Και τα νησιά του ακρωτηριού

που είν' απ' το πέλαγο λουσμένα

και βρίσκονται γειτονεμένα

με τούτη την στεριάν εδώ.

Η Λέσβο, η Σάμος η 'ληοτρόφα,

η Χίος κ' η Μύκονος κ' η Πάρος,

η Νάξος κ' η Άνδρος που σιμά

στην Τήνο βρίσκεται γειτονικιά.

Αντιστροφή Γ'.

Κ' η εξουσία του απλωνότουν

στα στεριογείτονα νησιά

που έχουν πολλά θαλασσινά, (138)

τη Λήμνο, την Ίκαρο, τη Ρόδο

την Κνίδο και μαζί μ' αυτές

στης πόλεις της Κυπριακές (139)

την Πάφο, τους Σόλους και την άλλη

την Σαλαμίνα, που για μας

τούτης αιτία της συμφοράς

εστάθηκ' η μητρόπολί της. (140)

Επωδός.

Κι' όμοια εξουσίασε με νου

στην Ιωνία πόλεις άλλες,

ευτυχισμένες και μεγάλες,

που Έλληνες σ' αυτές οικούν.

Κι' ακάματην είχαν ανδρεία

οι άνδρες όσους για εκστρατεία (141)

ολούθ' εμάζευεν αυτός.

Μ' από θεού έστρεψε πάλι

η τύχη^ κ' έτσι τη μεγάλη

τραβούμε τούτη συμφορά,

δεινά παθόντας τρομερά

εις του πελάου της συμπλοκές. (142)

ΞΕΡΞΗΣ

Ωού!

Ο δύστυχος εγώ που τέτοια μαύρη (143)

κ' έτσι αναπάντεχη μούλαχε μοίρα·

πόσο μονόγνωμα η τύχη ωργίσθη,

με των Περσών το γένος. Τι θα γίνω

εγώ ο ταλαίπωρος; παραλυμένη

αισθάνομαι τη δύναμι του κορμιού μου

μπροστά στους ηλικιωμένους τούτους (144)

Πέρσες. Άμποτες, ω Δία, κ' εμένα

με τους άνδρες μαζί τους πεθαμμένους

να μ' είχε σκεπάσει του θανάτου η μοίρα.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοί, βασιλιά, του ανδρειωμένου

στρατού· κι' αλλοί του τιμημένου

και τρανού γένους των Περσών·

αλλοί και του άνθους των ανδρών,

που εθέρισεν η κακή τύχη.

Η ίδια η γη μυρολογάει (145)

τη δικιά μας νεολαία που πάει

από μοίραν άδικου θανάτου

χαμένη, στον Αδη κάτου·

ο Ξέρξης στους Πέρσες εστάθη

φορτωτής (146) του Χάρου· τι εχάθη

πλήθος ανθρώπων που τώρα

στρατοκοπάν για τ' Άδη τη χώρα· (147)

της γης ο άνθος πολεμιστάδες

του τόξου, χιλιάδες, μυριάδες

είναι τους οι σκοτωμένοι.

Ωιμένα κι' αλλοί! στη χαμένη

δύναμι. Της Ασίας η χώρα,

βασιλιά, εγονάτισε τώρα

εγονάτισε, ωιμένα, βαρειά.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Α'.

Οχού! εμέ ας με κλαίνε

και πως γεννήθηκα ας το λένε

για δυστυχία της γενιάς μου

και της πατρίδας.

ΧΟΡΟΣ

Του γυρισμού το καλώς ήρθες

με μια κακόφωνη βουή

κι' αχλαλοή θρηνητική

σαν πως Μαρυανδυνός (148)

θρηνολογάτορας δεινός

θα στο φωνάξουμε με θρήνους.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Α'.

Γοερά θρηνήστε με τρανές (149)

μυρολογιού αγριοφωνές,

γιατί η τύχη με διπλή

με βάρεσε καταδρομή.

ΧΟΡΟΣ

Θρήνους αλήθεια θενά ειπούμε·

κι' απ' τα δεινά μας σαστισμένοι,

για τ' όσα θαλασσοδαρμένοι

επάθαμε, θενά κλαφτούμε,

μυρολογώντας όμοια πάλι

με πολλά δάκρυα τη μεγάλη

καταστροφή.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Β'.

Τι ο Άρης των Ιώνων μονομιά, (150)

θεριεύοντας των Ιώνων το στόλο,

το κακό ετούτο μας έφερεν όλο,

θερίζοντάς μας επά στη βαθειά

τη θάλασσα και στην ακτή.

ΧΟΡΟΣ

Κι' ας τα μάθαινα όλα, ωιμέ!

Πού βρίσκονται οι άλλοι δικοί μας;

και πού όσοι επαράστεκαν σε;

ο Φαρανδάκης κι' ακόμα ο Σούσας

κι' ο Ψάμμις κι' ο Πελάγων αντάμα

κι' ο Αγδαβάτας με τον Δοτάμα

κι' απ' τ' Αγβάτανα ο Σουσισκάνης.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Β'.

