της πόλεως, τόσον είναι ανάγκη να μη περισπάται από καμμίαν
άλλην ενασχόλησιν, αλλά να γίνεται με όλην την σπουδήν και την
επιμέλειαν. — Και εγώ αυτό νομίζω. — Δεν χρειάζεται ακόμη και
κατάλληλος φυσική προδιάθεσις δι' αυτό το επάγγελμα; — Πώς όχι;
— Εις ημάς λοιπόν ανήκει τώρα, εάν ημπορούμεν, να εκλέξωμεν
ποίαι και τι είδους φύσεις είναι κατάλληλοι προς φρούρησιν της
πόλεως. — Πράγματι. — Μα την αλήθειαν, επιφορτιζόμεθα με όχι
αξιοκαταφρόνητον επιχείρημα· ας μην αποδειλιάσωμεν όμως, και
εμπρός, όσον μας το επιτρέπουν αι δυνάμεις μας. — Εμπρός
λοιπόν. — Όσον αφορά την φρούρησιν, ευρίσκεις ότι υπάρχει
διαφορά φυσικής προδιαθέσεως μεταξύ ενός σκύλου και ενός νέου,
καλής καταγωγής και των δύο; — Τι εννοείς δηλαδή; — Θέλω να
είπω ότι και ο ένας και ο άλλος πρέπει να έχη οξείαν την
αίσθησιν προς ανακάλυψιν του εχθρού, ελαφρότητα προς καταδίωξίν
του, και δύναμιν, διά να τον καταβάλη, όταν ήθελε τον προφθάση.
— Πράγματι, είναι απαραίτητα όλα αυτά. — Ακόμη πρέπει να έχη
και ανδρείαν, διά να πολεμά με γενναιότητα. — Πώς όχι; — Αλλά
ημπορεί ποτε να είναι γενναίος ένας ίππος, ή ένας σκύλος ή και
οιονδήποτε άλλο ζώον, εάν δεν είναι θυμοειδούς χαρακτήρος; ή
δεν έχεις παρατηρήση ότι ο θυμός είναι ένα πράγμα
ακαταδάμαστον, και το οποίον καθιστά την ψυχήν άφοβον και
ανίκανον να υποχωρήση εμπρός εις οιονδήποτε κίνδυνον; —
Μάλιστα, το έχω παρατηρήση. — Αυτά λοιπόν είναι προφανώς τα
σωματικά προτερήματα που πρέπει να έχη ένας φρουρός της πόλεως.
— Ναι. — Φανερόν επίσης ότι και η ψυχή του πρέπει να είναι
ομοίως θυμοειδής. — Και αυτό. — Αλλά, Γλαύκων, με αυτόν τον
κύριον χαρακτήρα που τους απεδώσαμεν, δεν θα είναι άγριοι και
μεταξύ των και προς τους άλλους πολίτας; — Δύσκολον, μα την
αλήθειαν, να το αρνηθή κανείς. — Και μολαταύτα πρέπει να είναι
ήμεροι προς τους συμπολίτας των, και άγριοι μόνον απέναντι των
εχθρών· ειδεμή, δεν θα είναι ανάγκη να περιμένουν άλλους να
έλθουν να τους χαλάσουν, αλλά θα προλάβουν να το κάμουν οι
ίδιοι αναμεταξύ των. — Αλήθεια. — Πώς να κάμωμεν λοιπόν; πού να
εύρωμεν ένα χαρακτήρα που να είναι συγχρόνως και ήμερος και
θυμοειδής, αφού αυτά είναι δύο πράγματα εναντία και
ασυμβίβαστα; και όμως είναι αδύνατον να θεωρηθή καλός φρουρός
εάν στερήται ή το ένα ή το άλλο από αυτά· και επειδή είναι των
αδυνάτων αδύνατον, κατ' ανάγκην πρέπει να παραδεχθούμεν ότι
είναι και αδύνατον να ευρεθή καλός φρουρός. — Εκεί καταντά.
Αφού εσταμάτησα ολίγο και εσκέφθηκα μέσα μου επάνω εις αυτό που
είπαμεν πριν, — δικαίως, είπα, φίλε μου, εσκοντάψαμεν· διότι
απεμακρύνθημεν από το παράδειγμα που είχαμε λάβη. — Πώς αυτό; —
Δεν ελάβαμεν υπ' όψιν μας, ότι υπάρχουν πραγματικώς τοιαύται
φύσεις, που ημείς τας εφανταζόμεθα αδυνάτους, και που
συνδυάζουν αυτάς τας δύο αντιθέτους ιδιότητας. — Και πού
υπάρχουν; — Ημπορεί κανείς να τας συναντήση και εις άλλα ζώα,
αλλά προ πάντων εις εκείνο ακριβώς προς το οποίον ημείς
παρεβάλαμεν τον φρουρόν της πόλεως· διότι γνωρίζεις βέβαια ότι
ενός σκύλου από ράτσα αυτό είναι το φυσικόν του, να είναι
ημερώτατος με εκείνους που γνωρίζει και έχει συνηθίση, το
εναντίον δε με όσους δεν γνωρίζει. — Το ηξεύρω. — Είναι λοιπόν,
καθώς βλέπεις, δυνατόν και δεν ζητούμεν τίποτε αφύσικον πράγμα
να είναι τοιούτος και ο φρουρός. — Όχι πράγματι.
