που γύριζαν. Έβλεπα δεξιά τον καπετάνιο που κοίταζε μπροστά του και

πρόσταζε. Ο καμαρώτος μ' έφερε ένα σκαμνί για τα ρούχα, ένα σκαμνί να

ξαπλώσω τα ποδάρια μου, ένα σκαμνί να με βάλη καφέ και λουκούμι. Του

έδωσα μερικούς παράδες, και με γελαστό πρόσωπο, με ζαχαρένιο

χαμογέλοιο, στάθηκε μια στιγμή κι άπλωσε το χέρι, τάχατις για να με

δώση να καταλάβω που θα βλέπω λαμπρά στη θέση που κάθουμουν και να με

δείξη το θέαμα. Έκαμε δυο τρεις τεμενάδες κ' έφυγε.

Είταν η θέα τόντις μοναδική. Όσο προχωρούσαμε, ξεσκέπαζε το Μπογάζι

τις ομορφιές του. Όλο μ' έδειχτε καινούρια μεγαλεία. Πιώτερο από

κάθετίς άλλο μ' άρεζαν τα νερά του• στα νερά πρόσεχα, στα νερά είχα

το νου μου. Τη θάλασσα δεν μπορούσα να τη χορτάσω. Απορούσα με το

πολύ το νερό. Το Μπογάζι έχει νερό όσο θέλεις. Τι καλό μέρος για να

πνίξη κανείς όλα τα σκυλιά που κυλιούνται στα σοκάκια! Τα σκυλιά να

τα φοβάστε• μην τα βλέπετε τώρα που σέρνουνται μισοκοιμισμένα στους

δρόμους. Μάθαμε που μπορούν καμιά μέρα να λυσσιάξουν, και τότες

αλλοίμονο! Ο Παστέρ, όσο άξιος κι αν είναι, ίσως δεν μπορέση να μας

γιατρέψη. Πάλε πιο ήσυχοι θα είμαστε, όταν τα ρίξουμε στο νερό.

Εκείνο το νερό του Κατάστενου, δεν ξέρετε τι θάματα που τα κάμνει.

Έχει κάτι μέσα του, εκείνο το νερό. Όλη αφτή η θάλασσα που λούζει την

Πόλη έχει κρυμμένη βαθιά κάτω στον πάτο της μια μυστική δύναμη.

Όποιος περάση αφτή τη θάλασσα για νάρθη στην Πόλη, είναι χαμένος

άθρωπος. Για να μη χαθή κανείς, πρέπει να βρεθή στην Πόλη, δίχως νάχη

περασμένη τη θάλασσα. Διέστε τόντις τι παράξενη δουλειά!

Ο Βόσπορος, καθώς μπορεί ο καθένας να το μάθη από τη γεωγραφία που

διαβάζει στο σκολειό, χωρίζει Ασία κ' Εβρώπη, πάει να πη που

βρίσκεται ανάμεσα στην Ασία και στην Εβρώπη. Μόλον τούτο στην Πόλη

κάθουνται Ασία κ' Εβρώπη μαζί, η μια πλάγι στην άλλη• αφτό το

περιστατικό οι χάρτες δεν το γράφουνε, μάλιστα οι χάρτες που

_δημοσιεύονται αδεία του Υπουργείου της Παιδείας_. Ανεβαίνοντας δεξιά

μεριά έβλεπα την Ανατολή και, για να πω την αλήθεια, μ' όσα είχα

μάθει στο σκολειό, δεν μπορούσα καλά να διακρίνω που είταν Ασία, και

που είταν Εβρώπη. Δεξιά και ζερβιά έβλεπα τα ίδια. Είδα πολλά, μα ένα

μ' έκαμε ναπορήσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί στέκουνταν τόσα