Εκεί επαραίτησά τους, γκρεμισμένους

από Τύριο πλοίο, όλους πνιγμένους,

στης Σαλαμίνας της ακρογιαλιές

επά σε πέτρες να χτυπούν σκληρές.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμέ! κι' ο δικός σου Φαρνούχος τι απογίνη;

κι' ο τρανός Αριόμαρδος κι' ο βασιλιάς

Σενάλκης κι' ο Λίλαιος, παιδί γενιάς

μεγάλης (151) κι' ο Μέμφις κ' οι άλλοι εκείνοι

ο Μασίστρας κι' ο Θάρυβις κι' ο Αρτεμβάρης

κι' ο Υσταίχμας τι απογίνηκαν; πες.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Γ'.

Αλλοί μου κι' αλλοί μου.

Της πανάρχαιες να ιδούν δεν προφθάσαν

της μαύρες Αθήνες κ' εχάσαν

μονομιάς τη ζωή,

κι' οχού! οχού! οι φτωχοί

σπαρταρούν επά σ' έρημη γη. (152)

ΧΟΡΟΣ

Και του Βατανώχου το γυιό, τον πιστό σου

επόπτη, που τόσο αγαπητός σου

ήτον και στρατούς σου αριθμούσε (153)

― υ υ ― ―

του Σησάμη και του Μεγαβάτη τους γυιούς

και τον Οιβάρη και τον Πάρθο κι' αυτούς

τους άφηκες όμοια, τους άφησες κει.

Ωχ! ωχ, τι μεγάλο στους Πέρσες κακό

και παράκακο λέω το εγώ.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Γ'.

Πάνωθέ μου κακοπούλι σηκώνεις

που συντρόφους καλούς μου θυμά, (154)

λέγοντας μου εσύ τα κακά

ταλησμόνητα. Κ' έτσι αιματώνεις

μέσ' τα στήθια τη μαύρη καρδιά.

ΧΟΡΟΣ

Όμως κι' άλλους αποζητούμεν εμείς.

Τον Ξάνθι που είχαν οι Μάρδοι αρχηγό,

τον Διαιξί κι' Αγχάρη, που τους ιππείς

με τον Αρσάκη αρχηγούσαν και τον τρανό

Κηγδαγάτη και τον Λυθίμνα, μαζί

και τον Τόλμο, τον ήρωα πολεμιστή.

Πάν τώρα όλοι τους, στον τάφο παν

χωρίς καν άρματα την ταφή ν' ακλουθάν. (155)

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Α'

Όλοι τους παν του στρατού οι αρχηγοί. (156)

ΧΟΡΟΣ

Άδοξα εχάθηκαν όλοι μαζί.

ΞΕΡΞΗΣ

Ωιμέ, ανέλπιστο οι θεοί κακό

έδωκαν που άλλο ωσάν κι' αυτό

η Άτη ποτέ της δεν έχει ιδεί.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Α'.

Αγιάτρευτη μας ήρθε κακομοιριά

ΧΟΡΟΣ

Μας ήρθε αλήθεια και φανερά. (157)

ΞΕΡΞΗΣ

Με νέα, με νέα δεινά, δεινά.

ΧΟΡΟΣ

Τι πόλεμο κάνοντας θαλασσινό

με των Ιώνων το έθνος το ναυτικό

νικήθηκε η γενιά των Περσών.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Β'.

Αλήθεια. Κι' ο άμοιρος για τούτο εγώ

ξολοθρεύτηκα έτσι με τόσο στρατό.

ΧΟΡΟΣ

Και τι απ' τους Πέρσες εγλύτωσε τάχα;

ΞΕΡΞΗΣ

Νά ιδές. Ετούτα του στρατού μου μονάχα. (158)

ΧΟΡΟΣ

Τα θωρούμε οι άμοιροι εμείς, τα θωρούμε.

ΞΕΡΞΗΣ

Κ' η θήκη ακόμα των βελών μου αυτή. (159)

ΧΟΡΟΣ

Τι; δικό σου μονάχα αυτό έχει σωθή;

ΞΕΡΞΗΣ

Για την άδεια μονάχα τη θήκη μου λέτε;

ΧΟΡΟΣ

Το τίποτε εσώθηκεν απ' τα πολλά.

ΞΕΡΞΗΣ

Βοήθεια καμμία δεν έχουμε πια.

ΧΟΡΟΣ

Φυγοπόλεμη των Ιώνων δεν είναι η γενιά. (160)

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Β'.

Είναι στη μάχη ορμητική

κι' αλήθει' αναπάντεχο έχω ιδεί

κακό απ' αυτήν.

ΧΟΡΟΣ

Για του στόλου τη φυγή μας λες;

ΞΕΡΞΗΣ

Τα ρούχα μου έσχιζα για της τρανές

κακοτυχιές μας.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο μου κι' αλλοί.

ΞΕΡΞΗΣ

Βέβαια και τρις αλλοί. (161)

ΧΟΡΟΣ

Γιατί διπλή η συμφορά και τριπλή. (162)

ΞΕΡΞΗΣ

Δικές μας θλίψες των εχθρών χαρές.

ΧΟΡΟΣ

Και τώρα εκατάντησαν κολοβές

οι δικές μας δυνάμεις. (163)

ΞΕΡΞΗΣ

Προπομπό μου δεν έχω κανένα.

ΧΟΡΟΣ

Κι' ούτε φίλο. Τους πήρε, ωιμένα,

του πελάγου η δεινή συμφορά.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Γ'.

Το κακό κλάψετέ το κ' εσείς γοερά

κ' εις τα σπίτια σας έτσι γυρίστε.