— Δεν σου φαίνεται όμως ότι λείπει ακόμη κάτι από τον φρουρόν
μας, και ότι, εκτός του θυμοειδούς, πρέπει να είναι και εκ
φύσεως φιλόσοφος; — Πώς δηλαδή; δεν σε εννοώ καλά. — Θα
παρατηρήσης εις τους σκύλους και αυτό ακόμη το φυσικόν, το
οποίον πραγματικώς αξίζει κανείς να θαυμάση. — Το ποίον; — Όταν
βλέπη κανένα που δεν γνωρίζει, αμέσως αγριεύει, αν και δεν του
έχει κάμη κανένα κακόν, ενώ απεναντίας όταν ιδή κανένα
γνώριμον, είναι όλος χαρά και περιποίησις και χωρίς να του έχη
κάμη ποτέ καλόν^ ή δεν εθαύμασες ποτέ αυτό το πράγμα; — Δεν
έδωσα και μεγάλην προσοχήν αλλά πράγματι είναι όπως το λέγεις.
— Και όμως είναι πολύ αξιοθαύμαστον αυτό το ιδίωμά του και
μαρτυρεί φύσιν αληθώς φιλοσοφικήν. — Και πώς, παρακαλώ; — Καθ'
όσον, δεν διακρίνει αλλέως ένα πρόσωπον αν είναι φίλος ή
εχθρός, παρά από το ότι, τον ένα μεν τον γνωρίζει, τον δε άλλον
όχι· πως λοιπόν να μην του αποδώσωμεν φιλομάθειαν, αφού ως όρον
διακρίσεως του οικείου και του ξένου έχει την γνώσιν και την
άγνοιαν; — Πραγματικώς δεν ημπορεί να είναι αλλέως. — Αλλ' όμως
δεν είναι το ίδιον η φιλομάθεια και η φιλοσοφία; — Το ίδιον. —
Λοιπόν μετά πεποιθήσεως ας είπωμεν και περί του ανθρώπου ότι,
διά να είναι ήμερος προς τους οικείους και τους γνωρίμους,
πρέπει να είναι εκ φύσεως φιλόσοφος και φιλομαθής. — Έστω. —
Ώστε φιλόσοφος και θυμοειδής και ταχύς και δυνατός πρέπει να
είναι εκ φύσεως, διά να υπάρξη καθ' όλα τέλειος ο φρουρός της
πόλεως; — Χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν.
— Τοιούτος λοιπόν θα είναι ο χαρακτήρ των πολεμιστών μας·
τώρα, κατά ποίον τρόπον θα τους αναθρέψωμεν και θα τους
εκπαιδεύσωμεν: και άραγε θα συντείνη αυτή η εξέτασις διά να
εύρωμεν εκείνο εις το οποίον αποβλέπουν όλαι μας αυταί αι
έρευναι, πώς δηλαδή γεννάται η δικαιοσύνη και η αδικία εις τας
πόλεις; διά να μην την παραιτήσωμεν, εάν πρόκειται να μας
βοηθήση εις τούτο, ή αλλέως να την παρατρέξωμεν.
Και ο αδελφός του Γλαύκωνος, — Εγώ, είπε, φρονώ, ότι και πολύ
μάλιστα θα μας βοηθήση εις αυτό που ζητούμεν. — Ας μην την
παραιτήσωμεν λοιπόν, φίλε μου Αδείμαντε, και αν ακόμη αυτή η
εξέτασις πρόκειται να μας φέρη πολύ μακράν. — Βεβαίως. — Ας
αρχίσωμεν λοιπόν με όλην την άνεσίν μας και υπό τύπον απλής
συνδιαλέξεως να εκπαιδεύωμεν τους ανθρώπους μας. — Έτσι πρέπει
να κάμωμεν.