τζαμιά, τόσα παλάτια μισογκρεμισμένα, παραιτημένα, ολόρημα. Ο

Τούρκος, άμα χτίση σπίτι — κι άμα κάμη τίποτις — το βαριέται• είναι

μαθημένος με τέντες κι άλλο δεν ξέρει. Οι Αγαρηνοί είναι νομάδες, ή

σαν που λέμε, _κατσιβέλοι_. Ο Τούρκος ένα ένα συχαίνεται τα σπίτια

που κάμνει, νοιώθει πως είναι περαστικά ταγαθάτου, κι άμα συχαθή ένα

πράμα, αμέσως ταφίνει. Ταφίνει και δε γυρίζει πια να το διή — σα να

μην είταν ποτές δικό του. Δάχτυλο δε θα κουνήση, ή τοίχο να σιάξη, ή

ταβάνι να διορθώση, ή πέτρες να ξαναβάλη, όπου πέσουν. Το χτίριο που

κάμη δεν έμαθε να το διατηρή• δεν το φροντίζει. Τι είναι τέτοια

φροντίδα, μήτε το ξέρει. Κι από κει μπορείς να καταλάβης τι θα πη

βάρβαρος και τι θα πη πολιτισμένος.

Ο πασάς, εκεί που δεν πρέπει να μετρήση τα χρήματα, έφκολα τα

ξοδέβει. Μικρά έξοδα δεν μπορεί να κάμη• αγαπά μόνο τα μεγάλα. Ή θα

βγάλη να δώση πολλά, ή τίποτις δε θα δώση. Ο πλούσιος που δεν έδωσε

δυο γρόσια το ράφτη του για να του ράψη ένα κουμπί, δε θα μείνη

πλούσιος όλη του τη ζωή. Μαζί του φτωχαίνει και το έθνος. Ο πασάς

τέτοια φιλοσοφία δεν έμαθε. Φτάνει να το θελήση το κέφι του, κι αν

έχει λίρες, αμέσως τις πετά. Άμα γίνη ανάγκη να λογαριάση πόσοι

παράδες χρειάζουνται για να ξαναβάλη

μια πέτρα, να σιάξη ένα κανάτι, βαριέται τους λογαριασμούς. Δεν

αξίζει, λέει. Το κεφάλι του ζαλίζεται με τέτοιες μικρολογίες. Όταν

είναι να χαρή τίποτις, πρέπει να το χαρή αμέσως, αμέσως να γίνη το

πράμα και με μιας. Δε βλέπει άλλο παρά το κέφι του, κι ό τι του

αρέσει, του αρέσει την ώρα που το θέλει• παρέκει δεν πάει ο νους του.

Στην Αθήνα πάλε, κι ο μπακάλης που θα κάμη σπίτι, κάθε μέρα θα

φροντίση για το σπιτάκι του, θα το νοικοκερέψη. Θα τόχη έννοια. Θα

προσπαθήση μάλιστα με κάθε τρόπο να βάλη δυο σκαλοπάτια μαρμαρένια,

παντού να ρίξη σίδερα και πέτρα, για να γίνη, λέει, το σπίτι πιο

γερό. Ο Γραικός όλα αιώνια τα θέλει.

Χαμογελώντας αντανακλούσε το Μπογάζι τα τούρκικα παλάτια, τα

μισογκρεμισμένα τα τζαμιά. Γρήγορα γρήγορα πήγαινε το βαποράκι, σα

νάτρεχε στα κύματα μέσα. Η θάλασσα έχει κάτι που σε μαγέβει. Όταν

κοιτάζει κανείς την πλώρη που με τόλμη σκίζει τα νερά για να περάση,

νομίζει τότες που μπορεί άξαφνα κι ο ίδιος να κόψη δρόμο μεγάλο. Η

φαντασία πετιέται και τρέχει με το βαπόρι• ο νους φουσκώνει τα παννιά

του. Έτσι τόπαθα και γω. Θα πάμε και μεις ομπρός, έλεγα μέσα μου,

ανοιχτά θα πάρουμε τη θάλασσα, θα τραβήξουμε μακριά μακριά, και καμιά

μέρα, σαν τον Κολώμπο, θανακαλύψουμε μια νέα, μια περίφημη,

ηλιοφώτιστη Αμερική. Αιώνια θα μείνουν τα έργα και τόνομά μας.

Στη στιγμή που μελετούσα τέτοια μεγαλεία, ξαναφάνηκε ο καμαρώτος.