ΧΟΡΟΣ

Κλαίμε με πόνο κ' αναφυλλητό! (164)

ΞΕΡΞΗΣ

Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου. (165)

ΧΟΡΟΣ

Μοναχός του ο θρήνος ξεσπά, βασιλιά.

ΞΕΡΞΗΣ

Θρηνείστε για τη δυστυχιά μου.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμένα κι' ωιμένα βαρειά

είναι τούτη για μας συμφορά,

το αχ το λέμε πονώντας στ' αλήθεια.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Γ'.

Τα μαλλιά σας τραβάτε για χάρι δική μου.

ΧΟΡΟΣ

Χάρι για κακό κακή κακά γεναμένη. (166)

ΞΕΡΞΗΣ

Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου.

ΧΟΡΟΣ

Οχού, οχού, δυστυχιά, δυστυχιά.

ΞΕΡΞΗΣ

Κλάφτε κι' ακόμα πιο γοερά.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμένα κι' ωιμέ.

Με τα δικά μου βογγητά μαζί

μια μαύρη θα σμίξω αλήθεια πληγή.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Δ'.

Και με Μύσιο θρήνο τα στήθια χτυπάτε. (167)

ΧΟΡΟΣ

Κακομοιριά μας, κακομοιριά.

ΞΕΡΞΗΣ

Και τα γένια σας τάσπρα τραβάτε για με.

ΧΟΡΟΣ

Τα τραβάμε θρηνώντας, τα τραβάμε ωιμέ.

ΞΕΡΞΗΣ

Με άγριο κλάψετε ξεφωνητό. (168)

ΧΟΡΟΣ

Θαν το κάνουμ' αλλοί μου κι' αυτό.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Δ'.

Και τα ρούχα στους κόρφους σας σχίστε.

ΧΟΡΟΣ

Κακομοιριά, κακομοιριά.

ΞΕΡΞΗΣ

Για το στρατόν ακόμα θρηνήστε

της κόμης τραβώντας της τρίχες.

ΧΟΡΟΣ

Της τραβάμε θρηνώντας, της τραβάμε ωιμέ

ΞΕΡΞΗΣ

Και τα μάτια σας δάκρυα ας έχουν.

ΧΟΡΟΣ

Ολονένα τα δάκρυά μας τρέχουν (169).

ΞΕΡΞΗΣ

Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονό μου! κι' αλλοί!

ΞΕΡΞΗΣ

Γυρίστε σπίτι σας μ' οδυρμό. (170)

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο, αλλοί!

ΞΕΡΞΗΣ

Αλλοί, στην Περσίδα τη γη.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμένα στην άμοιρη αυτή.

ΞΕΡΞΗΣ

Οχού μου, σε τούτη τη χώρα.

ΧΟΡΟΣ

Οχού, πού εκατάντησε τώρα.

ΞΕΡΞΗΣ

Καλοπόδεμοι μυρολογάτε. (171)

ΧΟΡΟΣ

υ ― ― υ υ ―

ΞΕΡΞΗΣ

Οχού στην Περσίαν, οχού!

ΧΟΡΟΣ

Στην κακόμοιρη χώραν οχού!

ΞΕΡΞΗΣ

Πόσοι στα τρίσκαρμα πλοία οι νεκροί! (172)

ΧΟΡΟΣ

Σε προβοδάμε θρηνώντας αλλοί. (173)

* * *

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,

υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά

προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία

ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και

πολιτικός λόγος) με δημιουργικές μεταφορές της, από τους αρίστους

μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε

εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Ομηρος, οι Τραγικοί κι ο

Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο

Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο

Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις

κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη,

Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη,

Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως,

Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά

εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη

φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

&ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΟΝΩ& Το δράμα αυτό αποτελεί υψηλότατον ύμνο των

ελληνικών νικών κατά των Περσών, την εποχή των μηδικών πολέμων. Η

μεγαλοπρεπής αφήγηση της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κρίνεται σαν

μοναδικό υπόδειγμα επικολυρικής περιγραφής.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ»

ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 38

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61

ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

* * *

1) «Πολυχρύσων». Εις τα βασιλικά παλάτια έκρυβαν οι Πέρσαι τους

θησαυρούς. Ηροδότου 5, 49. πρβλ. Στράβωνος σελ 731.

2) «Νυός δ' άνδρα βαΰζει» (πρβλ. λατινικόν nurus)= βοά ζητούσα

τον άνδρα. Πρβλ. Αγαμέμνονος στ. 456.

3) Φανερώνεται το πλήθος και το πυκνόν της παρατάξεως. Ίδε Σχολ.

«τέθριππα και εξάιπα τάγματα» ήτοι δίζυγοι και τρίζυγοι ίλαι.

4) «Σύρδην» = δίκην κυμάτων Πρβλ. Επτά επί Θήβας 1070.

5) Τον Ελλήσποντο.

6) Η δυναστεία του Δαρείου έλεγεν ότι η καταγωγή της ήτον από τον

Περσέα, υιόν της Δανάης, γεννημένον από τον Δία, που διά να

αποκτήση την Δανάην μετεβλήθη εις χρυσήν βροχήν.