— Ποία λοιπόν θα είναι αύτη η ανατροφή; εγώ νομίζω ότι θα
είναι δύσκολον να εύρωμεν άλλην καλυτέραν από αυτήν που είναι
καθιερωμένη από μακρού χρόνου, και η οποία συνίσταται εις την
γυμναστικήν διά τα σώματα και εις την μουσικήν διά την ψυχήν. —
Πραγματικώς. — Και δεν θα αρχίσωμεν την εκπαίδευσιν από την
μουσικήν μάλλον, παρά από την γυμναστικήν; — Πώς όχι; — Και
μουσικήν όταν λέγης, δεν θεωρείς μέρος αυτής και τους λόγους; —
Μάλιστα. — Λόγων πάλιν δεν υπάρχουν δύο είδη, οι αληθείς και οι
ψευδείς; — Ναι. — Και με τα δύο λοιπόν αυτά είδη θα
εκπαιδεύσωμεν τους νέους, και μάλιστα με τους ψευδείς πρώτα; —
Δεν σε εννοώ τι θέλεις να είπης. — Δεν γνωρίζεις ότι πρώτα
πρώτα διηγούμεθα εις τα παιδιά μύθους, οι οποίοι εν συνόλω δεν
είναι τίποτε άλλο παρά ψεύδος, αν και περιέχουν και μερικάς
αληθείας; πρώτον λοιπόν αρχίζομεν τα παιδία με μύθους, πριν να
αρχίσωμεν την γυμναστικήν. — Είναι αλήθεια. — Δι' αυτό λοιπόν
έλεγα, ότι πρωτύτερα πρέπει να αρχίσωμεν την μουσικήν από την
γυμναστικήν. — Σωστά. — Αλλά γνωρίζεις βέβαια ότι η αρχή παντός
έργου έχει μεγίστην σπουδαιότητα, όταν μάλιστα πρόκειται περί
οιουδήποτε πράγματος νεαρού και τρυφερού· διότι τότε προ πάντων
διαπλάσσεται και μορφώνεται ο τύπος, τον οποίον θα επεθύμει τις
να εγχαράξη εις έκαστον. — Αναμφισβήτητος αλήθεια. — Θα
επιτρέψωμεν λοιπόν έτσι εύκολα να ακούουν τα παιδιά ό,τι λάχη
μύθους, που τους έκαμεν ο πρώτος τυχών, και να δέχωνται εις τας
ψυχάς των εντυπώσεις ως επί το πολύ εναντίας προς τας ιδέας,
τας οποίας νομίζομεν ότι πρέπει να έχουν, όταν γίνουν τέλειοι
άνδρες; — Διόλου μάλιστα δεν θα το επιτρέψωμεν. — Πρέπει λοιπόν
εν πρώτοις να επιστήσωμεν την προσοχήν μας εις τους μυθοποιούς,
και να εγκρίνωμεν μεν ό,τι καλόν θα εύρωμεν εις αυτούς, να
απορρίψωμεν δε όλα τα άλλα· τους δε εγκριθέντας μύθους θα
υποχρεώσωμεν τας τροφούς και τας μητέρας να τους διηγούνται εις
τα παιδιά και να διαπλάττουν με τους μύθους τας ψυχάς των με
περισσοτέραν φροντίδα ή ίσην καταβάλλουν προς διάπλασιν των
σωμάτων· εννοείται τους περισσοτέρους από τους μύθους που τους
διηγούνται σήμερα θα τους αποσκορακίσωμεν. — Ποίους δηλαδή; —
Από τους μεγαλυτέρους θα καταλάβωμεν και τους μικροτέρους·
διότι κατ' ανάγκην όλοι πρέπει να είναι χυμένοι εις τον ίδιον
τύπον επάνω και να έχουν την ιδίαν δύναμιν και οι μεγαλύτεροι
και οι μικρότεροι. — Πολύ καλά, αλλά δεν εννοώ ούτε ποίοι είναι
αυτοί οι μεγαλύτεροι που λέγεις.
— Εκείνοι τους οποίους μας διηγούνται ο Ησίοδος και ο Όμηρος
και οι άλλοι ποιηταί· διότι αυτοί συνέθετον και εξακολουθούν να
συνθέτουν προς τέρψιν των ανθρώπων μύθους ψευδείς. — Ποίους
μύθους; και τι έχεις να τους κατηγορήσης μ' αυτά που λέγεις; —
Εκείνο που αξίζει πρώτα πρώτα και παρά κάθε άλλο να ακούση
ένας, που δεν γνωρίζει καν να λέγη εύμορφα ψεύματα. — Τι θέλεις
να ειπής; Όταν δεν απεικονίζη τις επιτυχώς, και όπως
πραγματικώς είναι, τους θεούς και τους ήρωας, καθώς έξαφνα ένας
ζωγράφος ο οποίος δεν αποδίδει την ομοιότητα του
απεικονιζομένου προσώπου. — Δικαία βεβαίως θα ήτο αυτή η
κατηγορία, αλλά πώς και κατά τι εφαρμόζεται εις τους ποιητάς; —
Εν πρώτοις, δεν είναι από τα μεγαλύτερα και βαρύτερα ψεύματα
που ημπορούν να γίνουν εκείνα που διηγείται ο Ησίοδος, ότι
έκαμε τάχα ο Ουρανός, και πώς πάλιν τον εξεδικήθη ο Κρόνος; τα
όσα δε έκαμεν ο τελευταίος ούτος προς τον υιόν του και όσα
ακολούθως έπαθεν υπ' αυτού, και αληθινά ακόμη αν ήσαν, νομίζω
ότι δεν έπρεπε να λέγωνται τόσον εύκολα προς νέους εστερημένους
κρίσεως· εάν δε ήτο ανάγκη οπωσδήποτε να γίνεται λόγος περί
αυτών, να τα ακούουν ολίγιστοι μόνον εν κρυπτώ και υπό
αυστηροτάτην εχεμύθειαν, και κατόπιν θυσίας όχι πλέον χοίρου
αλλά του πολυτιμοτάτου και σπανιωτάτου θύματος, διά να
περιορίζεται εις όσον το δυνατόν ολιγίστους ο αριθμός των
ακουόντων. — Πραγματικώς, είπεν ο Αδείμαντος, τοιαύται
διηγήσεις είναι επικίνδυνοι.