Ήρθε πλάγι μου και μ' έδωσε να καταλάβω πως έπρεπε ναλλάξω θέση. Ο

καπετάνιος είχε τώρα δουλειά στο μέρος που κάθουμουν• έπρεπε να

περάση ζερβιά. Ο τόπος είτανε στενός και δεν μπορούσαμε να μείνουμε

κ' οι δυο μαζί• είταν ανάγκη ή ο ένας ή ο άλλος να φύγη. Ο καμαρώτος,

για να τον καταλάβω καλήτερα, με το είπε μάλιστα τούρκικα• — «Να

σηκωθής, γιατί ο καπετάνιος έρχεται», λέει, «καπιτάν μπουρντά

γκελίορ».

Με πολλή εβγένεια, πρέπει να το μολογήσω, και με τρόπο καλό μ' είπε ο

άθρωπος αφτά τα λόγια. Δεν ξέρω γιατί αφτές οι τρεις τούρκικες λέξες

μ' έρχουνταν τόσο παράξενα σταφτί. _Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!_ τον

άκουγα και με φώναζε. Ο καπετάνιος έρχεται. Τι παράδοξη φράση! Ο

καπετάνιος είταν Τούρκος, ομορφάθρωπος, αψηλός• έμοιαζε σα να είταν

όλο μαζί αφέντης σκληρός κι αντρειωμένο παλληκάρι. Με φάνηκε που στα

μάτια του μέσα, στο πρόσωπό του έβλεπα με μιας όλη την Τουρκιά.

Τέτοιος Θα είταν, έλεγα μέσα μου, κι ο πρώτος ο Τούρκος που πάτησε

τούτο το χώμα, ο πρώτος ο καταχτητής. Τέτοια λόγια θα είπε, όταν

μπήκε στην Πόλη, όταν καταστράφηκε ο στρατός μας στον πόλεμο τον

τρομερό, κι όταν έπεσε ο βασιλιάς μας. — «Καπιτάν μπουρντά γκελίορ!

Όξω, όξω, ραγιάδες, γκιαούρηδες, σκυλιά. Να φύγετε από μπροστά μου.

Νάτος που έρχεται ο καπετάνιος! ο καπετάνιος φτάνει!» Με το σπαθί στο

χέρι, στάλογό του καβαλλάρης, έρχουνταν ο Τούρκος, έρχουνταν ο

καπετάνιος — κ' έπρεπε ο καθένας από το δρόμο του να φύγη.

Σα να καταλάβαινα για πρώτη φορά όλη μας την ιστορία, σα να ζωντάνεβε

μπροστά μου για πρώτη φορά. Με φάνηκε πως έβλεπαν τα μάτια μου τώρα

κανένα άγριο, φοβερό, ολέθριο πράμα, γεμάτο αίματα και σφαγή. «Σήκω,

σήκω, χριστιανέ από κει που κάθουσουν ήσυχος και θάμαζες τη φύση με

τις ομορφιές της, και φιλοσοφούσες, και κοίταζες το νερό κ' έπαιρνε η

φαντασία σου δρόμο. Σήκω• η Πόλη είναι δική μου. Όπου σε διώ, όπου σε

βρω, όπου φανής, εσύ, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, όπου διώ, όπου

βρω, όπου φανή τίποτις δικό σου, — σπίτι, χρήματα, χωράφι ή παλάτι, —

όλα όλα πρέπει να με ταφήσης. Το αίμα σου θέλω να πιω, και τη ζωή σου

να ρουφήξω. Άμα σε ζητήξω αίμα και ζωή, θα με δώσης τη ζωή σου και το

αίμα σου θα με φέρης. Από το στόμα σου λέξη να μη βγη. Δε χωρατέβω.

Ξέρεις ποιος είμαι; Να το μάθης. Ο αφέντης σου είμαι γω, ο βασιλιάς

σου, η τρομάρα σου και το βάσανό σου. Σήκω φύγε, γιατί έρχουμαι• σήκω

φύγε, γιατί φτάνω. Καπιτάν μπουρντά γκελίορ.»

Το Ταξείδι μου · 第 4 / 14 段