7) Ο Αισχύλος συχνά παρουσιάζει τους Πέρσας να επαινούν τους

Έλληνας. Έτσι εδώ οι τοξόται Πέρσαι, που πολεμούν δηλαδή από

μακράν, επήγαν, λέγει, να πολεμήσουν τους δοξασμένους ως

λογχιστάς Έλληνας, ήτοι άνδρας που πολεμούν με γενναιότητα στήθος

με στήθος.

7α) «Δολόμητιν δ' απάτην θεού τις ανήρ θνητός αλύξει;» = το

αλύσκειν εις την έννοιαν του διαφεύγω προβλέποντας.

8) Πολέμους πυργοδαΐκτους = πύργους δαΐζοντας, ήτοι εις πολέμους,

που καταρρίπτουν φρούρια. Σχολ. νεωτ. Πρβλ. και Χοηφόρων στ. 859.

9) Έμαθαν οι Πέρσαι. = Φανερώνεται έτσι με το «έμαθον» ειρωνεία,

διότι οι Πέρσαι όχι εκ φύσεως αλλ' ανόητα από μάθησιν έγιναν

ναυτικοί.

10) «Πίσυνοι λεπτοδόμοις πείσμασι» εμπιστευόμενοι εις εξαρτήματα

(πανιά) συγκρατημένα με λεπτά σχοινιά. Ίδε Οδύσ. 10, 96, 127.

11) «Μελαγχίτων φρην = ψυχή ενδυμένη με μαύρον από πένθος χιτώνα.

12) «Οά:» Περσικόν επιφώνημα οδυρμού αντίστοιχο με το ιδικό μας

αλλοί και αλλοίμονο.

13) Στέγος αρχαίον = το μέρος του ανακτόρου που εχρησίμευεν ως

βουλευτήριον Πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 2, 788 «οι δ' αγοράς αγόρευον επί

Πριάμοιο θύρισιν» και 7, 336. Εκεί ήτον ο τάφος του Δαρείου.

14) Του Περσέως.

15) Η εξήγησις είναι σύμφωνα με την ερμηνείαν του Weklein.

Παλαιότερη και πλέον αδύνατη ερμηνεία είναι: «θα ειπώ λόγο, που

δεν εγέννησεν ο νους μου, αν και δεν ήμουν χωρίς φόβον».

16) «Πέπλοισι ησκημένη» πλούσια ντυμένη. Περί της σημασίας του

&ασκείν& πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 10, 438, 23, 743 και Οδύσ. 1, 439.

17) Η Δωρική εσθής ήτο χιτών μάλλινος, ανοικτός εις τους ώμους

και συνδεόμενος εκεί με περόνην ή με πόρπην. Τον εφόρουν

παλαιότερα όλοι οι Έλληνες. Ηρόδ. 5, 88 «η δε Δωρική εσθής πάσα η

αρχαίη των γυναικών η αυτή ην την νυν Δωρίδα καλέομεν».

18) «Λέπαδν επ' αυχένων τίθησι».

19) Ύστερ' από κακόν όνειρον οι Έλληνες εσηκώνοντο και

ερραντίζοντο με νερό. Ίδε Χοηφ. 533 κ. ε. ― Αριστοφάνους Βάτρ.

1340 κ. ε.

20) «Φοίβου . . . φόβω» παρήχησις όπως εις τας Χοηφόρους, στ.

910. Έμεινε και εις την μετάφρασιν.

21) «Κίρκον» είδος γερακιού, σήμερα κιρκινέζος ή ξεφτέρι.

22) «Θεούς δε προστροπαίς ικνουμένη»

23) «Θυμόμαντις, ων σοι πρευμενώς παρήνεσα». Ίδε Ομήρου Οδύσ.

1200.

23α) «Έγχη σταδαία και φεράσπιδες σαγαί».

24) «Εν Θορικώ γαρ εστί μέταλλα και εν Λαυρείω». (Σχολ). Πρβ.

Θουκ. 2,55.

25) «Πολεμίους επήλυδας».

26) «Κιόντων τοις τεκούσι». Ως εις Ευριπίδου Άλκηστη στ. 167.

27) «Πάντα ναμερτή λόγον».

28) Είδος κομμού, μυρολογιού.

29) Αι λυρικαί θρηνωδίαι του χορού έρχονται σαν αντιφωνίαι εις τα

λόγια του αγγέλου.

30) «Η μακροβίοτος όδε γέ τις αιών εφάνθη γεραιοίς». Πρβ. στίχ.

713.

31) «Οτοτοτοΐ».

32) «Φέρεσθαι πλαγκτοίς εν σπιλάδεσσιν». Πρβ. Προμ. 482.

33) Ίυξε = Κραύγαζε Πρβ. Ικέτιδας στ. 884.

34) «Στυγναί γ' Αθάναι δαΐοις».

35) Ομοίως εις Προμ. στίχ 452.

36) Πρβ. Σοφ. Φιλ. 1316.

37) «Των αρχελείων» = αρχόντων λαών.

38) «Στυφλούς παρ' ακτάς θείνεται Σιληνιών». Αι Σιληνίαι ήσαν

ακταί της Σαλαμίνος.

39) Νήσοι του Αίαντος = η Σαλαμίς.

40) «Λιγέα κωκύματα».

41) «Δεκάς δ' ην τώνδε χωρίς έκκριτος». Δηλαδή δέκα ήσαν πλοία

χωριστά (εις αναπλήρωσιν εκείνων που θα επάθαιναν εις την μάχην).