— Και δεν πρέπει να ακουσθούν ποτέ εις την ιδικήν μας πόλιν,
ούτε θα επιτραπή να λέγεται επί παρουσία των νέων ότι, και τα
μέγιστα κακουργήματα αν διαπράττη κανείς, και τον πατέρα του
ακόμη αν υποβάλη εις τα σκληρότερα βασανιστήρια προς
αντεκδίκησιν, δεν θα έκαμνε τίποτε το έκτακτον, αλλά πράγμα το
οποίον έκαμαν και οι πρώτοι και μέγιστοι των θεών. — Και εγώ,
μα την αλήθειαν, φρονώ ότι δεν θα είναι διόλου εποικοδομητικαί
τοιαύται διηγήσεις διά τους νέους. — Και ούτε ο ελάχιστος
λόγος, εννοείται, δεν θα γίνη διά τους πολέμους και τας
επιβουλάς και τας μάχας των θεών προς αλλήλους — διότι δεν
είναι και αληθή — αν τουλάχιστον θέλωμεν οι μέλλοντες
υπερασπισταί της πόλεώς μας να αποστρέφωνται ως το αισχρότερον
των πραγμάτων τας μεταξύ των διαφοράς και έχθρας. Κατά μείζονα
λίγον, απαγορεύεται να διηγούμεθα και να εξιστορούμεν εις τους
νέους τας γιγαντομαχίας, και τας άλλας παντοειδείς έχθρας των
θεών και των ηρώων προς τους συγγενείς και τους οικείους αυτών.
Αλλ' αν ο σκοπός μας είναι να τους πείσωμεν, ότι ουδέποτε
υπήρξε διχόνοια και έχθρα μεταξύ των κατοίκων της αυτής πόλεως,
και ούτε είναι όσιον να υπάρχη, πρέπει να αναγκάσωμεν και τους
γέροντας και τας γραίας να διηγούνται μύθους εις τα παιδιά υπ'
αυτό το πνεύμα, αναλόγους δε να συνθέτουν και οι ποιηταί. Τα
δεσίματα δε της Ήρας από τον υιόν της και τα ριψίματα του
Ηφαίστου από τον πατέρα του, διότι ηθέλησε να παρέμβη εις το
ξυλοκόπημα της μητέρας του, και όλα τα μαλλώματα των θεών που
διηγείται ο Όμηρος, θα είναι τελείως απαράδεκτα εις την πόλιν
μας, ούτε αν υποκρύπτουν ούτε αν δεν υποκρύπτουν αλληγορίας
αυτοί οι μύθοι· διότι το παιδί δεν είναι εις θέσιν να διακρίνη
ποίον είναι αλληγορία και ποίον δεν είναι, αλλ' ό,τι εντυπωθή
από αυτήν την ηλικίαν εις το πνεύμα του, δύσκολον είναι συνήθως
να εξαλειφθή χωρίς να αφήση ίχνη· ένεκα του οποίου ίσως πρέπει
να θεωρηθή μεγίστης σημασίας, οι πρώτοι λόγοι τους οποίους
ακούει, το παιδί, να είναι όσον ημπορεί καταλληλότεροι διά να
το οδηγούν εις την αρετήν.
— Είναι λογικώτατα αυτά που λέγεις, είπεν ο Αδείμαντος· αλλ'
αν κανείς μας ερωτούσε, οποίοι τίνες πρέπει να είναι αυτοί οι
μύθοι, τι θα του απαντήσωμεν; — Δεν είμεθα ποιηταί, Αδείμαντε,
επί του παρόντος εγώ και συ, αλλά οικισταί πόλεως· οι δε
οικισταί χρειάζεται να γνωρίζουν μόνον τους τύπους, επάνω εις
τους οποίους θα συνθέσουν τους μύθους των οι ποιηταί, και από
τους οποίους δεν θα τους επιτρέπουν να απομακρύνωνται· δεν θα
συνθέτουν όμως και οι ίδιοι τους μύθους. — Πολύ σωστά· αλλ'
αυτό ακριβώς, ποίοι θα είναι οι τύποι των μύθων των σχετικών με
τους θεούς; — Τοιούτοι επάνω-κάτω· πάντοτε πρέπει να
παριστάνεται ο θεός, ακριβώς απαράλλακτα όπως είναι, είτε εις
τα επικά ποιήματα είτε εις τας τραγωδίας. — Βέβαια πρέπει. —
Αλλ' ο θεός δεν είναι πραγματικώς αγαθός και δεν πρέπει
επομένως και να παριστάνεται τοιούτος; — Ποίος αμφιβάλλει; —
Κάθε τι που είναι αγαθόν ημπορεί ποτε να είναι, βλαβερόν; — Δεν
μου φαίνεται. — Και ένα πράγμα που δεν είναι βλαβερόν ημπορεί
να προξενήση βλάβην; — Διόλου. — Επομένως κάμνει ποτέ κακόν; —
Ούτε. — Ή, δύναται ποτε να γίνη αφορμή κακού; — Ποτέ. — Το δε
αγαθόν είναι ωφέλιμον; — Ναι. — Επομένως δεν είναι η αφορμή
ενός καλού που γίνεται; — Ναι. — Ώστε λοιπόν το αγαθόν δεν
είναι η αφορμή όλων όσα γίνονται, αλλά μόνον των καλών, όχι δε
και των κακών. — Βεβαιότατα. — Ούτε επομένως ο θεός, αφού είναι
αγαθός, ημπορεί να είναι η αφορμή όλων, όπως λέγουν κοινώς·
αλλ' ολίγων μεν πραγμάτων είναι αίτιος εις τους ανθρώπους,
πολλών δε αναίτιος· διότι είναι πολύ ολιγώτερα τα καλά που
έχουν οι άνθρωποι από τα κακά· και τα μεν καλά εις κανένα άλλον
δεν ημπορούμεν να τα αποδώσωμεν εκτός του θεού, των κακών όμως
πρέπει να αναζητήσωμεν άλλας αφορμάς και όχι τον θεόν. — Μου
φαίνεται ότι έχεις πληρέστατον δίκαιον.
— Δεν πρέπει λοιπόν να δώσωμεν πίστιν εις τον Όμηρον ούτε εις
άλλον ποιητήν, όταν ανοήτως εκστομίζη αυτήν την βλασφημίαν περί
των θεών, ότι τάχα υπάρχουν δύο πίθοι
&στου Δία το κατώφλι
γεμάτοι ο ένας με καλές κι ο άλλος με κακές μοίρες·&
και ότι εις όποιον ο Ζευς ανακατώση και δώση και από τους δύο,
&πότε του έρχονται δεξά και πότε ζερβά πάλι&
εις όποιον όμως δώση μόνον από τον ένα, τον δεύτερον, χωρίς να
αναναιώση και από τον πρώτον,
&φάουσσα πείνα λυσιακή παντού στη γης τον διώχτει·&
ούτε ότι ο Ζευς είναι ο διανομεύς των καλών και των κακών εις
τους ανθρώπους.
Εάν δε ειπή κανείς ότι καθ' υποκίνησιν του Διός και της Αθηνάς
παρεβίασε τους όρκους ο Πάνδαρος και έγινε αφορμή να λυθή η
ανακωχή, δεν θα το παραδεχθούμεν· ούτε επίσης την έριδα των
θεών, η οποία διελύθη διά της παρεμβάσεως της Θέμιδος και του
Διός· ούτε πάλιν θα επιτρέψωμεν εις τους νέους να ακούουν
εκείνα που λέει ο Αισχύλος, ότι τάχα
&ο θεός αφορμή βρίσκει
σαν θέλη σύρριζα να ξεπατώση σπίτι·&
αλλ' εάν ένας ποιητής διεκτραγωδή με τους ιάμβους του τα πάθη
της Νιόβης ή των Πελοπιδών, ή τα Τρωικά, ή άλλα παρόμοια, δεν
θα τον αφήνωμεν να λέγη ότι είναι έργα του θεού αυτά, ή
τουλάχιστον πρέπει θα ανευρεθή ο λόγος που ζητούμεν ημείς τώρα
και να λέγωμεν, ότι δίκαια και αγαθά είναι του θεού τα έργα,
και ότι τα παθήματα είναι προς ωφέλειαν των τιμωρουμένων· ας
λέγουν, εάν θέλουν, ότι είναι άθλιοι οι κακοί επειδή
εχρειάσθησαν τιμωρίαν, τιμωρηθέντες όμως ωφελήθησαν υπό του
θεού· ότι όμως είναι δυστυχείς οι τιμωρούμενοι και της
δυστυχίας των είναι παραίτιος ο θεός, δεν πρέπει να επιτρέψωμεν
εις τον ποιητήν να το επαναλάβη και εν γένει να λέγουν εμπρός
μας ότι ο θεός, όστις είναι αγαθός, ημπορεί να κάμη κακόν εις
κανένα, αυτό πρέπει με όλας τας δυνάμεις μας να το
αντικρούσωμεν, εάν πρόκειται να έχωμεν πόλιν καλώς
διωργανωμένην και δεν θα δώσωμεν ποτέ την άδειαν, ούτε εις τους
πρεσβυτέρους ούτε εις τους νεωτέρους, ούτε να λέγουν ούτε να
ακούουν τοιούτους λόγους είτε με στίχους είτε και χωρίς
στίχους, διότι και ανόσιοι είναι περί του θεού λεγόμενοι, εάν
λέγωνται, και δι' ημάς επιβλαβείς, αλλά και μεταξύ των
ασύμφωνοι· — Μου αρέσει αυτός ο νόμος και τον συνυπογράφω και
εγώ. — Ο πρώτος μας λοιπόν νόμος και ο τύπος, σύμφωνα με τον
οποίον θα ρυθμίζουν ό,τι λέγουν ή ό,τι γράφουν περί του θεού,
θα είναι ο εξής: ο θεός δεν είναι ο αίτιος όλων των πραγμάτων,
αλλά μόνον των καλών. — Και είναι πράγματι αναγκαιότατος.