42) «Ώδ' έχει λόγος». Όπως εις Επτά επί Θ. στ.211 και Χοηφ. στ.

519 = αυτή είναι η αριθμητική σχέσις.

43) «Τάλαντα βρίσας ουκ ισορρόπω τύχη».

44) «Δρασμώ κρυφαίω βίοτον εκσωσαίατο». Πρβ. διήγησιν Ηροδότου 8,

75.

45) «Κνέφας δε τέμενος αιθέρος λάβη». Πρβ. Ομ. Οδ. 9, 168.

46) «Αλιρρόθους ».

47) «Ευήρετμον».

48) Κώπης άναξ».

49) «Λευκόπωλος».

50) «Παιάν' εφύμνουν σεμνόν».

51) «Έπαισαν άλμην βρύχιον εκ κελεύσματος». Πρβ. Ευριπ. Ιφ. στ.

1387. ― Ομήρ. Ιλιά. 16, 264.

52) «Θεών έδη» = τόποι, ιερά θεών με αγάλματα και ναούς. Πρβ.

Πλατ. Τίμ. Νόμ.

53)«Περσίδος γλώσσης ρόθος υπηντίαζε». Πρβ. 836.

54) «Καποδραύει Φοινίσσης νεώς κόρυμβ'». Κόρυμβα = Τακροστόλια

της πλώρης, οι φ ι γ ο ύ ρ ε ς.

55) «Επ' άλλην δ' άλλος ηύθυνε δόρυ». Δόρυ, δηλ νήιον. Σχολ. «Την

ναυν είρηκεν».

56) «Ουκ αφρασμόνως κύκλω πέριξ έθεινον» Πρβ. 563.

57) Πρβ. Ηροδ. 8, 12. «Οι δε νεκροί (εν Αρτεμισίω) και τα ναυάγια

εξεφορέοντο ες τας Αφέτας και περί τε τας πρώρας των νεών

ειλέοντο και ετάρασσον τους ταρσούς των κωπέων».

58) «Ή τιν' ιχθύων βόλον».

59) Έως κελαινής νυκτός όμμ' αφείλετο» κατά αντίφρασιν και κατά

το λεγόμενον οξύμωρον σχήμα.

60) «Πέλαγος έρρωγεν μέγα». Ο παρακείμενος έρρωγα (του ρήγνυμι)

ευρίσκεται πάντα αμεταβάτως. Πρβ. και το σημερινόν «κακά

εξέσπασαν στο κεφάλι μου».

61) Αξιοσημείωτη εις το κείμενον η συχνή επανάληψις των λέξεων

«συμφορά . . κακά» επίτηδες και ψυχολογικά διά την φανέρωσιν της

ψυχικής ταραχής.

62) Κατά τον Στράβωνα ήτον η Ψυττάλεια νησί έρημο και πολύπετρο.

63) «Εμβατεύει ποντίας άλμης έπι». Ο Wecklein αποδίδει το

«παντίας άλμης έπι» εις την νήσον, ήτοι νησί επάνω στα θαλάσσια

κύματα, όχι ορθώς.

64) «Κακώς το μέλλον ιστορών».

65) «Εκ χερών πέτρησιν ηράσσοντο», υπονοείται το Πέρσαι.

66) Πρβ. Ηροδότου 8, 90. «Ξέρξης . . . κατηγμένος υπό τω όρεϊ τω

αντίον Σαλαμίνος, το καλέεται Αιγάλεως».

67) Η λέξις δαίμων του κειμένου ελέγετο γενικώς φανερώνουσα την

θεότητα από την οποίαν έρχεται η καλή ή κακή τύχη των ανθρώπων,

συνήθως όμως ελέγετο επί κακού. Με μικράν μετατόπισιν εννοίας η

λέξις υπάρχει και εις την σημερινήν γλώσσαν.

68) «Οίσθα σημήναι τορώς »

69) «Κατ' ούρον». Η φράσις εις το αρχαίον ειρωνική, αντίστοιχη με

το σημερινόν «τα πρύμισαν».

70) «Υπεσπανισμένους βοράς».

71) «Βόλβης θ' έλειον δόνακα».

72) «Ηυτύχει δέ τοι όστις τάχιστα πνεύμ' απέρρηξε βίου».

73) «Ω δυσπόνητε δαίμον».

74) «Λαβούσα πέλανον εξ οίκων εμών». Τον πέλανον ή πελανόν εξηγεί

ο Σχολ. «πεπεμμένον πλακούντα». Πρβ. Διονυσ. Αλικ. 2.74: «θύουσι

πελάνους δημητρίους».

75) Οι νεώτεροι σχολιασταί συμφωνούν ότι οι στίχοι αυτοί είναι

μετατοπισμένοι.

76) Μεγαλαύχων και πολυάνδρων», η μετάφρασις αναγκαστικά έγινε με

πλατειασμόν.

77) «Αμαλαίς χερσί».

78) «Λέκτρων τ' ευνάς αβροχίτωνας».

79) «Χλιδανής ήβης τέρψιν».

80) «Καγώ δε μόρον των οιχομένων αίρω δοκίμως πολυπενθή».