— Τώρα τι λέγεις περί αυτού του δευτέρου; πιστεύεις τάχα ότι ο
θεός είναι κανένας μάγος, ώστε, όπως του καταβαίνη εις την
φαντασίαν, να παρουσιάζεται υπό πολλάς και διαφόρους μορφάς,
και άλλοτε μεν να γίνεται και να μεταβάλλη το είδος του εις
πολλά σχήματα, άλλοτε δε να απατά τας αισθήσεις μας και να μας
φαίνεται τοιούτος, ή ότι απεναντίας είναι απλούς και από όλα τα
όντα ολιγώτερον υπόκειται εις οιανδήποτε αλλοίωσιν της μορφής
του; — Δεν ημπορώ να σου απαντήσω έτσι εκ του προχείρου τώρα. —
Τουλάχιστον αυτό; όταν ένα πράγμα υφίσταται μεταβολήν της
φυσικής του μορφής, δεν θα προέρχεται κατ' ανάγκην η μεταβολή
αύτη ή από αυτό το ίδιον ή από ένα άλλο; — Κατ' ανάγκην. — Τα
πράγματα όμως που έχουν την αρίστην κατασκευήν δεν αλλοιούνται
και μετατρέπονται ολιγώτερον από τας εξωτερικάς αιτίας;
παραδείγματος χάριν, τα σώματα τα υγιέστατα και ισχυρότατα δεν
αλλοιούνται ολιγώτερον από τας τροφάς και τα πιοτά και τους
κόπους, όπως επίσης και τα φυτά από τους ανέμους και τους
καύσωνας και τας λοιπάς ατμοσφαιρικάς επηρείας; — Πώς όχι; —
Και η ψυχή επίσης δεν ταράσσεται και αλλοιούται τόσον
ολιγώτερον από τας εξωτερικάς επιδράσεις, όσον γενναιοτέρα και
φρονιμωτέρα είναι; — Ναι. — Αλλ' ακόμη και αυτά τα έργα της
ανθρωπίνης χειρός, σκεύη και οικοδομήματα, κατά τον αυτόν
λόγον, όσα μεν είναι καλώς κατεσκευασμένα και από καλά υλικά,
ελάχιστα αλλοιούνται υπό του χρόνοι και των λοιπών περιστάσεων.
— Έτσι είναι. — Ώστε και γενικώς, κάθε πράγμα που είναι
τέλειον, είτε εκ φύσεως, είτε από τέχνην, είτε και από τα δύο
μαζί, υπόκειται εις ελαχίστην μεταβολήν από εξωτερικάς αιτίας.
— Φαίνεται. — Ο θεός όμως, και ό,τι ανάγεται εις την φύσιν του
θεού, είναι κατά πάντα τέλειος. — Πώς όχι; — Ώστε λοιπόν, υπ'
αυτήν την έποψιν, δεν θα ήτο διόλου δυνατόν να λαμβάνη ο θεός
πολλάς μορφάς. — Διόλου πραγματικώς.
— Αλλά μήπως τάχα θα ήτο δυνατόν να μεταβάλλη και μεταμορφώνη
ο ίδιος τον εαυτόν του; — Φανερόν ότι μόνον κατ' αυτόν τον
τρόπον θα ημπορούσε να γίνη, αν εγίνετο. — Και θα εγίνετο αυτή
η μεταβολή εις το καλύτερον, ή εις το χειρότερον; — Κατ'
ανάγκην εις το χειρότερον· διότι δεν δυνάμεθα να είπωμεν ότι
λείπει από τον θεόν καμμία δυνατή ωραιότης και τελειότης. —
Είναι ορθότατον αυτό που λέγεις· και τούτου τεθέντος,
φαντάζεσαί ποτε, Αδείμαντε, ότι είναι δυνατόν ή θεός ή άνθρωπος
να κάμη εκουσίως τον εαυτόν του χειρότερον οπωσδήποτε απ' ό,τι
είναι; — Αδύνατον. — Αδύνατον λοιπόν είναι και να θέλη ο θεός
να μεταβάλλη τον εαυτόν του· αλλ' έκαστος εξ αυτών, κάτοχος
πάσης της δυνατής ωραιότητος και τελειότητος, διατηρεί πάντοτε
και αμεταβλήτως την ιδίαν αυτού μορφήν. — Μου φαίνεται ότι δεν
ημπορεί να είναι διαφορετικά.
— Κανείς λοιπόν ποιητής ας μη τολμήση να μας λέγει ότι
&ξένη οι Θεοί παίρνουν μορφή, σαν τάχα εξωμερίτες
κι αλλοίωτικοι, λογής κοπής, γυρνούν τις πολιτείες·&
μήτε να ψευδολογή διά τας μεταμορφώσεις του Πρωτέως και της
Θέτιδος, μήτε να παρουσιάζη εις τας τραγωδίας και εις άλλα
ποιήματα την Ήραν υπό μορφήν ιερείας να μαζεύη ελέη και
συνδρομάς διά τα ευτυχισμένα τέκνα του Αργείου ποταμού Ι ν ά χ
ο υ, μήτε εν γένει να μας αραδιάζουν πολλά τοιαύτα
ψευδολογήματα. Ας προσέξουν ακόμη και αι μητέρες να μη γίνωνται
θύματα της ευπιστίας των και να εκφοβίζουν με τέτοια παραμύθια,
τα παιδιά των, ότι τάχα πολλοί θεοί τριγυρνούν την νύκτα με
διαφόρους ξένας μορφάς, διότι αυτά και βλασφημίαν κατά των θεών
αποτελούν, κάμνουν δε και τα παιδιά συγχρόνως δειλότερα. — Ας
απαγορεύσουν λοιπόν.
— Αλλά δεν ημπορεί τάχα, αυτοί μεν οι θεοί να είναι πράγματι
ανεπίδεκτοι μεταβολής και αλλοιώσεως, αλλά να εξαπατούν ημάς
και να μαγεύουν τας αισθήσεις μας, ώστε να φανταζώμεθα ότι
παρουσιάζονται εμπρός μας υπό πολλάς και διαφόρους μορφάς; —
Ίσως και αυτό. — Αλλά πώς; θα ήθελέ ποτε ένας θεός να εξαπατήση
ή με λόγον ή με έργον και να παρουσιάζη φαντάσματα αντί του
εαυτού του; — Δεν γνωρίζω. — Δεν γνωρίζεις ότι το αληθινόν
ψεύμα — εάν επιτρέπεται το οξύμωρον — το αποστρέφονται όλοι και
θεοί και άνθρωποι; — Τι εννοείς με τούτο; — Εννοώ ότι κανείς
δεν επιτρέπει εκουσίως να εισέρχεται το ψεύδος εις την
ευγενεστέραν μερίδα του εαυτού του και αναφορικώς μάλιστα με τα
σπουδαιότερα των πραγμάτων, αλλά παρά κάθε άλλο φοβείται να το
έχη εκεί· — Ούτε τώρα ενόησα περισσοτέρων. — Διότι φαντάζεσαι
ίσως ότι πρόκειται διά τίποτε μυστήρια της αποκαλύψεως· ενώ εγώ
λέγω απλώς ότι, να εισχωρήση εις την ψυχήν το ψεύδος όσον αφορά
την ουσίαν των όντων και να διατελή επομένως αυτή εν απάτη και
αγνοία, είναι πράγμα που κανείς ποτε δεν θα εδέχετο· και ότι
τίποτε δεν μισούν όλοι περισσότερον, παρά να έχουν
ενθρονισμένον ένα τοιούτον ψεύδος μέσα εις τοιούτον μέρος. —
Πολύ σωστά. — Τούτο λοιπόν ορθότατα, όπως έλεγα και πριν, θα
εκαλείτο αληθινόν ψεύμα, η εν τη ψυχή άγνοια ενός πράγματος
ηπατημένου· διότι, αυτό το οποίον λέγομεν συνήθως ψεύμα, είναι
η διά λόγων εξωτερίκευσις του εν τη ψυχή αισθήματος, και όχι
καθαρόν ψεύμα, αλλά ούτως ειπείν είδωλον, το οποίον γεννάται
κατόπιν· ή δεν είναι έτσι; — Είναι μάλιστα.
— Το αληθινόν λοιπόν και πραγματικόν ψεύμα το αποστρέφονται
όχι μόνον οι θεοί αλλά και οι άνθρωποι. — Το πιστεύω. — Τώρα,
το διά των λόγων ψεύδος πότε και εις ποίον είναι χρήσιμον, ώστε
να μην είναι και αυτό άξιον μίσους και αποστροφής; μήπως τάχα
προς τους εχθρούς ή και προς τους φίλους, όσοι από μανίαν ή
παραφροσύνην είναι έτοιμοι να κάμουν κανένα κακόν, ημπορεί να
είναι χρήσιμον ως φάρμακον προληπτικόν; ή και εις τα
μυθολογήματα, διά τα οποία ωμιλούσαμεν πριν, επειδή δεν
γνωρίζομεν πώς έχει ακριβώς η αλήθεια προκειμένου περί
πραγμάτων τόσον παλαιών, μήπως ημπορούμεν να το
χρησιμοποιήσωμεν το ψεύδος, δίδοντες εις αυτό όλην την επίφασιν
της αληθείας; — Έτσι πράγματι θα είναι. — Αλλά διά ποίον από
αυτούς τους λόγους θα ήτο χρήσιμον το ψεύδος εις τον θεόν;
μήπως τάχα από άγνοιαν των παλαιών πραγμάτων θα κατέφευγεν και
αυτός εις το ψεύδος, εις το οποίον θα έδιδε την επίφασιν της
αληθείας; — Γελοίον θα ήτο να το φαντασθώμεν. — Δεν είναι
λοιπόν ο θεός ποιητής ψευδολόγος. — Δεν μου φαίνεται. — Ή μήπως
τάχα μανία ή παραφροσύνη φίλων θα τον ηνάγκαζε να καταφύγη εις
το ψεύδος; Αλλά κανείς παράφρων ή μανιακός δεν ημπορεί να είναι
φίλος του θεού. — Δεν υπάρχει λοιπόν κανείς λόγος διά να ψευσθή
ποτε ο θεός. — Δεν υπάρχει. — Ώστε είναι ο θεός όλως διόλου
απλούς και αληθινός και εις τα έργα και εις τους λόγους και
ούτε ο ίδιος μεταβάλλεται ούτε τους άλλους εξαπατά είτε με
λόγια είτε με σημεία που τάχα τους στέλλει είτε εις τον ύπνον
είτε εις τον ξύπνον. — Και εγώ είμαι σύμφωνος όπως τα λέγεις. —
Ώστε επιδοκιμάζεις και αυτόν τον δεύτερον τύπον, σύμφωνα με τον
οποίον οφείλομεν και να ομιλούμεν και να γράφωμεν περί των
θεών, ότι δηλαδή ούτε αυτοί είναι μάγοι ώστε να
μεταμορφώνωνται, ούτε και ημάς εξαπατούν με ψευδείς λόγους ή