81) «Ξέρξης μεν ήγαγεν, ποποί, Ξέρξης δ' απώλεσεν τοτοί, Ξέρξης

δε πάντ' επέσπε»· έγινεν έτσι ο θρήνος με κάποιον ήχον

βαρβαρικόν. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια μιμήσεως του

κειμένου με την χρησιμοποίησιν επιφωνημάτων όχι συνήθων και με

την επανάληψιν της ονομαστικής Ξέρξης, όπως εις το πρωτότυπον.

82) «Ομόπτεροι, κυανώπιδες». Η διόρθωσις εις «λινόπτεροι» σύμφωνα

με το του Προμ. 484 «λινόπτερα . . . ναυτίλων οχήματα» είναι

φανερά άτοπος.

83) «Τοι δ' άρα πρωτομόροιο, φευ, ληφθέντες προς ανάγκαν, ηέ,

ακτάς αμφί Κυχρείας, οά, [στέμβονται].» Εις την μετάφρασιν η

περίοδος αναγκαστικώς απεδόθη ανεστραμμένη.

84) «Γναπτόμενοι δ' Αλοσύδνας»

85) «Προς αναύδων παίδων τας αμιάντου».

86) «Το παν απύουσιν άλγος».

87) «Ουκέτι περσονομούνται».

88) «Ουδ' έτι γλώσσα βροτοίσιν εν φυλακαίς».

89) «Ελεύθερα βάζειν» ελευθεροστομείν. Πρβ. Πρμ. 193.

90) «Εν όμμασιν τ' ανταία φαίνεται θεών, βοά δ' εν ωσί κέλαδος ου

παιώνιος».

91) «Βοός τ' αφ' αγνής λευκόν εύποτον γάλα».

92) «Ακήρατον τε μητρός αγρίας από ποιόν» Σχολ. «αγρίας . . . της

εν τω αγρώ ούσης»

93) «Τον τε δαίμονα Δαρείον αγκαλείσθαι».

94) «Πρέσβος Πέρσας».

95) «Φθιμένων πομπούς»

96) «Εύφρονας είναι κατά γαίας».

97) «Πέμψατ' ένερθεν ψυχήν ες φως» υπονοείται εύκολα «την

Δαρείου»

98) «Ει γαρ τι κακών άκος οίδε πλέον». ― Το κείμενον φαίνεται

ταραγμένον. Ο Wecklein προτείνει την γραφήν: «ει γαρ τι κακών των

δ' έστιν άκος μόνος αν θνητών άρος είποι» ήτοι εάν τι πλέον

φάρμακον γνωρίζει ο Δαρείος μόνος αυτός 'μπορεί να 'πή τέλος και

σταμάτημα των κακών.

99) Η φράσις ηχητική εις το κείμενον με τας λέξεις β ά ρ β α ρ α,

β ά γ μ α τ α, β ο ά σ ω. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια

αποδόσεως με το β α ρ β α ρ ι κ ά, β ο υ ύ ζ ω βογγητά.

100) «Περσών Σουσιγενή θεόν».

101) «Πέμπετε δ' άνω τον οίον ούπω Περσίς αι εκάλυψεν».

102) «Φίλα γαρ κέκευθεν ήθη» υπονοείται ενεργητικώς ο όχθος· όπως

εις τας Χοηφόρ. 683, και εις Σοφοκ. Ηλέκτραν 1120.

103) «Αϊδωνεύς δ' αναπομπός ανείης, Αϊδωνεύς»· η επιτατική

επανάληψις απεδόθη διά του ε σ ύ.

104) «Θεομήστωρ δ' εκεκλήσκετο Πέρσαις, θεομήστωρ δ' έσκεν».

105) Επίκλησις προς τον Δαρείον να φανερωθή. Βαλήν εσήμαινε

βασιλεύς εις την Φρυγικήν γλώσσαν. Σελ 32. Εμπειρ. σελ 672, 26.

Εις τον Σοφοκλή λέγονται οι ποιμένες. Πρβλ. απόσπασμα 444. ― Η

λέξις σώζεται εις την Τουρκικήν γλώσσαν.

106) «Κροκόβαπτον ποδός εύμαριν αείρων».

107) «Τι τάδε δυνάτα, δυνάτα δίδυμα διαγόεν αμάρτια» κ.τ.λ ―

Δυνατά = δυνάστα· ανάλογων είναι το αφέντης εκ του αυθέντης.

108) «Άναες, άναες» επαναλαμβάνεται η λέξις θρηνητικώς.

109) Είδωλον = φάσμα.

110) «Χαράσσεται πέδον». Ο Weklein ερμηνεύει το χαράσσεται ως

κείμενον αντί του νύσσεται, παραβάλων προς το του Ησιόδ. Ασπ. 62

και λαμβάνων υπ' όψιν του τον κτύπον των ποδών κατά την όρχησιν

του Χορού. ― Το «σέρνεται χάμω» εν τούτοις φαίνεται συμφωνότερον

με τας λέξεις του κειμένου, με την απ' ευθείας αίσθησιν της

ελληνικής γλώσσης και των ελληνικών εθίμων.

111) «Σέβομαι δ' αντία λέξαι σέθεν αρχαίω περί τάρβει».

112) «Δίεμαι μεν χαρίσασθαι». Κατά τον ν. Σχολ. = το σον θέλημα

τελέσαι.

113) «Ο μάσσων βίος ην ταθή πρόσω». Πρβλ. Προμηθ. 553 και Αγαμέμ.

1361.

114) «Πάντα γαρ, Δαρεί', ακούση μύθον εν βραχεί λόγω». Πρβλ.

Προμηθ. 521.

115) «Θούριος Ξέρξης κενώσας πάσαν ηπείρου πλάκα». Ν. Σχολ.

«περιφραστικώς δε την γην των Περσών φησι πάσαν». Πρβλ. Ευμενίδ.

295· Σοφ. Οιδ. Τύρ. 1102, Φιλ 1430.

116) «Διπλούν μέτωπον ην δυοίν στρατευμάτοιν», υπονοείται ο

Ξέρξης.

117) «. . . τις δαιμόνων ξυνήψατο». Η επαμφοτερίζουσα τότε έννοια

της λέξεως δαίμων είναι εδώ εις κακήν σημασίαν, καθώς τώρα.

118) «Κατέφθαρται δορί».

119) «Άσμενον μολείν γέφυραν γαιν δυοίν ζευκτηρίαν». Ο Αισχύλος

λησμονεί ότι ο άγγελος δεν είχεν ειπεί και τούτο.

120) Υπήρχε χρησμός αποτρέπων την εκστρατείαν εις Ελλάδα, που τον

αναφέρει ο Ηρόδ. 9, 42.

121) «Πώς τάδ' ου νόσος φρενών είχε παιδ' εμόν;»

122) «Τον δ' ανανδρίας ύπο ένδον αιχμάζειν». Πρβλ. Ευμεν. 868.

123) «Ταγείν, έχοντα σκήπτρον ευθυντήριον».

124) Το χειρόγραψον των Μεδίκων έχει Μάρδος. Ο Ηρόδοτος λέγει τον

άρπαγα εκείνον του περσικού θρόνου Σμέρδιν 3, 61· ήτο δε αυτός ο

εκ Μηδίας μάγος Γαουμάτα, αναφανείς ως αδελφός τάχα του

φονευθέντος Καμβύσου (Ιουστ. 1, 9).

125) Τα της συνωμοσίας των επτά ευγενών αναφέρει ο Ηρόδ. 3, 70.

126) Υπαινίσσεται ο Αισχύλος το τέχνασμα του χρεμετισμού του

ίππου, το οποίον είχε μεταχειρισθή ο Δαρείος, διά να εκλεγή αυτός

βασιλεύς.

127) «Αλλ' ευσταλή τοι λεκτόν αρούμεν στόλον», Ώστε δηλαδή

ολιγώτερος όντας δεν θα κινδυνεύση από πείναν. ― Ψυχολογικά έτσι

παρουσιάζονται οι νικημένοι σχεδιάζοντες κ' ελπίζοντες διά το

μέλλον.

128) «Ει τι πιστεύσαι θεών χρη θεσφάτοισιν, ες τα νυν πεπραγμένα

βλέψαντα».

129) «Τόσος γαρ έσται πέλανος αιματοσφαγής» = πέλανος (ζύμη) από

σφραγής αίματος.

130) «Ύβρις γαρ εξανθούσ' εκάρπωσε στάχυν άτης όθεν πάγκλαυτον

εξαμά θέρος». Είναι έν από τα θαυμασιώτερα λυρικά γνωμικά της

τραγικής ποιήσεως.

131) «Έπεστιν εύθυνος, βαρύς».

132) «Κόσμον όστις ευπρεπής λαβούσ' υπαντίαζε παιδί».

133) «Λακίδες . . . . στημορραγούσι . . . . εσθημάτων». Ν. Σχολ.

«Υπό της θλίψεως διέρρηξε τα ιμάτια αυτού ο Ξέρξης».

134) «Ω πόποι, ή μεγάλας, αγαθάς τε πολισσονόμου βιοτάς

επεκύρσαμεν».

135) «Πολίσματα πύργινα πάντ' επέρθομεν».

136) «. . . εκ πολέμων απόνους, απαθείς . . . »

137) Ο ποταμός Άλυς ήτο πολύ γνωστός εις τους Έλληνας εκ του

χρησμού του Κροίσου: «Κροίσος Άλυν διαβάς μεγάλην αρχήν

διαλύσει».

138) «Και νηριτοτρόφους εκράτυνε μετάκτους». Νηριτοτρόφοι = αι

τρέφουσαι θαλάσσια όστρακα. Αθην. 3. 86 Β «Αισχύλος δ' εν Πέρσαις

τας αναριτας (θολασσίους κοχλίας) τρεφούσας νηριτοτρόφους

είρηκεν».

139) Πρβλ. Ηροδ. 3, 19: «δόντες και Κύπριοι σφέας αυτούς Πέρσησι

εστρατεύοντο επ' Αίγυπτον».

140) «Τας νυν ματρόπολις τώνδ' αιτία στεναγμών». Ο Σχολ. εξηγεί

«άποικοι γαρ εισιν οι εν Κύπρω Σαλαμίνιοι των εν τη Αττική».

141) «Ακάματον δε παρήν σθένος ανδρών τευχηστήρων» κλπ.

142) «Πλαγαίσι ποντίαισιν».

143) Έ ξ ο δ ο ς. Διαιρείται δε η έ ξ ο δ ο ς εις τρία μέρη. Το

πρώτον (στιχ. κειμ. 911 ― 92) είναι ο χαιρετισμός του Ξέρξου και

των γερόντων. Ο βασιλεύς πρωτοφαίνεται επάνω εις άρμα και

κατεβαίνοντας έπειτα προχωρεί με κλονούμενον βήμα. Σταματά δε

αντιμέτωπος του χορού στιχ. κειμ. 934 .