πράξεις; — Επιδοκιμάζω — Ώστε, αν και πολλά άλλα έχομεν να
επαινέσωμεν του Ομήρου, δεν θα επαινέσωμεν όμως και εκείνα που
διηγείται περί του ονείρου, το οποίον έστειλεν ο Ζευς εις τον
Αγαμέμνονα· ούτε του Αισχύλου, εκεί όπου λέγει η Θέτις πως ο
Απόλλων της έψαλλεν εις τους γάμους της:
&μάννα παιδιών ευτυχισμένη
που αρρώστεια δε θα δουν και χρόνια πολλά θάχουν·
η αγάπη των θεών θα μου χαρίζη πάντα
μοίρα, μούπε, χρυσή — κ' έκρουξε τον παιάνα
και γιόμισε χαρά κ' ελπίδες τη ψυχή μου·
γιατί δεν πίστευα ποτέ πως θάβγη ψέμα
από το στόμα του θεού της μαντωσύνης·
μα αυτός ο ίδιος πώψαλε, αυτός ο ίδιος
που ήτανε στο τραπέζι, αυτός που τάπε ο ίδιος,
αυτός είναι που σκότωσε το γυιό μου. . .&
Όταν κανείς μας λέγη τοιαύτα περί των θεών, θα του γυρίσωμεν
την πλάτην και δεν θα του δώσωμεν τα ψαλτικά του· ούτε εις τους
διδασκάλους θα επιτρέψωμεν να τα μεταχειρίζωνται διά την
ανατροφήν των νέων, εάν θέλωμεν μίαν ημέραν να έχωμεν
πολεμιστάς θεοσεβείς και ομοίους με τους θεούς — όσον
τουλάχιστον είναι δυνατόν διά τον άνθρωπον. — Επιδοκιμάζω καθ'
όλα και εγώ τους τύπους αυτούς, και τους λαμβάνω ως νόμους.
* *
*
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη,
υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά
προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η
αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα,
δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της,
από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη
μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος,
οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο
Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο
Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και
σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή,
Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη,
Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού,
Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια
σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης
γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα,
&Πολιτεία.& Το πρωτοτυπώτερον και πλαστικώτερον των πλατωνικών
έργων, αποτελούμενον εκ 10 βιβλίων. Το πρώτον βιβλίον
πραγματευόμενον περί δικαιοσύνης είναι αφετηρία διατυπώσεως
έπειτα ιδανικού πολιτεύματος. Η οριζομένη ισότης δικαιωμάτων
των πολιτών, η διακανόνισις ίσης εργασίας, η κατανομή των
πολιτών εις τρεις τάξεις, η εξίσωσις ανδρών και γυναικών, η
κοινογαμία και κοινοκτημοσύνη, ο αποκλεισμός των ποιητών, ο
περιορισμός της αυξήσεως του πληθυσμού, αι πρωτόρρυθμοι γενικαί
περί του κοινωνικού και του αστικού δικαίου αρχαί συνδιαζόμεναι
εις οργανικόν σύστημα εις την «Πολιτείαν» του Πλάτωνος, υπήρξαν
αφετηρίαι πλείστων φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών και πολιτικών
θεωριών. Ώστε και από της απόψεως ταύτης είναι εκ των
σημαντικοτέρων δημιουργημάτων της ανθρωπίνης σκέψεως.
Η μετάφρασις πιστή, σαφής και γλαφυρά υπό του κ. I. Ν. Γρυπάρη.
Τόμος Α' 10 δρχ., Τόμος Β' 10 δρχ., Τόμος Γ' 10 δρχ., Τόμος Δ'
10 δρχ.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ
ΔΡΧ. 10
* *
*
1) Η εορτή, περί της οποίας κάμνει λόγον ευθύς εις την αρχήν
του διαλόγου και χάριν της οποίας κατήλθον εις τον Πειραιά, ήτο
προς τιμήν της Βενδίδος, θρακικής Θεότητος αναλόγου προς την
Αρτέμιδα των Ελλήνων.
2) Εις το κείμενον έχει &«μύρτα και φηγούς»&.