144) «Τήνδ' ηλικίαν επιδόντα . . . »

145) Δεύτερον μέρος της Ε ξ ό δ ο υ, το οποίον εις το κείμενον

έχει προοίμιον θρηνητικούς αναπαίστους. Ο θρήνος αυτός ξεχωρίζει

από τα άλλα χορικά, γραμμένος εντονώτερα εις την Δωρικήν

διάλεκτον. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια να αποδοθή ο διά

του &α& δωρικός πλατειασμός.

146) «Άιδου σάκτορι Περσάν». Ήτοι τον Άδην εσαμάρωσε κ' εφόρτωσε

με Πέρσας. Σάκτωρ (σάττω, σάγμα = σαμαρωτής, φορτωτής).

147) «Αδοβάται» ως αδοφοίται, ελειοβάται, σημαίνει δε

οδοιπορούντες προς τον Άδην.

148) Σχολ. «Μαρυανδυνοί ακμή θέρους . . . . εθρήνουν . . . Τον δε

Μαρυανδυνόν αυξήσαι μάλιστα την θρηνητικήν αυλωδίαν».

149) «Ίετ' αιανή πάνδυρτον δύσβροον αυδάν».

150) «Ιάων γαρ απηύρα. Ιάων ναύφρακτος Άρης ετεραλκής».

151) «Λίλαιος ευπάτωρ».

152) «Εή εή, τλάμονες ασπαίρουσι χέρσω».

153) «Των σον πιστόν πάντ' οφθαλμόν μυρία μυρία πεμπαστάν

Βατανώχου παιδ' άλπνιστον». Οφθαλμός εσήμαινεν υπάλληλος επόπτης.

Σχολ. «σημείωσαι ότι βασιλέως οφθαλμός αριθμεί στρατιάς».

154) «Ίυγγά μοι δήτ' εσθλών ετάρων υπορίνεις». Καθώς εις Πινδ.

Νεμ. 4, 35 «ίυγγι δ' έλκομαι ήτορ» και Σοφοκλ. Αποσπ. 433 κ.τ.λ

Ίυγξ δε κυρίως είναι πουλί, που έλαβε το όνομα από τα συχνά

στριφογυρίσματα που κάνει του λαιμού. Επίστευαν οι αρχαίοι, εξ

αιτίας αυτών των κινήσεων, ότι ήτο πουλί μαγικόν και ότι

δενόμενον εις κύκλον ή τροχόν εκινείτο εκεί, ενεργούσε δε η

κίνησίς του ερωτικάς και άλλας γοητείας. Ίδε και Πινδ. Πυθ. 4.513

κ. ε. ― Ανάλογον διά κάποιες μαγείες πουλί έχει η λαϊκή παράδοσις

το κ α κ ο π ο ύ λ ι.

155) «Ουκ αμφί σκηναίς τροχηλάτοισιν όπισθεν επομέναις»

156) Το τρίτον μέρος της Ε ξ ό δ ο υ, ο κομμός (ή ιάλεμος ίδε

στιχ. κ. 128). Ο Τζέτζης π. τραγ. 66 «κομμός δε θρήνου

πενθικώτερον πλέον ο θρήνος δ' εστίν ηρεμέστερον μέλος». Έκαμνε

δε ο κομμός μεγαλυτέραν αίσθησιν διά της μουσικής συνθέσεώς του.

157) «Πεπλήγμεθ'· εύδηλα γαρ».

158) «Οράς το λοιπόν τόδε τας εμάς στολάς». ― Σχολ. «Λείψανον της

όλης στρατιάς». Κακώς ερμήνευσαν μερικοί το σ τ ο λ ά ς ως το

ξεσχισμένον ένδυμα, διότι ο Ξέρξης, ως ανεφέρθη (στιχ. 85), είχεν

αλλάξει στολήν κατά φροντίδα της μητέρας του και κατά την

συνηθισμένην άλλως ευκοσμίαν και μεγαλοπρέπειαν εις τας αρχαίας

τραγωδίας.

159) «Τάνδε τ' οϊστοδέγμονα».

160) «Ιάων λαός ου φυγαίχμας».

161) «Και πλέον ή παπαί μεν ουν».

162) «Δίδυμα γαρ έστι και τριπλά». Πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 1, 128.

163) «Και σθένος γ' εκολούθη». Πρβλ. Ηροδ. 7,10. «Φιλέει γαρ ο

θεός τα υπερέχοντα πάντα κολούειν».

164) «Διαίνομαι γοέδνος ων».

165) «Βόα νυν αντιδουπά μοι». Διά ν' αποδοθή εις την μετάφρασιν

το βαρύ και βαρβαρικόν του ήχου, ετέθη η όχι συνήθης λέξις

«χουγιάξτε». Ανάλογοι προσπάθειαι έχουν γίνει εις όλον τον

κομμόν, διά να είναι η μετάφρασις αντίλαλος κάπως της θαυμαστά

ηχητικής φράσεως του Αισχύλου.

166) «Δόσιν κακάν κακών κακοίς». Διά την παρήχησιν πρβλ. Χοηφόρ.

403.

Πέρσαι · 第 2 / 3 段